ΣτΕ 3528/2014, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΝΑΤΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΠΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΕΚΤΟΣ ΔΙΑΤΕΤΑΓΜΕΝΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΡΜΟΔΙΑ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ, ΑΝ ΗΤΑΝ ΕΝΤΟΣ ΑΡΜΟΔΙΑ ΤΑ ΤΔΔ (ΠΛΕΟΝ ΜΕΤΑ 1.3.2011 ΤΑ ΠΟΛΤΙΚΑ)

ΣΤΕ

      Σε περίπτωση κατά την οποία από παράνομη πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια προκαλείται ζημία σε τρίτο πρόσωπο στην Ελλάδα από μέλος ενόπλου δυνάμεως κράτους – μέλους του ΝΑΤΟ, το οποίο ευρίσκεται εντός της Ελλάδος, κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας, το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος τρίτου σε αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, η δε διαφορά ανήκει στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Αντιθέτως, αν το μέλος της ενόπλου δυνάμεως ευρίσκεται εντός της Ελλάδος, όχι όμως κατά την εκτέλεση υπηρεσίας του, η αγωγή δύναται να στραφεί μόνον κατά του μέλους αυτού και εκδικάζεται από τα πολιτικά δικαστήρια. (ΣτΕ 3528/2014 Α).

Αριθμός 3528/2014 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Σ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 9 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση: 
των : 1) Ελένης χήρας Ιωάννου Παγώνη, κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής (Κατσουλιέρη 7), ατομικώς και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Αναστασίας Παγώνη του Ιωάννου, η οποία ήδη έχει ενηλικιωθεί και 2) Δήμητρας Νιάρχου του Θεοδώρου, κατοίκου Γαλατσίου Αττικής (Απόλλωνος 8), οι οποίες παρέστησαν με τον δικηγόρο Παναγιώτη Βασιλακόπουλο (Α.Μ. 6287), που τον διόρισαν στο ακροατήριο, 
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Αγγελική Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείουσες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 469/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Εμμανουηλίδη. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αναιρεσειουσών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (958322-3/2009 ειδικά γραμμάτια παραβόλου). 
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 469/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, αφ’ ενός μεν απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσειουσών, αφ’ ετέρου δε έγινε δεκτή η έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου Δημοσίου και εξαφανίσθηκε η 351/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών και, ακολούθως, δικάσθηκε η από 15.7.2004 αγωγή των αναιρεσειουσών, η οποία απορρίφθηκε. Με την αγωγή αυτή, οι αναιρεσείουσες, στρεφόμενες κατά του Ελληνικού Δημοσίου, είχαν ζητήσει ως αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, νομιμοτόκως, τα εις την αγωγή αναφερόμενα ποσά για την αποκατάσταση της περιουσιακής τους ζημίας, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που είχαν υποστεί από το θάνατο του Ιωάννη Παγώνη, συζύγου, πατέρα και γαμβρού τους αντίστοιχα, εξαιτίας τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος από την σύγκρουση Ι.Χ.Ε., στο οποίο επέβαιναν, με όχημα των ενόπλων δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Η.Π.Α.), το οποίο οδηγούσε υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας του Κράτους αυτού. 
3.
Επειδή, το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως, το οποίο υπογράφεται από δικηγόρο, ως πληρεξούσιο των αναιρεσειουσών, ασκείται, μεταξύ άλλων, από την πρώτη εξ αυτών Ελένη Παγώνη, η οποία, όπως εκτίθεται σε αυτό, ενεργεί ατομικώς αλλά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της θυγατέρας της Αναστασίας Παγώνη, η οποία, ήδη είχε ενηλικιωθεί κατά τον χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο (βλ. σχετ. φωτοτυπία του δελτίου ταυτότητας) και νομίμως συνεχίζει τη δίκη ιδίω ονόματι. 
4. Επειδή, από τον σκοπό της διατάξεως του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., η οποία ερμηνεύεται σε συνδυασμό και με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. η΄ του ν.1406/1983, με το οποίο ο νομοθέτης απέβλεψε να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας που στα πλαίσια της δημόσιας δράσεως της Διοικήσεως γεννώνται από την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, συνάγεται, ότι παρά την συσταλτική διατύπωση του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., που αναφέρεται σε πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας, η έννοια της διατάξεως αυτής είναι ότι αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, υπαγόμενη, ήδη, μετά το ν.1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, παρέχεται, βάσει της διατάξεως αυτής του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., στις περιπτώσεις ευθύνης του Δημοσίου όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 5/1995). 
