ΣτΕ 351/2018, Στ τμ., ΑΠΟΔΕΙΞΗ, ΕΚΤΕΛΕΣΗ, ΑΡΜΟΔΙΑ Η ΔΟΥ ΠΟΥ ΤΑΜΕΙΑΚΑ ΒΕΒΑΙΩΘΗΚΑΝ ΤΑ ΧΡΕΗ, ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΕ ΑΛΛΗ ΔΟΥ ΜΟΝΟ ΜΕ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΧΡΕΩΝ, Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΟΨΕΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΙΜΟ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΜΕΣΟ

ΣΤΕ

Αριθμός 351/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Δ. Αλεξανδρής, Β. Αραβαντινός, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Τρ. Βαρουφάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 10 Μαΐου 2010 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του Ευστάθιου Σαχινίδη του Ηλία, κατοίκου Αθηνών (Σολωμού 62), ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 534/2009 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Β. Αραβαντινού.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 534/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 4703/2007 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου και ακυρώθηκε το 8353/14-5-2007 πρόγραμμα πλειστηριασμού ακινήτου του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Ε’ Αθηνών, για την είσπραξη χρέους, ποσού 24.259,71 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων.

3. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η διάταξη αυτή ίσχυε μετά την αντικατάσταση των τριών πρώτων εδαφίων της με το άρθρο 35 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 51 του νόμου αυτού, άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι στις 10.7.2009, ορίσθηκε ότι: «3. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. … Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κ.λπ. χωρίς προσαυξήσεις και πρόσθετους φόρους που αμφισβητείται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας… Με τις ως άνω διατάξεις θεσπίσθηκε το κατ’ αρχήν απαράδεκτο της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε όλες γενικώς τις υποθέσεις, εφόσον το ποσό της αγομένης ενώπιόν του διαφοράς είναι κατώτερο από 40.000 ευρώ. Εξάλλου, στις προαναφερθείσες ρυθμίσεις περιλαμβάνονται και οι αιτήσεις, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου, επί διαφοράς που ανέκυψε κατά το στάδιο της εισπράξεως των βεβαιωθέντων ήδη, με την έκδοση του οικείου νόμιμου τίτλου, φόρων, δασμών, τελών και συναφών δικαιωμάτων, ασφαλιστικών εισφορών, προστίμων και λοιπών κυρώσεων, δεδομένου ότι και κατά το στάδιο αυτό η αγόμενη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως διαφορά, εξακολουθεί να έχει χρηματικό αντικείμενο (ΣτΕ, 2215/1997 Ολομ., 1710/2010 7μ, 1009/2011). Χρηματικό δε αντικείμενο συνιστούν, στην περίπτωση ανακοπής κατά εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού, τα αναγραφόμενα επ’ αυτής ποσά (πρβλ ΣτΕ 2759/20131009/20111710/2010 7μ). 

4. Επειδή, εν προκειμένω, όπως βεβαιώνεται στο από 10-05-2010 σημείωμα του άρθρου 53 παρ.3 του π.δ. 18/1989, το οποίο έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το ποσό της υπό κρίση διαφοράς ανέρχεται στο ύψος των 58.907,86 ευρώ. Όπως δε διευκρινίζεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το ως άνω ποσό αποτελεί το συνολικό αντικείμενο της διαφοράς συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του σημειώματος και της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, στην οποία, όπως και στην πρωτόδικη, αναφέρεται ότι ο πλειστηριασμός επισπεύσθηκε για εξόφληση χρεών προς το Δημόσιο ύψους «24.259,71 ευρώ πλέον προσαυξήσεων και λοιπών εξόδων». Δεδομένου δε ότι στην περίπτωση ανακοπής κατά εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού χρηματικό αντικείμενο συνιστούν τα αναγραφόμενα επ’ αυτής ποσά, παραδεκτώς ασκείται από την άποψη αυτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, αφού, όπως βεβαιώνεται στο ως άνω σημείωμα για το ποσό της διαφοράς, ο πλειστηριασμός επισπεύσθηκε εν προκειμένω για συνολικό ποσό άνω των 40.000 ευρώ.

