3620/2008 ΣΤΕ ( 479321)
(ΔΙΜΕΕ 2008/520) Τηλεόραση. Αρχή της αντικειμενικής μετάδοσης των ειδήσεων και των πληροφοριών. Περιεχόμενο αυτής. Ο έλεγχος του περιεχομένου ενός δελτίου ειδήσεων εφεύγει των κυρώσεων που μπορεί να επιβάλει το εθνικό συμβούλιο ραδιοτηλεόρασης. Ακυρώνεται κυρωτική απόφαση του ΕΣΡ κατά τηλεοπτικού σταθμού για παραβίαση της αρχής της αντικειμενικής μετάδοσης των ειδήσεων.
Αριθμός 3620/2008
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2008, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ε. Σαρπ, Χ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Γρατσίας, Σύμβουλοι, Ό. Ζύγουρα, Ο. Νικολαράκου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 3 Ιουνίου 2003 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “………..”, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής (……………), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Μαρία Μπάρλα (Α.Μ. 13713), που τη διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, που εδρεύει στην Αθήνα (Πινδάρου 6), το οποίο παρέστη με τη Βασιλική Πανταζή, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ` αριθμ. 205/1.4.2003 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Χ. Ράμμου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια της αιτούσας εταιρείας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του καθ` ού Συμβουλίου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (αριθ. γραμμ. 677250, 312181).
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της υπ` αριθμ. 205/1.4.2003 αποφάσεως του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως (ΕΣΡ), με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα εταιρεία, ιδιοκτήτρια του ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού «….», ως διοικητική κύρωση η σύσταση για παράβαση της αρχής της αντικειμενικότητας κατά το δελτίο ειδήσεων του σταθμού της 15.2.2003.
3. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Κατά το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ως άνω τηλεοπτικού σταθμού της 15.2.2003 μεταδόθηκαν τμήματα των μεγάλων αντιπολεμικών συλλαλητηρίων, που έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη κατά της επικειμένης στρατιωτικής επεμβάσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής στο Ιράκ. Οπως προκύπτει από την από 3.3.2003 έκθεση της Τεχνικής Υπηρεσίας του ΕΣΡ, η προβολή από το δελτίο αυτό της πορείας στις δύο πόλεις διήρκεσε 2 λεπτά και 30 δευτερόλεπτα, ενώ η προβολή διαφόρων επεισοδίων, που συνέβησαν κατά την διάρκεια των πορειών διήρκεσε 4 λεπτά. Είχαν προηγηθεί διαμαρτυρίες πολιτικών κομμάτων και ενώσεων πολιτών σχετικά με τον τρόπο μετάδοσης από τους τηλεοπτικούς σταθμούς των αντιπολεμικών διαδηλώσεων καθώς και η σχετική υπ` αριθμ. 2164/25.2.2003 ανακοίνωση της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών. Μετά από σχετική πρόσκληση, η αιτούσα εξέθεσε τις απόψεις της επί της αποδιδόμενης σε αυτή παράβασης κατά την υπ` αριθμ. 197/18.3.2003 συνεδρίαση του ΕΣΡ. Ο εκπρόσωπος της αιτούσας υποστήριξε ότι η αξιολόγηση και ιεράρχηση των ειδήσεων ανήκει στην αποκλειστική ευθύνη των δημοσιογράφων και δεν μπορεί να υπαγορευθεί από το ΕΣΡ. Ακολούθως, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία, κατ` αποδοχή της σχετικής εισηγήσεως, κρίθηκε ότι «η αρχή της αντικειμενικότητας επέβαλε το καθήκον της πιστής αναπαράστασης της πραγματικότητας, η οποία είχε ως εξής: Οι σημαντικές αντιπολεμικές διαδηλώσεις διήρκεσαν επί ώρες, ενώ τα επεισόδια ήσαν ασήμαντα και διήρκεσαν κατά πολύ μικρότερα χρονικά διαστήματα. Η προβολή όμως των επεισοδίων κατά κύριο λόγο και η προβολή των διαδηλώσεων δευτερευόντως ήταν αποτέλεσμα της παραβιάσεως της υποχρεώσεως του τηλεοπτικού σταθμού προς αντικειμενική μετάδοση της επικαιρότητας. Ενδείκνυται όπως επιβληθεί στον τηλεοπτικό σταθμό για την ως άνω εκτροπή η κύρωση της συστάσεως».
4. Επειδή, στο άρθρο 15 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης. 2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας». Συναφώς στον Κανονισμό υπ` αριθμ. 1/1991 «περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας στην ραδιοτηλεόραση (Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας – Α΄ 75) του ΕΣΡ ορίζονται σχετικά με την ελευθερία εκφράσεως και την παρουσίαση των ειδήσεων τα εξής: «Άρθρο 2. Ο δημοσιογράφος υπερασπίζεται την ελευθερία εκφράσεως.
Έχει το δικαίωμα να μεταδίδει ανεμπόδιστα πληροφορίες και σχόλια για να εξασφαλίσει την ενημέρωση της κοινής γνώμης. Άρθρο 3. Ειδήσεις και σχόλια πρέπει να διακρίνονται με τρόπο σαφή. Οι ειδήσεις συλλέγονται, συντάσσονται και επιδιώκονται με επιδίωξη πληρότητας και αντικειμενικότητας …».
5. Επειδή, το δικαίωμα του πληροφορείν και η συνακόλουθη με αυτό δημοσιογραφική ελευθερία κατοχυρώνεται τόσο στα πλαίσια του άρθρου 14 του Συντάγματος (που αφορά τον έγγραφο τύπο) όσο και στα πλαίσια του άρθρου 15 (που αφορά την ραδιοφωνία και την τηλεόραση). Στον πυρήνα της ελευθερίας αυτής περιλαμβάνεται κατ` αρχήν η ευχέρεια του δημοσιογράφου (ο οποίος έχει την σχετική ευθύνη σε ένα ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό) να αξιολογεί και να επιλέγει το τι εκ των καθημερινώς συμβαινόντων αξίζει να θεωρηθεί ως είδηση και πρέπει να μεταδοθεί ως τοιαύτη. Κατά την ενάσκηση της ελευθερίας του αυτής ο οικείος ραδιοφωνικός ή τηλεοπτικός σταθμός μπορεί να ελεγχθεί από το αρμόδιο προς τούτο εκ του Συντάγματος Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης μόνο αν παρέλειψε πλήρως να μεταδώσει ως είδηση κάποιο γεγονός, το οποίο, κατά γενική παραδοχή, είναι εξόχως και ιδιαιτέρως σημαντικό. Και τούτο διότι η μη μετάδοση μίας τέτοιας ειδήσεως ισοδυναμεί με απόκρυψη ειδήσεων και με προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης και συνιστά παραβίαση της αρχής της αντικειμενικής μετάδοσης των ειδήσεων και πληροφοριών, που επιτάσσει το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος. Περαιτέρω, στον πυρήνα της κατοχυρωμένης συνταγματικά δημοσιογραφικής ελευθερίας ανήκει επίσης και η ευχέρεια του εν λόγω δημοσιογράφου (ή των εν λόγω δημοσιογράφων), αυτός, αποκλειστικά και μόνο, να ιεραρχεί και να αξιολογεί τις κριθείσες ως κατ` αρχήν μεταδοτέες ειδήσεις ως περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές μεταξύ τους και να αποφασίζει πόσος χρόνος θα διατεθεί σε κάθε μία από αυτές στα πλαίσια ενός δελτίου ειδήσεων. Η ως άνω ιεράρχηση και αξιολόγηση δεν υπόκεινται στον κυρωτικό έλεγχο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης σε καμία περίπτωση. Επομένως, η διαφορετική εκτίμηση που έκανε ένας δημοσιογράφος (ή ένα δημοσιογραφικό επιτελείο) ενός ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού από εκείνη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης σε σχέση με την ιεράρχηση και αξιολόγηση μίας είδησης αναφορικά με άλλες δεν συνιστά ποτέ παραβίαση της αρχής της αντικειμενικής μετάδοσης των ειδήσεων και πληροφοριών.
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση καταλογίσθηκε στον σταθμό της αιτούσης ως παράβαση της δεοντολογίας που διέπει ένα τηλεοπτικό σταθμό και συγκεκριμένα ως παραβίαση της αρχής της αντικειμενικής μετάδοσης των ειδήσεων και πληροφοριών, όπως ήδη εξετέθη, το γεγονός ότι κατά το δελτίο ειδήσεων της 15.2.2003, διετέθη περισσότερος τηλεοπτικός χρόνος στα επεισόδια που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια των αντιπολεμικών συλλαλητηρίων της ίδιας ημέρας απ` ό,τι στα ίδια τα συλλαλητήρια. Σύμφωνα, όμως με όσα ανεπτύχθησαν στην προηγούμενη σκέψη, η εν λόγω διάθεση μεγαλυτέρου τηλεοπτικού χρόνου στα επεισόδια δεν συνιστά παραβίαση της προαναφερθείσης αρχής και, συνεπώς, ούτε παραβατική της δεοντολογίας συμπεριφορά του σταθμού αυτού και, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογείται νομίμως πρέπει δε να ακυρωθεί για τον λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του άλλου λόγου ακυρώσεως.
Διά ταύτα
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση
Ακυρώνει την απόφαση υπ` αριθμ. 205/1.4.2003 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης
