ΣτΕ 3668/96, ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΥΠΗΡΕΣΙΚΑ ΤΟΥΣ ΤΟ Α.90 Σ . ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΔΕΝ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΝΤΑΙ , ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΕΜΜΕΣΑ ΔΙΑ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΟΥΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΕΚΤΟΣ ΕΑΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΕΣ. ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΔΙΚ

ΣΤΕ

Αριθμός 3668/1996
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ’

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 1996, με την εξής σύνθεση: Κ. Μ. Χαλαζωνίτης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του ΓΆ Τμήματος, Σ. Σαρηβαλάσης, Ν. Παπαδημητρίου, Π.Ν. Φλώρος, Γ. Παπαμεντζελόπουλος Σύμβουλοι, Χρ. Ράμμος, Κ. Πισπιρίγκος, Πάρεδροι. Αντ. Γαϊτάνης, Γραμματέας του ΓΆ Τμήματος.
Γ ι α να δικάσει την από 25 Σεπτεμβρίου 1995 αίτηση:
Τ ο υ Γεωργίου Μπέη, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παρέστη με τον Β. Παπαγεωργίου (Α.Μ. 11457/96) που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κ α τ ά του Υπουργού Εθνικής μυνας, ο οποίος παρέστη με τον Χρ. Μπότσιο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί το από 11-8-1995 Προεδρικό Διάταγμα που αφορά “τοποθετήσεις Προέδρων, Εισαγγελέων, Ανακριτών και λοιπόν Δικαστών στα Στρατιωτικά Δικαστήρια και σε Διοικητικές θέσεις”, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμ. 175/22-8-1995 ΦΕΚ (τεύχος ΓΆ) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ν. Παπαδημητρίου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη κ α ι ,
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν ό μ ο
1. Επειδή, για τη νομότυπη άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχουν καταβληθεί τα τέλη και το παράβολο (γραμμάτια Δ.Ο.Υ. Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών 1583359-60/1995 και ειδικά γραμμάτια παραβόλου 5277682 και 2108375).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία έχει εισαχθεί για συζήτηση στην 7μελή σύνθεση του Τμήματος, λόγω σπουδαιότητος, με ειδική πράξη του Προέδρου του Τμήματος, ζητείται η ακύρωση του από 11.8.1995 π. δ/τος (ΦΕΚ 175 τ. ΓΆ) που εκδόθηκε σε εκτέλεση της 1/22.7.1995 αποφάσεως του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου του Δικαστικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων, κατά το μέρος που με αυτό ο αιτών, στρατιωτικός δικαστής βΆ, τοποθετήθηκε στο Στρατοδικείο Ξάνθης ως αντεισαγγελέας.
3. Επειδή, στην παράγραφο 4 του άρθρου 96 του Συντάγματος ορίζεται ότι: “Ειδικοί νόμοι ορίζουν: α) Τα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες… β)…” και στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ότι: “Τα δικαστήρια του στοιχείου αΆ της προηγούμενης παραγράφου συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος. Για τις συνεδριάσεις και αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93. Τα σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, καθώς και ο χρόνος που θα αρχίσει η ισχύς τους ορίζονται με νόμο”. Εξάλλου, στο άρθρο 93 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής
(r)@”1. … 2. Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων. 3. Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλεται σε δημόσια συνεδρίαση. Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώρηση στα πρακτικά ενδεχόμενης μειοψηφίας, καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις της δημοσιότητάς της. 4. …”. Τέλος, στο άρθρο 95 του Συντάγματος ορίζεται ότι: “1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου…”.
4. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 5 του Συντάγματος που είναι εντεταγμένες στο περί Δικαστικής Εξουσίας τμήμα του, προκύπτει ότι οι διατάξεις αυτές παρέπεμψαν ειδικώς στο άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος ως προς το ζήτημα της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των μελών του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, την οποία θα εξασφαλίσει ο σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις εκδιδόμενος νόμος και όχι σε όλο το πρώτο κεφάλαιο του περί Δικαστικής Εξουσίας τμήματος του Συντάγματος (άρθρα 87 έως 91) και ειδικότερα στο άρθρο 90, το οποίο αναφέρεται αποκλειστικά στη συγκρότηση των Ανωτάτων Δικαστικών Συμβουλίων των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Συμβουλίου Επικρατείας, Αρείου Πάγου και Ελεγκτικού Συνεδρίου) και στη διαδικασία προαγωγών, τοποθετήσεων κ.λπ. των δικαστών που ανήκουν ή υπάγονται στα δικαστήρια αυτά. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι οι πράξεις των δικαστικών αρχών δεν υπόκεινται σε έλεγχο με το ένδικο μέσο της αιτήσεως ακυρώσεως και μάλιστα όχι μόνο αμέσως αλλά ούτε εμμέσως, με τον έλεγχο δηλαδή των πράξεων διοικητικών οργάνων που στηρίζονται σ’ αυτές. Γι’ αυτό και λόγοι ακυρώσεως στρεφόμενοι κατά τέτοιων πράξεων όχι μόνον ευθέως αλλά και εμμέσεως με την ευκαιρία της προσβολής διοικητικών πράξεων στηριζομένων σ’ αυτές, είναι απαράδεκτοι, εκτός αν αναφέρονται σε ελαττώματα των πράξεων της δικαστικής αρχής τα οποία της καθιστούν ανυπόστατες, ερευνώνται δε μόνο λόγοι ακυρώσεως αναφερόμενοι σε ίδια και αυτοτελή ελαττώματα των τελευταίων αυτών διοικητικών πράξεων (Σ.τ.Ε. 4080/1979, 938/1980, 386/1986, 2172/1990, 3110/1992 κ.α.).