5. Επειδή, η υπογραφείσα στο Λονδίνο στις 19 Ιουνίου 1951 ‘Σύμβασις μεταξύ των Κρατών – Μελών της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού επί του νομικού καθεστώτος τω δυνάμεων αυτών’, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 2799/1954 (Α΄ 63) και διατηρήθηκε σε ισχύ με το ν.1403/1983 ‘Κύρωση Συμφωνίας αμυντικής και οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των Κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής …’ (Α΄ 169), με βάση το άρθρο ΙΙΙ παρ. 1 της εν λόγω Συμφωνίας, στις διατάξεις δε της οποίας παραπέμπει και η κυρωθείσα με το ν.δ. 3715/1957 (Α΄ 107), όπως αυτό συμπληρώθηκε από το ν.δ. 968/1971 (Α΄ 187), διμερής Συμφωνία της 7ης Σεπτεμβρίου 1956 μεταξύ της Ελλάδος και των Η.Π.Α. ‘Περί του νομικού καθεστώτος εν Ελλάδι ενόπλων δυνάμεων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής’ (άρθρο Ι παρ. 2 της Συμφωνίας), ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄: ‘Δύναμις’ σημαίνει το ανήκον εις τους στρατούς ξηράς, θαλάσσης ή αέρος ενός των Συμβαλλομένων Μερών προσωπικόν, το οποίον ευρίσκεται προς εκτέλεσιν υπηρεσίας επί του εδάφους ετέρου Συμβαλλομένου Μέρους, εντός της περιοχής του Βορείου Ατλαντικού, … .’, περ. β΄…, περ. γ΄…, περ. δ΄: ‘Κράτος προελεύσεως’ σημαίνει το Συμβαλλόμενον Μέρος, εις το οποίον ανήκει η δύναμις.’, περ. ε΄: ‘Κράτος διαμονής’ σημαίνει το Συμβαλλόμενον Μέρος επί του εδάφους του οποίου ευρίσκεται η δύναμις ή το πολιτικόν προσωπικόν, είτε διότι εδρεύει εκεί είτε διότι διέρχεται απλώς εκείθεν. …’ . Άρθρο 8 παρ. 5: ‘Αι περί αποζημιώσεως απαιτήσεις (εξαιρέσει των συμβατικώς καθωρισμένων και των απαιτήσεων των προβλεπομένων εις τας παραγράφους 6 και 7 του παρόντος άρθρου) αι προκύπτουσαι εκ πράξεων ή παραλείψεων μέλους δυνάμεως ή πολιτικού προσωπικού εν τη εκτελέσει του υπηρεσιακού του καθήκοντος ή εξ άλλης πράξεως, παραλείψεως ή συμβάντος δια το οποίον δύναμις ή πολιτικόν προσωπικόν είναι κατά νόμον υπεύθυνος, εφ’ όσον η ζημία προεκλήθη επί του εδάφους του Κράτους διαμονής εις τρίτα πρόσωπα εκτός των Συμβαλλομένων Μερών, θα διακανονίζωνται υπό του Κράτους διαμονής κατά τας ακολούθως διατάξεις. (α) Αι περί αποζημιώσεως απαιτήσεις θα υποβάλλωνται, θα εξετάζωνται και θα διακανονίζωνται ή θα επιδικάζωνται συμφώνως προς τους νόμους και κανονισμούς του Κράτους διαμονής τους διέποντας τας απαιτήσεις αποζημιώσεως, τας προκυπτούσας εκ της δράσεως των ιδίων αυτού ενόπλων δυνάμεων. … . 6. Αι απαιτήσεις αποζημιώσεως κατά μελών ενόπλου δυνάμεως ή πολιτικού προσωπικού, αι προκύπτουσαι εκ παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτών, εντός του Κράτους διαμονής, μη γενομένων κατά την εκτέλεσιν υπηρεσίας, θα ρυθμίζωνται ως ακολούθως: (α) Αι Αρχαί του Κράτους διαμονής θα εξετάζουν την περί αποζημιώσεως αίτησιν και θα υπολογίζουν κατά τρόπον δίκαιον και ορθόν την οφειλόμενην εις τον αιτούντα αποζημίωσιν λαμβάνουσαι υπ’ όψιν όλα τα σχετικά προς την υπόθεσιν περιστατικά, συμπεριλαμβανομένης και της διαγωγής του ζημιωθέντος προσώπου, θα καταρτίζουν δε έκθεσιν επί της υποθέσεως. (β) Η έκθεσις αύτη θ’ αποστέλληται εις τας Αρχάς του Κράτους προελεύσεως, αι οποίαι τότε θ’ αποφασίζουν άνευ αναβολής εάν θα προσφέρωσι χαριστικήν αποζημίωσιν εν καταφατική δε περιπτώσει μέχρι ποίου ποσού. (γ) Εάν προταθή