Αριθμός 4587/2009
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2008, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Αθ. Ράντος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ. Γκορτζολίδου, Αντ. Ντέμσιας, Σύμβουλοι, Ρ. Γιαννουλάτου, Χρ. Λιάκουρας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 21 Νοεμβρίου 2005 αίτηση:
των: 1) Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και 2) Δασάρχη Πεντέλη, οι οποίοι παρέστησαν με τον Πολ. Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του Ιωάννη Παπαγιαννάκου, κατοίκου Μαρκόπουλου Μεσογαίας Αττικής (Αλαγιάννη 3), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γ. Πάλλη (Α.Μ. 1978), που τον διόρισε στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3998/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Χρ. Λιάκουρα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο των αναιρεσειόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3998/2005 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου κατά του υπ’ αριθμ. 1662/11.3.1999 πρωτοκόλλου επιβολής ειδικής αποζημίωσης του Δασάρχη Πεντέλης, με το οποίο είχε επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου ειδική αποζημίωση 22.474.800 δραχμών για διατήρηση αυθαίρετου λυόμενου κτίσματος εμβαδού 54 τ.μ., στην θέση «Μοναστήριζα» στο Πόρτο Ράφτη, κατά το χρονικό διάστημα από 28.6.1993 μέχρι 11.3.1999.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον του Τμήματος με επταμελή σύνθεση, ύστερα από την έκδοση της υπ’ αριθ. 2961/2008 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, λόγω της σπουδαιότητας ανακύψαντος ζητήματος.
4. Επειδή, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, το επίδικο πρωτόκολλο έχει εκδοθεί δυνάμει της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 114 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101), όπως η παράγραφος αυτή έχει αντικατασταθεί με την παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 2145/1993 (Α΄ 88). Η διάταξη αυτή εντάσσεται στο σύστημα κυρώσεων και μέτρων που εισάγεται με το ως άνω άρθρο 114, σε συνδυασμό με το άρθρο 71 του ν. 998/1979 (Α΄ 289) για τις αυθαίρετες κατασκευές σε δάση και δασικές εκτάσεις. Ειδικότερα, κατά την παρ. 1 του άρθρου 71 του ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 46 του ν. 2145/1993, «1. Εργολάβοι, υπεργολάβοι, κατασκευαστές, οι εντολείς τους και κάθε τρίτος που επιχειρεί, άνευ δικαιώματος .. την ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ή κατασκευάσματος … ή πραγματοποιεί οποιασδήποτε φύσεως εγκατάσταση εντός δάσους ή δασικής εκτάσεως, δημόσιας ή ιδιωτικής, τιμωρούνται με φυλάκιση … και με χρηματική ποινή …», ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου 71 του ν. 998/1979, «2. … Η δασική αρχή διατάσσει και, εν αρνήσει του υποχρέου, εκτελεί άνευ ετέρας διατυπώσεως την κατεδάφισιν των κτισμάτων. Εξάλλου, κατά την παραγρ. 1 του άρθρου 114 του ν. 1892/ 1990, «Απαγορεύεται η ανέγερση οικοδομών, κτισμάτων και πάσης φύσεως εγκαταστάσεων εντός δημοσίων ή ιδιωτικών δασών ή δασικών ή αναδασωτέων εκτάσεων, που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαϊά …», ενώ, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, «2. Ανεγερθείσες ή ανεγειρόμενες οικοδομές, κτίσματα και πάσης φύσεως εγκαταστάσεις στις ανωτέρω εκτάσεις κατεδαφίζονται υποχρεωτικά κατόπιν αποφάσεως του οικείου νομάρχη από την τεχνική υπηρεσία της νομαρχίας με την συνδρομή της δασικής υπηρεσίας». Περαιτέρω κατά την παρ. 3 του αυτού άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 2145/ 1993, «3. Η απόφαση περί κατεδαφίσεως εκδίδεται μετά από κλήτευση προ δύο (2) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, του φερομένου ως κυρίου ή νομέα ή κατόχου ή του εργολάβου της οικοδομής, του κτίσματος ή της εγκαταστάσεως. Η κλήτευση αυτή ενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Αν τα παραπάνω πρόσωπα είναι άγνωστα ή άγνωστης διαμονής, η κλήση τοιχοκολλάται στην είσοδο του κτίσματος. Κατά της αποφάσεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου, … Η προσφυγή συζητείται υποχρεωτικά εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της και η οριστική απόφαση εκδίδεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Η απόφαση κοινοποιείται με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευσή της στους διαδίκους, στον οικείο δασάρχη και στον Υπουργό Οικονομικών, εφαρμοζομένου αναλόγως και για την κοινοποίηση αυτήν του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Οι επί της … προσφυγής αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα …», ενώ, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου, «6. Οι προηγούμενες παράγραφοι 2 έως και 5 εφαρμόζονται αναλόγως και για περιπτώσεις κατεδάφισης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 71 του ν. 998/1979». Τέλος, κατά την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου, όπως ισχύει, «5. Από της κλητεύσεως και μέχρι την κατεδάφιση ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, στην καταβολή ειδικής αποζημιώσεως που επιβάλλεται με πρωτόκολλα του οικείου δασάρχη, από τα οποία το πρώτο εκδίδεται και κοινοποιείται εφαρμοζομένης αναλόγως και της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση στο δασάρχη της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 3. Της υποχρεώσεως αυτής απαλλάσσονται οι παραπάνω, προκειμένου περί οικοδομών, κτισμάτων ή εγκαταστάσεων εντός των δημόσιων δασών ή εκτάσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτά παραδοθούν οικειοθελώς στο Δημόσιο προς κατεδάφιση με τη σύνταξη από το δασάρχη πρωτοκόλλου παραδόσεως και παραλαβής. Κατά των πρωτοκόλλων επιβολής αποζημιώσεως, τα οποία εκδίδονται ανά τρίμηνο μέχρι την κατεδάφιση ή την ως άνω οικειοθελή παράδοση, χωρεί προσφυγή εντός πέντε (5) ημερών από την κοινοποίησή τους, ενώπιον του μονομελούς διοικητικού πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου. Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι προσφυγής κατά το μέρος που καλύπτονται από την απόφαση επί της προσφυγής κατά της πράξεως του νομάρχη περί κατεδαφίσεως, ως και εκείνοι που δεν αποδεικνύονται αμέσως. Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Τα ποσά των αποζημιώσεων που καθίστανται οριστικά, είτε γιατί δεν ασκήθηκε προσφυγή, είτε γιατί η ασκηθείσα απορρίφθηκε εν όλω ή εν μέρει, βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., εισπράττονται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974) και αποδίδονται ως έσοδο στο Κεντρικό Ταμείο Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών. Το ύψος της αποζημιώσεως ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος και ανά ημέρα διατηρήσεως αυτού ορίζεται σε διακόσιες (200) δραχμές. … Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ευθέως ή αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας».
5. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, και ενόψει του σκοπού τους που είναι τελικώς η κατεδάφιση των κτισμάτων που έχουν αυθαίρετα κατασκευασθεί σε δάσος ή δασική έκταση, δεν αποκλείεται η έκδοση πρωτοκόλλου ειδικής αποζημίωσης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει το τρίμηνο, οι δε δυσμενείς για τον διοικούμενο συνέπειες από την έκδοση του για το μεγαλύτερο χρονικό αυτό διάστημα αίρονται αν παραδοθεί οικειοθελώς προς κατεδάφιση η αυθαίρετη κατασκευή, έστω και μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, διότι στην περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της ειδικής αποζημίωσης που έχει ήδη επιβληθεί σε όποιο ποσό και αν έχει ανέλθει αυτή. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προέδρου του Τμήματος Κ. Μενουδάκου, η εκ μέρους του ενδιαφερόμενου κατεδάφιση της αυθαίρετης κατασκευής μετά την έκδοση του πρωτοκόλλου, με το οποίο επιβάλλεται σε βάρος του η ειδική αποζημίωση για τη διατήρησή της, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που του έχει ήδη επιβληθεί με το εν λόγω πρωτόκολλο για χρονικό διάστημα προγενέστερο της κατεδάφισης. Κατά την έννοια δε των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων ενόψει και του σκοπού του νόμου, με τον οποίο, όπως προκύπτει από τη σχετική εισηγητική έκθεση και τις συζητήσεις της Βουλής (συνεδρίαση ΡΚΑ΄ – 5.5. 1993, σ. 6269), λαμβάνεται μέριμνα ώστε να αποφεύγεται η επιβολή με ένα πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης μεγάλου ύψους ως αποτέλεσμα της έκδοσης πρωτοκόλλου για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε περίπτωση διατήρησης του αυθαιρέτου επιβάλλεται να εκδίδονται πρωτόκολλα σε τακτά χρονικά διαστήματα και, συγκεκριμένα, ανά τρίμηνο κατά τρόπο ώστε η κοινοποίηση των πρωτοκόλλων αυτών να αποτελεί και όχληση να προβεί στην κατεδάφιση ή την οικειοθελή παράδοση της αυθαίρετης κατασκευής ώστε να απαλλαγεί για τον εφεξής χρόνο από την υποχρέωση, καταβολής της ειδικής αποζημίωσης. Κατά τη γνώμη, επομένως, αυτή, πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης, που αφορά χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, είναι μη νόμιμο .
6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την υπ’ αριθμ. 4150/93/27.12.1994 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής διατάχθηκε η κατεδάφιση κτίσματος διαστάσεων 4,5 Χ 12 μ. με τη τσιμεντένια βάση του, το οποίο ο ήδη αναιρεσίβλητος φέρεται ότι κατασκεύασε αυθαίρετα, από το τέλος του έτους 1990 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 1991, μέσα σε δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 2.250 τ.μ. στη θέση «Μοναστήριζα» στο Πόρτο Ράφτη Αττικής, η οποία είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την 4148/93/30.3.1994 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής. Η ανωτέρω απόφαση περί κατεδάφισης εκδόθηκε, αφού επιδόθηκε στον ήδη αναιρεσίβλητο, στις 14.10. 1991, η 4796/19.9.1991 έγγραφη πρόσκληση για να κατεδαφίσει και να απομακρύνει, εντός δύο ημερών, την ως άνω αυθαίρετη κατασκευή, στην οποία, όμως, αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Κατά της εν λόγω απόφασης περί κατεδάφισης αυθαιρέτου κτίσματος, ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη, με την 152/1997 απόφασή του. Κατόπιν αυτών, ο Δασάρχης Πεντέλης εξέδωσε σε βάρος του αναιρεσίβλητου το υπ’ αριθμ. 1662/11.3.1999 πρωτόκολλο, με το οποίο του επέβαλε, κατ’ εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, ειδική αποζημίωση ύψους 22.474.800 δραχμών για διατήρηση αυθαίρετου κτίσματος, επιφάνειας 54 τ.μ., για 2.081 ημέρες, κατά το χρονικό διάστημα από 28.6.1993 έως 11.3.1999. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό, ότι από τις προαναφερόμενες εφαρμοστέες διατάξεις συνάγεται ότι τα πρωτόκολλα επιβολής ειδικής αποζημίωσης εκδίδονται έπειτα από την κοινοποίηση στο Δασάρχη της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε επί προσφυγής κατά της απόφασης για την κατεδάφιση (ή την άπρακτη προθεσμία προσβολής της), ανά τρίμηνο, μέχρι την κατεδάφιση ή την οικειοθελή παράδοση της αυθαίρετης κατασκευής. Με βάση τις σκέψεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, με το οποίο επιβλήθηκε στον ήδη αναιρεσίβλητο ειδική αποζημίωση, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, είναι μη νόμιμο και ακυρωτέο.
7. Επειδή, στο άρθρο 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 – Α΄ 97), ο οποίος είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω λόγω του χρόνου έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, ορίζεται ότι : «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, κατά περίπτωση, χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί : α) … ή β) αν η πράξη είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της ή γ) …». Στην προκείμενη περίπτωση, το ζήτημα αν, κατά την έννοια του νόμου, επιτρεπτώς επιβάλλεται με πρωτόκολλο εκδιδόμενο κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ειδική αποζημίωση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών, αφορά τη νομική βάση του πρωτοκόλλου και, συνεπώς, νομίμως σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του εδαφ. β της παρ.1 του άρθρου 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ελέγχθηκε αυτεπαγγέλτως από το Διοικητικό Πρωτοδικείο το προσβληθέν πρωτόκολλο ως προς το ζήτημα αυτό, είναι δε απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως.
8. Επειδή, προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ότι η ανωτέρω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένη, διότι, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων, η προβλεπόμενη προθεσμία για την έκδοση των πρωτοκόλλων επιβολής ειδικής αποζημίωσης, είναι ενδεικτική, υπό την έννοια ότι τα πρωτόκολλα αυτά δεν δύνανται μεν να εκδίδονται για χρονικό διάστημα μικρότερο του τριμήνου, δεν αποκλείεται, όμως, η έκδοσή τους για καταλογισμό αποζημίωσης για δύο ή περισσότερα τρίμηνα. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, διότι το επίμαχο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης επιτρεπτώς εκδόθηκε για χρονικό διάστημα πέραν του τριμήνου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πέμπτη σκέψη. Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του και να αναπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προς νέα κρίση. Κατά τη γνώμη όμως, που μειοψήφισε, το δικάσαν δικαστήριο ορθώς έκρινε αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης ως μη νόμιμο, εφόσον με το πρωτόκολλο αυτό επιβλήθηκε ειδική αποζημίωση για χρονικό διάστημα 2081 ημερών, δηλαδή για διάστημα που υπερβαίνει το τρίμηνο.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3998/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναπέμπει την υπόθεση σε αυτό για περαιτέρω κρίση.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου ανερχόμενη στο ποσόν των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009
Ο Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος
Κ. Μενουδάκος Ε. Κουμεντέρη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση την 31η Δεκεμβρίου 2009.
Ο Πρόεδρος του Ε’ Τμήματος Η Γραμματέας
Κ. Μενουδάκος Π. Μερτζανάκη
