ΣτΕ 400/2012, Β τμ. 7μ., παρ. Ολομ., ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΠΤΩΧΟΣ, απαράδεκτο η διαδικαστική πράξη που διενεργεί ο πτωχός , με εξαίρεση το άρθρο 24 ΚΔΔ,ακόμη και έαν κατά την συζήτηση της υπόθεσης έχει κηρυχθεί η παύση εργασιών της πτώχευσης- μειοψ ΟΛΟΜ 1375-76/20.

ΣΤΕ

Αριθμός 400/2012
περιληψη : από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την παύση των εργασιών της, ο πτωχεύσας, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, παύει καταρχήν να νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς, εκπροσωπείται δε εφεξής από τον σύνδικο, δυνάμενος μόνο κατ’ εξαίρεση να ασκήσει ένδικα βοηθήματα και μέσα υπό τους όρους του άρθρου 24 παρ.4 του ΚΔΔ, δηλαδή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος. Με τα δεδομένα αυτά, οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες περιορίζεται το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας του πτωχεύσαντος για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για να δύναται να επιμεληθεί ο σύνδικος του συνόλου των σχετικών υποθέσεων με σκοπό την καλύτερη λειτουργία του θεσμού της πτώχευσης (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ Χρήστος Κανέας κατά Ελλάδας, αριθ.19809/02, απόφαση της 9.12.2004, κ.ά.), όταν μάλιστα, όπως εν προκειμένω, δεν προβάλλεται κατά τρόπο συγκεκριμένο αδράνεια του συνδίκου, δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και δεν αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
5. Επειδή, περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 534, 637 και 638 του Εμπορικού Νόμου συνάγεται ότι από την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης λόγω έλλειψης ενεργητικής περιουσίας, εξακολουθεί μεν να υπάρχει η πτώχευση, τελεί, όμως, σε αδράνεια, κατά τη διάρκεια της οποίας παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και η διαχείριση από αυτόν της πτωχευτικής περιουσίας, την οποία αναλαμβάνει ο πτωχός, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκεί τα δικαιώματά του τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου (ΣΕ 3199/2011, 3864/2004, 398/2002 κ.ά.).
6. Επειδή, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Τμήμα, στην περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον πτωχεύσαντα, κρίσιμο χρονικό σημείο για να κριθεί η κατά νόμο δυνατότητα αυτού για την άσκηση του ενδίκου μέσου και την παράστασή του στο ακροατήριο προς υποστήριξή του είναι ο χρόνος διενέργειας της σχετικής διαδικαστικής πράξης, ήτοι, εν προκειμένω, ο χρόνος άσκησης της έφεσης, και όχι ο χρόνος της συζήτησης αυτής στο ακροατήριο, η δε αδυναμία κατά το νόμο ασκήσεως τέτοιου ενδίκου μέσου από πτωχεύσαντα και παράστασής του στο δικαστήριο λόγω της κήρυξης αυτού σε κατάσταση πτώχευσης δεν μπορεί να καλυφθεί εάν μετά την άσκηση και πριν από τη συζήτηση του ενδίκου μέσου μεσολάβησε παύση των εργασιών της πτώχευσης (ΣΕ 3199/2011). Τούτο δε, διότι η στέρηση από το νόμο της δυνατότητας άσκησης από τον πτωχεύσαντα ενδίκου μέσου σχετικού με την πτωχευτική περιουσία, όπως η επιβαλλόμενη σ’ αυτόν απαγόρευση να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία αυτή, τίθενται από τον νομοθέτη προς το γενικό συμφέρον και έχουν ως σκοπό την πληρωμή των πιστωτών της πτώχευσης, ο σκοπός δε αυτός ισχύει, για τα ήδη ασκηθέντα παρά τον νόμο (άρθρο 537 ΕμπΝ) από τον πτωχεύσαντα ένδικα μέσα και μετά την τυχόν παύση των εργασιών της πτώχευσης. Συνεπώς, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από πτωχό που στερείται της ως άνω δυνατότητας, η σχετική έλλειψη δεν θεραπεύεται αν αυτός συνεχίζει τη δίκη μετά την παύση των εργασιών της πτώχευσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του ανηλίκου, κατά την οποία ο νομοθέτης απέβλεψε μόνο στο συμφέρον του τελευταίου, ο οποίος μετά την ενηλικίωσή του εγκρίνει διαδικαστικές πράξεις εγκύρως ασκηθείσες από τρίτα πρόσωπα (τους νομίμους αντιπροσώπους τους). Μόνη δε περίπτωση, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, κατά την οποία νομίμως συνεχίζεται από τον πτωχό δίκη που ανοίχθηκε πριν από την παύση των εργασιών της πτώχευσης είναι, πλην της περιτπώσεως βεβαίως που το σχετικό ένδικο μέσο έχει ασκήσει εγκύρως ο σύνδικος της πτώχευσης, να πρόκειται για ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί από τον πτωχό υπό τους όρους του άρθρου 24 παρ.4 του Κ.