Αριθμός 4509/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 31η Οκτωβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Χρ. Ράμμος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου του Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Ιω. Μαντζουράνης, Αντ. Ντέμσιας, Σύμβουλοι, Ρ. Γιαννουλάτου, Ελ. Μουργιά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Νικολοπούλου.
Για να δικάσει την από 29 Οκτωβρίου 2007 αίτηση:
των: 1. ………132. Φωτίου Τσανικλίδη του Γεωργίου, κατοίκου Ξυλοκάστρου Κορινθίας (Ι. Σταμούλη 5), οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο Κωνσταντίνο Τσακίρη, που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, ……..και 142. Εξωραϊστικού Πολιτιστικού Συλλόγου με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΙΚΙΣΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΒΑΘΥΡΕΜΑ ΝΕΩΝ ΣΤΥΡΩΝ ΕΥΒΟΙΑΣ», που εδρεύει στα Νέα Στύρα Ευβοίας, ο οποίος παρέστη με τον ίδιο πιο πάνω δικηγόρο Κωνσταντίνο Τσακίρη, που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Άγγελος Γκιούλης,
κατά του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και ήδη Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί το από 19.7.2007 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 354/14.8.2007, τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), με το οποίο ανακλήθηκε η υπ’ αριθμ. 3283/5.5.1997 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας «Καθορισμός ορίων και όρων και περιορισμών δόμησης και κατηγοριοποίηση του οικισμού ΒΑΘΥΡΡΕΥΜΑ της Κοινότητας Ν. Στύρων του Νομού Ευβοίας».
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ιω. Μαντζουράνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων που παρέστησαν, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (Α´ 1393754 και 1770264/2007 ειδικά γραμμάτια παραβόλου), ζητείται η ακύρωση του από 19.7.2007 προεδρικού διατάγματος (ΦΕΚ 354/14-8-2007, τ. ΑΑΠΘ), με το οποίο ανακλήθηκε η 3283/5.5.1997 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας περί καθορισμού ορίων και όρων και περιορισμών δόμησης του οικισμού Βαθύρρευμα, της Κοινότητας Ν. Στύρων Ευβοίας (Δ´ 408).
2. Επειδή, εκ των αιτούντων οι υπό στοιχεία 2, 19, 25, 37, 42, 49, 52, 55, 56, 57, 69, 70, 71, 74, 79, 80, 82, 85, 90, 93, 95, 113, 116, 118, 128, 129, 133, 137 και 138 δεν νομιμοποίησαν τον δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο της αιτήσεως με ένα των κατά το άρθρο 27 του π.δ. 18/ 1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει, τρόπων. Συνεπώς, η αίτηση ως προς αυτούς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
3. Επειδή, οι αιτούντες φερόμενοι ως έχοντες εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων κειμένων εντός των ορίων του επίμαχου οικισμού, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση, παραδεκτώς δε ομοδικούν προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως, στηριζόμενους στην ίδια νομική και πραγματική βάση.
4. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ Ολομ. 3661/2005), ο πολεοδομικός σχεδιασμός, δηλαδή η πολεοδομική οργάνωση των πόλεων και των οικισμών της Χώρας οποιουδήποτε μεγέθους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ειδικότερο θέμα, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος, αλλά ούτε και θέμα τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να γίνονται μόνο με την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Και ναι μεν στο άρθρο 25 παρ. 9 α του ν. 2508/1997 (Α 124), ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2242/1994 (Α 162), δηλαδή «ο καθορισμός των ορίων και των όρων και περιορισμών δόμησης, καθώς και η έγκριση ή τροποποίηση σχεδίων πόλεων και πολεοδομικών μελετών οικισμών παραλιακών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 1 περίπτ. β´ του από 24.4.1985 Πρ. Δ/τος (ΦΕΚ 181 Δ´) ή ευρισκομένων σε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους ή εφαπτομένων δασών ή δασικών εκτάσεων, καθώς και οικισμών που βρίσκονται σε περιοχές οι οποίες προστατεύονται, κατά τα άρθρα 18 και 19 του Ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α´) ή βάσει διεθνών συνθηκών …», γίνονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, μετά από γνώμη του Περιφερειακού Σ.Χ.Ο.Π. και όχι με Προεδρικό Διάταγμα, όπως προέβλεπε το ως άνω άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2242/1994, η απόφαση όμως για τον καθορισμό των ορίων οικισμού, καθώς και η θέσπιση με την απόφαση αυτή των όρων και περιορισμών δόμησής του, δεν συνιστά εντοπισμένη πολεοδομική ρύθμιση (πρβλ. ΣτΕ 3661/2005 ), ώστε να μπορεί να εκδοθεί από άλλο, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανο της Διοίκησης (πρβλ. ΣτΕ 1673/2007). Εξάλλου, από τις διατάξεις του Συντάγματος περί διάκρισης των λειτουργιών και περί της παρεχομένης στα όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας νομοθετικής εξουσιοδότησης (άρθρα 26 και 43 αντίστοιχα), προκύπτει ότι δεν είναι επιτρεπτή η αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, εφόσον δεν την επιτρέπει ρητά η εξουσιοδοτική διάταξη του νόμου. Ειδικότερα δε δεν είναι δυνατή, χωρίς ρητή περί του αντιθέτου εξουσιοδοτική διάταξη, η αναδρομική ανάκληση κανονιστικής πράξεως (ΣτΕ 3176/2012, 1752/1997, 1465/1995, 4914/1987, 312/1979, 1614/1972). Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν και, επομένως, είναι επιτρεπτή η εντός ευλόγου χρόνου ανάκληση κανονιστικής πράξης, σε περίπτωση που αυτή έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο (πρβλ. ΣτΕ 1542/1995).
