ΣτΕ 4509/2001, Δ τμ., ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΟΠΛΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ, ΕΚΠΤΩΣΗ , 4 ΠΑΡ.6 Σ

ΣΤΕ

Αριθμός 4509/2001
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Δ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2000, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Σ. Χαραλαμπίδης, Δ. Πετρούλιας, Ε. Δανδουλάκη, Π. Κοτσώνης, Σύμβουλοι, Δ. Γρατσίας, Η. Μάζος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 2 Μαρτίου 1999 αίτηση:
του Λάζαρου Χ. Πετρομελίδη, κατοίκου Δραπετσώνας Πειραιά (Καλοκαιρινού 50), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γ. Κατρούγκαλο (Α.Μ. 120908), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ο οποίος παρέστη με τον Χ. Μπότσιο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η υπ’ αριθμ. Φ.429.39/4005/10-2-99 απόφαση του Στρατολογικού Γραφείου Πειραιά, 2) το από 8/2/99 Σημείωμα Κατάταξης του Στρατολογικού Γραφείου Πειραιά και 3) κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Δανδουλάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή για την κρινόμενη αίτηση έχουν καταβληθεί τα νόμιμα τέλη και το παράβολο (0470661-2/99 διπλότυπα Δ.Ο.Υ. δικαστικών εισπράξεων Αθηνών, 1052133/99 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την υπ’ αριθ. Φ.429.39/102/342189 Σ. 1283/ 23.11.1998 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ο αιτών υπήχθη στο καθεστώς του Ν. 2510/1997 περί αντιρρησιών συνείδησης και αποφασίσθηκε να διατεθεί για την εκπλήρωση της εναλλακτικής του θητείας στο Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Κιλκίς του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, για χρονικό διάστημα τριάντα εννέα μηνών. Ο αιτών όμως δεν παρουσιάσθηκε στο Θεραπευτήριο μέσα στην ταχθείσα σ’ αυτόν μηνιαία προθεσμία, δηλαδή έως τις 16.1.1999, για να αναλάβει υπηρεσία, κηρύχθηκε ανυπότακτος παρατεταμένης γενικής επιστρατεύσεως από 17.1.1999 και υπόχρεος εξάμηνης πρόσθετης υποχρεώσεως. Ακολούθως, με την Φ.429.39/4005/10.2.1999 πράξη του Διευθυντή του Στρατολογικού Γραφείου Πειραιά, ο αιτών κηρύχθηκε έκπτωτος του δικαιώματος εκπληρώσεως εναλλακτικής πολιτικής – κοινωνικής υπηρεσίας, με την ίδια δε πράξη του γνωστοποιήθηκε ότι, ως ανυπότακτος, υποχρεούται να εκπληρώσει ενόπλως τη στρατεύσιμη υποχρέωσή του. Με το από 8.2.1999 σημείωμα κατατάξεως ο αιτών κλήθηκε για κατάταξη στις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού με την αμέσως επόμενη εκπαιδευτική σειρά οπλιτών της 99 Β ΕΣΣΟ (8 Μαρτίου 1999). Ακολούθως, επειδή δεν κατετάγη, ως όφειλε, καταδικάστηκε για ανυποταξία σε περίοδο παρατεταμένης γενικής επιστρατεύσεως με την 182/15.4.1999 απόφαση του Πενταμελούς Ναυτοδικείου Πειραιά σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων ετών. Με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών ζητεί την ακύρωση της πιο πάνω Φ.429.39/4005/10.2.1999 πράξης του Διευθυντή του Στρατολογικού Γραφείου Πειραιά καθώς και το από 8-2-99 Σημείωμα Κατατάξεως του ίδιου Στρατολογικού Γραφείου.
3. Επειδή απαραδέκτως προσβάλλεται αυτοτελώς το από 8.2.99 σημείωμα κατατάξεως καθότι, μετά πάντως την έκδοση της πρώτης προσβαλλομένης πράξεως, δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.
4. Επειδή με την παρ. 6 του άρθρου 4 του Συντάγματος επιβάλλεται ευθέως σε όλους τους Έλληνες τους ικανούς να φέρουν όπλα, η υποχρέωση να συμβάλουν στην άμυνα της πατρίδας με την αυτοπρόσωπη υπηρεσία τους στο στράτευμα, κατά τους ορισμούς του νόμου.

Παρεκκλίσεις από τη θεσπιζόμενη καθολικότητα της υποχρεώσεως προς στράτευση επιτρέπονται εν όψει και της αρχής της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, μόνο για σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος που καθορίζονται από το νόμο, βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων εφόσον, εν όψει και των εκάστοτε αμυντικών αναγκών της χώρας, δεν διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία του στρατεύματος. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές είναι συνταγματικώς επιτρεπτές διαφοροποιήσεις ως προς τη διάρκεια και τον χρόνο εκπληρώσεως της στρατιωτικής θητείας ή ακόμη και η αναγνώριση περιπτώσεων απαλλαγής από την υποχρέωση προς στράτευση.

Εξ άλλου, ναι μεν δεν κατοχυρώνεται ούτε από το Σύνταγμα ούτε από την κυρωθείσα με το ΝΔ 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, ατομικό δικαίωμα απαλλαγής των «αντιρρησιών συνείδησης», είναι όμως συνταγματικώς ανεκτή εφόσον συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος και δεν θίγεται η εύρυθμη λειτουργία του στρατεύματος, η θέσπιση άοπλης στρατιωτικής θητείας ή και άλλου είδους υποχρεωτικής (π.χ. κοινωνικής) υπηρεσίας για όσους αρνούνται να εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις λόγω θρησκευτικών ή ιδεολογικών πεποιθήσεων.

Αν και κατά τη γνώμη της Συμβούλου Ελένης Δανδουλάκη, διάταξη κοινού νόμου που παρέχει μόνο σε πολίτες, οπαδούς ορισμένων θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, την ευχέρεια να εκπληρώσουν την υποχρέωση της στρατιωτικής θητείας με άοπλη «εναλλακτική» κοινωνική υπηρεσία, προσβάλλει ευθέως τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Και τούτο διότι αφενός μεν είναι ανεπίτρεπτη η διάκριση των πολιτών με κριτήριο τις θρησκευτικές ή τις φιλοσοφικές δοξασίες τους, αφετέρου δε η «εναλλακτική» κοινωνική υπηρεσία, ως ισοδύναμη προς την ένοπλη στρατιωτική υπηρεσία θα μπορούσε να καθιερωθεί μόνον υπό την μορφή παρεχόμενης προς όλους τους στρατεύσιμους δυνατότητας επιλογής μεταξύ ένοπλης θητείας ή κοινωνικής υπηρεσίας.
5. Επειδή στη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του Ν. 2510/1997 «Ρύθμιση στρατιωτικών υποχρεώσεων ορισμένων κατηγοριών στρατευσίμων, ανυποτάκτων και οπλιτών, τροποποίηση διατάξεων της στρατολογικής νομοθεσίας, καθιέρωση εναλλακτικής υπηρεσίας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 136 Α) ορίζονται τα εξής: «Οι αναγνωριζόμενοι ως αντιρρησίες συνείδησης για εκπλήρωση εναλλακτικής πολιτικής κοινωνικής υπηρεσίας υποχρεούνται να παρουσιάζονται για ανάληψη υπηρεσίας εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην πρόσκληση που τους αποστέλλεται από τις αρμόδιες στρατολογικές υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Οι μη παρουσιαζόμενοι κηρύσσονται ανυπότακτοι, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί στρατολογίας διατάξεις». Στη δε παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: «Εκπίπτουν από το δικαίωμα εκπλήρωσης άοπλης θητείας ή εναλλακτικής πολιτικής κοινωνικής υπηρεσίας όσοι: α. … β. Κηρύσσονται ανυπότακτοι λόγω μη παρουσίασής τους στις Ένοπλες Δυνάμεις ή στο φορέα που διατέθηκαν εντός της καθοριζόμενης προθεσμίας. γ. … δ. … ε. …».