Δ.Δ. προκειμένου να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προέδρου και του Συμβούλου Α. Βώρου, στην οποία προσχώρησαν και οι Πάρεδροι Ι. Σύμπλης και Ε. Σκούρα, κατά γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, που αποτυπώνεται και στο άρθρο 67 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ναι μεν οι μη έχοντες την ικανότητα να παρίστανται στο δικαστήριο δεν μπορούν καταρχήν να ασκήσουν ένδικα μέσα στο όνομά τους, σε περίπτωση, όμως, που τούτο έλαβε χώρα, η έλλειψη αυτή μπορεί να καλυφθεί με τη μεταγενέστερη τήρηση των νομίμων διατυπώσεων. Συνεπώς, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από πτωχό που στερείται της ως άνω ικανότητας, η έλλειψη αυτή νομίμως θεραπεύεται αν αυτός συνεχίζει τη δίκη μετά την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, γιατί αυτό συνιστά εκ των υστέρων έγκριση των προγενέστερων διαδικαστικών πράξεων (πρβλ. ΣΕ 558/2011, 1320/1984, 1688/1976 επί ενηλικιώσεως ανηλίκου).
—————

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2011 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Τσιμέκας, Β. Καλαντζή, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Ι. Σύμπλης, Ε. Σκούρα, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 9 Ιουνίου 2008 αίτηση:
του Παύλου Κων/νου Κουτρουλού, κατοίκου Γιαννιτσών Ν. Πέλλας (οδός Καρτσούλη αρ. 4), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 458/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ε. Σκούρα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (951185, 1887334-8, 2889455-7/08 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται με την από 19.3.2009 πράξη του Προέδρου του Β΄ Τμήματος στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας, ζητείται η αναίρεση της 458/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 208/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας. Με την τελευταία είχε απορριφθεί προσφυγή του ιδίου κατά της 39/28.3.2002 πράξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Γιαννιτσών, με την οποία είχε επιβληθεί σε βάρος του πρόστιμο ύψους 11.898 ευρώ για έκδοση εικονικού φορολογικού στοιχείου κατά τη διαχειριστική περίοδο 2000.
3. Επειδή, σε αντίθεση με τον Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (Κ.Φ.Δ., ν. 4125/1960, Α΄ 202, π.δ. 331/1985, Α΄116), στο άρθρο 26 του οποίου οριζόταν ότι «Ο πτωχός, κατά τη διάρκεια της πτώχευσης, μπορεί να ασκήσει και ο ίδιος ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, προσφυγή και τα ένδικα μέσα που συγχωρούνται κατά της σχετικής απόφασης, καθώς επίσης και να παρασταθεί σε αυτά», στο άρθρο 23 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97) ορίζεται ότι «Ικανότητα να είναι διάδικοι έχουν, εκτός από τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα, οι ενώσεις προσώπων καθώς και οι ομάδες περιουσίας», στο δε άρθρο 24 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Ικανότητα να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων έχει το φυσικό πρόσωπο το οποίο: α) έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, ή β) έχει περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα, αλλά μόνο ως προς τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη ρύθμιση σχέσεων για τις οποίες θεωρείται ικανό. 2. […] 3. Αν το πρόσωπο δεν έχει δικανική ικανότητα, για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων αποφασίζει ο νόμιμος αντιπρόσωπός του. 4. Κατ’ εξαίρεση, για να αποτραπεί τυχόν επικείμενος κίνδυνος, επιτρέπεται και σε μη ικανό πρόσωπο να αποφασίζει για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ύστερα από άδεια του προέδρου του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ενώπιον του οποίου πρόκειται να εισαχθεί ή εκκρεμεί η υπόθεση». Όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σχετικά με το άρθρο 24, «Ως προς τη δικανική ικανότητα του πτωχού, η Επιτροπή δεν υιοθέτησε ρύθμιση αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 26 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Προκρίθηκε δε η εκδοχή να σιωπήσει συναφώς ο Κώδικας, ώστε να έχουν, ως προς τη δικανική ικανότητα του πτωχού, εφαρμογή οι οικείες ειδικές διατάξεις του άρθρου 534 του Εμπορικού Νόμου». Περαιτέρω, στο άρθρο 64 παρ.1 του ΚΔΔ προβλέπεται ότι «Προσφυγή μπορεί να ασκήσει εκείνος: α) ο οποίος έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, ή β) στον οποίο αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από ειδική διάταξη νόμου» και στο άρθρο 93 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ότι «Δικαίωμα να ασκήσουν έφεση έχουν οι κατά την πρωτόδικη δίκη διάδικοι, εφόσον έχουν έννομο προς τούτο συμφέρον». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.1 του ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 181 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007, Α’153/10.7.2007) α.ν. 635/1937, ο οποίος είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω δεδομένου ότι ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας, σύμφωνα με το άρθρο 182 αυτού, εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του, «Από της πρωίας της ημέρας της επ’ ακροατηρίω δημοσιεύσεως της αποφάσεως της κηρυττούσης την πτώχευσιν, ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας», ενώ κατά το ήδη καταργηθέν με το άρθρο 181 του ν.3588/2007 άρθρο 534 του Εμπορικού Νόμου (β.δ. της 19 Απριλίου / 1 Μαΐου 1835), που εφαρμόζεται για τον ίδιο ως άνω λόγο, «Από της κηρύξεως της πτωχεύσεως πάσα κατά του πτωχεύσαντος αγωγή αφορώσα την κινητήν ή ακίνητον αυτού περιουσίαν, παν μέτρον εκτελέσεως, είτε επί των κινητών είτε επί των ακινήτων αυτού, εξακολουθούσιν ή επιχειρούνται κατά των συνδίκων. Δύναται όμως το δικαστήριον να δεχθή κατά το δοκούν αυτώ την παρέμβασιν του πτωχεύσαντος». Εξάλλου, στο επίσης καταργηθέν με το άρθρο 181 του ν.3588/2007 άρθρο 637 του Εμπορικού Νόμου ορίζονταν τα εξής: «Εάν αι εργασίαι της πτωχεύσεως δεν δύνανται να εξακολουθήσωσι δι’ έλλειψιν περιουσίας, το δικαστήριον δύναται, επί τη εκθέσει του εισηγητού και ακουσθέντων των συνδίκων, να κηρύξη και εξ επαγγέλματος την παύσιν των εργασιών της πτωχεύσεως. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι πιστωταί αναλαμβάνουσιν την ενάσκησιν των ατομικών αυτών δικαιωμάτων κατά τε του προσώπου και της περιουσίας του πτωχεύσαντος…».
4. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και σε αντίθεση προς τα ρητώς οριζόμενα στον Κ.Φ.Δ. για αντίστοιχες περιπτώσεις, από την κήρυξη της πτώχευσης μέχρι την παύση των εργασιών της, ο πτωχεύσας, στις δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία, παύει καταρχήν να νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς, εκπροσωπείται δε εφεξής από τον σύνδικο, δυνάμενος μόνο κατ’ εξαίρεση να ασκήσει ένδικα βοηθήματα και μέσα υπό τους όρους του άρθρου 24 παρ.4 του ΚΔΔ, δηλαδή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος. Με τα δεδομένα αυτά, οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες περιορίζεται το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας του πτωχεύσαντος για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για να δύναται να επιμεληθεί ο σύνδικος του συνόλου των σχετικών υποθέσεων με σκοπό την καλύτερη λειτουργία του θεσμού της πτώχευσης (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ Χρήστος Κανέας κατά Ελλάδας, αριθ.19809/02, απόφαση της 9.12.2004, κ.ά.), όταν μάλιστα, όπως εν προκειμένω, δεν προβάλλεται κατά τρόπο συγκεκριμένο αδράνεια του συνδίκου, δεν παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και δεν αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
5. Επειδή, περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 534, 637 και 638 του Εμπορικού Νόμου συνάγεται ότι από την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης λόγω έλλειψης ενεργητικής περιουσίας, εξακολουθεί μεν να υπάρχει η πτώχευση, τελεί, όμως, σε αδράνεια, κατά τη διάρκεια της οποίας παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και η διαχείριση από αυτόν της πτωχευτικής περιουσίας, την οποία αναλαμβάνει ο πτωχός, ο οποίος νομιμοποιείται πλέον να ασκεί τα δικαιώματά του τόσο ενεργητικά όσο και παθητικά και να παρίσταται επί δικαστηρίου προσωπικώς χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου (ΣΕ 3199/2011, 3864/2004, 398/2002 κ.ά.).