5. Επειδή, εν προκειμένω, με την 3283/5.5.1997 απόφαση του Νομάρχη Εύβοιας (Δ΄ 408) καθορίσθηκαν τα όρια και όροι και περιορισμοί δόμησης του οικισμού Βαθύρρευμα της Κοινότητας Ν. Στύρων του Ν. Εύβοιας, συνολικής έκτασης 655 στρεμμάτων, κατόπιν του 59/3.3.1997 εγγράφου του Δασονομείου Αλιβερίου, στο οποίο εβεβαιούτο ότι στα όρια του οικισμού αυτού δεν υπάρχουν δασικές εκτάσεις. Το εν λόγω έγγραφο, ωστόσο, ανακλήθηκε με το 2064/18.7.1998 μεταγενέστερο έγγραφο του Δασάρχη Αλιβερίου, ύστερα από αυτοψία της Διεύθυνσης Δασών, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι στα όρια του οικισμού περιελήφθησαν δάση και δασικές εκτάσεις (βλ. το 2222/30.6.1998 έγγραφο της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας). Ενόψει αυτού, ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, με την 2870/21.8.1998 πράξη του ζήτησε την ανάκληση της νομαρχιακής απόφασης για τον καθορισμό των ορίων του οικισμού, ομοίως δε γνωμοδότησε το ΣΧΟΠ του ν. Εύβοιας με το 36/23.11.1998 πρακτικό του. Ακολούθως, με την 986/20.7.1999 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Αλιβερίου έκταση 415,5 στρεμμάτων, ευρισκόμενη μέσα στην ανωτέρω οριοθετηθείσα περιοχή, χαρακτηρίσθηκε ως δημόσια δασική. Κατόπιν αντιρρήσεων του Συλλόγου Οικιστών Οικισμού Βαθύρρευμα κατά της πράξης χαρακτηρισμού, το ΣΧΟΠ Ευβοίας με το 6/7/1.2.1999 πρακτικό του ανέστειλε την ισχύ του ανωτέρω 36/23.11.1998 πρακτικού του μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εκκρεμούσης προσφυγής. Με την 60/99/9.7. 2000 απόφασή της η Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων ν. Εύβοιας έκρινε ότι η παραπάνω έκταση δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως δασική, διότι εμπίπτει στην παρ. 6 εδ. ε του άρθρου 3 του ν. 998/1979, εφόσον περιλαμβάνεται εντός οικισμού, ο καθορισμός των ορίων του οποίου δεν έχει ανακληθεί. Η πράξη αυτή επικυρώθηκε για τον ίδιο λόγο με την 8/13.12.2000 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Αθηνών. Περαιτέρω, με τα 154/22.2.2001 και 337/27.2.2001 έγγραφα του Διευθυντή Δασών Ν. Εύβοιας επισημαίνεται ότι ο οικισμός Βαθύρρευμα στην απογραφή τόσο του 1981 όσο και του 1991 είχε 0 κατοίκους και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις καθορισμού ορίων οικισμού του από 24.4/3.5.1985 π.δ/τος. Στην από Νοεμβρίου 2000 έκθεση του Σώματος Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης αναφέρεται επίσης ότι στην οριοθετούμενη έκταση του οικισμού περιελήφθησαν δασικές εκτάσεις καθώς και εκτάσεις πολλαπλάσιες του ήδη δομημένου και εγκαταλελειμμένου οικισμού, ο οποίος δεν είχε κατοίκους κατά την απογραφή των ετών 1981 και 1991. Τέλος, με την 648/5.3.2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας κηρύχθηκε αναδασωτέα έκταση 350 στρεμμάτων, που εκχερσώθηκε με σκοπό την οικοπεδοποίηση και βρίσκεται μέσα στα όρια του οικισμού Βαθύρρευμα. Ενόψει των ανωτέρω εκδόθηκε το από 19.7.2007 προσβαλλόμενο διάταγμα (ΦΕΚ 354/14-8-2007, τ. ΑΑΠΘ), με το οποίο ανακλήθηκε η 3283/5.5.1997 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας περί καθορισμού ορίων και όρων και περιορισμών δόμησης του οικισμού Βαθύρρευμα, της Κοινότητας Ν. Στύρων Ευβοίας (Δ´ 408), το οποίο κρίθηκε νόμιμο με το 96/2007 Πρακτικό Επεξεργασίας του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
6. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, η ανακληθείσα νομαρχιακή απόφαση περί καθορισμού ορίων και όρων και περιορισμών δόμησης του οικισμού Βαθύρρευμα ήταν πολλαπλώς πλημμελής. Ειδικότερα: α) η απόφαση αυτή, η οποία έχει κανονιστικό χαρακτήρα (ΣτΕ 1828/2008, 282/ 2005), αναρμοδίως εκδόθηκε από το Νομάρχη Ευβοίας, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, ο καθορισμός των ορίων οικισμού και η θέσπιση των όρων και περιορισμών δόμησής του εν πάση περιπτώσει δεν συνιστούν εντοπισμένη πολεοδομική ρύθμιση και για το λόγο αυτό, εξεταζόμενο και αυτεπαγγέλτως, νομίμως ανακλήθηκε με το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα, δηλαδή από το όργανο που ήταν αρμόδιο για την έκδοσή της κατά το χρόνο της ανάκλησης, κατ’ επίκληση της ως άνω διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2242/1994, ανεξαρτήτως μάλιστα των ειδικότερων αιτιολογιών του (πρβλ. ΣτΕ Ολ. 1581-2/2010), β) από την από Νοεμβρίου 2000 έκθεση του Σώματος Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και την 648/5.3.2001 απόφαση του ΓΓΠ Στερεάς Ελλάδας, με την οποία κηρύσσεται αναδασωτέα δασική έκταση, που βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού Βαθύρρεμα, όπως αυτά είχαν καθοριστεί με την ανακληθείσα νομαρχιακή απόφαση, προκύπτει ότι στην οριοθετούμενη έκταση του οικισμού μη νομίμως περιελήφθησαν δασικές εκτάσεις. Εξ άλλου, η Δευτεροβάθμια Επιτροπή Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων με την 8/2000 απόφασή της δεν έκρινε το δασικό χαρακτήρα της επίμαχης έκτασης, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αιτούντες, αλλά έκρινε ότι, εφόσον αυτή περιλαμβάνεται εντός οικισμού, ο καθορισμός των ορίων του οποίου δεν έχει ανακληθεί, δεν υπάγεται στις διατάξεις του ν. 998/79 ώστε να μπορεί ο Δασάρχης Αλιβερίου να τη χαρακτηρίσει. Περαιτέρω δε, η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 3208/2003 (Α΄ 303), σύμφωνα με την οποία «(…) οι εκτάσεις που κρίθηκαν από τις επιτροπές της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του [ν. 998/1979] ως μη δασικές, δεν υπάγονται στις διατάξεις του Δασικού Κώδικα, τυχόν δε αποφάσεις με τις οποίες οι εν λόγω εκτάσεις κηρύχθηκαν αναδασωτέες (…) αίρονται υποχρεωτικά, με πράξη του αρμόδιου οργάνου», δεν καταλαμβάνει, πράξεις εκδοθείσες πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή την 24.12.2003 (βλ. άρθρο 24), όπως η περί αναδασώσεως ως άνω 648/5.3.2001 απόφαση του ΓΓΠ Στερεάς Ελλάδας (ΣτΕ 3685/2010). Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαδικασία για τη διαπίστωση του δασικού ή μη χαρακτήρα της περιοχής, ώστε να ανακληθεί η νομαρχιακή απόφαση που την κατέστησε οικιστική, ξεκίνησε ήδη με το 2222/30.6.1998 έγγραφο του ΓΓΠ Στερεάς Ελλάδας προς το αρμόδιο δασαρχείο Αλιβερίου, δηλαδή σε σύντομο χρόνο από την έκδοση της ανακληθείσας απόφασης, η δε 3661/2005 απόφαση του Δικαστηρίου που έκρινε ότι αρμοδιότητα για ρυθμίσεις πολεοδομικού χαρακτήρα έχει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δημοσιεύθηκε την 4.11.2005, η ανάκληση της νομαρχιακής απόφασης νομίμως εχώρησε μετά από 10 περίπου έτη από την έκδοσή της. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται από τους αιτούντες είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