5. Επειδή, σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 96 παρ. 5 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 2304/1995 “Κύρωση Κώδικα Δικαστικού Σώματος Ενόπλων Δυνάμεων” (ΦΕΚ 83), στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται ότι “δικαστικοί λειτουργοί του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων απολαύουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας” και στο άρθρο 42 ότι: “1. Οι τοποθετήσεις των διοριζομένων ή προαγομένων δικαστικών λειτουργών, οι μεταθέσεις και αποσπάσεις τους ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εθνικής ¶μυνας, ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. 2. … 3. Η επιλογή του Προέδρου, του Εισαγγελέα και των Αντιπροέδρων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου γίνεται με απόφαση του ΚΥΣΕΑ…”. Περαιτέρω, στο άρθρο 53 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: “Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του δικαστικού σώματος ενόπλων δυνάμεων αποφασίζει για το διορισμό των Στρατιωτικών Δικαστών ΔΆ και για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και προαγωγές των δικαστικών λειτουργών του σώματος. Επίσης αποφασίζει, γνωμοδοτεί ή προτείνει και σε κάθε άλλη περίπτωση που ορίζεται από το νόμο” και στο επόμενο άρθρο 54 ότι: “Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο εδρεύει στο κατάστημα του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου. Συγκροτείται από πέντε μέλη, εκτός εάν πρόκειται να αποφασίσει επί προσφυγής οπότε συγκροτείται από ένδεκα μέλη. Τακτικά μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου είναι ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου και τρεις μεν Αναθεωρητές που ορίζονται με κλήρωση για την πενταμελή σύνθεση, έξι δε Αναθεωρητές και τρεις Αρεοπαγίτες που ορίζονται με κλήρωση για την ενδεκαμελή σύνθεση”. Τέλος, στο άρθρο 151 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι: “2. Μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη της ισχύος του παρόντος το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Σώματος ορίζει τον επιθεωρητή και τοποθετεί τους Προέδρους, Εισαγγελείς, Ανακριτές και λοιπούς Δικαστές στα στρατιωτικά δικαστήρια
“αΜέχρι τότε στις παραπάνω θέσεις υπηρετούν οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν τοποθετηθεί σε αυτές…”.
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 151 παρ. 2 του ν. 2304/1995, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων με την 1/22.7.1995 απόφασή του τοποθέτησε, εκτός άλλων, τον αιτούντα, στρατιωτικό δικαστή βΆ, στο Στρατοδικείο Ξάνθης ως αντεισαγγελέα. Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου εκδόθηκε το από 11.8.1995 π. δ/γμα (ΦΕΚ 175 τ. ΓΆ), με το οποίο ο αιτών τοποθετήθηκε στην πιο πάνω θέση. Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών προσβάλλει το πιο πάνω π. δ/γμα και προβάλλει ως λόγους ακυρώσεως ότι αυτό έχει εκδοθεί σε εκτέλεση αποφάσεως Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου το οποίο συγκροτήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 90 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος (μη συμμετοχή σ’ αυτό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, συμμετοχή του Προέδρου, Εισαγγελέα και Αντιπροέδρων του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου που επιλέγονται όχι από το Υπουργικό Συμβούλιο, αλλά από το ΚΥΣΕΑ) και το οποίο συνετέθη κατά παράβαση του άρθρου 150 παρ. 1 του ν. 2304/1995. Οι λόγοι όμως αυτοί, είναι απαράδεκτοι, γιατί βάλλουν παρεμπιπτόντως, με την ευκαιρία προσβολής του πιο πάνω π. δ/τος, κατά της αποφάσεως του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, δηλαδή κατά πράξεως οργάνου ενταγμένου στη δικαστική λειτουργία που δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εξ άλλου, ο πρώτος από τους λόγους αυτούς, με τον οποίο προβάλλεται συγκρότηση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου κατά παράβαση του άρθρου 90 του Συντάγματος, όπως προκύπτει από τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη, δεν είναι βάσιμος, διότι το άρθρο 90 δεν έχει εφαρμογή στα στρατιωτικά δικαστήρια και συνεπώς δεν τίθεται θέμα ανυπαρξίας της αποφάσεως του εν λόγω συμβουλίου λόγω αντισυνταγματικής συγκροτήσεώς του.
7. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως.
Διατάζει την κατάπτωση του παραβόλου και
Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε δεκατέσσερεις χιλιάδες (14.000) δραχμές.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 1996 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 28ης Ιουνίου 1996.
Ο Πρόεδρος του Γ’ Τμήματος Ο Γραμματέας του ΓΆ Τμήματος

Κ. Μ. Χαλαζωνίτης
Αντ. Γαϊτάνης