ΣτΕ 3472/11, Ολομ.,Έννομο συμφέρον-Μεμονωμένα μέλη κοινοπραξίας άνευ εννόμου συμφέροντος ασκούν αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του ΕΣΡ, εκδιδομένης επ’ ευκαιρία διαγωνιστικής διαδικασίας για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως, η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο

ΣΤΕ ΟΛΟΜ.

ΣτΕ Ολ 3472/2011
Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος ΣτΕ

Εισηγητής: Χ.Ράμμος, Σύμβουλος Επικρατείας

Δικηγόροι: Γλ. Σιούτη, Γ. Γεραπετρίτης, Φ. Σπυρόπουλο, Ελ.Τροβά, Ν. Μαριόλη Νομικός Σύμβουλος ΝΣΚ

Μεμονωμένα μέλη κοινοπραξίας άνευ εννόμου συμφέροντος ασκούν αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του ΕΣΡ, εκδιδομένης επ’ ευκαιρία διαγωνιστικής διαδικασίας για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως, η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της δικονομικής Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ. Η διάκριση μεταξύ της περίπτωσης αυτής και της περίπτωσης της ΣτΕ Ολ 3471/2011  (κατά την οποία τα μεμονωμένα μέλη μιας κοινοπραξίας μπορούν παραδεκτώς από άποψη εννόμου συμφέροντος να ασκήσουν και μόνα τους αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του ΕΣΡ που αρνείται την χορήγηση πιστοποιητικού βεβαιούντος την μη ύπαρξη ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, όταν το πιστοποιητικό τα αφορά ατομικώς, στην περίπτωση που το πιστοποιητικό εκδίδεται επ’ ευκαιρία διαγωνιστικής διαδικασίας, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Οδηγίας 89/665/ΕΟK) δεν συνιστά περίπτωση “αντίστροφης δυσμενούς διακρίσεως” κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος , αφού η εν λόγω διάκριση δικαιολογείται αντικειμενικά. Και τούτο, διότι στην πρώτη περίπτωση το μέλος της κοινοπραξίας, στο οποίο έχει προσαφθεί από το ΕΣΡ η συνδρομή ιδιότητας ασυμβίβαστης με συνάπτουσα δημόσιες συμβάσεις επιχείρηση, έχει πάντοτε ηθικό έννομο συμφέρον εκ μόνου του λόγου ότι θέλει να ακυρωθεί μια τέτοια πράξη, ανεξάρτητα από το εάν συνεπάγεται άλλες διοικητικής φύσεως δυσμενείς συνέπειες ή όχι γι’ αυτό, μόνο και μόνο διότι το στιγματίζει προσωπικώς και εξατομικευμένα ως φέρον ασυμβίβαστη ιδιότητα, άρα ως κατ’ αρχήν ύποπτο ασκήσεως αθέμιτης επιρροής. Αντίθετα στην περίπτωση που προσβάλλεται πιστοποιητικό, με το οποίο διαπιστώνεται η μη συνδρομή ασυμβίβαστης ιδιότητας στο πρόσωπο του ανταγωνιστού της κοινοπραξίας, στην οποία ανήκει το μεμονωμένο μέλος, το οποίο ασκεί την αίτηση ακυρώσεως και στον οποίο έχει κατακυρωθεί ο διαγωνισμός, το προαναφερθέν μεμονωμένο μέλος της ηττηθείσης κοινοπραξίας, ως του γεγονότος ότι το κάθε πιστοποιητικό του ΕΣΡ ισχύει κατά νόμον για ένα μόνο συγκεκριμένο διαγωνισμό, δεν έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει την ακύρωση του εν λόγω πιστοποιητικού, διότι η απλή διαπίστωση ότι ο ανταγωνιστής του διαγωνιζόμενος δεν έχει κάποια από τις ασυμβίβαστες ιδιότητες συνιστά ευμενή κρίση του ανταγωνιστού αυτού, αλλά όχι προσωπική αυτού μείωση, η οποία μόνη μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη του αμιγούς ηθικού εννόμου συμφέροντος για την ακύρωση μιας διοικητικής πράξεως [σκ.12]. Αντίθετη μειοψ. 5/27 μελών.
 

[…] 3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν 2636/1998  (ΦΕΚ Α΄ 198) συνεστήθη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ», η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (παρ. 2 του ως άνω άρθρου 12). Σύμφωνα με το άρθρο 13 του εν λόγω νόμου Ν 2636/1998  σκοπός της εταιρείας αυτής είναι η διοίκηση, η διαχείριση και η αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) – όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι ακτές, οι τουριστικοί λιμένες, τα χιονοδρομικά κέντρα, τα σπήλαια κ.ά. – για τον λόγο δε αυτό, έχει, αυτοδικαίως από την ψήφιση του νόμου, την διοίκηση, την διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ και περιέρχεται σε αυτήν κατά κυριότητα ο κινητός εξοπλισμός όλων των πιο πάνω επιχειρηματικών μονάδων. Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυτής ανελήφθη στο σύνολό του από τον ΕΟΤ, το δε Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπείται, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ίδιου νόμου Ν 2636/1998  (όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την υπό κρίση υπόθεση χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως), στη γενική συνέλευση της εταιρείας από τους Υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης. Με το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν 2837/2000  (ΦΕΚ Α΄ 178) η εν λόγω εταιρεία μετονομάσθηκε σε «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ» (εφεξής «ΕΤΑ») και το σύνολο των μετοχών της περιήλθε στο Δημόσιο, ορισθέντος ότι η συμμετοχή του Δημοσίου στην εταιρεία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Μεταξύ των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, των οποίων την διοίκηση και διαχείριση ανέλαβε η ΕΤΑ, ρητώς περιλαμβάνεται και το Καζίνο Πάρνηθας. Περαιτέρω, με το άρθρο 10 παρ. 1 περ. β του ως άνω Ν 2837/2000  (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 παρ. 2 του Ν 2919/2001 – ΦΕΚ Α΄ 128) προβλέφθηκε ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της εν λόγω ανώνυμης εταιρείας (δηλ. της ΕΤΑ) θα ιδρυθεί εντός διμήνου από της ενάρξεως της ισχύος του Ν 2919/2001  θυγατρική εταιρεία για την λειτουργία της επιχειρήσεως Ξενοδοχείο – Καζίνο Πάρνηθας. Κατόπιν των ανωτέρω και αφού συνεστήθη, ως θυγατρική της ανώνυμης εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ», η εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ», η Διϋπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων, με την υπ’ αριθμ.786/10.10.2001 πράξη της αποφάσισε την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ», σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β’ του Ν 2000/1991  (ΦΕΚ Α΄ 206), με την πώληση ποσοστού έως και 51% των μετοχών της. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ» εξέδωσε τον Οκτώβριο του έτους 2001 διακήρυξη δημοσίου διαγωνισμού για την μεταβίβαση ποσοστού μέχρι 51% του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω θυγατρικής της εταιρείας σε στρατηγικό επενδυτή, στον οποίο θα παρεχωρείτο και η διαχείριση και διοίκηση του καζίνο, αργότερα δε (τον Απρίλιο του 2002), με συμπληρωματική διακήρυξή της προσκάλεσε τις δύο κοινοπραξίες, που είχαν προεπιλεγεί κατά την α’ φάση του διαγωνισμού [δηλ. την «Κοινοπραξία Καζίνο Αττικής» (αποτελούμενη από τις εταιρείες «… ΑΕ», «… ΑΕ», «… ΑΕ», «… ΑΤΕ», «… ΑΤΕ», «… ΑΕ» και τον …) και τον όμιλο “… (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ) ΑΕ- … ΑΕ») να υποβάλουν οικονομικές (πλειοδοτικές) προσφορές για την αγορά του 49% του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω θυγατρικής εταιρείας. Η Διϋπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων, με την υπ’ αριθμ. …/5.8.2002 πράξη της αποφάσισε την κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού ιδιωτικοποιήσεως της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ», ως επιχειρήσεως διαχειρίσεως ξενοδοχειακής μονάδας και δικαιούχου της αδείας λειτουργίας του Καζίνο Πάρνηθας, στον όμιλο “… ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ) ΑΕ- Ε.Τ. ΑΕ». Πριν από την υπογραφή δε της σχετικής συμβάσεως, και σύμφωνα με την παρατιθέμενη σε επόμενη σκέψη διάταξη του άρθρου 4 του Ν 3021/2002 , η εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ», με το από 16.9.2002 έγγραφό της προς το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (εφεξής ΕΣΡ), γνωστοποίησε τα στοιχεία της ταυτότητας των βασικών μετόχων, μελών οργάνων της διοικήσεως και διευθυντικών στελεχών του μελών του ομίλου “… ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ (ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ) ΑΕ- Ε.Τ. ΑΕ», προκειμένου να πιστοποιηθεί ότι στο πρόσωπό τους δεν συντρέχουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 του ως άνω νόμου και να καταστεί δυνατή η υπογραφή της οικείας συμβάσεως. Σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου εξεδόθη το ήδη προσβαλλόμενο με την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως, όπως αυτή παραδεκτώς συμπληρώθηκε με το από 14.1.2004 δικόγραφο προσθέτων λόγων, υπ’ αριθμ. …/27.9.2002 πιστοποιητικό του ΕΣΡ, περί μη συνδρομής των εν λόγω ασυμβιβάστων ιδιοτήτων των προαναφερθέντων προσώπων.

4. Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως έχουν παρέμβει ήδη, κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με κοινό δικόγραφο, η ανώνυμη εταιρεία «… ανώνυμη εταιρεία συμμετοχών», η α.ε. … Ξενοδοχειακή και Τουριστική (Θεσσαλονίκη ΑΕ) και η α.ε. … ΤΕΒ ΑΕ. Η πρώτη εκ των ανωτέρω εταιρειών συνεστήθη, κατά τους όρους της διακηρύξεως του επίμαχου διαγωνισμού, από τις λοιπές δύο, οι οποίες αποτελούσαν τον όμιλο, που ανεδείχθη πλειοδότης. Οι ως άνω δε εταιρείες υπέγραψαν τελικά από κοινού την σύμβαση με την α.ε. «… ΑΕ» για την μεταβίβαση των μετοχών, την παραχώρηση της διοικήσεως της εταιρείας Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας και την διαχείριση της επιχειρήσεως Καζίνο και Ξενοδοχείων. Επομένως, οι εταιρείες αυτές με πρόδηλο έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς ασκούν την εν λόγω, από 7.10.2003, παρέμβασή τους. Εξ άλλου, το έννομο συμφέρον της εταιρείας «… ανώνυμη εταιρεία συμμετοχών» για την άσκηση της εν λόγω παρεμβάσεως υφίσταται, ανεξαρτήτως αν η ως άνω εταιρεία είχε ήδη συσταθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (πρβλ. ΣΕ 2173/2002 Ολομέλεια). Εκ των προαναφερθεισών εταιρειών, οι «… ΤΕΒ ΑΕ» και «… Ξενοδοχειακή και Τουριστική (Θεσσαλονίκη ΑΕ)» κατέθεσαν και τα από 7.10.2003 και 26.1.2004 χωριστά δικόγραφα παρεμβάσεως. Εφόσον, όμως, και οι δύο αυτές εταιρείες είχαν ήδη καταθέσει το προμνημονευθέν κοινό δικόγραφο παρεμβάσεως, τα τελευταία αυτά χωριστά δικόγραφα παρεμβάσεως πρέπει να λογισθούν ως υπομνήματα επί της παρεμβάσεως.

5. Επειδή, μετά την συζήτηση της υποθέσεως στο Δ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας άσκησε παρέμβαση υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως με το από 25.2.2005 σχετικό δικόγραφο ο ΛΜ. Η παρέμβαση αυτή ασκείται μετ’ εννόμου συμφέροντος και εν γένει παραδεκτώς. Τούτο δε διότι ο παρεμβαίνων είναι διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας «………. ΑΕ» μέλους του ομίλου, στον οποίο κατακυρώθηκε ο διαγωνισμός για την ιδιωτικοποίηση της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ» και για τον οποίο το ΕΣΡ με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο των βασικών μετόχων, των μελών οργάνων της διοικήσεώς και των διευθυντικών στελεχών των μελών του εν λόγω ομίλου οι ασυμβίβαστες ιδιότητες του άρθρου 3 του νόμου 3021/2002.

6. Επειδή, η Ολομέλεια με την προαναφερθείσα απόφασή της υπ’ αριθμ. 606/2008, έκρινε ότι οι αιτούντες δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν την υπό κρίση αίτηση ως στερουμένοι εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι, ενώ οι τρεις αιτούντες έλαβαν μέρος στον επίμαχο διαγωνισμό, στα πλαίσια του οποίοι ζητήθηκε η έκδοση του ήδη προσβαλλόμενου πιστοποιητικού από το ΕΣΡ, ως μέλη ευρύτερης κοινοπραξίας, και ως μέλη της κοινοπραξίας όλοι μαζί και από κοινού άσκησαν την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως, ήδη απερρίφθη η αίτηση ακυρώσεως ως ανομιμοποίητη για τους 5 εκ των 8 ασκησάντων την αίτηση ακυρώσεως, μια τέτοια δε αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεων βλαπτικών για τα συμφέροντα μιας κοινοπραξίας και εντασσομένων στην εν ευρεία εννοία διαδικασία αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, όπως είναι η απόφαση του ΕΣΡ, η αποφαινόμενη περί της υπάρξεως ή μη των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων στο πρόσωπο του αναδειχθέντος αναδόχου, η οποία αποτελεί απαραίτητη κατά το νόμο προϋπόθεση για να υπογραφεί η σχετική σύμβαση, μόνον όλοι μαζί και από κοινού μπορούν να ασκούν οι κοινοπρακτούντες. Η κρίση αυτή συνιστούσε μεταβολή της μέχρι τότε πάγιας νομολογίας του ΣτΕ, σύμφωνα με την οποία γινόταν μέχρι τότε δεκτό, ότι και μεμονωμένα μέλη κοινοπραξιών μπορούσαν παραδεκτώς και χωρίς την σύμπραξη των υπολοίπων, να ζητήσουν την ακύρωση βλαπτικών γι’ αυτά διοικητικών πράξεων, εντασσομένων στην διαδικασία αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων. Κρίθηκαν δε ειδικότερα τα ακόλουθα: “Κατά την έννοια του άρθρου 47 παρ. 1 του Π Δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), που, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπουν την συμμετοχή κοινοπραξίας, η οποία δεν έχει νομική προσωπικότητα, καθώς και των εταιρειών – μελών της στην ακυρωτική δίκη, οι κοινοπραξίες και τα μέλη τους δικαιούνται να διεξάγουν την δίκη μόνον με τη συγκεκριμένη σύνθεση, υπό την οποία έλαβαν μέρος στον επίμαχο διαγωνισμό, διότι μόνον στις κοινοπραξίες αυτές αφορούν οι διάφορες πράξεις του διαγωνισμού και μόνον σε αυτές μπορεί να κατακυρωθούν, τελικώς, τα αποτελέσματα του διαγωνισμού (πρβλ. ΣτΕ Ολ 971/1998 ). Άμεσο υποκείμενο του ουσιαστικού δικαιώματος, για προστασία του οποίου αναγνωρίζεται το δικονομικό δικαίωμα ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεως, εντεταγμένης στη διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, ως εν προκειμένω, είναι μόνον η κοινοπραξία που διεκδίκησε δια της συμμετοχής της στην οικεία διαγωνιστική διαδικασία, την ανάληψη της συγκεκριμένης συμβάσεως και η οποία, ως εκ τούτου, μπορούσε ως τοιαύτη, να ανακηρυχθεί ανάδοχος. Τα μέλη της κοινοπραξίας αυτοτελώς δεν έχουν τέτοιο ουσιαστικό δικαίωμα, η δε βλάβη τους από πράξεις εντεταγμένες στη διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως είναι έμμεση, παρακολουθηματική της βλάβης που τυχόν υφίσταται η κοινοπραξία και, ως εκ τούτου, μόνον εάν η τελευταία ασκήσει κατά των πράξεων τούτων αίτηση ακυρώσεως, έχουσα προς τούτο άμεσο έννομο συμφέρον, μπορεί να θεωρηθεί ότι τα μέλη αυτής αυτοτελώς (δηλαδή όχι από κοινού με τους λοιπούς κοινοπρακτούντες) έχουν έννομο συμφέρον ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά των πράξεων τούτων. Τα μέλη, δηλαδή, κοινοπραξίας, επιλέγοντας οικειοθελώς να μετάσχουν στη συγκεκριμένη έννομη σχέση με το ως άνω σχήμα, δεν έχουν πλέον δικονομική αυτοτέλεια, αλλά μπορούν να μετέχουν στην οικεία διοικητική διαδικασία και, κατά συνεκδοχή, στις αντίστοιχες δικαστικές αμφισβητήσεις, μόνον με το συγκεκριμένο σχήμα και από κοινού. Δεν θα ήταν δε λυσιτελής και ωφέλιμη για μεμονωμένα μέλη της η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως, ως προσβάλλεται, διότι δεν θα ήταν, πλέον, δυνατή η ανάληψη από αυτά του συγκεκριμένου έργου, ακόμη και αν ακυρωνόταν η προσβαλλόμενη πράξη. Το ενδεχόμενο δε ανασυγκροτήσεως της κοινοπραξίας μετά την, τυχόν, έκδοση ακυρωτικής αποφάσεως δεν συνιστά, πάντως, ενεστώς έννομο συμφέρον που δικαιολογεί την περαιτέρω κατ’ ουσίαν διεξαγωγή της δίκης. Εξ άλλου, η δικονομική συνέπεια της απορρίψεως, για τον λόγο αυτό, της αιτήσεως ακυρώσεως δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος , ούτε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, προεχόντως διότι η συνέπεια αυτή δεν είναι αποτέλεσμα υπερμέτρου δικονομικού περιορισμού, που ο νομοθέτης εκ των υστέρων επιβάλλει σε διάδικο, αλλ’ αυτόθροη συνέπεια προηγούμενης διαδικαστικής και δικονομικής επιλογής του ίδιου του διαδίκου, δηλαδή της επιλογής του νομικώς ενιαίου και αδιαιρέτου μορφώματος -αναλόγου, για κάθε συγκεκριμένο διαγωνισμό, με νομικό πρόσωπο- με το οποίο ο ίδιος επέλεξε να συμμετάσχει στην οικεία διαγωνιστική διαδικασία”.

