Αριθμός 3523/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2015, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Π. Ευστρατίου, Ε. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός.
Για να δικάσει την από 24 Οκτωβρίου 2011 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ – ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.» με τον διακριτικό τίτλο «ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα (Αμερικής 19), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Γλυκερία Σιούτη (Α.Μ. 8698), που τη διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Νικολέτα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 19456/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Παπαδημητρίου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Η αντιπρόσωπος του Υπουργού δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. υπ’ αριθ. 1193996, 1193997 και 3017587/2013 /2013 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 19456/2010 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της 16273/2005 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, απορρίφθηκε ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 12501/27.10.2003 ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φορολογίας Ανωνύμων Εμπορικών Εταιρειών (Φ.Α.Ε.Ε.) Αθηνών, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά του οποίου στρεφόταν η ανακοπή, αφού έγινε δεκτό ότι καθών η ανακοπή ήταν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.7 του ν.2579/1998, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής και το Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.).
3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 70 του αυτού νόμου, άρχισε να ισχύει από 1.1.2011, αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, (Φ.Ε.Κ. Α΄8), ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ. … Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις το όριο αυτό ορίζεται στις διακόσιες χιλιάδες ευρώ… ».
4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στις 14-1-2012 και διέπεται από τις διατάξεις του ν.3900/2010. Το δε ποσό της διαφοράς υπερβαίνει το νόμιμο όριο των 40.000 ευρώ, καθόσον αφορά βεβαιωθείσες οφειλές της αναιρεσείουσας ύψους 266.104 ευρώ. Προς άρση του απαραδέκτου, η αναιρεσείουσα προβάλλει, με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης, ότι υπάρχει αντίθεση των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς την 540/2007 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την απόφαση αυτή, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 28 παρ.7 του ν. 2579/1998 και των άρθρων 45, 221 παρ.2, 222, 135 παρ.2, 127, 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), έγινε δεκτό, σε δίκη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι, επί ανακοπής κατά πράξης ταμειακής βεβαίωσης χρεών Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., που στρεφόταν μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ παθητικώς νομιμοποιούνταν, κατ’ άρθρο 28 παρ.7 του ν. 2579/1998, το νομικό πρόσωπο, κατά του οποίου είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη πράξη διοικητικής εκτέλεσης, η μη αναγραφή του νομικού αυτού προσώπου στο δικόγραφο της ανακοπής ως καθού δεν καθιστούσε αυτό άκυρο, αλλά, δεδομένης της μη παράστασής του στη δίκη, έπρεπε να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να κλητευθεί το νομικό αυτό πρόσωπο. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην οποία μνημονεύεται η ως άνω απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έγινε δεκτό, καθ’ ερμηνεία των ιδίων διατάξεων, σε δίκη επί ανακοπής κατά πράξης ταμειακής βεβαίωσης χρεών Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ., που στρεφόταν μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ νομιμοποιούντο παθητικώς, κατ’ άρθρο 28 παρ.7 του ν.2579/1998, τα προαναφερόμενα ν.π.δ.δ. (σκέψη 1), τα οποία δεν ανεγράφοντο ως καθών στο δικόγραφο της ανακοπής, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν όφειλε να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης για να κλητεύσει τους παθητικώς νομιμοποιούμενους διαδίκους και ότι νομίμως επιδόθηκε κλήση με την επιμέλεια της γραμματείας, κατ’ εφαρμογή της παρ.1 του άρθρου 128 του Κ.Δ.Δ., μόνο στο Ελληνικό Δημόσιο, που ορίσθηκε ως καθού με το δικόγραφο της ανακοπής, διότι το δικόγραφο αυτό δεν στρεφόταν κατά άλλων νομικών προσώπων, προκειμένου να καθίσταται επιβεβλημένη η κλήση τους για να παρασταθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Με τη σκέψη αυτή επικυρώθηκε απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ενόψει τούτων, υπάρχει όντως αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με την προαναφερόμενη απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως προς το νομικό θέμα της υποχρέωσης κλήσης, με την επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου, καθ’ ερμηνεία της αυτής διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 128 του Κ.Δ.Δ., του καθού η ανακοπή νομικού προσώπου, το οποίο νομιμοποιείται μεν παθητικώς, αλλά δεν αναγράφεται ως καθού στο δικόγραφο της ανακοπής, καθώς και της υποχρέωσης αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να κλητευθεί αυτό το νομικό πρόσωπο για να παραστεί κατά τη συζήτηση της ανακοπής (άρθρο 135 παρ.2 Κ.Δ.Δ.). Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς.