5. Επειδή, στο άρθρο 2 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε. – ν.δ. 356/1974) ορίζεται ότι: «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίας, εις ους έχει ανατεθεί η είσπραξις ειδικών εσόδων, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου…». Στο άρθρο 19 ορίζεται ότι: «1. Ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου ή ο κατά το άρθρον 10 εδάφ. β` ταμιακός υπάλληλος, μετά παρέλευσιν τουλάχιστον δέκα πέντε ημερών από της κατασχέσεως, δύναται να εκδώσει Πρόγραμμα πλειστηριασμού… 2. … 3. Εις περίπτωσιν μεταφοράς των χρεών του οφειλέτου εις έτερον Δημόσιον Ταμείον η διαδικασία της εκτελέσεως συνεχίζεται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου εις ο μετεφέρθησαν τα χρέη. 4. …». Ακολούθως, στο άρθρο 36 παρ.1 ότι: «1. Η κατάσχεσις ακινήτων ενεργείται τη εγγράφω παραγγελία του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου…» και στο άρθρο 41 παρ.1 ότι: «1. Μετά την κατάσχεσιν του ακινήτου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου δύναται να εκδώση πρόγραμμα πλειστηριασμού περιέχον τα εν άρθρω 19 του παρόντος οριζόμενα και την κατά την κατασχετήριον έκθεσιν περιγραφήν και εκτίμησιν του κατασχεθέντος». Ακόμη, στο άρθρο 11 του ν. 2362/1995 (Α’ 247) ορίζεται ότι: «1. Η είσπραξη των δημοσίων εσόδων ενεργείται δυνάμει νόμιμου τίτλου από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Τελωνεία, τα λοιπά όργανα εισπράξεως του Δημοσίου και τους Ειδικούς Ταμίες, στους οποίους έχει ανατεθεί η είσπραξη ειδικών εσόδων. Τίτλοι εισπράξεως είναι τα παραστατικά στοιχεία που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις και από τα οποία προκύπτει ο οφειλέτης του Δημοσίου, το είδος της οφειλής και το εισπρακτέο κατά οφειλέτη ποσό…».

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι αρμόδιο όργανο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων και συνεπώς για λήψη των αναγκαστικών μέτρων που περιγράφονται στον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων είναι η Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία στην οποία έχουν βεβαιωθεί ταμειακώς τα χρέη, ο Προϊστάμενος της οποίας δίδει την παραγγελία κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και εκδίδει το σχετικό πρόγραμμα πλειστηριασμού. Στο δε άρθρο 19 ορίζεται ότι σε περίπτωση μεταφοράς των χρεών του οφειλέτου σε άλλο Δημόσιο Ταμείο, η διαδικασία της εκτελέσεως συνεχίζεται από τον Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. στην οποία μεταφέρθηκαν τα χρέη.

6. Επειδή, στην κρινομένη υπόθεση, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με την 5343/28-5-1993 έκθεση κατάσχεσης δικαστικού επιμελητή κατασχέθηκε, μετά παραγγελία του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Ι’ Αθηνών, το Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό Κηφισοδότου 40, στη συνοικία Πετράλωνα του Δήμου Αθηναίων, επιφάνειας 88.90 τ.μ., ιδιοκτησίας του ήδη αναιρεσίβλητου, για την είσπραξη χρεών αυτού προς το Ελληνικό Δημόσιο ποσού 24.259,71 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων. Η αξία του ακινήτου καθορίστηκε με την 5991/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά από διόρθωση του 19482/245/2006 προγράμματος πλειστηριασμού του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Ε’ Αθηνών, σε 100.000 ευρώ και η τιμή της πρώτης προσφοράς σε 80.000 ευρώ. Στη συνέχεια εκδόθηκε το 8353/14-5-2007 πρόγραμμα πλειστηριασμού ακινήτου του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Ε’ Αθηνών, κατά του οποίου ο αναιρεσίβλητος άσκησε ανακοπή, προβάλλοντας μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο. Με την 4703/2007 απόφασή του το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε το ως άνω πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού για το λόγο ότι ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Ε’ Αθηνών, που εξέδωσε το πρόγραμμα πλειστηριασμού ήταν αναρμόδιο όργανο για την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης εκτέλεσης, δεδομένου ότι η παραγγελία κατάσχεσης είχε δοθεί από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Ι’ Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση, με την οποία προέβαλε ότι νομίμως επισπεύστηκε ο επίδικος πλειστηριασμός από τον Προϊστάμενο της Ε΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, διότι τα χρέη του αναιρεσίβλητου, τα οποία είχαν βεβαιωθεί από την Ι΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, παρελήφθησαν μαζί με το φάκελο όλων των ληφθέντων μέτρων από την Ε’ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, δυνάμει του 14/1996 πρωτόκολλου παράδοσης και παραλαβής χρεών. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε με την –ήδη αναιρεσιβαλλόμενη- 534/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκόμισε το επικαλούμενο πρωτόκολλο παράδοσης – παραλαβής, με το οποίο τα χρέη του ήδη αναιρεσίβλητου μεταφέρθηκαν από την ΔΟΥ Ι΄ Αθηνών, στην οποία είχαν βεβαιωθεί ταμειακώς και ο Προϊστάμενος της οποίας είχε δώσει και την παραγγελία κατάσχεσης του ακινήτου, στην ΔΟΥ Ε΄ Αθηνών, αναρμοδίως το πρόγραμμα πλειστηριασμού του κατασχεθέντος ακινήτου εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ Ε΄ Αθηνών, δεδομένου ότι αρμόδιο όργανο για την έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ είναι ο Προϊστάμενος της επισπεύδουσας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας.

7. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τα 21322/30-11-2006 και 21323/30-11-2006 έγγραφα έκθεσης απόψεων του Προϊσταμένου της Ε΄Δ.Ο.Υ. Αθηνών, καθώς και το 13619/08-07-1997 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Ι΄ Αθηνών προς τη Δ.Ο.Υ. Θ΄ (ήδη Ε΄) Αθηνών, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι νομίμως επισπεύσθηκε η εκτέλεση από τον Προϊστάμενο της Ε΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, και επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί λόγω πλημμελούς αιτιολογίας, εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων και μη λήψης υπόψη ουσιωδών ισχυρισμών που προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο. Όπως, όμως, προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου περί αρμοδιότητας του Προϊσταμένου της Ε΄ Δ.Ο.Υ. Αθηνών, για το λόγο ότι το Δημόσιο δεν προσκόμισε το επικληθέν από το ίδιο υπ’ αριθμ. 14/1996 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής. Η ως άνω κρίση του Διοικητικού Πρωτοδικείου είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως διότι πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Διοικητικό Πρωτοδικείο. Εξάλλου, η έκθεση απόψεων δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο για πραγματικά περιστατικά, όπως αβασίμως προβάλλεται, αλλά περιέχει τις απόψεις του Ελληνικού Δημοσίου επί της ανακοπής του αντιδίκου του (πρβλ. ΣτΕ 1125/2010728/2005), ενώ, σε κάθε περίπτωση, απαραδέκτως το Ελληνικό Δημόσιο επικαλείται το πρώτον με την αίτηση αναιρέσεως το 13619/08-07-1997 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Ι΄ Αθηνών προς τη Δ.Ο.Υ. Θ΄ (ήδη Ε΄) Αθηνών, χωρίς να προβάλλει αν και με ποιο δικόγραφο το είχε θέσει υπόψη του Διοικητικού Πρωτοδικείου.

8. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση κατά το σκεπτικό.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2014

Ο Πρόεδρος του Στ΄ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος

Αθ. ΡάντοςΕ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 20 Φεβρουαρίου 2018.

Η Πρόεδρος του Στ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας

Μ. ΚαραμανώφΑ. Χριστοδούλου

./.