ΣτΕ 3473/2017,Δ τμ.7μ., ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ, NE BIS IN IDEM, ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΙ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΔΥΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ ΟΜΩΣ ΤΑ ΙΔΙΑ ΕΝΝΟΜΑ ΑΓΑΘΑ, ΕΣΩ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ 9 ΚΑΙ 19 Σ (ΜΕΙΟΨ.), ΔΕΝ ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΤΑΙ Η ΠΑΡΑΠΕΜΠΤΙΚΗ 1091/2015.

ΣΤΕ

Αριθμός 3473/2017

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2015, με την εξής σύνθεση: Δημοσθένης Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ε. Αντωνόπουλος, Σ. Χρυσικοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, 
Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι, Χρ. Σιταρά, Μ. Αθανασοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ι. Παπαχαραλάμπους.

Για να δικάσει την από 7ης Ιανουαρίου 2008 αίτηση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.», που εδρεύει στην Παιανία Αττικής (χ/θ 40,2 Αττικής Οδού, ΣΕΑ 1 Μεσογείων), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Τανταρούδα (Α.Μ. 9057), που νομιμοποιήθηκε στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση,

κατά της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ηλία Θεοδωράτο (Α.Μ. 12286), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 184/2007 πράξη της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ε. Αντωνόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της καθ’ ης Αρχής, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 869515, 1976810/2008 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 184/10-10-2007 αποφάσεως της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με την οποία επεβλήθη στην αιτούσα εταιρεία, ως ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA T.V., η κύρωση του προστίμου ύψους 100.000 ευρώ για παράβαση της νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών.

3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 1091/2015 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση, λόγω μείζονος σπουδαιότητος των τιθεμένων στην υπόθεση ζητημάτων σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8).

4. Επειδή, με την παραπεμπτική απόφαση εκρίθη οριστικώς ότι αρμοδίως επιλαμβάνεται της κρινομένης αιτήσεως το Συμβούλιο της Επικρατείας κατ’ άρθρο 6 παρ. 4 του Ν. 3115/2003 (Α´ 47), εφόσον η προσβαλλόμενη πράξη εξεδόθη κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 11 του νόμου αυτού και αφορά στην επιβολή κυρώσεως σε επιχείρηση που δεν είναι πάροχος υπηρεσιών τηλεφωνίας και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 3674/2008 (Α´ 136, βλ. Σ.Ε. 3319/2010 Ολομ.).


5. Επειδή, στο άρθρο 19 του Συντάγματος ορίζεται ότι «1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2 (όπως η παράγραφος αυτή προσετέθη, μαζί με την παράγραφο 3, με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ´ Αναθεωρητικής Βουλής, Α´ 84). Νόμος ορίζει τα σχετικά με την συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α».

6. Επειδή, περαιτέρω στο άρθρο 1 του εκτελεστικού του Συντάγματος ν. 3115/2003 (Α´ 47) ορίσθηκε ότι «1. Συνιστάται, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Στην έννοια της προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της τήρησης των όρων και της διαδικασίας άρσης του απορρήτου. 2. Η Α.Δ.Α.Ε. είναι ανεξάρτητη αρχή, που απολαμβάνει διοικητικής αυτοτέλειας …», στο άρθρο 6 ότι «1. Η Α.Δ.Α.Ε., για την εκπλήρωση της αποστολής της, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες α) Διενεργεί, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν παραγγελίας, τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, σε εγκαταστάσεις, τεχνικό εξοπλισμό, αρχεία, τράπεζες δεδομένων και έγγραφα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), άλλων δημοσίων υπηρεσιών, οργανισμών, επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και ιδιωτικών επιχειρήσεων που ασχολούνται με ταχυδρομικές, τηλεπικοινωνιακές ή άλλες υπηρεσίες σχετικές με την ανταπόκριση και την επικοινωνία … β) … γ) Καλεί σε ακρόαση από τις υπηρεσίες, οργανισμούς, νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις που αναφέρονται στο ως άνω στοιχείο α, τις διοικήσεις, τους νόμιμους εκπροσώπους, τους υπαλλήλους και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο κρίνει ότι μπορεί να συμβάλλει στην εκπλήρωση της αποστολής της δ) … ε) Εξετάζει καταγγελίες σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των αιτούντων, όταν θίγονται από τον τρόπο και την διαδικασία άρσης του απορρήτου. στ) …» και στο άρθρο 11 ότι «Σε περίπτωση παραβάσεως της κείμενης νομοθεσίας, σε σχέση με το απόρρητο των επικοινωνιών ή τους όρους και τις διαδικασίες άρσης αυτού, η Α.Δ.Α.Ε. δύναται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή της και ύστερα από προηγούμενη κλήση για παροχή εξηγήσεων των ενδιαφερομένων, να επιβάλει στο υπαίτιο νομικό ή φυσικό πρόσωπο μία ή περισσότερες από τις παρακάτω κυρώσεις: α. σύσταση για συμμόρφωση σε συγκεκριμένη διάταξη της νομοθεσίας με προειδοποίηση επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση υποτροπής, β. πρόστιμο από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ».

7. Επειδή, από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ν. 3115/2003 που παρατίθενται στις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι στις αρμοδιότητες της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών περιλαμβάνεται και η επιβολή κυρώσεων για την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο προβαίνει στην παραβίαση αυτή και με οποιονδήποτε τρόπο, ανεξαρτήτως αν το πρόσωπο αυτό παρέχει υπηρεσίες σχετικές με την αλληλογραφία και την επικοινωνία ή σχετίζεται με την παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Και τούτο διότι το ουσιαστικό, αλλά και το διαδικαστικό πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Αρχής αυτής καθορίζονται ευθέως από το άρθρο 19 παράγραφοι 1 και 2 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει απολύτως την προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας, όχι μόνον έναντι των δημοσίων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων της παραγράφου 2, με αυτές θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφαλίσεως του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών. Στην έννοια δε των ιδιωτών περιλαμβάνονται και οι τηλεοπτικές επιχειρήσεις, όταν προβαίνουν στην δημόσια αναμετάδοση πληροφοριών που στηρίζονται σε ενέργειες που συνιστούν παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών, όπως είναι η αναμετάδοση παρανόμως υποκλαπείσης τηλεφωνικής επικοινωνίας. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την αναφορά στο άρθρο 6 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3115/2003 των δημοσίων υπηρεσιών και επιχειρήσεων, καθώς και των ιδιωτικών επιχειρήσεων και υπηρεσιών, στις οποίες έχει αρμοδιότητα διενέργειας ελέγχου η Αρχή, διότι η ρύθμιση αυτή καθορίζει τον κύκλο των προσώπων και υπηρεσιών που υπόκεινται στον έλεγχο των οργάνων της Αρχής αυτής χωρίς ωστόσο να αποκλείει, κατά την έννοια των διατάξεων, την επιβολή κυρώσεως και εις βάρος άλλου προσώπου ή υπηρεσίας, αν διαπιστώνεται ότι αυτό προέβη με πράξη του σε παραβίαση του δικαιώματος στο απόρρητο της επικοινωνίας. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων 
Σ. Χρυσικοπούλου και Δ. Κυριλλόπουλου, προς την οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου,
η αρμοδιότητα της ανωτέρω Αρχής συνίσταται αποκλειστικά στην επιβολή κυρώσεων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν ή σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών στον τομέα των ανταποκρίσεων ή της επικοινωνίας εν γένει, επί των οποίων, άλλωστε, ασκούνται κατά το άρθρο 6 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 3115/2003, οι ελεγκτικές αρμοδιότητες της Αρχής, αποκλειομένης της επιβολής από την εν λόγω Αρχή κυρώσεων σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα που δεν σχετίζονται με την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, αλλά απλώς χρησιμοποιούν μέσα που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των διατάξεων περί προστασίας του απορρήτου.

8. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μετά από καταγγελία καθηγητών της Οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών σχετικά με παράνομη υποκλοπή και μετάδοση ιδιωτικών συνομιλιών τους, χωρίς τη γνώση και συναίνεσή τους, από τον τηλεοπτικό σταθμό ALPHA TV, κατά την διάρκεια της εκπομπής ΚΙΤΡΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ της 19-2-2006 και 26-2-2006, η ΑΔΑΕ, αφού εξήτασε τα στοιχεία, κάλεσε ενώπιόν της την αιτούσα εταιρεία στις 20-9-2006, προκειμένου να ελεγχθεί τυχόν παράβαση της νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών διά της χρήσεως υλικού μαγνητοφωνημένης συνομιλίας μεταξύ των καταγγελλόντων και της προβολής του από την τηλεοπτική αυτή εκπομπή. Η ΑΔΑΕ, αφού έλαβε υπόψη της τις απόψεις της αιτούσης, η οποία τις εξέθεσε αφενός μεν κατά την παράστασή της με πληρεξουσίους δικηγόρους ενώπιον της Αρχής στις 20-9-2006 και αφετέρου με το από 23-10-2006 υπόμνημα, καθώς και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, εξέδοσε την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη, με την οποία επέβαλε στην αιτούσα την κύρωση του προστίμου ύψους 100.000 ευρώ. Ως αιτιολογία της επιβολής της κυρώσεως αναφέρεται η παράβαση «της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών που συντελέσθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό ALPHA TV διά της χρήσεως υλικού μαγνητοφωνημένης συνομιλίας των καταγγελλόντων χωρίς τη συναίνεσή τους και διά της μετάδοσης του υλικού αυτού από την εκπομπή «Κίτρινος Τύπος» την 19-2-2006 και 26-2-2006 του τηλεοπτικού σταθμού ALPHA TV, εν γνώσει της προελεύσεώς του».