5. Επειδή, στο άρθρο 221 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «1…2. Το δικόγραφο της ανακοπής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει απαραιτήτως να μνημονεύει με ακρίβεια την προσβαλλόμενη πράξη και τον εκδότη της. Επίσης, πρέπει να περιέχει σαφείς και συγκεκριμένους λόγους, καθώς και σχετικό αίτημα» και στο άρθρο 222 ότι: «1. Ως προς την προδικασία που πρέπει να τηρηθεί εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 126 έως και 131… 2. Ως προς την κύρια διαδικασία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 132 έως και 143». Εξάλλου, στο άρθρο 45 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Το δικόγραφο, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούν ειδικότερες διατάξεις, πρέπει να προσδιορίζει σαφώς το είδος και το αντικείμενό του και να αναφέρει: α) το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται, β) τον τόπο και το χρόνο της σύνταξής του και γ) αν υποβάλλεται μεν από φυσικό πρόσωπο, το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του ίδιου,…αν υποβάλλεται δε από νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή ομάδα περιουσίας, την επωνυμία και την έδρα τους, καθώς και το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο και την ακριβή διεύθυνση της κατοικίας και του χώρου εργασίας του εκπροσώπου τους και, αν υπάρχουν, του δικαστικού πληρεξουσίου και του αντικλήτου τους… 2…..5. Τα δικόγραφα και τα υπομνήματα υπογράφονται από τους δικαστικούς πληρεξουσίους των διαδίκων…» και στο άρθρο 46 ότι: «Δικόγραφο, που δεν περιέχει τα προβλεπόμενα από τις παρ. 1 και 5 του προηγούμενου άρθρου στοιχεία, είναι άκυρο, εκτός αν αυτά προκύπτουν από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του». Περαιτέρω, στο άρθρο 126 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο, το οποίο… κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται» και στο άρθρο 128 (όπως ίσχυε εν προκειμένω, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 28 παρ.1 του ν.3900/2010, Α΄ 213) ότι: «1. Αντίγραφο του δικογράφου που κατατέθηκε, με μνεία της χρονολογίας κατάθεσής του, επιδίδεται, με τη φροντίδα της γραμματείας, στους καθ`ων τούτο στρέφεται, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Ειδικώς, αν πρόκειται για ένδικο βοήθημα που στρέφεται κατά πράξης οργάνου του Δημοσίου, με την οποία εγκρίθηκε πράξη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, η επίδοση γίνεται και προς το νομικό πρόσωπο, καθίσταται δε διάδικος και αυτό. 2. Η γραμματεία φροντίζει, επίσης, ώστε να επιδοθούν κλήσεις προς τους διαδίκους για να παρασταθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο… 3…». Τέλος, στο άρθρο 135 του ιδίου ως άνω Κώδικα (όπως ίσχυε εν προκειμένω, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 15 παρ.1 του ν.3659/2008, Α΄ 77) ορίζεται ότι: «1. Κατά την προεκφώνηση εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν έχουν κλητευτεί νόμιμα οι διάδικοι που δεν παρίστανται. Αν η κλήτευση είναι νόμιμη, η μη παράστασή τους δεν παρακωλύει την πρόοδο της διαδικασίας. 2. Η συζήτηση αναβάλλεται υποχρεωτικώς : α) αν κάποιος από τους διαδίκους που δεν παρίστανται δεν έχει κλητευτεί νόμιμα, ή β)… 3. Το δικαστήριο, αν συντρέχει σοβαρός λόγος, μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να αναβάλει τη συζήτηση. 4…».
6. Επειδή, με την παράγραφο 7 του άρθρου 28 του ν. 2579/1998 (Α΄ 31), η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρο 285 παρ. 2 περ. ζ΄) [ΣτΕ 2808/2010], ορίζεται ότι: «Στις περιπτώσεις που υπηρεσίες του Δημοσίου, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 190 Α΄), επιμελούνται για την είσπραξη εσόδων άλλων νομικών προσώπων, υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, στις σχετικές δίκες που δημιουργούνται, δεν νομιμοποιείται να παρίσταται ως διάδικο το Δημόσιο, αλλά το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο».
7. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το κύρος του δικογράφου της ανακοπής κατά πράξης του Δημοσίου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία είσπραξης εσόδου άλλου νομικού προσώπου (το οποίο και μόνον νομιμοποιείται, κατά την ανωτέρω διάταξη της παρ. 7 του αρ. 28 του ν. 2579/1998, να παρίσταται στη δίκη της ανακοπής) δεν εξαρτάται από τη ρητή μνεία του νομικού αυτού προσώπου στο δικόγραφο, αλλά από τον προσδιορισμό του αντικειμένου της διαφοράς, από τον οποίο προκύπτει το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου το Δημόσιο επιμελήθηκε την είσπραξη. Άλλωστε, η ανακοπή ασκείται μόνο με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται κοινοποίησή της από τον ανακόπτοντα στον παθητικώς νομιμοποιούμενο διάδικο, προς τον οποίο διενεργούνται οι απαιτούμενες κοινοποιήσεις του δικογράφου της ανακοπής και της πράξης περί ορισμού δικασίμου με επιμέλεια της γραμματείας του διοικητικού δικαστηρίου (βλ.ΣτΕ 3514/2011).
Ενόψει τούτων, ο τυχόν μη ορθός προσδιορισμός στο δικόγραφο της ανακοπής της αρχής ή του ν.π.δ.δ. που νομιμοποιούνται παθητικώς, δεν συνεπάγεται, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, την ακυρότητα αυτού, ούτε την απόρριψη της ανακοπής για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του διαδίκου κατά του οποίου στρέφεται, δεδομένου ότι στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου ανήκει όχι μόνο η επίδοση του δικογράφου της ανακοπής στον παθητικώς νομιμοποιούμενο διάδικο και η κλήτευσή του να παραστεί κατά τη συζήτησή της, αλλά, πρωτίστως και πριν από την επίδοση, η διερεύνηση του ποιός νομιμοποιείται παθητικά στην εκάστοτε δίκη, προκειμένου να λάβει χώρα η επίδοση του δικογράφου και η σχετική κλήση προς συζήτηση. Κατά συνέπεια, η παράλειψη ή η μη νόμιμη ενέργεια των κοινοποιήσεων στον παθητικώς νομιμοποιούμενο διάδικο συνεπάγεται την αναβολή της συζήτησης, εφόσον δεν παραστεί κατ΄ αυτή εκπρόσωπός του ή παραστεί μεν, αλλά προβάλει σχετική αντίρρηση (πρβλ. ΣτΕ 3514/2011, 3107/2006 , 3310/1997 , 4014 , 2637/1996 , 3485/1994 ).
8. Επειδή, σύμφωνα με το π.δ. 267/1998 (Α΄ 195), η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαίρετου κτίσματος ή κατασκευής γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, επιβολή προστίμων της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33) (αρ. 1). Τα πρόστιμα αυτά, μετά την οριστικοποίησή τους, βεβαιώνονται στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία, εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο και αποδίδονται εξ ολοκλήρου στο Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.) (αρ. 4). Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του ν. 2946/2001 (Α΄ 224) ορίζεται ότι: «1. Ποσοστό 50% των εισπραττόμενων πάσης φύσεως προστίμων…που επιβάλλονται από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, αποτελεί έκτακτο έσοδο της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, εφόσον από άλλη διάταξη δεν ορίζεται μεγαλύτερο ποσοστό, και αποδίδεται σε αυτές κατά τα οριζόμενα με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 του ν.3212/2003 (Α΄ 308): «Στο άρθρο 17 του Ν. 1337/1983 προστίθεται παράγραφος 15 ως εξής: 15. Τα έσοδα από την επιβολή προστίμων σε αυθαίρετα που αποδίδονται στους δήμους…ή στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 2946/2001, διατίθενται αποκλειστικά για την κατεδάφιση αυθαιρέτων, την εφαρμογή των σχεδίων πόλης και την ανάπλαση περιοχών».
9. Επειδή, από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι τα πρόστιμα ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων που επιβάλλονται με πράξη (έκθεση αυτοψίας) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, μετά την οριστικοποίησή τους, βεβαιώνονται από την αρμόδια οικονομική υπηρεσία, εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο και αποδίδονται κατά ποσοστό 50% στην οικεία Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και κατά 50% στο Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.), που αποτελεί ν.π.δ.δ., το οποίο ιδρύθηκε με το άρθρο 19 του ν.δ/τος 1262/1972 (ΦΕΚ 194 Α΄) και μετονομάσθηκε σε Πράσινο Ταμείο, με το άρθρο 4 του ν. 3889/2010 (Α΄182).
10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. 12501/27.10.2003 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών βεβαιώθηκε ταμειακώς σε βάρος της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας το ποσό των 266.104 ευρώ, το οποίο εκλήθη αυτή να καταβάλει με την υπ’ αριθμ. 9787/29.10.2003 ατομική ειδοποίηση του ίδιου ως άνω Προϊσταμένου. Το χρέος αυτό προέρχεται από πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης αυθαίρετης κατασκευής, που επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας, μετά από τη διαπίστωση, στις 18.4.2003, των αρμοδίων υπαλλήλων του Τμήματος Αυθαιρέτων του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκόπουλου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής ότι οι οικοδομικές εργασίες που εκτελούνταν στο βόρειο τμήμα του ξενοδοχείου της στο Λαγονήσι, βάσει της υπ’ αριθμ. 183/2003 οικοδομικής άδειας (κατασκευή κολυμβητικής δεξαμενής έκτασης 600 τ.μ.), δεν συμφωνούσαν με τα εγκεκριμένα σχέδια αυτής. Κατά της ως άνω ταμειακής βεβαίωσης, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 27.11.2003 ανακοπή, στρεφομένη μόνο, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία απορρίφθηκε με την 16273/2005 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά του οποίου στρεφόταν η ανακοπή. Με την ίδια απόφαση κρίθηκε ότι στη δίκη αυτή νομιμοποιούνταν παθητικώς, σύμφωνα με την παρ. 7 του αρ. 28 του ν. 2579/1998, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής, όργανο της οποίας εξέδωσε την πράξη επιβολής προστίμου και το Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.), υπέρ του οποίου αποδίδεται το συγκεκριμένο πρόστιμο, κατά των οποίων, όμως, δεν στρεφόταν η ανακοπή. Στα νομικά αυτά πρόσωπα δεν έγιναν οι, κατ’ άρθρο 1028 παρ.1 του Κ.Δ.Δ., κοινοποιήσεις και δεν παραστάθηκαν στη δίκη. Έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (19456/2010 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών). Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 221, 45 και 46 του Κ.Δ.Δ. δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η ανακοπή απορρίφθηκε λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου, και όχι λόγω ακυρότητας του δικογράφου της ανακοπής, ότι το νομικό πρόσωπο προς το οποίο πραγματοποιείται η επίδοση ορίζεται με το δικόγραφο από τον ανακόπτοντα, ο οποίος έχει την αποκλειστική ευθύνη για τον προσδιορισμό του καθού και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν όφειλε να αναβάλει την έκδοση της οριστικής απόφασης για να κλητεύσει τα ως άνω παθητικώς νομιμοποιούμενα ν.π.δ.δ., διότι η ένδικη ανακοπή στρεφόταν, μόνον, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο, νομίμως επιδόθηκε κλήση με την επιμέλεια της γραμματείας, κατ’ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 128 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ενώ δεν στρεφόταν κατά άλλων νομικών προσώπων, προκειμένου να καθίσταται επιβεβλημένη η κλήση τους για να παρασταθούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.
11. Επειδή, η παράλειψη της αναιρεσείουσας να στραφεί, με το δικόγραφο της ανακοπής της, ρητώς, κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής και του Ειδικού Ταμείου Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.), υπέρ των οποίων διενεργήθηκε από το δημόσιο ταμείο η είσπραξη του ένδικου προστίμου και τα οποία νομιμοποιούνταν παθητικώς στην δίκη επί της ανακοπής, δεν συνεπάγεται ακυρότητα του δικογράφου αυτής, αλλ’ ούτε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (σκέψη 7), την απόρριψη της ανακοπής για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά του οποίου στρεφόταν η ανακοπή, δεδομένου ότι το δικάσαν πρωτόδικο δικαστήριο της ουσίας όφειλε να ερευνήσει ποιός ήταν ο παθητικώς νομιμοποιούμενος διάδικος και να κοινοποιήσει στα ως άνω παθητικώς νομιμοποιούμενα ν.π.δ.δ. αντίγραφο της ανακοπής και της πράξης περί ορισμού δικασίμου, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 128 παρ.1 του Κ.Δ.Δ.. Εφόσον δε αυτά τα παθητικώς νομιμοποιούμενα νομικά πρόσωπα δεν παρέστησαν κατά τη συζήτηση της ανακοπής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έπρεπε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 135 παρ.2 του Κ.Δ.Δ., να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης, προκειμένου να γίνουν οι σχετικές κοινοποιήσεις. Έσφαλε, επομένως, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, το δικάσαν δικαστήριο, το οποίο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ότι η ανακοπή της αναιρεσείουσας ήταν απαράδεκτη, επειδή στρεφόταν κατά του μη παθητικώς νομιμοποιούμενου, εν προκειμένω, Ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν αυτού, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο ήδη αρμόδιο Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (άρθρο 218 Κ.Δ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 47 παρ.2 του ν.4055/2012, Α΄51), για νέα νόμιμη κρίση.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 19456/2010 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κατά το σκεπτικό.
Απαλλάσσει, κατ’ εκτίμηση των συνθηκών της υπόθεσης, το Ελληνικό Δημόσιο από τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2015
Ο Πρόεδρος του Στ’ Τμήματος Ο Γραμματέας
Αθ. Ράντος Δ. Λαγός
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Οκτωβρίου 2015.
Ο Πρόεδρος του Στ’ Τμήματος Η Γραμματέας του Στ’ Τμήματος
Αθ. Ράντος Ελ. Γκίκα
./.
./.