χαριστική καταβολή αποζημιώσεως, η πρότασις δε αύτη γίνη δεκτή παρά του δικαιούχου ως ικανοποιούσα πλήρως την απαίτησίν του, αι Αρχαί του Κράτους προελεύσεως θα καταβάλλουν το ποσόν και θα πληροφορούν τας Αρχάς του Κράτους διαμονής περί της αποφάσεώς των και του καταβληθέντος ποσού. (δ) Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου ουδόλως θίγουν την αρμοδιότητα των δικαστηρίων του Κράτους διαμονής όπως επιληφθούν αγωγής εναντίον μέλους δυνάμεως ή πολιτικού προσωπικού, εάν και εφ’ όσον δεν έχει καταβληθή αποζημίωσις ικανοποιούσα πλήρως την απαίτησιν. 7. Αι απαιτήσεις αποζημώσεως αι προκύπτουσαι εκ της άνευ αδείας χρήσεως οιουδήποτε οχήματος των ενόπλων δυνάμεων του Κράτους προελεύσεως, θα ρυθμίζωνται συμφώνως προς την παράγραφον 6 του παρόντος άρθρου, εκτός των περιπτώσεων καθ’ ας η δύναμις ή το πολιτικόν προσωπικόν τυγχάνουν κατά νόμον υπεύθυνοι. 8. Αν γεννηθή αμφισβήτησις περί του εάν η παράνομος πράξις ή η παράλειψις μέλους τινός δυνάμεως ή πολιτικού προσωπικού έλαβε χώραν κατά την εκτέλεσιν υπηρεσίας ή περί του εάν η χρήσις οχήματος ανήκοντος εις τας ενόπλους δυνάμεις του Κράτους προελεύσεως εγένετο άνευ αδείας, η υπόθεσις θα παραπέμπηται εις διαιτητήν, διοριζόμενον συμφώνως προς την παράγραφον 2 (β) του παρόντος άρθρου, ο οποίος αποφασίζει ανεκκλήτως επί της διαφοράς ταύτης. … .». Τέλος, στο άρθρο IV του ανωτέρω ν.δ.3715/1957 ορίζεται ότι: «Εις αστικάς υποθέσεις, περιλαμβανομένων ζημιών προερχομένων εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, τα Ελληνικά Δικαστήρια θα ασκούν δικαιοδοσίαν ως προβλέπεται εις το άρθρον VIII της Συμβάσεως περί του Νομικού καθεστώτος των Ενόπλων Δυνάμεων του Βορειοατλαντικού Συμφώνου». 

6. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση κατά την οποία από παράνομη πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια προκαλείται ζημία σε τρίτο πρόσωπο στην Ελλάδα από μέλος ενόπλου δυνάμεως Κράτους – Μέλους του Βορείου Ατλαντικού, όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (Η.Π.Α.), το οποίο ευρίσκεται εντός του Κράτους διαμονής (Ελλάδα), κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας, το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος τρίτου σε αποζημίωση, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., η δε διαφορά που δημιουργείται ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Αντιθέτως, σε περίπτωση κατά την οποία από παράνομη πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια προκαλείται ζημία σε τρίτο πρόσωπο στην Ελλάδα από μέλος ενόπλου δυνάμεως Κράτους – Μέλους του Βορείου Ατλαντικού, το οποίο ευρίσκεται εντός του Κράτους διαμονής (Ελλάδα), όχι όμως κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, υπάρχει μεν δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους διαμονής, ανεξαρτήτως της προβλεπόμενης από τη Σύμβαση τυχόν εξώδικης ή φιλικής διαδικασίας διακανονισμού της διαφοράς, όμως, η αγωγή αποζημιώσεως είναι δυνατόν να στραφεί μόνον κατά του μέλους ενόπλου δυνάμεως του ξένου κράτους και όχι κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, στην περίπτωση αυτή, δεν νομιμοποιείται παθητικώς, η δε διαφορά που δημιουργείται είναι ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (πρβ. Α.Ε.Δ. 5/1995, ΣτΕ 3137/2013, ΑΠ. 696/1987). 