Η προσβαλλόμενη πράξη, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της διατάξεως αυτής, επιβάλλει την οριζόμενη σ’ αυτήν ως αναγκαία έννομη συνέπεια, της εκπτώσεως δηλαδή από το δικαίωμα εκπλήρωσης εναλλακτικής πολιτικής κοινωνικής υπηρεσίας για το, μη αμφισβητούμενο εν προκειμένω, αντικειμενικό γεγονός της μη παρουσιάσεως του αιτούντος εντός της προθεσμίας που είχε ταχθεί σ’ αυτόν (έως 16.1.1999). Εξάλλου δεν προκύπτει ότι ο αιτών επικαλέσθηκε οπωσδήποτε ενώπιον της Διοικήσεως λόγους ανωτέρας βίας που καθιστούσαν αδύνατη την προσέλευσή του. Ούτε εξ άλλου συνιστούν ανωτέρα βία για την παρουσίασή του προς ανάληψη υπηρεσίας τα προβαλλόμενα υπό του αιτούντος με την κρινόμενη αίτηση ότι η σύζυγός του χρειαζόταν οπωσδήποτε τη στήριξή του γιατί αντιμετώπιζε σοβαρά προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα και βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος περί παραβιάσεως του δικαιώματος ακροάσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
6. Επειδή ο αιτών προβάλλει ότι δεν είναι συνταγματικώς επιτρεπτή έκπτωση από το δικαίωμα του αντιρρησία συνείδησης να εκπληρώσει εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως έχει παραπάνω εκτεθεί, δεν κατοχυρώνεται ούτε από το Σύνταγμα ούτε από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ατομικό δικαίωμα απαλλαγής από τη στρατιωτική υπηρεσία των αντιρρησιών συνείδησης, αλλά το δικαίωμα τούτο υφίσταται υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου. Συνεπώς, από το δικαίωμα αυτό επέρχεται έκπτωση όταν συντρέχουν οι καθοριζόμενες στο νόμο περιστάσεις.
7. Επειδή κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάζει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε εκατό τριάντα χιλιάδες (130.000) δραχμές.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Σεπτεμβρίου και στις 12 Οκτωβρίου 2000 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 28 Δεκεμβρίου 2001.
Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος

Αριθμός 940/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Αντ. Χλαμπέα, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Μ. – Ε. Παπαδημήτρη, Ελ. Μελισσαρίδης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Κατσάνη.
Για να δικάσει την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 αίτηση:
του Ωανάση Καλαϊτσίδη του Παντελή, κατοίκου Θεσσαλονίκης (Κ. Γκράτσιου 6), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Τιμόθεο Σιγάλα (Α.Μ. 2459 ΔΣ Πειραιά), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ράπτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. Φ.429.39/30/16243/Σ.3115/13.8.2010 απόφαση του Α΄ Στρατολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Ελ. Μελισσαρίδη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδήγια την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1102503/2009 ειδικό έντυπο παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της υπ’ αρ. πρωτ. Φ.429.39/30/16243/Σ3115/13.8.2010 αποφάσεως του Α΄ Στρατολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η από 10.8.2010 αίτηση του ήδη αιτούντος να υπαχθεί στο καθεστώς των αντιρρησιών συνειδήσεως αφενός για τον λόγο ότι είχε ήδη υπηρετήσει επτά συνολικά ημέρες στης Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις από 7 έως 14 Σεπ. 2004, ενώ είχε ήδη ενστερνισθεί από 19.10.1997 τις πεποιθήσεις του δόγματος των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά, αφετέρου για τον λόγο ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών ενέπιπτε στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 59 του ν. 3421/2005, καθόσον η υποβληθείσα ως άνω αίτηση δεν συνοδευόταν από τα απαραίτητα δικαιολογητικά που επιτάσσει ο νόμος.
3. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται στη μεν παράγραφο 1 ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», στη δε παράγραφο 6 ότι: «Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων». Με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α΄ 84/17.4.2001), μεταξύ άλλων, προστέθηκε, υπό το ως άνω άρθρο 4 του Συντάγματος, ερμηνευτική δήλωση, η οποία έχει ως εξής: «Η διάταξη της παραγράφου 6 δεν αποκλείει να προβλέπεται με νόμο η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (
εναλλακτικήθητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας». Περαιτέρω, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζονται, στο άρθρο 4 ότι «1. Ουδείς δύναται να κρατηθή εις δουλείαν ή ειλωτείαν. 2. Ουδείς δύναται να υποχρεωθή εις αναγκαστικήν ή υποχρεωτικήν εργασίαν. 3. Δεν θεωρείται ως «αναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία» υπό την έννοιαν του παρόντος άρθρου: α) . . . β) πάσα υπηρεσία στρατιωτικής φύσεως ή, εις την περίπτωσιν των εχόντων αντιρρήσεις συνειδήσεως εις τας χώρας όπου τούτο αναγνωρίζεται ως νόμιμον, πάσα άλλη υπηρεσία εις αντικατάστασιν της υποχρεωτικής στρατιωτικής υπηρεσίας, γ) . . . δ) . . .», στο άρθρο 9 παρ. 1 ότι: «Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ’ ιδίαν, διά της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών», στο άρθρο 14 ότι: «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως». Αντίστοιχες διατάξεις περιέχονται και στα άρθρα 8, 18, 19 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16 Δεκεμβρίου 1966, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 2462/1997 (Α΄ 25). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΕΕ C 303/2007), το νομικό κύρος του οποίου αναγνωρίσθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση [όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 της Συνθήκης της Λισσαβώνας (ν. 3671/2008, Α΄129)], «Το δικαίωμα αντίρρησης συνειδήσεως αναγνωρίζεται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή του».
4. Επειδή, στο ν. 3421/2005 «Στρατολογία των Ελλήνων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 302/13.12.2005), στο Κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Άοπλη στρατιωτική υποχρέωση και εναλλακτική υπηρεσία των αντιρρησιών συνείδησης», ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Άρθρο 59.1. Όσοι για λόγους συνείδησης αρνούνται να εκπληρώσουν τη στρατεύσιμη στρατιωτική τους υποχρέωση, επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις, μπορεί να αναγνωρίζονται ως αντιρρησίες συνείδησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. 2. Οι λόγοι συνείδησης που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο πρέπει να απορρέουν από μία γενική αντίληψη για τη ζωή, βασισμένη σε συνειδητές θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή ηθικές πεποιθήσεις, που εφαρμόζονται από το άτομο απαράβατα και εκδηλώνονται με τήρηση ανάλογης συμπεριφοράς. 3. Δεν χαρακτηρίζονται ως αντιρρησίες συνείδησης και δεν υπάγονται στις σχετικές διατάξεις. α. Όσοι έχουν υπηρετήσει ενόπλως για οσοδήποτε χρονικό διάστημα στις Ελληνικές ή ξένες ένοπλες δυνάμεις ή στα Σώματα Ασφαλείας. β. Όσοι έχουν λάβει άδεια οπλοφορίας ή έχουν ζητήσει να τους χορηγηθεί τέτοια άδεια, καθώς και όσοι συμμετέχουν σε μεμονωμένες ή συλλογικές δραστηριότητες σκοπευτικών αγώνων, κυνηγίου ή παρόμοιων εκδηλώσεων, οι οποίες έχουν άμεση σχέση με τη χρήση όπλων. γ. Όσοι έχουν καταδικαστεί ή εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για έγκλημα που έχει σχέση με χρήση όπλων, πυρομαχικών ή παράνομης βίας. 4. Οι αντιρρησίες συνείδησης καλούνται να προσφέρουν είτε άοπλη στρατιωτική υποχρέωση είτε εναλλακτική υπηρεσία, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού . . . Άρθρο 62. 1. Η υπαγωγή των αντιρρησιών συνείδησης στις διατάξεις του νόμου αυτού και η κατά περίπτωση διάθεσή τους στους φορείς του δημόσιου τομέα για εναλλακτική υπηρεσία ή η κατάταξή τους στις Ένοπλες Δυνάμεις για άοπλη στρατιωτική υποχρέωση γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, ύστερα από γνωμοδότηση ειδικής επιτροπής, που εξετάζει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναγνώρισης των ενδιαφερομένων ως αντιρρησιών συνείδησης είτε μέσα από τα δικαιολογητικά που υποβάλλουν είτε και αυτοπροσώπως, εφόσον αυτό απαιτείται . . .». Άρθρο 63: «1. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα δικαιολογητικά και οι προθεσμίες κατάθεσής τους, ο χρόνος σύγκλησης και ο τρόπος λειτουργίας της ειδικής επιτροπής, η διαδικασία υπαγωγής, κατάταξης, τοποθέτησης και μετάθεσης, ο τρόπος στρατολογικής παρακολούθησης, καθώς και κάθε λεπτομέρεια, αναγκαία για την εφαρμογή των σχετικών με τους αντιρρησίες συνείδησης διατάξεων του νόμου αυτού». Κατ’ εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Φ.420/79/81978/Σ.300/21.12.2005 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (Β΄1854/29.12.2005). Στην παρ. 1 του άρθρου 1 της ανωτέρω αποφάσεως ορίζεται ότι οι ενδιαφερόμενοι για να υπηρετήσουν άοπλη
θητείαήεναλλακτικήυπηρεσία πρέπει να υποβάλουν σχετική αίτηση, συνοδευόμενη από σειρά δικαιολογητικών. Στις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 1 της ανωτέρω αποφάσεως ορίζονται τα εξής: «2. Τα παραπάνω δικαιολογητικά κατατίθενται στα αρμόδια Στρατολογικά Γραφεία μέσα σε αποκλειστικές προθεσμίες ως εξής: α. Από τους στρατευσίμους: Από την ημερομηνία πρόσκλησής τους για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις, μέχρι την ημερομηνία που υποχρεούνται για κατάταξη σ’ αυτές. β. Από τους ανυπότακτους: Μετά τη διακοπή της ανυποταξίας τους και μέχρι την ημερομηνία που υποχρεούνται για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις. 3. Δεν γίνονται δεκτά αιτήματα που υποβάλλονται μετά την κατάταξη των ενδιαφερομένων στις Ένοπλες Δυνάμεις ή αιτήματα που υποβάλλονται για δεύτερη φορά, μετά από απόρριψη προηγούμενου όμοιου για ουσιαστικούς λόγους. 4. Εφόσον δεν υποβάλλονται δικαιολογητικά ή υποβάλλονται εκπρόθεσμα ή εφόσον από τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά ή από τα υπάρχοντα στα Στρατολογικά Γραφεία στοιχεία προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος εμπίπτει σε κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 59 του ν. 3421/2005 (ΦΕΚ Α΄ 302), το αίτημα απορρίπτεται από το αρμόδιο Στρατολογικό Γραφείο . . .». Στη παρ. 2 του άρθρου 4 της ίδιας αποφάσεως ορίζεται ότι: «2. Εκείνοι των οποίων το αίτημα απορρίπτεται . . . υποχρεούνται για κατάταξη στις Ένοπλες Δυνάμεις με την πρώτη εκπαιδευτική σειρά στρατευσίμων . . .».
5. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ
1246/2013,837/2010,4276/2009,1948/2007,2452/2006,526/2001) η πρόβλεψη στην ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 4 του Συντάγματος καθώς και στα άρθρα 4 (παρ. 2β΄) της ΕΣΔΑ και 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (πρόβλεψη η οποία υλοποιήθηκε αρχικά με το ν. 2510/1997, Α΄136, και στη συνέχεια με τα άρθρα 59 επ. του εφαρμοστέου εν προκειμένω, ν. 3421/2005) δεν ιδρύει ατομικό δικαίωμα απαλλαγής από την υποχρέωση προς στράτευση των ικανών να φέρουν όπλα, ασκούμενο μάλιστα με την απλή επίκληση αντιρρήσεων συνείδησης, αλλά απλή ευχέρεια απαλλαγής τους, η οποία υφίσταται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θεσπίζει ο νομοθέτης. Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει κρίνει ότι το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ, είτε ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 4 της Συνθήκης αυτής, είτε λαμβάνεται αυτοτελώς υπόψη, δεν κατοχυρώνει δικαίωμα στην αντίρρηση συνειδήσεως (βλ. αποφάσεις της Επιτροπής Peters v. The Netherlands της 30.11.1994, Heuden v. Belgium της 22.5.1995, και απόφαση του ΕΔΔΑ της 7.7.2011, στην υπόθεση BAYATYAN κατά Αρμενίας, αίτηση 23459/03). Περαιτέρω, η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του άρθρου 4 παρ. 4 του Προαιρετικού Προσθέτου Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε, ομοίως, με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997 (Α΄ 25), έχει κρίνει ότι η παρ. 1 του άρθρου 18 του Διεθνούς Συμφώνου προστατεύει μεν, ως μία μορφή εκδήλωσης θρησκευτικής ή ιδεολογικής πεποίθησης, και την αντίρρηση στην εκπλήρωση στρατιωτικής θητείας, η προστασία, όμως, αυτή δεν συνεπάγεται αυτομάτως το δικαίωμα κάποιου να αρνείται την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, επικαλούμενος τη συνείδησή του, αλλά ότι, σε συνδυασμό με την παράγραφο 3 του άρθρου 18, θεμελιώνει αξίωση του αντιρρησία προς το κράτος να θεσπίσει κανονιστικό πλαίσιο, βάσει του οποίου ο αντιρρησίας συνειδήσεως να έχει την εναλλακτική δυνατότητα να προσφέρει κοινωνική υπηρεσία, ενώ το κράτος μπορεί να απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του αυτή, εάν αποδεικνύει ότι λόγοι εθνικής ασφάλειας δικαιολογούν την άρνησή του να θεσπίσει παρόμοιο κανονιστικό πλαίσιο (Yeo – Boom Yoon v. Republic of Korea, Myung – jin Chol v. Republic of Korea, αιτήσεις υπ’ αριθ. 1321 και 1322/2004, απόφαση της 23.1.2007). Επομένως, οι διατάξεις των άρθρων 59, 62 και 63 του ν. 3421/2005, και της κατ’ εξουσιοδότηση αυτών εκδοθείσης απόφασης του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, με τις οποίες θεσπίζεται η διαδικασία και τα δικαιολογητικά στοιχεία τα οποία απαιτούνται για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του ενδιαφερομένου προκειμένου να υπαχθεί στο καθεστώς του αντιρρησία συνείδησης, καθώς και οι συνέπειες σε περίπτωση μη υποβολής τους, είναι σύμφωνες τόσο με την ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 4 του Συντάγματος, όσο και με τις ανωτέρω διατάξεις των διεθνών συμβάσεων, καθ’ όσον με αυτές επιτρέπεται να λαμβάνονται τα αναγκαία μέτρα για τη διαπίστωση της ειλικρίνειας και της σοβαρότητας των προβαλλομένων αντιρρήσεων συνειδήσεως (βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 3885/2002 επταμελ, 526/2001 επταμελ., 3462, 1246/2013, 837/2010, 4276/2009).