6. Επειδή, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Τμήμα, στην περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου από τον πτωχεύσαντα, κρίσιμο χρονικό σημείο για να κριθεί η κατά νόμο δυνατότητα αυτού για την άσκηση του ενδίκου μέσου και την παράστασή του στο ακροατήριο προς υποστήριξή του είναι ο χρόνος διενέργειας της σχετικής διαδικαστικής πράξης, ήτοι, εν προκειμένω, ο χρόνος άσκησης της έφεσης, και όχι ο χρόνος της συζήτησης αυτής στο ακροατήριο, η δε αδυναμία κατά το νόμο ασκήσεως τέτοιου ενδίκου μέσου από πτωχεύσαντα και παράστασής του στο δικαστήριο λόγω της κήρυξης αυτού σε κατάσταση πτώχευσης δεν μπορεί να καλυφθεί εάν μετά την άσκηση και πριν από τη συζήτηση του ενδίκου μέσου μεσολάβησε παύση των εργασιών της πτώχευσης (ΣΕ 3199/2011). Τούτο δε, διότι η στέρηση από το νόμο της δυνατότητας άσκησης από τον πτωχεύσαντα ενδίκου μέσου σχετικού με την πτωχευτική περιουσία, όπως η επιβαλλόμενη σ’ αυτόν απαγόρευση να διαχειρίζεται και να διαθέτει την περιουσία αυτή, τίθενται από τον νομοθέτη προς το γενικό συμφέρον και έχουν ως σκοπό την πληρωμή των πιστωτών της πτώχευσης, ο σκοπός δε αυτός ισχύει, για τα ήδη ασκηθέντα παρά τον νόμο (άρθρο 537 ΕμπΝ) από τον πτωχεύσαντα ένδικα μέσα και μετά την τυχόν παύση των εργασιών της πτώχευσης. Συνεπώς, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από πτωχό που στερείται της ως άνω δυνατότητας, η σχετική έλλειψη δεν θεραπεύεται αν αυτός συνεχίζει τη δίκη μετά την παύση των εργασιών της πτώχευσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του ανηλίκου, κατά την οποία ο νομοθέτης απέβλεψε μόνο στο συμφέρον του τελευταίου, ο οποίος μετά την ενηλικίωσή του εγκρίνει διαδικαστικές πράξεις εγκύρως ασκηθείσες από τρίτα πρόσωπα (τους νομίμους αντιπροσώπους τους). Μόνη δε περίπτωση, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, κατά την οποία νομίμως συνεχίζεται από τον πτωχό δίκη που ανοίχθηκε πριν από την παύση των εργασιών της πτώχευσης είναι, πλην της περιτπώσεως βεβαίως που το σχετικό ένδικο μέσο έχει ασκήσει εγκύρως ο σύνδικος της πτώχευσης, να πρόκειται για ένδικο μέσο που έχει ασκηθεί από τον πτωχό υπό τους όρους του άρθρου 24 παρ.4 του Κ.Δ.Δ. προκειμένου να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προέδρου και του Συμβούλου Α. Βώρου, στην οποία προσχώρησαν και οι Πάρεδροι Ι. Σύμπλης και Ε. Σκούρα, κατά γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, που αποτυπώνεται και στο άρθρο 67 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ναι μεν οι μη έχοντες την ικανότητα να παρίστανται στο δικαστήριο δεν μπορούν καταρχήν να ασκήσουν ένδικα μέσα στο όνομά τους, σε περίπτωση, όμως, που τούτο έλαβε χώρα, η έλλειψη αυτή μπορεί να καλυφθεί με τη μεταγενέστερη τήρηση των νομίμων διατυπώσεων. Συνεπώς, επί ασκήσεως ενδίκου μέσου από πτωχό που στερείται της ως άνω ικανότητας, η έλλειψη αυτή νομίμως θεραπεύεται αν αυτός συνεχίζει τη δίκη μετά την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, γιατί αυτό συνιστά εκ των υστέρων έγκριση των προγενέστερων διαδικαστικών πράξεων (πρβλ. ΣΕ 558/2011, 1320/1984, 1688/1976 επί ενηλικιώσεως ανηλίκου).
7. Επειδή, εν προκειμένω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρ.24 παρ.1 και 64 παρ.1 του ΚΔΔ, 534 του ΕμπΝ και 2 παρ.1 του α.ν.635/1937, δέχθηκε ότι «ο πτωχός, μετά την ισχύ του ΚΔΔ, στερείται της δυνατότητας να ασκεί ένδικα βοηθήματα και μέσα ιδίω ονόματι, δεδομένου ότι εφαρμόζεται πλέον η διάταξη του άρθρου 534 του ΕμπΝ, δυνάμει της οποίας μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως μόνος νομιμοποιούμενος τόσο ενεργητικώς όσο και παθητικώς στις σχετικές δίκες τυγχάνει ο σύνδικος της πτωχεύσεως». Ειδικότερα, κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, «με την 65/564.7/15.9.2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ο εκκαλών [ήδη αναιρεσείων] κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, ενώ με την 127/1717/6.12.2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης λόγω έλλειψης της αναγκαίας περιουσίας για την εξακολούθηση των εργασιών της. Η … έφεση ασκήθηκε από τον εκκαλούντα [ήδη αναιρεσείοντα] στις 16.9.2005, δηλ. διαρκούσης της πτωχεύσεως (πριν κηρυχθεί η παύση των εργασιών της με την ανωτέρω δικαστική απόφαση)». Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι «εφόσον ο εκκαλών [ήδη αναιρεσείων] κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως σε χρόνο προγενέστερο της ασκήσεως της κρινόμενης εφέσεως … δεν νομιμοποιείτο ενεργητικώς, διαρκούσης της πτωχεύσεως, να ασκήσει την υπό κρίση έφεση, την οποία μπορούσε να ασκήσει μόνο ο σύνδικος της πτωχεύσεως» και απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη. Η κρίση αυτή κατά την κρατήσασα γνώμη είναι νόμιμη, δοθέντος ότι οι, αορίστως, άλλωστε, προβαλλόμενοι με την αίτηση αναιρέσεως ισχυρισμοί ότι ο σύνδικος αδρανούσε και επομένως νομίμως άσκησε την έφεση ο ήδη αναιρεσείων, αν και πτωχεύσας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι συνδέονται με πραγματικό που δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν προβάλλεται ούτε προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα ότι ετέθη υπόψιν του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η έφεση δεν κατέστη παραδεκτή εκ του ότι μετά την άσκησή της επήλθε παύση των εργασιών της πτωχεύσεως και ο ήδη αναιρεσείων ανέκτησε την ικανότητα να ασκεί ένδικα μέσα ιδίω ονόματι. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προέδρου, του Συμβούλου Α. Βώρου και των Παρέδρων Ι. Σύμπλη και Ε. Σκούρα, η ανωτέρω κρίση δεν είναι νόμιμη προεχόντως γιατί το διοικητικό εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιόν του διαπίστωσε ότι είχε επέλθει παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, η οποία συνεπάγεται ανάκτηση της ικανότητας του πτωχεύσαντος να παρίσταται στο δικαστήριο ιδίω ονόματι, με την παράστασή του δε ενέκρινε την ασκηθείσα έφεση.
8. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Τμήμα, θα έπρεπε να απορριφθεί. Λόγω όμως σπουδαιότητας των τιθέμενων ζητημάτων, η υπόθεση πρέπει, κατ’άρθρ.14 παρ. 2 περ. α και 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου και να ορισθεί εισηγητής ο Σύμβουλος Εμμ. Κουσιουρής.
Δια ταύτα
Παραπέμπει την υπόθεση στην Ολομέλεια.
Ορίζει εισηγητή ενώπιον της Ολομελείας τον Σύμβουλο Εμμ. Κουσιουρή.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου και 21 Δεκεμβρίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Φεβρουαρίου 2012.
Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος  Ο Γραμματέας του Β΄ Τμήματος
 
Φ. Αρναούτογλου       Ι. Μητροτάσιος