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Στις 14.7.2000, ημέρα Παρασκευή και περί ώρα 21.40΄, η πρώτη αναιρεσείουσα οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ΥΧΜ 4297 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, του οποίου είχε την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, εκινείτο δε επί της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών – Κορίνθου στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Κόρινθο. Η οδηγός του ανωτέρω οχήματος μετά τον οδικό κόμβο της περιοχής του Σκαραμαγκά ακολούθησε την επιπλέον λωρίδα κυκλοφορίας (αντιδρομήσεως), που είχε παραχωρήσει η Διεύθυνση Τροχαίας Αττικής για να εξυπηρετηθεί η αυξημένη κίνηση των οχημάτων που εκινούντο επί του ανωτέρω ρεύματος κυκλοφορίας και την οποία αποτελούσε η αριστερή λωρίδα του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας (εκείνου με κατεύθυνση προς Αθήνα). Κατά τη διάρκεια της κινήσεως του ανωτέρω οχήματος στη λωρίδα αντιδρομήσεως, η οποία επισημαινόταν με σειρά έγχρωμων κώνων, στο ύψος των διοδίων Ελευσίνας (25,5ο χιλιόμετρο), συγκρούσθηκε μετωπικώς με το αντιθέτως κινούμενο και κατευθυνόμενο προς Αθήνα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ΑΧΜ 8341 οδηγούμενο από τον τότε σμηνία της Πολεμικής Αεροπορίας των Η.Π.Α. Renard Cuthbertson, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του Αμερικανικού Δημοσίου, ενώ τη χρήση του είχε η 731η Μονάδα Υποστηρίξεως Πολεμοφοδίων της Αεροπορικής Βάσεως στον Άραξο Αχαϊας. Το τελευταίο αυτό όχημα είχε παρεκκλίνει της πορείας του προς τα αριστερά και είχε εισέλθει με μεγάλη ταχύτητα στη λωρίδα αντιδρομήσεως, όπου εκινείτο κανονικά το όχημα της πρώτης αναιρεσείουσας, στο οποίο επέπεσε με σφοδρότητα. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια, εκτός από την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος, να τραυματιστεί θανάσιμα ο σύζυγος της πρώτης αναιρεσείουσας, Ιωάννης Παγώνης, καθώς και σοβαρά η τότε ανήλικη θυγατέρα του, δεύτερη αναιρεσείουσα, Αναστασία Παγώνη, ελαφρά δε η πρώτη αναιρεσείουσα. Ακολούθως, οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 29.1.2002 αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων με την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 και επόμενα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως στρεφόμενη κατά του Αμερικανικού Δημοσίου με την 4074/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας το Αμερικανικό Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την 4759/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κρίθηκε ότι το τελευταίο δεν νομιμοποιούνταν παθητικώς. Εξάλλου, οι αναιρεσείουσες άσκησαν την από 15.7.2004 αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., στρεφόμενες κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών, το οποίο κρίθηκε ως κατά τόπον αρμόδιο κατόπιν της 69/2005 παραπεμπτικής αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέδωσε αρχικά την υπ’ αριθμ. 36/2006 προδικαστική απόφασή του, με την οποία έκρινε ότι ο Αμερικανός σμηνίας βρισκόταν κατά τον χρόνο του συμβάντος σε διατεταγμένη υπηρεσία, αν και το όχημα που οδηγούσε δεν ήταν εφοδιασμένο με τα απαραίτητα έγγραφα (διαταγή – δελτίο κινήσεως), που θα του επέτρεπαν νομίμως να εξέλθει υπηρεσιακώς της Μονάδας και να κινηθεί στο Ελληνικό έδαφος, διότι, εφόσον οδηγείτο από μέλος του προσωπικού της Πολεμικής Αεροπορίας των Η.Π.Α., η παρουσία του οποίου δεν οφειλόταν σε προσωπικούς ή τουριστικούς λόγους, ούτε προέκυπτε ότι είχε διατεθεί σε αυτόν το όχημα για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών του συμφερόντων, ο σκοπός της κυκλοφορίας του οχήματος ήταν υπηρεσιακός και, επομένως, ο σμηνίας οδηγώντας το εν λόγω όχημα ήταν εντός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων και υπήρχε αστική ευθύνη του Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. Επακολούθησε η υπ’ αριθμ. 351/2007 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσειουσών και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε αυτές τα εις την πρωτόδικη απόφαση αναφερόμενα ποσά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όμως, με την ανωτέρω οριστική απόφασή του έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση άνευ ετέρου, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η παράνομη πράξη, παράλειψη ή υλική ενέργεια του προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων του αλλοδαπού Δημοσίου έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση διατεταγμένης υπηρεσίας του «με την στενή έννοια του όρου», καθόσον το προσωπικό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω διεθνούς Συμβάσεως, ευρίσκεται στην Ελλάδα αποκλειστικώς για την εκτέλεση της υπηρεσίας, ενώ υπό την αντίθετη εκδοχή ο ζημιωθείς, η δικονομική θέση του οποίου θα καθίστατο δυσμενής, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων, επειδή θα καλείτο να ανταποκριθεί σε δυσαπόδεικτο και δυσβάστακτο αποδεικτικό βάρος, θα κινδύνευε να παραμείνει δικαστικώς απροστάτευτος. Κατά της αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις. Το Ελληνικό Δημόσιο πρόβαλε ότι ο εν λόγω σμηνίας της Πολεμικής Αεροπορίας των Η.Π.Α. ευρισκόταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος εκτός διατεταγμένης υπηρεσίας, διότι δεν προέκυψε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι η μετακίνηση του οχήματος που οδηγείτο από αυτόν έγινε για υπηρεσιακούς λόγους, γεγονός, το οποίο συνεπαγόταν τον αποκλεισμό της ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου για την αποκατάσταση της επελθούσας ζημίας. Το Διοικητικό Εφετείο Πατρών με την ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του ότι: α) το γεγονός ότι βάσει των διατάξεων της διεθνούς συμβάσεως της 19ης Ιουνίου 1951 το προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων των κρατών – μελών της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού που ευρίσκεται στην Ελλάδα «προς εκτέλεσιν υπηρεσίας», δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι οποιεσδήποτε παράνομες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες τελούνται ή εκδηλώνονται σε ελληνικό έδαφος κατά τη διάρκεια της παραμονής του λαμβάνουν χώρα «εν τη εκτελέσει του υπηρεσιακού του καθήκοντος», β) οι αναιρεσείουσες με το δικόγραφο της αγωγής επικαλέστηκαν, για τη θεμελίωση του αιτήματός τους, τις διατάξεις τόσο της παραγράφου 5, όσο και της παραγράφου 6 του άρθρου 8 της Συμβάσεως περί του νομικού καθεστώτος των ενόπλων δυνάμεων του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, το ρυθμιστικό πεδίο των οποίων, όμως, δεν ταυτίζεται, διότι κάθε μία από τις διατάξεις αυτές αναφέρεται σε διαφορετική περίπτωση ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων τρίτων προσώπων που ζημιώθηκαν από παράνομες ενέργειες μελών των αλλοδαπών ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες έλαβαν χώρα εντός της Ελληνικής Επικράτειας, αναλόγως του εάν τα μέλη αυτά διατελούσαν ή όχι, κατά τον χρόνο του συμβάντος, σε διατεταγμένη υπηρεσία και σε καταφατική περίπτωση καθιερώνεται αποκλειστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του παθόντος, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. (παράγραφος 5), σε αποφατική περίπτωση δε, θεσπίζεται τελικώς ατομική ευθύνη του ίδιου του ζημιώσαντος για την αποκατάσταση της βλάβης που προκάλεσε (παράγραφος 6), γ) απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία αστικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 5 της ανωτέρω Συμβάσεως και 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., είναι ότι για τις παράνομες και ζημιογόνες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες των μελών του στρατιωτικού προσωπικού, εν προκειμένω, των Η.Π.Α. που τελούνται ή εκδηλώνονται στο έδαφος του Ελληνικού Κράτους πρέπει να έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και να τελούν σε εσωτερική συνάφεια προς την άσκηση των καθηκόντων αυτών. Συνεπώς, δεν υπάρχει ευθύνη, όταν η παράνομη δραστηριότητα οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα των μελών των ενόπλων δυνάμεων του ξένου κράτους, που ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, δ) οι αναιρεσείουσες κατά τη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ούτε επικαλέστηκαν, ούτε προσκόμισαν, όπως είχαν εκ του νόμου υποχρέωση (άρθρο 145 παρ. 1 Κ.