7. Επειδή, περαιτέρω, οι αιτούντες προβάλλουν ότι κατά παράβαση ουσιώδους τύπου δεν προηγήθηκε της έκδοσης του προσβαλλόμενου κανονιστικού διατάγματος γνωμοδότηση του Κεντρικού ΣΧΟΠ, του ΣΧΟΠ Ν. Ευβοίας και του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου Στυραίων. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι η ανάκληση εχώρησε μετά από νέα ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (άρθρο 21 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας), ενώ, στην προκειμένη περίπτωση, η νομαρχιακή απόφαση ανακλήθηκε αφενός για το λόγο της αναρμοδιότητας του νομάρχη να εκδώσει την ανακληθείσα πράξη, αφετέρου λόγω πλάνης περί τα πράγματα, διότι εντός των ορίων του οικισμού περιελήφθησαν δασικές εκτάσεις, δηλαδή για λόγους νομιμότητας μη συνδεόμενους με ουσιαστική εκτίμηση πραγμάτων (πρβλ. ΣτΕ 4069/2012). Εξάλλου, ο λόγος περί έλλειψης προηγούμενης ακρόασης απαραδέκτως προβάλλεται κατά κανονιστικής πράξης. Ομοίως ως απαράδεκτος πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος περί πλημμελούς αιτιολογίας, ως προβαλλόμενος κατά κανονιστικής πράξης, η οποία ελέγχεται ακυρωτικώς μόνο από την άποψη της τήρησης των προϋποθέσεων που τάσσει η εξουσιοδότηση βάσει της οποίας εκδόθηκε και της μη υπέρβασης των ορίων της (ΣτΕ 3176/2012). Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον νομίμως ανακλήθηκε η νομαρχιακή απόφαση για τους ανωτέρω λόγους, ο λόγος με τον οποίο πλήσσεται το έτερο αιτιολογικό έρεισμα του προσβαλλόμενου διατάγματος περί μη ύπαρξης οικισμού στην επίμαχη περιοχή κατά την έναρξη ισχύος του ν. 1337/1983, προβάλλεται αλυσιτελώς.
8. Επειδή, τέλος, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η μετά από δέκα έτη ανατροπή του οικιστικού χαρακτήρα της περιοχής αφενός παραβιάζει τα περιουσιακά τους δικαιώματα, εφόσον τα ακίνητά τους καθίστανται πλέον μη οικοδομήσιμες εκτάσεις, αφετέρου αντιβαίνει στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, η οποία επιβάλλει τη διατήρηση της ισχύος της ευμενούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξης. Όπως έχει προεκτεθεί, με την 3283/5.5.1997 απόφαση του Νομάρχη Εύβοιας κατέστη οικιστική και επετράπη η δόμηση στην περιοχή «Βαθύρρευμα», η οποία έχει δασικό χαρακτήρα. Οι αιτούντες προέβησαν στην αγορά ακινήτων στην επίμαχη περιοχή υπολαμβάνοντας ότι η ανωτέρω νομαρχιακή απόφαση ήταν νόμιμη. Από την παράνομη αυτή δράση της Διοίκησης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, δημιούργησε στους αιτούντες τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι απέκτησαν ακίνητα εντός ορίων οικισμού, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση. Επομένως, με τον τρόπο αυτό, εναρμονίζεται, εν προκειμένω, αφενός η προστασία του δάσους και η απαγόρευση δόμησης σε δασικές εκτάσεις, αφετέρου η προστασία της ιδιοκτησίας των αιτούντων και η προστατευτέα εμπιστοσύνη αυτών προς τις πράξεις της Διοίκησης. Κατά συνέπεια, με την ανάκληση της επίμαχης νομαρχιακής απόφασης δεν υπήρξε επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας των αιτούντων, καθώς και στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης (ΣτΕ 2035/2011 Ολ. Βλ. και ΣτΕ Ολ. 4334/1976). Επομένως, οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
9. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στους αιτούντες συμμέτρως τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου εκ τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 2013
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
και μετά την αποχώρησή της
Χρ. Ράμμος Ειρ. Δασκαλάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
Η Πρόεδρος του Ε´ Τμήματος Η Γραμματέας
Αγγ. Θεοφιλοπούλου Ε. Οικονόμου
1
-1-
Αριθμός 4509/2014
./.
Δ.Μ.(m)