7. Επειδή, ακολούθως η Ολομέλεια έκρινε, ότι θα έπρεπε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως απαράδεκτη, δεδομένου, όμως, ότι διατηρούσε αμφιβολίες α) μήπως η απόρριψη αυτή της υπό κρίση αιτήσεως για τον ανωτέρω λόγο δεν είναι συμβατή με διατάξεις ή γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, και πιο συγκεκριμένα με τις διατάξεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, “για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων” (ΕΕ L 395), οι οποίες περιλαμβάνουν διατάξεις δικονομικού περιεχομένου, στις περιπτώσεις που ασκούνται ένδικα βοηθήματα κατά πράξεων εντασσομένων στις διαδικασίες αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων εκτελέσεως έργων, παροχής υπηρεσιών και προμήθειας αγαθών ή πράξεων (όπως είναι και η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση πράξη, οι οποία συνδέονται με την διαδικασία αναθέσεως μικτής συμβάσεως πωλήσεως και υπηρεσιών), β) μήπως θα παρεβίαζε την εν λόγω οδηγία και την αρχή της δικαστικής προστασίας (η οποία αποτελεί γενική αρχή και του κοινοτικού δικαίου) η απόρριψη αυτή της υπό κρίση αιτήσεως, γενομένη κατά μεταβολή παγίας μέχρι τότε νομολογίας, χωρίς να έχουν προηγουμένως ακουσθεί οι απόψεις των διαδίκων, όπως δέχθηκε η πλειοψηφία της Ολομέλειας εκείνης και γ) κατά πόσον η συγκεκριμένη σύμβαση (για την υπογραφή της οποίας ζητήθηκε η έκδοση του προσβαλλομένου πρακτικού) κατά το μέρος που φέρεται να είναι δημοσία σύμβαση παροχής υπηρεσιών, είναι όντως τοιαύτη και επομένως μπορεί να γίνει καν λόγος περί υπάρξεως συνδετικού στοιχείου με το κοινοτικό δίκαιο της κρινομένης υποθέσεως, ή μήπως δεν πρόκειται περί τοιαύτης συμβάσεως, δεδομένου ότι φέρει όλα τα χαρακτηριστικά δημοσίας συμβάσεως παραχωρήσεως υπηρεσιών (εφόσον η αμοιβή του αναδόχου δεν καταβάλλεται ως αντάλλαγμα από την αναθέτουσα αρχή αλλά εισπράττεται από τους χρήστες των υπηρεσιών τις οποίες ο ανάδοχος αναλαμβάνει να παράσχει), οι συμβάσεις δε αυτές, μη υπαγόμενες στην οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, “για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών “(ΕΕ L 209), δεν υπάγονται ούτε στην οδηγία 89/665/ΕΟΚ. Διετύπωσε δε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: «1. Σύμβαση με την οποία η αναθέτουσα αρχή αναθέτει στον ανάδοχο την διαχείριση επιχειρήσεως Καζίνο, την εκπλήρωση αναπτυξιακού σχεδίου, συνισταμένου στην αναβάθμιση των χώρων του Καζίνο και την επιχειρηματική αξιοποίηση των δυνατοτήτων της άδειας του Καζίνο αυτού και στην οποία συμπεριλαμβάνεται όρος σύμφωνα με τον οποίο, αν στην ευρύτερη περιοχή στην οποία λειτουργεί το επίμαχο Καζίνο λειτουργήσει νομίμως άλλο Καζίνο, η αναθέτουσα αρχή αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στον ανάδοχο αποζημίωση, αποτελεί σύμβαση παραχωρήσεως μη διεπομένη από τις διατάξεις της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ;». «2. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα: ένδικο βοήθημα, το οποίο ασκούν συμμετασχόντες σε διαδικασία αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως μικτής μορφής, η οποία προβλέπει και παροχή υπηρεσιών υπαγομένων στο Παράρτημα ΙΒ της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992, για το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕL 209), με το οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων (αρχής επιβεβαιωνόμενης με το άρθρο 3 παρ. 2 της εν λόγω οδηγίας), εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕL 395), ή τέτοια εφαρμογή αποκλείεται, εφόσον στην διαδικασία σύναψης της ανωτέρω συμβάσεως παροχής υπηρεσιών εφαρμόζονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ, μόνο τα άρθρα 14 και 16 αυτής;» «3. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα: εφ’ όσον γίνεται δεκτό ότι δεν αντίκειται, κατ΄ αρχήν, στο Κοινοτικό Δίκαιο, ειδικώτερα δε στις διατάξεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ, εθνική διάταξη, κατά την οποία μόνον το σύνολο μελών κοινοπραξίας, χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία μετέσχε ανεπιτυχώς σε διαδικασία συνάψεως δημόσιας συμβάσεως, μπορεί να ασκήσει ένδικα βοηθήματα κατά της κατακυρωτικής πράξεως και όχι μεμονωμένα μέλη της, τούτο δε ισχύει ακόμη και όταν το ένδικο βοήθημα έχει μεν αρχικώς ασκηθεί από όλα τα μέλη της κοινοπραξίας από κοινού, αλλά, τελικώς, ως προς ορισμένα από αυτά, προέκυψε ότι ασκείται απαραδέκτως, είναι, περαιτέρω, από πλευράς εφαρμογής της ως άνω οδηγίας, αναγκαίο να εξετασθεί, προκειμένου να απαγγελθεί το ως άνω απαράδεκτο, αν τα μεμονωμένα αυτά μέλη διατηρούν μετά ταύτα το δικαίωμα να διεκδικήσουν σε άλλο εθνικό δικαστήριο την αποζημίωση που τυχόν προβλέπεται από διάταξη του εθνικού δικαίου;» «4. Όταν με πάγια νομολογία εθνικού δικαστηρίου γινόταν δεκτό ότι μπορεί και μεμονωμένο μέλος κοινοπραξίας να ασκεί παραδεκτώς ένδικο βοήθημα κατά πράξεως εντεταγμένης σε διαδικασία αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, είναι συμβατή με τις διατάξεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ, ερμηνευομένης υπό το φως του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ ως γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, η απόρριψη ενδίκου βοηθήματος ως απαραδέκτου, λόγω μεταβολής της ως άνω πάγιας νομολογίας, χωρίς προηγουμένως να δοθεί στον ασκήσαντα το ένδικο αυτό βοήθημα είτε η δυνατότητα να θεραπεύσει το σχετικό απαράδεκτο είτε, σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα να διατυπώσει, με βάση την αρχή της αντιμωλίας, τις απόψεις του σχετικά με το ζήτημα αυτό;».

8. Επειδή, επί του ερωτήματος αυτού το ΔΕΚ (ήδη ΔΕΕ) απάντησε με την προμνησθείσα από 6.5.2010 απόφαση του ως ακολούθως: “… Μικτή σύμβαση της οποίας το κύριο αντικείμενο συνίσταται στην εκ μέρους επιχειρήσεως απόκτηση του 49 % του κεφαλαίου δημόσιας επιχειρήσεως και της οποίας το -αρρήκτως συνδεδεμένο με το κύριο αυτό αντικείμενο- παρεπόμενο αντικείμενο αφορά την παροχή υπηρεσιών και την εκτέλεση έργων δεν εμπίπτει, στο σύνολό της, στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί δημοσίων συμβάσεων. Το συμπέρασμα αυτό δεν αποκλείει την υποχρέωση τηρήσεως, στο πλαίσιο μιας τέτοιας συμβάσεως, των θεμελιωδών κανόνων και των γενικών αρχών της Συνθήκης, ιδίως όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Ωστόσο, δεν χρειάζεται εν προκειμένω να εξεταστεί το ζήτημα της τηρήσεως των εν λόγω κανόνων και αρχών, δεδομένου ότι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξετάσεως ουδόλως θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την εφαρμογή της οδηγίας 89/665 (σκέψεις 62 και 63).

9-10. (Παραλείπονται γιατί είναι αντίστοιχες με την σκ.6-7 της ανωτέρω ΣτΕ Ολ 3471/11 ).

11. Επειδή, μετά την παρατεθείσα στην σκέψη 7 απάντηση του ΔΕΚ στα προδικαστικά ερωτήματα που είχαν διατυπωθεί προς αυτό με την απόφαση της Ολομελείας (υπ’ αριθμ. 606/2008) πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ και επομένως η κρίση της Ολομελείας (η παρατεθείσα ανωτέρω στην σκέψη 6) ότι η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι ισχυρή, η δε υπό κρίση αίτηση ασκουμένη μόνο από τρία (3) εκ των επτά (7) μελών της κοινοπραξίας, στα πλαίσια της οποίας συμμετέσχον στον επίμαχο διαγωνισμό (επ’ ευκαιρία του οποίου εξεδόθη το προσβαλλόμενο πιστοποιητικό του ΕΣΡ) πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό. Δεν μπορεί δε, περαιτέρω, να γίνει λόγος στην κρινόμενη περίπτωση για ανεπίτρεπτο από της απόψεως της αρχής της δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Συντ .) αιφνιδιασμό των διαδίκων, εφόσον μετά την πρώτη Ολομέλεια, η οποία δίκασε την παρούσα υπόθεση και η οποία για πρώτη φορά δέχθηκε, σε αντίθεση με ότι γινόταν μέχρι τότε παγίως δεκτό νομολογιακώς, ότι μεμονωμένα μέλη κοινοπραξιών δεν μπορούν αυτοτελώς να ασκήσουν αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεων εντασσομένων στην διαδικασία αναθέσεως δημοσίου διαγωνισμού, η υπόθεση αναβλήθηκε, λόγω της διατυπώσεως προς το ΔΕΕ των ως άνω προδικαστικών ερωτημάτων και επομένως, δόθηκε στους αιτούντες η δυνατότητα να εκφράσουν ενώπιον του δικαστηρίου τις απόψεις τους επί της ουσίας του ζητήματος, στο οποίο σημειώθηκε η μεταστροφή της νομολογίας.

12. Επειδή, από τα ως άνω προκύπτει ότι τα μεμονωμένα μέλη κοινοπραξίας άνευ εννόμου συμφέροντος ασκούν αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του ΕΣΡ, εκδιδομένης επ’ ευκαιρία διαγωνιστικής διαδικασίας για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως, η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ. Αντίθετα, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση υπ’ αριθμ. 3471/2011 της Ολομελείας του παρόντος Δικαστηρίου (εκδοθείσης επί αιτήσεως ακυρώσεως της εταιρείας “… ΑΤΕ”) τα μεμονωμένα μέλη μιας κοινοπραξίας μπορούν παραδεκτώς από άποψη εννόμου συμφέροντος να ασκήσουν και μόνα τους αίτηση ακυρώσεως κατά τέτοιας αποφάσεως, με την οποία το ΕΣΡ αρνείται την χορήγηση πιστοποιητικού βεβαιούντος την μη ύπαρξη ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, όταν το πιστοποιητικό τα αφορά ατομικώς, στην περίπτωση που το πιστοποιητικό εκδίδεται επ’ ευκαιρία διαγωνιστικής διαδικασίας, η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 89/665/ΕΟK. Κρίθηκε δε με την απόφαση αυτή ειδικότερα ότι το έννομο συμφέρον της προσβολής από ένα μόνο μέλος κοινοπραξίας ενός τέτοιου πιστοποιητικού του ΕΣΡ (το οποίο εντάσσεται στην εν ευρεία εννοία διαγωνιστική διαδικασία, εφόσον η έκδοση του αποτελεί κατά το νόμο 3021/2002 προϋπόθεση για την υπογραφή της οικείας δημοσίας συμβάσεως με τον αναδειχθέντα στην εν στενή εννοία διαγωνιστική διαδικασία ως μειοδότη) στηρίζεται τόσο στο ηθικό αυτού έννομο συμφέρον μια τέτοια πράξη, η οποία τον στιγμάτισε, να ακυρωθεί εξ υπαρχής και δεύτερον στο γεγονός ότι χωρίς την προηγούμενη ακύρωση της σχετικής αποφάσεως του ΕΣΡ δεν έχει, επί τη βάσει των οριζομένων στο άρθρο 5 παρ. 2 του Ν 2522/1997 , την δυνατότητα το εν λόγω θιγέν μεμονωμένο μέλος κοινοπραξίας να προσφύγει στον δικαστή της αποζημιώσεως και να ζητήσει αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη από την παρανομία του επίμαχου πιστοποιητικού. Τίθεται, επομένως, το ζήτημα, το οποίο είναι και αυτεπαγγέλτως ερευνητέο, αν η διάκριση αυτή μεταξύ των δύο προαναφερθεισών κατηγοριών συνιστά περίπτωση “αντίστροφης δυσμενούς διακρίσεως” κατά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος . Η διάταξη αυτή απαιτεί να μην υπάρχει διαφορετική μεταχείριση ανάλογων καταστάσεων, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (πρβλ. ΣτΕ 612/2009  σκ. 8). Η διάκριση όμως αυτή δικαιολογείται αντικειμενικώς στην εξεταζόμενη περίπτωση και δεν προσκρούει, επομένως, στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος . Τούτο δε για τους εξής λόγους: Αφενός μεν διότι τα μέλη της κοινοπραξίας που θίγονται από πράξη της διαγωνιστικής διαδικασίας για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως εν ευρεία εννοία (στην οποία εντάσσεται και το πιστοποιητικό του ΕΣΡ περί της συνδρομής ή μη στο πρόσωπο του αναδειχθέντος ως αναδόχου κάποιας εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος ), που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, και αφετέρου των μελών της κοινοπραξίας που θίγονται από πράξη της διαγωνιστικής διαδικασίας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, δεν είναι ανάλογες, διότι στη μεν πρώτη περίπτωση, τα μέλη αυτά κοινοπραξίας, λόγω της μη υπαγωγής της επίμαχης δημοσίας συμβάσεως σε μια από τις τρεις κοινοτικές οδηγίες που έχουν εναρμονίσει το καθεστώς των δημοσίων συμβάσεων (ήτοι 92/50/ΕΟΚ για τις υπηρεσίες, 93/36/ΕΟΚ για τις προμήθειες και 93/37/ΕΟΚ για τα έργα) δεν εμπίπτουν, περαιτέρω, ούτε στις διατάξεις του νόμου 2522/1997 και, επομένως, δεν ισχύει γι’ αυτά ο περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτού, που κωλύει την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, αν προηγουμένως δεν έχει ακυρωθεί η βλαπτική γι’ αυτά διοικητική πράξη, η εντασσομένη στην εν ευρεία εννοία διαγωνιστική διαδικασία, ενώ αντίθετα στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να επιτύχουν την ακύρωση της βλαπτικής γι’ αυτά πράξεως και μόνο μετά να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως. Οι δύο όμως αυτές κατηγορίες διαφοροποιούνται και από της απόψεως της μη υπάρξεως κοινού εννόμου συμφέροντος στις δύο εν λόγω συγκρινόμενες περιπτώσεις, ήτοι της περιπτώσεως όπου, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, μέλος κοινοπραξίας, η οποία δεν ανεδείχθη ανάδοχος, προσβάλλει το πιστοποιητικό του ΕΣΡ, στο οποίο βεβαιώνεται ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο του συνδιαγωνισθέντος με την κοινοπραξία, στην οποία μετείχε, και ο οποίος αναδείχθηκε ανάδοχος, κάποια εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του άρθρου 14 παρ. 1 του Συντάγματος  και της δεύτερης περιπτώσεως, που είναι εκείνη της προμνησθείσης αποφάσεως (3471/2011) κατά την οποία μέλος κοινοπραξίας, αναδειχθείσης ως αναδόχου, προσβάλλει το πιστοποιητικό του ΕΣΡ, στο οποίο βεβαιώνεται ότι συντρέχει στο πρόσωπο αυτού του ιδίου (του επιμέρους μέλους) μια εκ των περι ων ο λόγος ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, η οποία κωλύει την υπογραφή της δημοσίας συμβάσεως με την ανωτέρω κοινοπραξία. Και τούτο, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση το μέλος της κοινοπραξίας, στο οποίο έχει προσαφθεί από το ΕΣΡ η συνδρομή ιδιότητας ασυμβίβαστης με συνάπτουσα δημόσιες συμβάσεις επιχείρηση, έχει πάντοτε ηθικό έννομο συμφέρον εκ μόνου του λόγου ότι θέλει να ακυρωθεί μια τέτοια πράξη, ανεξάρτητα από το εάν συνεπάγεται άλλες διοικητικής φύσεως δυσμενείς συνέπειες ή όχι γι’ αυτό, μόνο και μόνο διότι το στιγματίζει προσωπικώς και εξατομικευμένα ως φέρον ασυμβίβαστη ιδιότητα, άρα ως κατ’ αρχήν ύποπτο ασκήσεως αθέμιτης επιρροής. Αντίθετα στην περίπτωση που προσβάλλεται πιστοποιητικό, με το οποίο διαπιστώνεται η μη συνδρομή ασυμβίβαστης ιδιότητας στο πρόσωπο του ανταγωνιστού της κοινοπραξίας, στην οποία ανήκει το μεμονωμένο μέλος, το οποίο ασκεί την αίτηση ακυρώσεως και στον οποίο έχει κατακυρωθεί ο διαγωνισμός, το προαναφερθέν μεμονωμένο μέλος της ηττηθείσης κοινοπραξίας, ως του γεγονότος ότι το κάθε πιστοποιητικό του ΕΣΡ ισχύει κατά νόμον για ένα μόνο συγκεκριμένο διαγωνισμό, δεν έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει την ακύρωση του εν λόγω πιστοποιητικού, διότι η απλή διαπίστωση ότι ο ανταγωνιστής του διαγωνιζόμενος δεν έχει κάποια από τις ασυμβίβαστες ιδιότητες συνιστά ευμενή κρίση του ανταγωνιστού αυτού, αλλά όχι προσωπική αυτού μείωση, η οποία μόνη μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη του αμιγούς ηθικού εννόμου συμφέροντος για την ακύρωση μιας διοικητικής πράξεως. Δεν νοείται, πράγματι, ηθικό έννομο συμφέρον αποσκοπούν απλώς στην ηθική μείωση άλλου προσώπου. Μειοψήφησαν (5) ο Πρόεδρος, η Αντιπρόεδρος Α. Θεοφιλοπούλου και οι Α. Σακελλαροπούλου, Β. Καλαντζή και Θ. Αραβάνης οι οποίοι υπεστήριξαν την ακόλουθη γνώμη. Ο συνταγματικός νομοθέτης επεδίωξε με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 9 να καταπολεμήσει την διαπλοκή των επιχειρήσεων μέσων ενημερώσεως με τις επιχειρήσεις που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις, προκειμένου να επιτευχθεί η οικονομική διαφάνεια και η ισότητα των διαγωνιζομένων στους διαγωνισμούς για την ανάθεση των δημοσίων συμβάσεων και η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης. Η επίτευξη αυτού του δημόσιου σκοπού είναι προς το συμφέρον κάθε συμμετέχοντος σε διαδικασία αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως και αποτελεί την βάση του εννόμου συμφέροντος κάθε συμμετασχόντος σε μια συγκεκριμένη διαγωνιστική διαδικασία να ασκεί αίτηση ακυρώσεως κατά των πιστοποιητικών του ΕΣΡ, τα οποία θεωρεί ότι έχουν εκδοθεί κατά παράβαση νόμου και με τα οποία τούτο αποφαίνεται είτε περί της υπάρξεως ασυμβίβαστης ιδιότητας του εν λόγω συνταγματικού άρθρου στο πρόσωπό του ιδίου, είτε περί της μη υπάρξεως τέτοιας ιδιότητας στο πρόσωπο του ανταγωνιστή του. Τούτο, δε, είτε πρόκειται για συμβάσεις που είναι άνω είτε για συμβάσεις που είναι κάτω του κοινοτικού κατωφλίου, εφόσον η τελευταία αυτή διάκριση, ενδιαφέρουσα το κοινοτικό δίκαιο, δεν έχει σχέση με το κρινόμενο ζήτημα. Υπάρχει, επομένως, ταυτότητα συνθηκών στις δύο εξεταζόμενες περιπτώσεις και δεν δικαιολογείται από της σκοπιάς του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος  η διαφοροποίησή τους. Εφ’ όσον, λοιπόν, με την προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας κρίθηκε ότι μεμονωμένα μέλη κοινοπραξίας διαγωνισθείσης σε διαγωνισμό για την κατάρτιση συμβάσεως διεπομένης από μια από τις τρεις οδηγίες, που έχουν εκδοθεί για την εναρμόνιση των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, μπορούν να ασκούν αίτηση ακυρώσεως κατά των αποφάσεων του ΕΣΡ, των αποφαινομένων περί της υπάρξεως ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος , θα έπρεπε τούτο, κατ έφαρμογήν της εθνικής αρχής της ισότητας να γίνει δεκτό ότι ισχύει και για τα μεμονωμένα μέλη κοινοπραξίας, η οποία συμμετέσχε σε διαγωνισμό για την κατάρτιση συμβάσεως μη διεπομένης από κάποια από τις ως άνω οδηγίες, όταν προσβάλλουν αποφάσεις του ΕΣΡ, που αποφαίνονται περί της μη υπάρξεως κάποιας εκ των προαναφερθεισών ιδιοτήτων στο πρόσωπο κάποιου εκ των συνδιαγωνισθέντων ανταγωνιστών αυτών. Συνεπεία της παραδοχής αυτής, θα έπρεπε, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, να γίνει περαιτέρω δεκτό ότι οι αιτούντες στην παρούσα δίκη έχουν έννομο συμφέρον, να ζητήσουν την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως.

13. Επειδή, κατόπιν των εκτεθέντων στην προηγούμενη σκέψη θα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως απαράδεκτη.

Συνολικές παρατηρήσεις:

Μετά από εννέα (9) έτη δικαστικής διαδρομής [1] (και την έκδοση πληθώρας αποφάσεων [2] , μεταξύ των οποίων και δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [ΔΕΕ, πρώην ΔΕΚ] [3] ), το ανώτατο εθνικό μας διοικητικό Δικαστήριο έδωσε ένα οριστικό τέλος στη “saga” «βασικός μέτοχος» [4] , που τόσο ταλάνισε την εθνική μας έννομη τάξη. Το έπραξε δε, μέσω των ανωτέρω τριών σχολιαζομένων αποφάσεων, κατά τρόπο απόλυτα σύμφωνο προς το ευρωπαϊκό δίκαιο, ακολουθώντας συνεργατική διάθεση έναντι των ευρωπαίων Δικαστών [5] , στην παραπεμπτική του ΣτΕ Ολ 3670/2006  [6] , διάθεση που έτυχε ανταπόκρισης εκ μέρους του ΔΕΕ [7] . Στο πλαίσιο της παρούσας μπορούμε να διακρίνουμε: (Α) στοιχεία «όσμωσης» μεταξύ ελληνικής και ενωσιακής έννομης τάξης, (Β) «εκκρεμότητες» που φαίνεται να προέκυψαν από την δικαστική κρίση.

Α. Στοιχεία «όσμωσης» μεταξύ ελληνικής και ενωσιακής έννομης τάξης

1. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός της επιτευχθείσας απόλυτης ομοφωνίας, στο πλαίσιο της βασικής δίκης [8] (ΣτΕ Ολ 3470/2011 ), γεγονός που προσεγγίζει την λογική του εν γένει νομικού δικαστικού συμβιβασμού, η οποία κατ’εξοχήν χαρακτηρίζει την νομολογία του ΔΕΕ. Είναι, και κατά την άποψή μας, ορθότερο να επιδιώκεται και να επιτυγχάνεται (με πολύ κόπο και υποχωρήσεις είναι αλήθεια) δικαστική ομοφωνία, ώστε και οι αποκλίνουσες θέσεις να αμβλύνονται και να αποφεύγονται απόλυτες δογματικές αντιλήψεις, οι οποίες μετά βεβαιότητας δεν αντανακλούν την πολυσύνθετη πραγματικότητα που βιώνουμε.

2. Δόθηκε μια χρυσή λύση στο ζήτημα της αναζητούμενης υπεροχής μεταξύ ευρωπαϊκού και συνταγματικού εθνικού δικαίου. Πρυτάνευσε η λογική της σύνεσης και συνεργασίας που πρέπει να ενυπάρχει στις σχέσεις μεταξύ των δύο εννόμων τάξεων και όχι η αντίληψη της επιβολής [9] , κατά χρήσιμο και αποτελεσματικό τρόπο σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο που διανύουν οι σχέσεις μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και ευτυχώς δεν αναζητήθηκε απάντηση στο δήλιο ερώτημα, για το ποιο δίκαιο υπερέχει [10] .

Προς τον σκοπό επίλυσης της διαπιστωθείσας, τόσο με την αρχική ΣτΕ 3242/2004  όσο και με την ΣτΕ Ολ 3670/2006 , «διαφοράς» μεταξύ εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος της τελολογικής [11] ερμηνείας της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 14 παρ. 9, ώστε να επιτευχθεί σχετική σύγκλιση.

Περαιτέρω με τις σχολιαζόμενες αποφάσεις (3470 και 3471/2011) ακολουθήθηκε η μέθοδος της πρακτικής αρμονίας συνταγματικών διατάξεων [12] (άλλως συνταγματικής εναρμόνισης [13] ), και το Δικαστήριο προσέτρεξε συγχρόνως και στις διατάξεις του άρθρου 28 (μετά της ερμηνευτικής του δηλώσεως που εισήχθη το 2001) [14] και του άρθρου 25 παρ. 1 [15] του Συντάγματος (Συντ.). Μέσω των εν λόγω διατάξεων διαμόρφωσε νομολογιακά δύο θεμελιώδεις κανόνες «μάρτυρες» της προαναφερθείσας όσμωσης μεταξύ εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου, ήτοι αφενός της υποχρέωσης εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου (sic) [16] και αφετέρου της «διορθωτικής» άλλως «ελεγκτικής» λειτουργίας της αρχής της αναλογικότητας [17] .

Ως προς τον ως άνω δεύτερο θεμελιώδη κανόνα, επισημαίνεται ότι η χρήση και εφαρμογή των εκάστοτε διατάξεων ελέγχεται εφεξής, υπό το πρίσμα της υπόψη αρχής της αναλογικότητας [18] , κατά το υπόδειγμα της ευρωπαϊκής νομολογίας [19] .

Σημειώνουμε επίσης ότι, όταν πρόκειται για εφαρμογή ή επίκληση ευρωπαϊκού δικαίου, φαίνεται να προκρίνεται από τις σχολιαζόμενες αποφάσεις, να προστρέχουμε στην κυριαρχική ερμηνεία του από τον φυσικό του Δικαστή (ΔΕΕ) [20] .

Είναι δε αλήθεια ότι η δοθείσα ερμηνεία στις διατάξεις του επίμαχου άρθρου 14 παρ. 9 Συντ . υπήρξε ιδιαίτερα «ελαστική» [21] , ώστε να επιτευχθεί ο προαναφερθείς αναγκαίος συγκερασμός [22] . Το Δικαστήριο προτίμησε την εν λόγω ερμηνευτική μέθοδο, αντί αυτής της σύμφωνης προς το ευρωπαϊκό δίκαιο ερμηνείας [23] που είχε χρησιμοποιήσει σε άλλες αποφάσεις του [24] , κατά τρόπον ώστε, φρονούμε, να μην διακυβεύσει το κύρος του ελληνικού μας Συντάγματος, ή να μην «υποδείξει» ενδεχόμενη αναθεώρησή του.

Β. «Εκκρεμότητες» που φαίνεται να προέκυψαν από τη δικαστική κρίση

Η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε συλλήβδην την συνταγματικότητα των διατάξεων του εξεταζόμενου νομοθετήματος (τότε ισχύον Ν 3021/2002 ) και όχι μερικές εξ αυτού [25] , κάτι που γενικά δεν συνηθίζεται στην νομολογία, πλην όμως δικαιολογείτο από την εκεί προβλεπόμενη γενική και απόλυτη απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με πρόσωπα βαρυνόμενα με ασυμβίβαστο.