Δ.Δ.), κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο τεκμηριωνόταν ότι ο σμηνίας της Πολεμικής Αεροπορίας των Η.Π.Α., ως οδηγός του εν λόγω οχήματος, βρισκόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος σε διατεταγμένη υπηρεσία και ότι η χρήση του οχήματος ήταν απόρροια της υπηρεσιακής του ιδιότητας, ε) το όχημα που οδηγούσε ο εν λόγω σμηνίας, όπως έγινε δεκτό και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν διέθετε τα απαραίτητα κατά το νόμο έγγραφα, που θα επέτρεπαν να κινηθεί αυτό νομίμως για υπηρεσιακούς λόγους εκτός της Μονάδας, στ) ο Διοικητής της στρατιωτικής Μονάδας, όπου υπηρετούσε ο Αμερικανός σμηνίας, βεβαίωσε τη Νομική Υπηρεσία του Ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, στα πλαίσια σχετικής αλληλογραφίας, ότι αυτός δεν τελούσε σε διατεταγμένη υπηρεσία κατά το χρόνο του συμβάντος, ενώ, εξάλλου, οι αναιρεσείουσες με την ανωτέρω αγωγή τους που άσκησαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και στρέφονταν κατά του Αμερικανικού Δημοσίου είχαν αναφέρει ότι ο σμηνίας οδηγούσε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, με το οποίο μετέβαινε με άλλους τέσσερις συναδέλφους του (δύο άνδρες και δύο γυναίκες) από τον Άραξο στην Αθήνα το βράδυ της Παρασκευής της 14ης Ιουλίου 2000, ευρισκόμενος εκτός υπηρεσίας, γεγονός για το οποίο στην αγωγή αποζημιώσεως που άσκησαν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, μετέβαλαν αιφνιδίως άποψη. Άλλωστε με την από 15.7.2004 αίτησή τους (αρ.πρωτ. 695/19.7.2004) προς την αρμόδια Ελληνική Αρχή (Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, Ελληνικό Γραφείο Αποζημιώσεων ΝΑΤΟ Δεχόμενου Κράτους), οι αναιρεσείουσες ζήτησαν να ενεργοποιηθεί η εξώδικη – φιλική διαδικασία διακανονισμού της διαφοράς, με την καταβολή από το Δημόσιο των Η.Π.Α. χαριστικής αποζημιώσεως, γεγονός που προϋποθέτει σαφή αποδοχή εκ μέρους τους της τελέσεως της ανωτέρω αδικοπραξίας από τον Αμερικανό σμηνία στα πλαίσια μη διατεταγμένης υπηρεσίας, ζ) ο διάδικος απευθυνόμενος σε δικαστήρια διαφορετικής δικαιοδοσίας έχοντας το αυτό αίτημα, έστω κι αν στρέφεται κατά διαφορετικών νομικών προσώπων, δεν είναι δυνατόν να διαφοροποιεί τους πραγματικούς του ισχυρισμούς για το ίδιο βιοτικό συμβάν, η) η κρίση της πρωτόδικης οριστικής αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε ότι ο Αμερικανός σμηνίας δεν βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία κατά τον χρόνο του επίμαχου συμβάντος, ανεξαρτήτως του ότι είναι αντιφατικό με τα γενόμενα δεκτά πρωτοδίκως, δηλαδή ότι η απόδειξη του στοιχείου αυτού είναι περιττή, πάντως, αντιστρέφει αδικαιολόγητα το δικονομικό βάρος αποδείξεως και θ) αποδοχή της αστικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου έναντι του ζημιωθέντος από παράνομες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες μελών του στρατιωτικού προσωπικού κράτους – μέλους της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού που τελούνται ή εκδηλώνονται στο έδαφος του Ελληνικού Κράτους και έλαβαν χώρα εκτός του κύκλου της υπηρεσιακής τους δραστηριότητας, μπορεί να γίνει δεκτή ως έσχατη λύση, προκειμένου να μη στερηθεί ο ζημιωθείς της κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος παροχής έννομης προστασίας, μόνο στην περίπτωση που αποδεδειγμένα απέβη άκαρπη η διαδικασία χαριστικής καταβολής αποζημιώσεως εκ μέρους του αλλοδαπού Δημοσίου και, εν συνεχεία, δεν κατέστη δυνατή για συγκεκριμένους, προσηκόντως αποδεικνυόμενους λόγους είτε σε περίπτωση που η αγωγή ασκείται κατά του ζημιώσαντος αλλοδαπού στρατιωτικού ενώπιον των αρμοδίων ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων, είτε σε περίπτωση που ικανοποιείται η αναγνωρισθείσα από αυτά αξίωση και η είσπραξη της επιδικασθείσας