9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η Α.Δ.Α.Ε. δεν ήταν αρμόδια για να επιβάλει κυρώσεις σε φυσικά και νομικά πρόσωπα που δεν είναι πάροχοι τηλεπικοινωνιακών ή ταχυδρομικών υπηρεσιών, όπως η αιτούσα που εκμεταλλεύεται τηλεοπτικό σταθμό, διότι τούτο δεν προβλέπεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και τον ν. 3115/2003. Ο λόγος αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά στην έβδομη σκέψη περί της εννοίας των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος και των διατάξεων του ν. 3115/2003. Ενόψει δε τούτων, δεν ασκεί επιρροή για την ευθύνη, που φέρει η αιτούσα ως προς την χρήση, στο πλαίσιο της εκπομπής, που παρουσιάσθηκε από τον τηλεοπτικό σταθμό ιδιοκτησίας της, πληροφοριών κτηθέντων με αθέμιτα μέσα, το γεγονός, και αληθές υποτιθέμενο, ότι ούτε η ίδια ούτε ο έχων την επιμέλεια της εκπομπής δημοσιογράφος εμπλέκονται στην με αθέμιτα μέσα καταγραφή των επιμάχων συνομιλιών. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

10. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), το οποίο κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1705/1987 (ΦΕΚ 89 Α´), ορίζει ότι «κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Αναλόγου περιεχομένου ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την οποία «Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο».

11. Επειδή, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7ου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με την οποία κατοχυρώνεται η αρχή non bis in idem, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως -το οποίο και προ της ρητής καθιερώσεώς της με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως την ανεγνώριζε ως θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου- έχει εφαρμογή όχι μόνον επί ποινικών κυρώσεων αλλά και σε περιπτώσεις που από τη σχετική νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή σοβαρών διοικητικών κυρώσεων, όπως είναι τα πρόστιμα μεγάλου ύψους εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια χαρακτηρισμού μιας υποθέσεως ως ποινικής κατά την Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. Ε.Δ.Δ.Α., απόφαση της 8.6.1975, Engel and Others κατά Ολλανδίας) ήτοι κατά πρώτον ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, κατά δεύτερον η φύση της παραβάσεως και, κατά τρίτον η φύση και η σοβαρότητα της κυρώσεως που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση (βλ. Δ.Ε.Ε. υπόθεση C-617/10 Fransson της 26-2-2015 μείζονος συνθέσεως, C-489/10 Boda της 5-6-2012). Ειδικότερα, ως προς το ύψος της κυρώσεως λαμβάνεται υπόψη η μέγιστη προβλεπόμενη από τον νόμο κύρωση και όχι η επιβληθείσα στην συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 19-2-2013 Muller-Hartburg κατά Αυστρίας). Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. η αρχή αυτή δεν εμποδίζει την επιβολή, για την ίδια παράβαση διαδοχικώς μιας διοικητικής (φορολογικής) κυρώσεως και μιας ποινικής κυρώσεως, στον βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα και έχει καταστεί απρόσβλητη, εφόσον η σώρευση αυτή αποβλέπει στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ενώσεως(βλ. προαναφερθείσα απόφαση ΔΕΕ της 26-2-2015 Fransson και Σ.Ε. 1741/2015 Ολομ.), ενώ, δέχεται επίσης ότι η αρχή αυτή δεν αποκλείει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων μεγάλου ύψους εκ μέρους των κοινοτικών και εθνικών διοικητικών οργάνων και σε περιπτώσεις όπου υφίσταται ταυτότητα παραβάτη και πραγματικών περιστατικών, εφόσον προστατεύεται διαφορετικό έννομο αγαθό ή συμφέρον (βλ. ΔΕΕ υπόθεση C-17/10 Toshiba Corporation της 14-2-2012 μείζονος συνθέσεως, C-289/04 υπόθεση Showa Denko της 29-6-2006, C-204/00 υπόθεση Aalborg Portland της 7-12-2004, C-397/03 υπόθεση Archer Daniels Midland της 19-9-2003 κ.ά.).