1. Είναι ωστόσο βέβαιο, ότι η κρίση του Δικαστηρίου καταλαμβάνει κατά νομική και λογική αναγκαιότητα και στους μεταγενέστερους Ν 3310 και 3414/2005 (μέσω των οποίων καταργήθηκε ο επίμαχος κριθείς Ν 3021), λόγω της σχετικής ομοιότητας των διατάξεών τους [26] , οι οποίες καθιερώνουν την απόλυτη απαγόρευση σύναψης δημοσίων συμβάσεων με τα εκεί αναφερόμενα πρόσωπα, που εξ ορισμού βαρύνονταν με το επίμαχο ασυμβίβαστο. Συνακόλουθα τίθεται πλέον ζήτημα υποχρεωτικής αναθεώρησης του νυν ισχύοντος υπόψη Ν 3310 όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν 3414/2005 . Αναφορικά με την νυν ισχύουσα ΚΥΑ 20977/23.8.2007 περί δικαιολογητικών για την τήρηση των μητρώων του Ν 3310/2005  ως ισχύει [27] , η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του τελευταίου αυτού νόμου, επισημαίνεται ότι αυτή είχε συνταχθεί κατά τρόπο σύμφωνο προς το ευρωπαϊκό δίκαιο [28] , με κατευναστικό σκοπό έναντι της τότε κινηθείσας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαδικασίας παραπομπής της χώρας μας στο ΔΕΕ, καίτοι αφίστατο της λογικής του εξουσιοδοτικού της νόμου. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα εάν αυτή συνεχίζει να ισχύει παρότι εξεδόθη κατ’ εφαρμογή των αντισυνταγματικών (κατά την προαναφερθείσα αναλογία) διατάξεων του νόμου 3310/2005. Κατά την νομολογία του ΣτΕ [29] και αυτή η κανονιστική πράξη δεν πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής ως ερειδόμενη σε αντισυνταγματικό, και δη εν συνόλω κατά τα προαναφερθέντα, νόμο.

2. Περαιτέρω οι σχολιαζόμενες ΣτΕ Ολ 3471-2/2011 επέλυσαν και ένα ζήτημα καθαρά εθνικού δικαίου, με προεκτάσεις εντούτοις στην ενωσιακή έννομη τάξη. Ειδικότερα με τις παραπεμπτικές (προς το ΔΕΕ) ΣτΕ Ολ 605 [30] και 606 [31] /2008, μεταβαλλομένης της μέχρι τούδε νομολογίας, εκρίθη ότι μεμονωμένο μέλος κοινοπραξίας (είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο) στερείται (χωρίς την σύμπραξη των υπολοίπων μελών της) εννόμου συμφέροντος άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά αποφάσεως με την οποία δεν γίνεται δεκτό αίτημα της εν λόγω κοινοπραξίας για χορήγηση πιστοποιητικού διαφάνειας, με την αιτιολογία διαπίστωσης ασυμβίβαστης ιδιότητας σε πρόσωπο που συνδέεται με το ως άνω μέλος.

Οι εδώ σχολιαζόμενες ΣτΕ Ολ 3471-2/2011 αναμόρφωσαν τον παραπάνω νεότευκτο νομολογιακό κανόνα [32] , εισάγοντας σχετική εξαίρεση όταν η ένδικη διαφορά υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της δικονομικής οδηγίας 89/665 (και συνακόλουθα του Ν 2522/1997  και νυν μετά την τροποποίησή του, του Ν 3886/2010 ). Πιο συγκεκριμένα εκρίθη ότι ‘και μεμονωμένο μέλος κοινοπραξίας (είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο) μπορεί και χωρίς την σύμπραξη των υπολοίπων μελών αυτής, να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως του ΕΣΡ, με την οποία τούτο αρνήθηκε την χορήγηση πιστοποιητικού «διαφάνειας» υπέρ της κοινοπραξίας, στα πλαίσια της οποίας είχε συμμετάσχει σε διαγωνισμό για την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως, υπαγομένης στο πεδίο εφαρμογής ευρωπαϊκής οδηγίας, εφόσον η άρνηση χορηγήσεως του εν λόγω πιστοποιητικού αιτιολογήθηκε με διαπίστωση συνδρομής ασυμβίβαστης ιδιότητας, εξ εκείνων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος  σε ιδιοκτήτη, βασικό μέτοχο, μέλος διοικήσεως ή εταίρο του εν λόγω μέλους’. Και τούτο, κατά την πλειοψηφία, επειδή αφενός η τότε προσβαλλομένη απόφαση τον «στιγματίζει» ως μεμονωμένο μέλος (ηθικό έννομο συμφέρον) και αφετέρου (διότι) θα στερείτο της δυνατότητας να ζητήσει αποζημίωση για ζημία που ήθελε προκύψει από επικαλούμενη παρανομία του επίμαχου πιστοποιητικού, λόγω της διατύπωσης του άρθρου 5 παρ. 2 του Ν 2522/1997 .

Με την κρίση των προσβαλλομένων αποφάσεων τίθεται εκ νέου (έμμεσα) το ζήτημα της αμφισβήτησης της νομιμότητας του άρθρου 5 παρ.2 του Ν 2522/1997 , έναντι του ενωσιακού δικαίου [33] . Εν ολίγοις η πλειοψηφία κρίνει έμμεσα ότι δεν τίθεται θέμα παραβίασης, μέσω της υπόψη διάταξης, του ευρωπαϊκού δικαίου [34] . Οξύμωρο, διότι καίτοι το ΔΕΕ δεν χρειάστηκε να αποφανθεί επί του συγκεκριμένου ζητήματος, η γεν.εισαγγελέας του ΔΕΕ στην απόφασή Club Hotel Loutraki δέχτηκε το αντίθετο [35] .

Είναι ωστόσο αληθές ότι ο σχετικός προβληματισμός έχει αμβλυνθεί στο πλαίσιο της νέας (κατ’αντικατάσταση) διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νυν ισχύοντος Ν 3886/2010  (που αντικατέστησε τον προαναφερθέντα Ν 2522/1997 ) [36] .

Χάρης Συνοδινός,
ΔΝ, Δικηγόρος

——————————————————————————–

[ 1 ]. Στην ΣτΕ Ολ 3471/2011  ωστόσο, η διαφορά εκκρεμούσε δικαστικά μόνον για 7 έτη.

[ 2 ]. Βλ. αρχικές ΣτΕ 3242/2004  ΔιΜΕΕ 2004,514 και σχετική μελέτη μας ΔιΜΕΕ 2005,34 και ΣτΕ 3243/2004  ΝοΒ 2005,570 και στη συνέχεια οι ΣτΕ Ολ 3670/2006  ΕφημΔΔ 2007,290= ΕΔΔΔΔ 2007,133, ΣτΕ Ολ 605/2008  ΘΠΔΔ 2010,1055, ΣτΕ Ολ 606/2008  ΘΠΔΔ 2010,1063. Πρβλ. και παλαιότερες αποφάσεις που αναφέρουμε στην υποσ. 15 των παρατ. ΘΠΔΔ 2009,625, και στην ανάπτυξή μας ΔιΜΕΕ 2005,35, καθώς και ΕΑΣτΕ 80-83/2005, 499/2004, 35/2003, γνμδ ΝΣΚ 729/2002, 520/2001.

[ 3 ]. Ήτοι των αποφάσεων Μηχανική (C-213/07, ΘΠΔΔ 2009,618 με παρατηρήσεις μας, καθώς και ΔηΣΚΕ & αγορά 2009, 52 και 64 παρατ. Κ. Σκουρή) και Club Hotel Loutraki (C-145 & 149/08, ΘΠΔΔ 2010,1044 με παρατηρήσεις μας επίσης, καθώς και ΔηΣΚΕ & αγορά 2011, 69 παρατ. Ευαγ. Μαυραγάνη) αντίστοιχα.

[ 4 ]. Για την σχετική προβληματική βλ. μεταξύ άλλων Β. Τζέμο, Ο βασικός μέτοχος, εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2006, καθώς και Ευαγ. Κουτούπα-Ρεγκάκου, Οι νόμοι περί βασικού μετόχου και η απόφαση του ΔΕΚ της 3.3.2005 στην υπόθεση Fabricom, ΔηΣΚΕ 2005,20.

[ 5 ]. Αφού κατά την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου οι εθνικοί Δικαστές ενεργούν υπό την «τήβεννο» του ευρωπαίου δικαστή (βλ. μεταξύ πολλών Κ. Κακούρη, Ζητήματα σχετικά με τη σχέση της κοινοτικής νομικής τάξης με τις νομικές τάξεις των Κρατών – μελών, ΕλΔ 1988, 1056).

[ 6 ]. Σοφ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, ΕφημΔΔ 2007,290.

[ 7 ]. ΘΠΔΔ 2009,627.

[ 8 ]. Σπάνιο φαινόμενο σε επίπεδο σύνθεσης ολομελείας για ένα τόσο ακανθώδες εθνικό νομικό ζήτημα.

[ 9 ]. Πρβλ. ΘΠΔΔ 2009,629.

[ 10 ]. Πρβλ. ΘΠΔΔ 2009,628 2η στήλη. Βλ. ωστόσο θέση Σ. Κουκούλη-Σπηλιωτοπούλου, ΕφημΔΔ 2007,304 ως προς την απόφαση ΣτΕ Ολ 3670/2006 .

[ 11 ]. Στην οποία το ΣτΕ προστρέχει ολοένα και περισσότερο, εμπνεόμενο από την ευρωπαϊκή νομολογία (πρβλ. Κ. Κακούρη, Σύντομες παρατηρήσεις επί των μεθόδων ερμηνείας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΕλΔ 1997,245).

[ 12 ]. Πρβλ. σχετική πρόταση σε ΔιΜΕΕ 2005,40, “ΣτΕ 3242/2004: «Επιβολή» της υπεροχής του εθνικού Συντάγματος ή bras de fer μεταξύ εθνικού και κοινοτικού Δικαστή”, καθώς και ΘΠΔΔ 2009, 630 1η στήλη in fine. Την ίδια μέθοδο είχε χρησιμοποιήσει και το ΕλΣυν στην 93/2004 απόφασή του (βλ. γι’αυτήν σε ΔιΜΕΕ 2005, 41, όπου και παραπομπή σε πλουσία θεωρία που είχε τότε διαμορφωθεί).

[ 13 ]. Πρβλ. αντίθετη αρχική θέση περί ισόκυρης ισχύος κάθε μεμονωμένης διάταξης του Συντάγματος στην ΣτΕ 3242/2004 .

[ 14 ]. Περί θεμελίου στην ένταξή μας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση: βλ. σκ.8 και 9 της ΣτΕ Ολ 3470/2011 .

[ 15 ]. Περί αρχής της αναλογικότητας: βλ. σκ. 9 της άνω ιδίας σχολιαζομένης κυρίας απόφασης.

[ 16 ]. Κανόνας που θα φανεί ιδιαίτερα χρήσιμος στο μέλλον για άρση των όποιων τριβών ήθελε διαπιστωθούν μεταξύ των εν λόγω διατάξεων ακόμη και σε συνταγματικό επίπεδο.

[ 17 ]. Έτσι το ΣτΕ προσδιορίζει ότι οι επίμαχες συνταγματικές διατάξεις (του άρθρου 14 παρ. 9) παρέχουν στον κοινό νομοθέτη ευχέρεια κατά τη θέσπιση των αναγκαίων για την εφαρμογή τους ‘ειδικοτέρων ρυθμίσεων’, υπό την προϋπόθεση πρόσφορων όρων […] με τις οποίες θα καθορίζει τους, κατά την εκτίμησή του, πλέον πρόσφορους όρους] (έκφανση της ίδιας της αρχής της αναλογικότητας, πρβλ. Ευγ. Πρεβεδούρου, ΕΕΕυρΔ 1997, 1επ.).

[ 18 ]. Οι σχολιαζόμενες αποφάσεις χαρακτηριστικά επί λέξει έκριναν «(Α)-ντιθέτως ερμηνευόμενη η επίμαχη διάταξη του άρθρου14 παρ. 9 του Συντάγματος , ως έχουσα, δηλαδή, την έννοια ότι απαγορεύει την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως σε διαγωνιζόμενο αποκλειστικώς και μόνον εκ γεγονότος ότι στο πρόσωπό του συντρέχει μια εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί αρχή τόσο της ελληνικής εννόμου τάξεως (κατοχυρούμενη, μάλιστα από το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 25 παρ. 1 τελευταία περίοδο), όσο και της κοινοτικής, η οποία κατά την ρητή βούληση του αυτού συνταγματικού νομοθέτη πρέπει να εφαρμόζεται στην εσωτερική έννομη τάξη».

[ 19 ]. Πρβλ. και προηγούμενη εφαρμογή της ελεγκτικής αυτής μεθόδου στην ΣτΕ 2194/2006  ΤοΣ 2007, 179, όπου και σχετικές παρατηρήσεις μας ιδίως στην σελ.197.

[ 20 ]. Έτσι στην παραπάνω σκέψη των σχολιαζομένων αποφάσεων γίνεται ευθεία παραπομπή στην ευρωπαϊκή νομολογία «[..] (βλ. ανωτέρω τα κριθέντα με την απόφαση της 16.12.2008 του ΔΕΚ…)».

[ 21 ]. Ιδίως την στιγμή που η περιεχομένη στην εν λόγω συνταγματική διάταξη έννοια του «ασυμβιβάστου» κενώθηκε (ας μας επιτραπεί ο όρος) περιεχομένου.

[ 22 ]. Έγινε ιδιαίτερα επιτυχημένη χρήση της επίσης περιεχομένης στην εν λόγω συνταγματική διάταξη φράσης «(Ν)όμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις που μπορεί να φθάνουν μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης» [σκ.7 της ΣτΕ Ολ 3470/2011 ].

[ 23 ]. Πρβλ. Σπηλιωτοπούλου, ό.π. ΕφημΔΔ 2007,304 αρ. 74.

[ 24 ]. Βλ. ΔιΜΕΕ 2005,48.

[ 25 ]. Βλ. σκ. 10: «Το όλο πλέγμα των διατάξεων του νόμου 3021/2002, ο οποίος στηρίζεται σε αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος, και με τον οποίο προσδιορίζονται οι συνέπειες της συνδρομής των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων του εν λόγω άρθρου, προσκρούει στην αληθή έννοια αυτού και ως αντίθετο με αυτό δεν είναι εφαρμοστέες».

[ 26 ]. Ήτοι μεταξύ αυτών του Ν 3021 και αυτών του Ν 3310 ως ισχύει με τις τροποποιήσεις του Ν 3414/2005 .

[ 27 ]. Για αυτήν βλ. ΕφημΔΔ 2007, 410.

[ 28 ]. Πρβλ. ΕφημΔΔ 2007, 412 καθώς και σχετικό σχόλιο.

[ 29 ]. Πρβλ. σκ.10 in fine της ΣτΕ Ολ 3470/2011 .

[ 30 ]. ΘΠΔΔ 2010,1055επ. [βλ. σκ.8].

[ 31 ]. ΘΠΔΔ 2010,1063επ. [βλ. σκ.8].

[ 32 ]. Επιβεβαιώνοντας ότι οι οριστικές αποφάσεις δύνανται να αναθεωρήσουν κρίσεις που είχαν διαμορφωθεί στις παραπεμπτικές (αποφάσεις) έστω και αν τέτοια δυνατότητα δεν διαλαμβάνετο σε αυτές (πρβλ. σκ. 11 in fine της 3472/2011 και σκ. 8 της 3471/2011).

[ 33 ]. Για το ζήτημα αυτό βλ. παρατηρήσεις μας σε ΘΠΔΔ 2010, 1084 καθώς και ΘΠΔΔ 2011, 825.

[ 34 ]. Ειδικότερα στην σκ.12 εκρίθη επί λέξει «[…] επομένως, δεν ισχύει γι’ αυτά ο περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 5 αυτού, που κωλύει την άσκηση αγωγής αποζημιώσεως, αν προηγουμένως δεν έχει ακυρωθεί η βλαπτική γι’ αυτά διοικητική πράξη, η εντασσομένη στην εν ευρεία εννοία διαγωνιστική διαδικασία, ενώ αντίθετα στη δεύτερη περίπτωση πρέπει να επιτύχουν την ακύρωση της βλαπτικής γι’ αυτά πράξεως και μόνο μετά να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως […]».

[ 35 ]. Βλ. σχετική ανάπτυξή μας σε ΘΠΔΔ 2011, 826 ιδίως υποσ.16.

[ 36 ]. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. ανάπτυξή μας σε ΘΠΔΔ 2011, 826-827.