ΣτΕ 3688/2005,Α τμ.7μ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΦΩΤΙΑ ΣΕ ΤΕΛΩΝΕΙΟ, ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΔΔ ΟΧΙ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ, ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΚΤΟΣ ΑΝ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΑΝΩΤΕΡΑ ΒΙΑ, ΤΕΤΟΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΩΤΙΑ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΕΑΝ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΕΜΠΡΗΣΜΟ, ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

ΣΤΕ

Αριθμός 3688/2005 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Α΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2005, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α’ Τμήματος, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Μαρινάκης, Δ. Σκαλτσούνης, Ε. Αντωνόπουλος, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Β. Ανδρουλάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 6 Μαΐου 1997 αίτηση: 
του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Περ. Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 
κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Βασιλεία της Ελβετίας και εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την εταιρεία «Δ. ΑΘΗΝΑΙΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Κηφισίας αριθ. 252 – 254), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Ε. Παπασωτηρίου (Α.Μ. 10201), που τον διόρισε με πληρεξούσιο. 
Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 4903/1996 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου, Ε. Αντωνόπουλου. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται, κατά νόμο, χωρίς καταβολή τελών και παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 4903/1996 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και εξαφανίσθηκε η 5838/1992 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στη συνέχεια δε έγινε δεκτή αγωγή της εν λόγω εταιρείας και αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα αυτής να λάβει από το Ελληνικό Δημόσιο ως αποζημίωση ποσό 23.192.716 δρχ.. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί η αγωγή αυτή, με την οποία η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει, καθ’ υποκατάσταση των δικαιωμάτων της ανώνυμης εταιρείας «SIEMENS Α.Ε. Ηλεκτρονικών Έργων και Προϊόντων», που ήταν ασφαλισμένη σ’ αυτήν, αποζημίωση λόγω ολοσχερούς καταστροφής εμπορευμάτων της ανώνυμης αυτής εταιρείας, κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής φυλάξεώς τους στις αποθήκες του Τελωνείου Αθηνών, εξ αιτίας πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε τη νύκτα της 5ης προς την 6η Ιουνίου 1990. 
2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση κατόπιν παραπομπής με την 614/2005 απόφαση του Τμήματος με πενταμελή σύνθεση. 
3. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1406/1983 (ΦΕΚ Α΄ 182) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, σε συμμόρφωση προς το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σ’ αυτά. Μεταξύ των ως άνω διαφορών περιλαμβάνονται, κατά την παράγραφο 2 περίπτωση η΄ του άρθρου αυτού, οι διαφορές από την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 1406/1983, στην περίπτωση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και όπου αλλού το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εγείρεται από τον δικαιούμενο αγωγή. Τέτοια διοικητική διαφορά, υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, είναι και η διαφορά που γεννάται από την ευθύνη του Δημοσίου σε περίπτωση φθοράς ή απώλειας εμπορευμάτων τα οποία φυλάσσονται υποχρεωτικώς σε τελωνειακές αποθήκες ή τελωνειακούς χώρους. Τούτο διότι, πριν περαιωθούν οι διατυπώσεις εκτελωνισμού των εμπορευμάτων αυτών, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 11 επ., 23, 24, 25 και 28 του Τελωνειακού Κώδικα, δεν είναι δυνατή η παραλαβή τους από το δικαιούχο (βλ. Σ.τ.Ε. 2635-7/19963584/19973027/19981794/20019792514/20023122958/2003). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει ότι η διαφορά που γεννήθηκε εν προκειμένω δεν ήταν διοικητική, αλλά ιδιωτικού δικαίου, στηριζομένη σε σύμβαση παρακαταθήκης μεταξύ αυτού ως θεματοφύλακα και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης εταιρείας (άρθρα 822 επ. Αστικού Κώδικα), και, συνεπώς, τα διοικητικά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να επιληφθούν της διαφοράς αυτής. 

4. Επειδή, εξάλλου, το χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς ουσίας διατηρεί η εκ της ως άνω αιτίας διαφορά και στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες η σχετική αξίωση ασκείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 210 του Εμπορικού Νόμου, από τον ασφαλιστή, ο οποίος αποζημίωσε τη ζημία ή απώλεια των ασφαλισθέντων πραγμάτων και, κατόπιν τούτου, υποκαθίσταται έναντι των τρίτων, όπως το Δημόσιο, στα δικαιώματα, τα οποία, λόγω της ζημίας, ανήκουν στον ασφαλισμένο. Συνεπώς, σύμφωνα με το εφαρμοστέο κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο νομοθετικό καθεστώς, ο ασφαλιστής νομιμοποιείται, κατά την έννοια της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Π.Δ. 341/1978 (ΦΕΚ Α΄ 71), στην οποία παραπέμπει το άρθρο 4 του Ν. 1406/1983, να ασκήσει αγωγή ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού πρωτοδικείου, καθ’ υποκατάσταση του αποζημιωθέντος ασφαλισμένου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο τελευταίος έχει κατά του Δημοσίου αξίωση προς αποζημίωση. Και ναι μεν, κατά το άρθρο 97 του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού (Ν.Δ. 321/1969, ΦΕΚ Α΄ 205), η αναγγελία περί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του Δημοσίου κοινοποιείται στο αρμόδιο για την πληρωμή δημόσιο ταμείο ή χρηματική διαχείριση και στην, κατά το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα, αρμόδια για την αναγνώριση της δαπάνης αρχή, επί ποινή ακυρότητος της εκχωρήσεως, το άρθρο όμως 97 του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού δεν έχει εφαρμογή επί της κατά τα ανωτέρω υποκαταστάσεως, εφόσον η υποκατάσταση του ασφαλιστή επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου (βλ. Σ.τ.Ε. 2635-7/19963584/19979792514/20022958/2003). Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. 

5. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (όπως μεταγλωττίσθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 456/1984, ΦΕΚ Α΄ 164) ορίζει ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …». Εξάλλου, το άρθρο 51 του εφαρμοστέου στην προκειμένη υπόθεση Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α΄ 59/21.3.1918 και αναδημοσίευση στο ΦΕΚ Α΄ 73/6.4.1918), το οποίο, δυνάμει του άρθρου 2 του Α.Ν. 1433/1938, εφαρμόζεται και επί των εμπορευμάτων που αποτίθενται στις προσωρινές αποθήκες ή τους τελωνειακούς περιβόλους των τελωνειακών αρχών, ορίζει ότι «Το Δημόσιον δεν ευθύνεται δια τας φυσικάς μειώσεις ή φθοράς των αποταμιευομένων εμπορευμάτων ούτε δια τας εξ ανωτέρας βίας βλάβας». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το Δημόσιο ευθύνεται προς αποζημίωση για τη φθορά ή απώλεια εμπορευμάτων που είναι αποτεθειμένα στις προσωρινές αποθήκες ή τους τελωνειακούς περιβόλους των τελωνειακών αρχών, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η διάταξη του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., ευθύνεται δηλαδή μόνο αν η φθορά ή απώλεια των εμπορευμάτων οφείλεται σε παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί ως προς τη φύλαξη και τη λειτουργία των τελωνειακών αυτών χώρων. Κατά συνέπεια, τα διοικητικά δικαστήρια οφείλουν να διαλάβουν κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεξε πράγματι τέτοια παράνομη πράξη ή παράλειψη των τελωνειακών οργάνων προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για φθορά ή απώλεια των εμπορευμάτων που έχουν αποτεθεί στους τελωνειακούς χώρους. Αντιθέτως, το Δημόσιο απαλλάσσεται από την ευθύνη αυτή μόνο αν αποδεικνύεται συνδρομή λόγου ανωτέρας βίας ή επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η βλάβη των εμπορευμάτων οφείλεται σε φυσική μείωση ή φθορά τους. Περίπτωση ανωτέρας βίας δεν συνιστά πάντως, κατ’ αρχήν, η πυρκαγιά, έστω και αν οφείλεται σε εμπρησμό. Μειοψήφησε η Σύμβουλος Ε. Δανδουλάκη, κατά τη γνώμη της οποίας και μετά την θέσπιση της διατάξεως του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. η ευθύνη του Δημοσίου για την απώλεια ή φθορά εμπορευμάτων που είναι αποτεθειμένα στους πιο πάνω χώρους εξακολουθεί να διέπεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 51 του τελωνειακού κώδικα. Κατά τη διάταξη αυτή, το Δημόσιο ευθύνεται χωρίς να απαιτείται η συνδρομή παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του, απαλλάσσεται δε από την υποχρέωσή του για αποζημίωση μόνο σε περίπτωση συνδρομής λόγων ανωτέρας βίας καθώς και φυσικής φθοράς ή μειώσεως των εμπορευμάτων. 
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής : Η ελληνική εταιρεία «SIEMENS Α.Ε. Ηλεκτρονικών Έργων και Προϊόντων» εισήγαγε από τη Δυτική Γερμανία, μέσω της ανώνυμης εταιρείας ελληνικών και διεθνών μεταφορών «ΠΡΟΟΔΟΣ Α.Ε.», δυνάμει συμβάσεως χερσαίας μεταφοράς, 407 χαρτοκιβώτια που περιείχαν κεραμικές εστίες μαγειρείων και εντοιχιζόμενους και μη φούρνους διαφόρων τύπων. Τα εμπορεύματα αυτά η ανωτέρω εταιρεία είχε αγοράσει από τη γερμανική εταιρεία «SIEMENS ELECTROGERATE GMBH», η οποία εξέδωσε τα 451032/11.5.1990 και 451033/11.5.1990 τιμολόγια αξίας αντιστοίχως 155.400 και 71.480 γερμανικών μάρκων. Για τη μεταφορά των εμπορευμάτων αυτών στην Ελλάδα και μέχρι την παραλαβή τους στις αποθήκες της, η ανωτέρω εταιρεία είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία σύμβαση τρέχουσας ασφαλίσεως έναντι όλων των κινδύνων, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου της καταστροφής των εμπορευμάτων λόγω πυρκαγιάς, με το 10096/1957 διαρκές προασφαλιστήριο συμβόλαιο σε συνδυασμό με την 20131/1990 πρόσθετη πράξη και τις 34657/1.6.1990 και 34656/1.6.1990 εντολές ασφαλίσεως. Ειδικότερα δε είχε ασφαλίσει για ποσό 18.956.000 δρχ. τα περιλαμβανόμενα στο πρώτο τιμολόγιο εμπορεύματα και για ποσό 9.026.000 δρχ. τα περιλαμβανόμενα στο δεύτερο τιμολόγιο. Τα εμπορεύματα εισήχθησαν στην τελωνειακή αποθήκη Μενιδίου, που αποτελεί κλιμάκιο του Τελωνείου Αθηνών, στις 17.5.1990 και εκδόθηκε σχετικώς το 3742/1990 δηλωτικό εισαγωγής τους. Τη νύκτα, όμως, της 5ης προς την 6η Ιουνίου 1990 εκδηλώθηκε στην ανωτέρω τελωνειακή αποθήκη πυρκαγιά, η οποία οφείλετο, κατά τους πραγματογνώμονες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, σε εμπρησμό, χωρίς να αποκλείεται και η χρήση εμπρηστικού υλικού προηγμένης τεχνολογίας. Συνεπεία της ταχύτατης εξαπλώσεως της πυρκαγιάς σε όλους τους χώρους της αποθήκης, κατεστράφησαν ολοσχερώς τα εμπορεύματα που ευρίσκοντο στην αποθήκη, μεταξύ δε αυτών και τα ανωτέρω εμπορεύματα της εταιρείας «SIEMENS Α.Ε. Ηλεκτρονικών Έργων και Προϊόντων». Κατόπιν τούτου, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, σε εκτέλεση της συμβάσεως που είχε συνάψει, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, με την αγοράστρια των εμπορευμάτων εταιρεία, κατέβαλε σ’ αυτήν ως ασφαλιστική αποζημίωση για την ολική καταστροφή των εμπορευμάτων ποσό ίσο με την τιμολογιακή αξία αυτών κατά το χρόνο εκδόσεως της εντολής ασφαλίσεως, καθώς και τα έξοδα μεταφοράς και τις δαπάνες τραπεζικών εργασιών και λοιπών διατυπώσεων. Ειδικότερα κατέβαλε 15.699.144 δρχ. για τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο 451032 τιμολόγιο και 7.492.572 δρχ. για τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο 451033 τιμολόγιο, συνολικώς δε κατέβαλε ποσό 23.192.716 δραχμών. Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη άσκησε, καθ’ υποκατάσταση της αποζημιωθείσης ασφαλισμένης σ’ αυτήν εταιρείας, αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να της καταβάλει ως αποζημίωση το ανωτέρω ποσό, επικαλούμενη αξίωση της ασφαλισμένης εταιρείας προς αποζημίωσή της από το Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Η αγωγή απερρίφθη με την 5838/1992 απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας. Η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, ύστερα από έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι η προκειμένη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Στη συνέχεια το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και του άρθρου 51 του Τελωνειακού Κώδικα συνάγεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται για κάθε φθορά ή απώλεια εμπορευμάτων που έχουν αποτεθεί υποχρεωτικώς στις τελωνειακές αποθήκες ή τους τελωνειακούς περιβόλους των τελωνειακών αρχών, πλην αν συντρέχει περίπτωση βλάβης αυτών εξ ανωτέρας βίας, τέτοια δε περίπτωση ανωτέρας βίας, συνεπαγομένης την απαλλαγή του Ελληνικού Δημοσίου από την ευθύνη του, δεν συνιστά πάντως η πυρκαγιά, ακόμη και αν οφείλεται σε εμπρησμό. Ενόψει δε τούτου, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η κυρία των καταστραφέντων εμπορευμάτων εταιρεία «SIEMENS Α.Ε. Ηλεκτρονικών Έργων και Προϊόντων» δικαιούται αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο λόγω της καταστροφής αυτών, μετά δε την καταβολή σ’ αυτήν της οφειλομένης για την καταστροφή των εμπορευμάτων ασφαλιστικής αποζημιώσεως το δικαίωμά της προς λήψη αποζημιώσεως από το Δημόσιο νομιμοποιείται να ασκήσει, καθ’ υποκατάσταση της εν λόγω εταιρείας, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που κατέβαλε την ασφαλιστική αποζημίωση. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο τον μεν ισχυρισμό του Δημοσίου ότι δεν ευθύνεται σε αποζημίωση, εφόσον δεν συνέτρεξε εν προκειμένω πλημμελής προστασία και φύλαξη της τελωνειακής αποθήκης εκ μέρους των οργάνων του, απέρριψε ως αλυσιτελή, τον δε ισχυρισμό αυτού ότι συνέτρεξε εν προκειμένω περίπτωση ανωτέρας βίας, ως εκ του ότι η πυρκαγιά οφείλετο σε εμπρησμό ή και χρήση εμπρηστικού υλικού προηγμένης τεχνολογίας, απέρριψε ως νόμω αβάσιμο. Τελικώς, το διοικητικό εφετείο, αφού απέρριψε ισχυρισμό του Δημοσίου περί συνυπαιτιότητας της κυρίας των καταστραφέντων εμπορευμάτων εταιρείας ως προς την επέλευση της ζημίας, προσδιόρισε την τιμολογιακή αξία των καταστραφέντων εμπορευμάτων σε 22.691.856 δρχ., τα έξοδα μεταφοράς τους σε 452.449 δρχ. και τις προμήθειες και τα λοιπά δικαιώματα για τις άδειες εκτελωνισμού αυτών σε 47.410 δρχ. και έκρινε ότι η αποζημίωση που πρέπει να αναγνωρισθεί ως καταβλητέα στην αναιρεσίβλητη ανέρχεται συνολικώς σε 23.192.716 δρχ., όση ήταν και η ασφαλιστική αποζημίωση που είχε καταβάλει και η ίδια στην κυρία των εμπορευμάτων αυτών εταιρεία. Κρίνοντας, όμως, το διοικητικό εφετείο ότι το Δημόσιο ευθύνεται για κάθε φθορά ή απώλεια εμπορευμάτων που είχαν αποτεθεί υποχρεωτικώς στις τελωνειακές αποθήκες, ανεξαρτήτως αν συνέτρεξε παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του ως προς τη φύλαξη και την προστασία αυτών από τον κίνδυνο πυρκαγιάς, μη νομίμως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και του άρθρου 51 του Τελωνειακού Κώδικα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, που βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των υπολοίπων λόγων. Περαιτέρω δε η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόσαν την απόφαση δικαστήριο για νέα κρίση. 
Διά ταύτα 
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση. 
Αναιρεί την 4903/1996 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αιτιολογικό. 
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε χίλια τριακόσια ογδόντα (1.380) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Σεπτεμβρίου 2005 
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος 

Γ. Ανεμογιάννης Ε. Κουμεντέρη 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους. 
Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος Η Γραμματέας 

Γ. Ανεμογιάννης Μ. Ιωαννίδου