Αντιστοίχως, και στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η επιβολή στον ίδιο παραβάτη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά δύο διοικητικών κυρώσεων από διαφορετικά διοικητικά όργανα ή ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, εφόσον η επιβολή τους αποβλέπει στην προστασία ιδιαιτέρως σημαντικών και διαφορετικών εννόμων αγαθών, όπως είναι τα κατοχυρωμένα με ρητές συνταγματικές διατάξεις, αλλά και διεθνή κείμενα, όπως η ΕΣΔΑ, ατομικά δικαιώματα (πρβλ. ΣΕ 3345/2002 Επταμ.). Και τούτο διότι τυχόν αδυναμία επιβολής της μιας από τις δύο διοικητικές κυρώσεις κατ’ εφαρμογή της αρχής non bis in idem, εφόσον έχει ήδη επιβληθεί και οριστικοποιηθεί η μια από αυτές θα καθιστούσε ανενεργή την υποχρέωση που έχουν από το Σύνταγμα διαφορετικά κρατικά όργανα να προστατεύουν τους θιγομένους στα ατομικά τους δικαιώματα. Διάφορο δε είναι το ζήτημα, αν λόγω του ύψους των επαπειλουμένων κυρώσεων τυχόν σωρευτική επιβολή τους παρίσταται υπέρμετρα επαχθής για τον παραβάτη, το οποίο θα κριθεί στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητος. Αν και κατά την γνώμη του Συμβούλου Δ. Κυριλλόπουλου, δεν είναι επιτρεπτή ως αντικείμενη στην αρχή non bis in idem, η επιβολή περισσότερων διοικητικών κυρώσεων από διαφορετικές διοικητικές αρχές για την αυτή παράβαση. Συντρέχει δε ταυτότητα παραβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όταν βάση για την επιβολή των διαφόρων κυρώσεων αποτελούν τα αυτά, κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, πραγματικά περιστατικά, τα οποία παρουσιάζουν ενότητα τόπου και χρόνου και στα οποία εμπλέκεται το ίδιο υπαίτιο πρόσωπο, ανεξαρτήτως, αφενός μεν του νομικού χαρακτηρισμού που τους δίδεται από τις οικείες διατάξεις, αφετέρου δε του αν με τις εν λόγω διατάξεις προστατεύονται διαφορετικά έννομα αγαθά ή συμφέροντα. Τούτο δε διότι, σε αντίθετη περίπτωση, η απαγόρευση που θεσπίζεται από την ανωτέρω αρχή δεν θα ηδύνατο, εν τοις πράγμασι, να τύχει εφαρμογής, καθόσον, κατά κανόνα, οι διοικητικές αρχές που επιλαμβάνονται μιας υπόθεσης, εφαρμόζουν διαφορετικές, μη ενταγμένες σε ενιαίο πλαίσιο, νομοθεσίες, εκάστη εκ των οποίων προστατεύει διαφορετικά έννομα αγαθά ή συμφέροντα.

12. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα για παράβαση της αρχής «non bis in idem», διότι για την ίδια αιτία («χρήση πληροφοριών που έχουν συλλεχθεί με αθέμιτα μέσα») έχουν ήδη επιβληθεί εις βάρος της αιτούσης διοικητικές κυρώσεις από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, κατ’ επίκληση της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 1 του π.δ/τος 77/2003. Πράγματι, από την από 8.6.2006 κλήση σε ακρόαση της αιτούσης ενώπιον της Α.Δ.Α.Ε. προκύπτει ότι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.) είχε επιβάλει στην αιτούσα, με τις υπ’ αριθμ. 227 και 228/8.5.2006 αποφάσεις του, πρόστιμα (80.000 ευρώ για την εκπομπή της 26.2.2006 και 100.000 ευρώ για την εκπομπή της 19.2.2006) για παράβαση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία επιβλήθηκε και η επίδικη κύρωση. Κατά των πράξεων αυτών του Ε.Σ.Ρ. η αιτούσα είχε ασκήσει αιτήσεις ακυρώσεως που απερρίφθησαν με τις υπ’ αριθμ. 996-7/2014 αποφάσεις του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου και, επομένως, οι κυρώσεις αυτές του Ε.Σ.Ρ έχουν οριστικοποιηθεί. Με τα δεδομένα αυτά ότι δηλαδή οι ως άνω πράξεις επιβολής προστίμων του Ε.Σ.Ρ. έχουν εκδοθεί προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης με την κρινόμενη αίτηση πράξεως της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών που έλαβε χώρα στις 10-10-2007 και ότι λόγω του μεγίστου ύψους της κυρώσεως που μπορεί να επιβληθεί για τις παραβιάσεις της τηλεοπτικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών που ανέρχεται σε 1.500.000 ευρώ (άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995 (Α΄159), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 2644/1998 (Α΄ 233) για τις κυρώσεις που μπορεί να επιβάλλει το Ε.Σ.Ρ. και άρθρο 11 του 
ν. 3115/2003 για τις κυρώσεις που μπορεί να επιβάλλει η Αρχή Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών αντιστοίχως) υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, διότι οι ανωτέρω κυρώσεις λόγω κυρίως του ύψους τους εμπίπτουν στην έννοια των ποινικών κυρώσεων του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Περαιτέρω, όμως, εν όψει του ότι οι κυρώσεις αυτές επιβάλλονται για την αποτροπή προσβολής διαφορετικών εννόμων αγαθών και, συγκεκριμένα στην μεν περίπτωση των προστίμων που επέβαλε το Ε.Σ.Ρ. στην προστασία της κατοχυρωμένης από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του Συντάγματος προσωπικότητας και της ιδιωτικής ζωής των προσώπων, τα οποία αφορά η δημοσιογραφική έρευνα (ΣΕ 996-7/2014), ενώ, στην περίπτωση του επιδίκου προστίμου στην προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας που κατοχυρώνεται, ειδικώς, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη σκέψη, στο άρθρο 19 του Συντάγματος, η ανωτέρω αρχή δεν παρεμποδίζει την δυνατότητα σωρευτικής επιβολής των σχετικών διοικητικών κυρώσεων, όπως έγινε δεκτό στην προηγούμενη σκέψη. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος περί παραβιάσεως της αρχής ne bis in idem, ως εκ του ότι καθ’ όν χρόνο εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον της Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών η αιτούσα είχε ήδη υποστεί την κύρωση από το Ε.Σ.Ρ. για τα ίδια πραγματικά περιστατικά της υποκλοπής και της δημοσιοποιήσεως του περιεχομένου των τηλεφωνικών επικοινωνιών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Αν και κατά την μειοψηφούσα γνώμη, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση της ΑΔΑΕ.

13. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι παρανόμως η προσβαλλόμενη απόφαση επικαλείται ως νομική βάση για την επιβολή της κυρώσεως την διάταξη του άρθρου 370 Α του Ποινικού Κώδικα περί παραβιάσεως του απορρήτου της τηλεφωνικής επικοινωνίας και της προφορικής συνομιλίας, υπό την έννοια ότι αφενός μεν αρμόδια για την διαπίστωση τυχόν παραβάσεως της διατάξεως αυτής είναι κατά τα άρθρα 8 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος τα ποινικά δικαστήρια και αφετέρου διότι δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση το στοιχείο της γνώσεως εκ μέρους της αιτούσης ότι χρησιμοποίησε μέσο κτηθέν κατά παράβαση των διατάξεων περί προστασίας του απορρήτου. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι εν προκειμένω η μνεία από την προσβαλλόμενη απόφαση της διατάξεως του άρθρου 370 Α του Ποινικού Κώδικα δεν έχει την έννοια της ευθείας εφαρμογής του από την ΑΔΑΕ, αλλά της αποδόσεως ιδιαίτερης σημασίας στο γεγονός ότι η χρήση από τον σταθμό της αιτούσης μέσων κτηθέντων κατά παράβαση διατάξεων που προστατεύουν το απόρρητο της επικοινωνίας, για το οποίο υπάρχει κυρωτική αρμοδιότητα της εν λόγω Αρχής, συνιστά συμπεριφορά που αποδοκιμάζεται και από τον Ποινικό Κώδικα.

14. Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου ακυρώσεως η αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.

Επιβάλλει στην αιτούσα την δικαστική δαπάνη της Αρχής Διασφαλίσεως του Απορρήτου των Επικοινωνιών που ανέρχεται στο ποσό των χιλίων τριακοσίων ογδόντα (1.380) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Πρόεδρος του Δ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας

Δημοσθένης Π. ΠετρούλιαςΙ. Παπαχαραλάμπους

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Δεκεμβρίου 2017.

Η Προεδρεύουσα ΣύμβουλοςΗ Γραμματέας

Αικ. ΧριστοφορίδουΕ. Καπίρη

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, …………………………………………………..

Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας