ΣτΕ 3448/2012,ΑΠΟΔΕΙΞΗ, ΕΓΓΡΑΦΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ, Η ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥΣ ΕΑΝ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΘΕΙ Ή ΕΑΝ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΒΕΙ ΥΠΟΨΗ ΑΝΕΠΙΚΥΡΩΤΑ ΤΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΕΙ ΤΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 173 ΚΔΔ

ΣΤΕ

Αριθμός 3848/2012 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2010, με την εξής σύνθεση: Θ. Παπαευαγγέλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Μ. – Ελ. Παπαδημήτρη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος. 
Για να δικάσει την από 15 Ιανουαρίου 2007 αίτηση: 
του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Διον. Κολοβό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΝCE ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.», πρώην «NCE ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΠΕ», που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, οδός Αντιγόνης αριθ. 7, η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Σπυριδούλα Λιώση (Α.Μ.13926), που την διόρισε με πληρεξούσιο. 
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 327/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Π. Ευστρατίου. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Υπουργού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται νομίμως χωρίς την καταβολή παραβόλου, ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 327/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας, αναδόχου του έργου «Κατασκευή ενός κτιρίου λόχου 80 ανδρών στην 690 ΠΑΥΠ στο Στρατόπεδο ΔΟΥΜΤΣΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ και ενός κτιρίου λόχου 80 ανδρών στο στρατόπεδο ΜΑΚΕΔΟΝΟΜΑΧΟΥ ΠΡΟΪΟΥ», επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση του εν λόγω έργου και, ειδικότερα, ως προς το ύψος της αποζημιώσεως του αναδόχου λόγω διαλύσεως της εργολαβίας. 
2. Επειδή, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Η εταιρία «NCE ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Ε.Π.Ε.», η οποία μετετράπη στην συνέχεια στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «NCE ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε.», συνήψε στις 5.2.2002 σύμβαση εκτελέσεως του ανωτέρω έργου, με την οποία ορίσθηκε προθεσμία περατώσεως αυτού η 4.6.2002, δηλαδή προθεσμία 120 ημερών. Στο άρθρο 4 της συμβάσεως, καθώς και στο χρονοδιάγραμμα κατασκευής του έργου, που εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. Φ.917.1/2948/03/573/ Σ.270/25.2.2002 πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, ορίσθηκε ότι ο μεταλλικός σκελετός των κτιρίων έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός 45 ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως. Για τον λόγο αυτό, και προκειμένου να είναι συνεπής στις ανωτέρω προθεσμίες, η αναιρεσίβλητη εταιρία παρήγγειλε τους μεταλλικούς σκελετούς σε ιδιώτη κατασκευαστή, έτσι ώστε να είναι έτοιμοι προς τοποθέτηση με την ολοκλήρωση των εργασιών στους τόπους κατασκευής των κτιρίων. Οι εργασίες, όμως, κατασκευής του ένδικου έργου δεν άρχισαν ποτέ, καθόσον, όπως και το Δημόσιο ομολόγησε με την από 9.2.2005 έκθεση απόψεών του προς το Διοικητικό Εφετείο, από υπαιτιότητα της υπηρεσίας δεν είχαν καθορισθεί οι θέσεις κατασκευής των έργων. Ενόψει τούτου με την υπ’ αριθ. Φ.917.1/2948/20/2282Α/2847/17.6.2002 διαταγή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας επιβλήθηκε διακοπή των εργασιών αναδρομικώς από την υπογραφή της συμβάσεως. Στις 19.7.2002 η αναιρεσίβλητη εταιρία υπέβαλε αίτηση – δήλωση διαλύσεως της εργολαβίας κατ’ άρθρο 9 παρ. 2α΄ του ν. 1418/1984, λόγω καθυστερήσεως ενάρξεως των εργασιών με υπαιτιότητα της υπηρεσίας, και ζήτησε αποζημίωση ύψους 161.604,61 ευρώ. Η Διευθύνουσα Υπηρεσία, με την υπ’ αριθ. Φ.917.1/2948/ 26/2790/Σ.1060/24.7.2002 