αποζημιώσεως, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν, στην προκειμένη περίπτωση, οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη δημιουργία αποζημιωτικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου έναντι των αναιρεσειουσών και η αγωγή αποζημιώσεως που εστρέφετο κατ’ αυτού έπρεπε να απορριφθεί κατ’ ουσίαν. Επομένως, το Διοικητικό Εφετείο Πατρών, συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 351/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών, έκανε δεκτή την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε, απέρριψε την από 15.7.2004 αγωγή των αναιρεσειουσών που εστρέφετο κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως αβάσιμη. 
8. Επειδή, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ο σμηνίας της Πολεμικής Αεροπορίας των Η.Π.Α. που οδηγούσε το όχημα που προκάλεσε το ατύχημα, δεν βρισκόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο σε διατεταγμένη υπηρεσία και, επομένως, δεν καθιερώνεται αποκλειστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του παθόντος, υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 5 του άρθρου 8 της Συμβάσεως που υπογράφηκε στις 19.6.1951 μεταξύ των κρατών – μελών της Συνθήκης του Βορείου Ατλαντικού επί του νομικού καθεστώτος των δυνάμεων αυτών, που κυρώθηκε με το ν.2799/1954, αλλά θεσπίζεται τελικώς ατομική ευθύνη του ίδιου του ζημιώσαντος για την αποκατάσταση της βλάβης που προκάλεσε, κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 6 του άρθρου 8 της ανωτέρω Συμβάσεως, εφόσον η παράνομη δραστηριότητα οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του μελους των ενόπλων δυνάμεων του ξένου κράτους, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένα υπέλαβε ότι οι αναιρεσείουσες ενομιμοποιούντο, εν προκειμένω, να ασκήσουν αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. και ότι αυτό είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά. Για το λόγο αυτόν, αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο ως αφορώντα την έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί (ΣτΕ 2216/20142895/2013 κ.ά.). Περαιτέρω, εν όψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, το δικαστήριο κρατεί την υπόθεση, δέχεται την έφεση του Δημοσίου για τον ίδιο λόγο, εξαφανίζει την 351/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών και απορρίπτει την αγωγή των αναιρεσειουσών ελλείψει δικαιοδοσίας. Οι δε αναιρεσείουσες έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων υπό τους όρους της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149) [ΣτΕ 2216/2014], τηρώντας και τις ισχύουσες διατάξεις που αφορούν τις αναγκαίες επιδόσεις προς αλλοδαπό εναγόμενο (βλ. και ν. 1334/1983 (Α΄ 31). 
9. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαλλάσσει τις αναιρεσείουσες από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου τόσο για τη δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, Α΄ 8), όσο και για την κατ’ έφεση και την πρωτοβάθμια δίκη (άρθρο 275 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97). 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Δέχεται την αίτηση. 
Αναιρεί την 469/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατά τα εις το αιτιολογικό. 
Απαλλάσσει τις αναιρεσείουσες από τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου για την κατ’ αναίρεση δίκη, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό. 
Διακρατεί την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό. 
Δέχεται την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου. 
Εξαφανίζει την 351/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. 
Απορρίπτει την αγωγή των αναιρεσειουσών. Και 
Απαλλάσσει τις αναιρεσείουσες από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου για την κατ’ έφεση και τη πρωτοβάθμια δίκη, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου και στις 17 Σεπτεμβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Οκτωβρίου 2014. 
 Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος 
  
  
 Ν. Σακελλαρίου  Β. Ραφαηλάκη