6. Επειδή όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, και συγκεκριμένα από το Φ.429.361/50/288241/8.11.2011 έγγραφο της Διοικήσεως (Διεύθυνση Στρατολογικού – Στρατιωτικών Νομικών Συμβουλών, Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας), ο αιτών, ο οποίος γεννήθηκε το 1983 στην Τσάλκα της Γεωργίας, με την Φ.429.39/238/329368/Σ.1873/16.12.2002 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας είχε χαρακτηρισθεί αντιρρησίας συνειδήσεως για θρησκευτικούς λόγους (μάρτυρας του Ιεχωβά από 19.10.1997). Στις 18.4.2003 υπέβαλε αίτημα προκειμένου να μεταπέσει στους υπόχρεους ένοπλης στρατιωτικής θητείας. Στις 7.9.2004 κατετάγη στο Κέντρο Εκπαίδευσης Υγειονομικού, απολύθηκε, όμως, επτά ημέρες αργότερα (στις 14.9.2004) αφού έτυχε ετήσιας αναβολής για λόγους υγείας. Μετά τη λήξη της αναβολής κατατάξεως, απεστάλη στον αιτούντα το από 21.1.2006 σημείωμα κατατάξεως, με το οποίο κλήθηκε να καταταγεί στις 6.2.2006. Δεδομένου, όμως, ότι ο αιτών δεν παρουσιάσθηκε προς κατάταξη, κηρύχθηκε ανυπότακτος εσωτερικού στις 7.2.2006. Στις 9.2.2006 υπέβαλε στο αρμόδιο Στρατολογικό Γραφείο αίτημα να υπαχθεί στο καθεστώς αντιρρησιών συνείδησης κατ’ επίκληση της διάταξης του παρ. 11 του άρθρου 73 του ν. 3421/2005. Κατά της απόρριψης του αιτήματος αυτού ο αιτών άσκησε προσφυγή και, κατά της απόρριψης της τελευταίας, άσκησε την από 20.10.2006 αίτηση ακυρώσεως, η οποία απερρίφθη με την 4276/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι νομίμως απερρίφθη ως εκπρόθεσμο το αίτημα του ήδη αιτούντος, εφόσον υπεβλήθη αρχικώς στις 7.2.2006 και ακολούθως στις 9.2.2006, πάντως σε κάθε περίπτωση, μετά την 6.2.2006, ημερομηνία κατά την οποία όφειλε να καταταγεί στις Ένοπλες Δυνάμεις. Κατόπιν αυτού, το αρμόδιο Στρατολογικό Γραφείο κάλεσε τον αιτούντα να καταταγεί την 10.8.2010, με τους στρατευσίμους της σειράς 2010 Γ/ΕΣΣΟ. Στις 10.8.2010 ο αιτών ταχυδρόμησε προς το Α΄ Στρατολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης, αίτηση (η οποία παρελήφθη μεν στις 13.8.2010, πλην λογίζεται ως ημερομηνία κατάθεσης η ημερομηνία της αποστολής της), με την οποία υπέβαλε αίτημα για υπαγωγή στο καθεστώς αντιρρησιών συνείδησης, χωρίς να συνοδεύεται από δικαιολογητικά, δηλώνοντας ότι εξουσιοδοτεί την Υπηρεσία να αναζητήσει τα δικαιολογητικά που απαιτούνται εφόσον ο ίδιος δεν κατέστη δυνατόν να τα συγκεντρώσει λόγω «του αιφνιδίου της αποστολής του σημειώματος προς κατάταξη», το οποίο του κοινοποιήθηκε στις 8.8.2010. Ακολούθως, στις 11.8.2010, ο αιτών υπέβαλε βεβαίωση της Κεντρικής Εκκλησίας των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά, από την οποία προέκυπτε ότι o τελευταίος ανήκει στο συγκεκριμένο Δόγμα και συμμετέχει στις λατρευτικές δραστηριότητες της Εκκλησίας αυτής από 19.10.1997. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την ήδη προσβαλλομένη πράξη (με αριθ. Φ.429.39/30/16243/Σ3115/13.8.2010 αποφάσεως του Α΄ Στρατολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης), αφενός διότι ο αιτών είχε ήδη υπηρετήσει ενόπλως για επτά συνολικά ημέρες στις Ένοπλες Δυνάμεις (από 7 έως 14 Σεπ. 2004), ενώ είχε ήδη ενστερνισθεί τις πεποιθήσεις των Χριστιανών Μαρτύρων του Ιεχωβά από τις 19.10.1997, αφετέρου διότι από την σχετική αίτηση δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτών εμπίπτει στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 59 του ν. 3421/2005, καθόσον η αίτηση αυτή δεν συνοδευόταν από τα απαραίτητα δικαιολογητικά που επιτάσσει η διάταξη αυτή.
7. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι με τα άρθρα 9 και 14 της ΕΣΔΑ, 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, 6 της ΣΕΕ και 10 (παρ. 2) του Ευρωπαϊκού Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, κατοχυρώνεται ατομικό δικαίωμα στην αντίρρηση συνείδησης, το οποίο οι εθνικές νομοθεσίες δεν μπορούν να περιορίσουν, ούτε να θέσουν ως προϋποθέσεις άσκησης αυτού τυπικά κριτήρια. Ενόψει αυτού, προβάλλεται ότι η απόρριψη του αιτήματος του ήδη αιτούντος για υπαγωγή στο καθεστώς του αντιρρησία συνείδησης με την προσβαλλομένη απόφαση, είναι μη νόμιμη διότι εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ν. 3421/2005 καθώς των διατάξεων της υπουργικής απόφαση, οι οποίες είναι ανίσχυρες ως αντικείμενες στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις που προαναφέρθηκαν.
8. Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (βλ. 5η σκέψη της αποφάσεως), ούτε οι ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος, ούτε οι διατάξεις της ΕΣΔΑ, όπως αυτές ερμηνεύθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), θεσπίζουν ατομικό δικαίωμα του αντιρρησία συνείδησης, με την έννοια και το περιεχόμενο που αποδίδεται σε αυτό με τον ανωτέρω λόγο. Εξάλλου, η απόφαση του ΕΔΔΑ της 7.7.2011, στην υπόθεση BAYATYAN κατά Αρμενίας, την οποία επικαλείται ο αιτών με το υπόμνημά του, που κατατέθηκε στις 24.1.2015 εντός της χορηγηθείσας προθεσμίας από την Πρόεδρο του Τμήματος, δεν αφορά περίπτωση στην οποία προβλέπεται από την εθνική έννομη τάξη η εκπλήρωση άοπλης
εναλλακτικήςθητείαςγια όσους επικαλούνται λόγους αναγόμενους σε αντιρρήσεις συνειδήσεως, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Περαιτέρω, ούτε από την απόφαση της 23.1.2007 της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία επικαλείται ο αιτών, προκύπτει ότι κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα θεμελιώνεται ατομικό δικαίωμα του αντιρρησία συνείδησης. Ενόψει των ανωτέρω, οι διατάξεις κατ’ εφαρμογή των οποίων απορρίφθηκε το αίτημα του ήδη αιτούντος με την προσβαλλομένη απόφαση του Α΄ Στρατολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, δεν αντίκεινται στις προαναφερθείσες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
9. Επειδή, προβάλλεται ότι το επίμαχο αίτημα περί υπαγωγής του αιτούντος στους αντιρρησίες συνειδήσεως έπρεπε να γίνει δεκτό ως νόμιμο και εμπρόθεσμο, διότι έλαβε χώρα μετά από περίοδο ανυποταξίας του αιτούντος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν πλήσσει καμία από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
10. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση μη νομίμως απέρριψε το αίτημα του ήδη αιτούντος περί υπαγωγής του στο καθεστώς του αντιρρησία συνειδήσεως, με την αιτιολογία ότι δεν συνυποβλήθηκαν από αυτόν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που επιτάσσει ο νόμος. Τούτο διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, ενόψει του γεγονότος ότι το σημείωμα κατάταξης του είχε κοινοποιηθεί στις 8.8.2010, με την υποχρέωση να καταταγεί στις 10.8.2010, δεν υπήρχε ο αναγκαίος χρόνος προκειμένου να απευθυνθεί αυτός στις αρμόδιες αρχές και να υποβάλλει σχετικό αίτημα ώστε να εκδοθούν τα απαραίτητα πιστοποιητικά, η δε Διοίκηση όφειλε, στα πλαίσια της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να τάξει σε αυτόν εύλογη προθεσμία.
11. Επειδή, όπως έχει κριθεί (πρβλ ΣτΕ
4276/2009,2452/2006), η θέσπιση με την ανωτέρω υπουργική απόφαση αποκλειστικών προθεσμιών για την υποβολή της αιτήσεως υπαγωγής στο καθεστώς των αντιρρησιών συνειδήσεως συνοδευόμενη από τα προβλεπόμενα στο νόμο δικαιολογητικά, η μη τήρηση των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αυτής, ευρίσκεται εντός της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που προβλέφθηκε από το άρθρο 63 παρ. 1 του ν. 3421/2005, τα δε τιθέμενα χρονικά πλαίσια καθεαυτά δεν είναι τόσο στενά ώστε να αποκλείουν την άσκηση της ευχέρειας επιλογήςεναλλακτικήςθητείαςπου παρέχεται από το Σύνταγμα και το νόμο. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 70 του ν. 3421/2005 και 33 της υπ’ αριθ. Φ.429.1/5/150045/2006 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Άμυνας (Β΄ 34), αμφότερα με τίτλο «εκτίμηση λόγων ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητων κωλυμάτων», οι προθεσμίες αυτές αναστέλλονται για όσο χρόνο διαρκεί το απρόβλεπτο ή εξαιρετικό γεγονός, ώστε να είναι δυνατή η επάνοδος του ενδιαφερομένου, του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε λόγω μη τήρησης των προθεσμιών, εφόσον βέβαια, προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή του λόγου ανωτέρας βίας. Με αυτά τα δεδομένα, και λαμβανομένου υπόψη ιδίως του γεγονότος ότι ο αιτών είχε υποβάλει παρόμοιο αίτημα υπαγωγής στο καθεστώς του αντιρρησία συνειδήσεως το έτος 2006, το οποίο απερρίφθη από τη Διοίκηση, και στη συνέχεια απορρίφθηκε και η αίτηση ακυρώσεως κατ’ αυτής, με την υπ’ αριθ. 4276/2009 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ορθώς απορρίφθηκε η από 10.8.2010 αίτησή του προς το Α΄ Στρατολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης για τον λόγο ότι δεν συνοδευόταν από τα ανωτέρω δικαιολογητικά, χωρίς, εξάλλου, να γίνεται επίκληση λόγων ανωτέρας βίας εκ μέρους του αιτούντος. Συνεπώς, ο ανωτέρω ισχυρισμός με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν υπήρξε ο αναγκαίος χρόνος προκειμένου ο αιτών να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές ώστε να αιτηθεί την έκδοση των επιτασσομένων από τις ανωτέρω διατάξεις σχετικών πιστοποιητικών (ότι δεν κατέχει άδεια οπλοφορίας κλπ), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
12. Επειδή, εφόσον η απόρριψη της αίτησης περί υπαγωγής του αιτούντος στο καθεστώς του αντιρρησία συνειδήσεως με την προσβαλλόμενη πράξη ευρίσκει νόμιμο και επαρκές έρεισμα στην αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 59 του ν. 3421/2005 λόγω της μη συνυποβολής εκ μέρους του των δικαιολογητικών που προβλέπονται στη διάταξη αυτή, παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα του λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος, σύμφωνα με την οποία το αίτημα είναι απορριπτέο και για το λόγο ότι ο αιτών έχει υπηρετήσει στις Ένοπλες Δυνάμεις από 7 έως 14.9.2004 (βλ. ΣτΕ
4276/2009,2452/2006κ.α.).
13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Μαρτίου 2015.
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος   Η Γραμματέας


Μ. Καραμανώφ     Δ. Κατσάνη

./.