πράξη της, απέρριψε την ανωτέρω δήλωση διαλύσεως της εργολαβίας, με την αιτιολογία ότι δεν είχε παρέλθει τρίμηνο από την κοινοποίηση στην αναιρεσίβλητη της διαταγής διακοπής των εργασιών. Κατά της απορριπτικής αυτής αποφάσεως η αναιρεσίβλητη άσκησε στις 29.7.2002 ένσταση ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής, ενώ στις 23.9.2002, δηλαδή μετά τρίμηνο από την επιβληθείσα διακοπή των εργασιών, υπέβαλε και νέα δήλωση διαλύσεως των εργασιών. Στην συνέχεια η αναιρεσίβλητη άσκησε αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Εθνικής Αμύνης κατά της σιωπηρής απορρίψεως από την Προϊσταμένη Αρχή της ανωτέρω ενστάσεως και κατά της τεκμαιρομένης σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως θεραπείας άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Μετά την άσκηση της προσφυγής η Προϊσταμένη Αρχή, με την υπ’ αριθ. Φ.916.83/3948/61/ 59029/Σ.1326/17.10.2003 πράξη της, αποδέχθηκε αφενός μεν το αίτημα της αναιρεσίβλητης περί διαλύσεως της εργολαβίας, για τον λόγο ότι «ουδέποτε άρχισαν οι εργασίες κατασκευής του έργου … από υπαιτιότητα της Υπηρεσίας» και αφετέρου το αίτημά της περί αποζημιώσεως, όσον αφορά το τεκμαιρόμενο όφελος, ύψους 16.479,00 ευρώ, απέρριψε δε τα λοιπά αιτήματα αποζημιώσεως. Ενόψει τούτου, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ως προς τα κεφάλαια της προσφυγής, που αφορούν τα αιτήματα της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της διαλύσεως της εργολαβίας και αποζημιώσεως για το τεκμαιρόμενο όφελος αυτής η δίκη δεν έχει πλέον αντικείμενο, διότι τα αιτήματα αυτά ικανοποιήθηκαν. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο, εξετάζοντας το αίτημα της αναιρεσίβλητης εταιρίας να αποζημιωθεί με ποσό 140.400,00 ευρώ για τους μεταλλικούς σκελετούς των κτιρίων, τους οποίους είχε παραγγείλει και οι οποίοι ήταν ήδη έτοιμοι, δέχθηκε ότι τόσο από την σχετική σύμβαση όσο και από το καταρτισθέν χρονοδιάγραμμα η εταιρία υπεχρεούτο να τοποθετήσει τους σκελετούς αυτούς των κτιρίων εντός 45 ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως και ότι, συνεπώς, νομίμως αυτή μερίμνησε για την παραγγελία και την κατασκευή τους εντός της ανωτέρω προθεσμίας, προκειμένου να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της. Ενόψει τούτου το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη πρέπει να αποζημιωθεί για την αξία των μεταλλικών αυτών σκελετών, καθόσον η κατασκευή τους επιβαλλόταν από το χρονοδιάγραμμα των εργασιών, κατά το άρθρο 50 παρ. 1 του π.δ/τος 609/1985 (το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι επί διαλύσεως της συμβάσεως με υπαιτιότητα του κυρίου του έργου «η αξία των υλικών καταβάλλεται εφόσον … επιβάλλονταν η παραγωγή ή η προμήθεια από το χρονοδιάγραμμα των εργασιών …»). Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο καθόρισε το καταβλητέο στην αναιρεσίβλητη ποσό για το λόγο αυτό σε 51.731,20 ευρώ, αφού έλαβε υπόψη ότι από τα προσκομισθέντα στοιχεία (από 8.2.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Σταύρου Γκρίμπα και α) τα υπ’ αριθ. 727 και 728/30.12.2002 τιμολόγια πωλήσεως του Σταύρου Γκρίμπα αξίας, αντιστοίχως, 14.773,60 ευρώ και 11.092,00 ευρώ και β) τα υπ’ αριθ. 1226/23.12.2002 και 668/27.12.2002 τιμολόγια πωλήσεως της εταιρίας «Γαβριήλ Γ. Γκρίμπας και ΣΙΑ Ο.Ε.», αξίας, αντιστοίχως, 11,092,00 ευρώ και 14.773,60 ευρώ) αποδεικνύεται η παραγγελία μεταλλικών σκελετών βάρους 30.000 kg και η καταβολή στους κατασκευαστές του ανωτέρω ποσού. Κατόπιν τούτου το Διοικητικό Εφετείο, αφού απέρριψε τα λοιπά αιτήματα της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή της και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει σε αυτήν ως αποζημίωση το ποσό των 51.731,20 ευρώ νομιμοτόκως από 23.9.2002 (από την υποβολή δηλαδή της δεύτερης αιτήσεως για διάλυση της εργολαβίας και καταβολής αποζημιώσεως, η οποία θεωρήθηκε ότι αποτελεί όχληση της αναδόχου). 
3. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι δεν ελήφθη υπόψη ο προβληθείς με την έκθεση των απόψεων της υπηρεσίας προς το δικαστήριο και το από 17.5.2005 υπόμνημα του Δημοσίου ισχυρισμός ότι, κατά παράβαση των οριζομένων στην σύμβαση και την ειδική συγγραφή υποχρεώσεων, η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε στην υπηρεσία προς έγκριση δείγματα των υλικών κατασκευής του μεταλλικού σκελετού, πράγμα που, κατά το Δημόσιο, αποτελούσε προϋπόθεση για την καταβολή της αξίας των εν λόγω υλικών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, εμμέσως το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό, δεχθέν, καθ’ ερμηνεία της συμβάσεως και του χρονοδιαγράμματος εκτελέσεως του έργου, ότι, ενόψει των συνθηκών του συγκεκριμένου έργου, η αναιρεσίβλητη νομίμως παρήγγειλε την κατασκευή των επιμάχων μεταλλικών σκελετών και έπρεπε, ως εκ τούτου, να αποζημιωθεί για την αξία αυτών, δεν χρειαζόταν δε ειδικότερη αιτιολογία, εφόσον το Δημόσιο δεν είχε προβάλει ότι οι επίμαχοι σκελετοί ήταν ακατάλληλοι. 
4. Επειδή, το άρθρο 148 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζει ότι «Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελευθέρως, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, εκτός αν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά». Κατά το άρθρο 147 παρ. 1 του ανωτέρω Κώδικα, αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα (περ. γ΄), τα οποία διακρίνονται, κατά το άρθρο 169 του ίδιου Κώδικα, σε δημόσια, που είναι αυτά τα οποία έχουν συνταχθεί από δημόσιο όργανο (παρ. 1) και ιδιωτικά, που είναι αυτά τα οποία δεν είναι δημόσια (παρ. 2). Περαιτέρω, το άρθρο 171 του ανωτέρω Κώδικα ορίζει τα εξής : «1. Τα δημόσια έγγραφα … αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σε αυτά, είτε ότι ενήργησε ο συντάκτης τους είτε ότι έγιναν ενώπιόν του, … 2. Η χρονολογία των ιδιωτικών εγγράφων καθίσταται βέβαιη για τους τρίτους μόνο όταν αυτά θεωρηθούν από συμβολαιογράφο ή από άλλο αρμόδιο κατά το νόμο δημόσιο υπάλληλο. Αλλιώς, ως βέβαιη χρονολογία τους θεωρείται εκείνη του θανάτου ενός από αυτούς που τα έχουν υπογράψει ή η χρονολογία του δημόσιου εγγράφου στο οποίο τυχόν μνημονεύεται κατά τα ουσιώδη μέρη το περιεχόμενό τους ή εκείνη της επέλευσης γεγονότος που καθιστά κατ’ ανάλογον τρόπο, αναμφισβήτητη τη χρονολογία τους. 3. Κατά τα λοιπά το περιεχόμενο των δημοσίων εγγράφων, καθώς και όλο το περιεχόμενο των ιδιωτικών, εκτιμάται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 148. 4. …». Τέλος, το άρθρο 173 του ανωτέρω Κώδικα ορίζει τα εξής : «1. Το αντίγραφο του εγγράφου έχει την αποδεικτική δύναμη του πρωτοτύπου, αν η ακρίβειά του βεβαιώνεται από αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο. Το δικαστήριο μπορεί, πάντως, να ζητήσει την προσαγωγή του πρωτοτύπου. 2. Το μη κυρωμένο κατά την προηγούμενη παράγραφο αντίγραφο εγγράφου δεν λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν το δικαστήριο, από άλλα στοιχεία, πείθεται για την ακρίβειά του». Εξ άλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 671 του Κ. Πολ. Δικονομίας (Π.Δ. 503/85, Α’ 182) στην οποία παραπέμπει η παρ. 3 του άρθρου 13 του Ν. 1418/84 (Α’ 23), «Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου …».

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι αντίγραφα εγγράφων, των οποίων η ακρίβεια δεν βεβαιούται από αρμόδιο προς τούτο υπάλληλο και τα οποία, επομένως, δεν έχουν την αποδεικτική δύναμη του πρωτοτύπου, λαμβάνονται επικουρικώς υπόψη από το δικαστήριο, εάν αυτό πεισθεί για την ακρίβεια και την αποδεικτική τους αξία, οπότε και οφείλει να τα συνεκτιμήσει μαζί με τα προσκομιζόμενα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, διατυπώνοντας σε κάθε περίπτωση ρητή σκέψη στην απόφασήτου σχετικά με την συνδρομή ή μη των ως άνω προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 173 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2170/19912927/199912193561/2005). Προς τούτο, σε περίπτωση που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για την διαμόρφωση της κρίσεώς του αντίγραφα αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να αναφέρεται στην απόφασή του εάν αυτά είναι επικυρωμένα ή όχι, προκειμένου να είναι δυνατόν να συναχθεί ασφαλής κρίση, εάν πρόκειται περί ανεπικύρωτων αντιγράφων, ως προς το εάν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από το άρθρο 173 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προϋποθέσεις σχετικά με την αποδεικτική τους αξία (πρβλ. Σ.τ.Ε. 971/2005). Εξάλλου, η βεβαία χρονολογία δεν τάσσεται ως κατά νόμον προϋπόθεση της αποδεικτικής ισχύος ιδιωτικού εγγράφου (βλ. Σ.τ.Ε. 3551/1992), ενώ υποχρέωση αποδείξεως του χρόνου συντάξεως τέτοιου εγγράφου ανακύπτει, για εκείνον που το προσκομίζει, εφόσον η χρονολογία εκδόσεώς του (η οποία, μολονότι δεν είναι απαραίτητο στοιχείο για το κύρος του, είναι στοιχείο που επηρεάζει καθοριστικά την αποδεικτική του σπουδαιότητα) αμφισβητηθεί (βλ. Α.Π. 93/2007), στην περίπτωση δε αυτή υποχρεούται και το δικαστήριο να προβεί σε ειδικότερη αιτιολόγηση της συναχθείσης επί τη βάσει και του στοιχείου αυτού κρίσεώς του (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3152/2006). 
5. Επειδή, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι απεδείχθη η παραγγελία και κατασκευή των μεταλλικών σκελετών από τα στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, δηλαδή από το ιδιωτικό συμφωνητικό και τα τιμολόγια πωλήσεως. Ενόψει τούτου, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση το προς απόδειξη κρίσιμο ζήτημα, της παραγγελίας και κατασκευής των μεταλλικών σκελετών εντός 45 ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως, το θεωρεί δεδομένο εκ μόνου του λόγου ότι η αναιρεσίβλητη όφειλε από την σύμβαση να ολοκληρώσει τις απαιτούμενες εργασίες για την εκτέλεση του έργου, χωρίς να ερευνήσει αν τούτο προέκυπτε από τα προσκομισθέντα στοιχεία. Ο περαιτέρω προβαλλόμενος με την κρινόμενη αίτηση ισχυρισμός ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν τα ληφθέντα υπόψη από το Διοικητικό Εφετείο αποδεικτικά στοιχεία (ιδιωτικό συμφωνητικό και τιμολόγια πωλήσεως) είχαν προσκομισθεί σε επικυρωμένα ή απλά αντίγραφα πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται στην εκδοχή ότι τα στοιχεία αυτά είχαν προσκομισθεί σε αντίγραφα, πράγμα που δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι με τον ανωτέρω ισχυρισμό προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι δεν διευκρινίζεται σε αυτήν εάν στο δικαστήριο προσκομίσθηκαν τα πρωτότυπα των ανωτέρω εγγράφων ή αντίγραφα αυτών, ο ισχυρισμός είναι απορριπτέος, εφόσον το Δημόσιο δεν ισχυρίζεται ότι είχε αμφισβητήσει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας το νομότυπο της προσκομιδής των ανωτέρω αποδεικτικών στοιχείων, ώστε να είναι αναγκαίο για το δικαστήριο αυτό να διευκρινίσει αν προσκομίσθηκαν τα πρωτότυπα των αποδεικτικών εγγράφων ή αντίγραφα αυτών. Απορριπτέος επίσης είναι και ο ισχυρισμός ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εάν το προσκομισθέν από την αναιρεσίβλητη ιδιωτικό συμφωνητικό έχει βεβαία χρονολογία, εφόσον το Δημόσιο δεν ισχυρίζεται ότι είχε αμφισβητηθεί από την άποψη αυτή το νομότυπο της προσκομιδής του συγκεκριμένου αποδεικτικού στοιχείου. Εξάλλου, ο ισχυρισμός, με τον οποίο προβάλλεται ότι το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν έχει θεωρηθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. εντός 10 ημερών από την ημερομηνία καταρτίσεως και υπογραφής του, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 16 (εδ. α΄) του ν. 1882/1990 (ΦΕΚ Α΄ 43), και ότι, ως εκ τούτου, είναι ανίσχυρο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε πραγματικό, το οποίο δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς το οποίο το Δημόσιο δεν προβάλλει ότι το είχε θέσει υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται γενικώς το ανίσχυρο κάθε συμφωνητικού, στο οποίο έχει καταχωρισθεί σύμβαση μεταξύ εμπόρων ή άλλων επιτηδευματιών ή μεταξύ εκείνων και τρίτων, πλην Δημοσίου κ.λπ., εφόσον τούτο δεν έχει υποβληθεί εμπροθέσμως προς θεώρηση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αλλά, ενόψει του επιδιωκομένου με την διάταξη αυτή σκοπού (περιστολή της φοροδιαφυγής), η θεσπιζόμενη για την παράβασή της κύρωση, δηλαδή η ανωτέρω δυσμενής συνέπεια, παρά την γενικότητα, με την οποία διατυπώνεται, ισχύει μόνον έναντι της φορολογικής αρχής, χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων (βλ. Α.Π. 90/2005, 735, 761, 1968/2001). Προβάλλεται, τέλος, ότι τα ληφθέντα υπόψη τιμολόγια πωλήσεως, ως εκ του χρόνου εκδόσεώς τους, καθώς και ενόψει του ότι τα δύο εξ αυτών έχουν εκδοθεί από πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο, με το οποίο η αναιρεσίβλητη συνήψε το ιδιωτικό συμφωνητικό, δεν επιτρέπουν την συναγωγή ως βεβαίου και ασφαλούς συμπεράσματος ή πάντως ως δικαστικού τεκμηρίου του επικαίρου της παραγγελίας και κατασκευής των μεταλλικών σκελετών. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προβάλλεται, πλήσσει την ανέλεγκτη κατ’ αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. 
6. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 
Δια ταύτα 
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. Και 
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2010. 
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Ο Γραμματέας 
  
  
Θ. Παπαευαγγέλου     Ι. Μητροτάσιος 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Οκτωβρίου 2012. 
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Ο Γραμματέας 
  
  
Θ. Παπαευαγγέλου       Δ. Λαγός