ΣτΕ 4647/2015, Γ τμ. 7μ παρ. σε Ολομ., , ΛΗΞΗ ΘΗΤΕΙΑΣ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ, ΑΣΚΕΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΜΟΝΟ ΣΕ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΠΕΡΑΝ ΕΥΛΟΓΟΥ ΧΡΟΝΟΥ παρ. σε Ολομ.

ΣΤΕ

ΣΤΕ 4647/2015 Γ τμ. 7μ., παρ. Ολομ.

Πρόεδρος: Μ. Βηλαράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων

Εισηγητής: Π. Τσούκας, Πάρεδρος ΣτΕ

Δικηγόροι: Ν. Δημητρακόπουλος, Πάρεδρος ΝΣΚ,
Κων. Ασημακόπουλος

Δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή, μετά τη λήξη της θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, η συνέχιση της αρμοδιότητάς του να ασκεί προσφυγές, ιδίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τελεσιδίκων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Και είναι μεν ανεκτή η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από Γενικό Επιθεωρητή του οποίου έληξε η θητεία, μόνον, όμως, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο, και πάντως όχι πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Διαφορετική ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων, η οποία θα επέτρεπε τη χωρίς χρονικό περιορισμό συνέχιση της άσκησης προσφυγών από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του, δεν μπορεί να εύρει έρεισμα στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η επίμαχη αρμοδιότητα του εν λόγω Επιθεωρητή ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αφορά στην παροχή υπηρεσιών προς πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ανάγκη στενής ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων, ενόψει του ότι η άσκηση της δι’ αυτών καθιδρυόμενης αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να οδηγήσει, στη χειροτέρευση της θέσης του πειθαρχικώς διωκομένου. (μειοψ.).

Διατάξεις: άρθρα 103 παρ. 4 Συντ., 1 Ν 3074/2002

[…] 3. Επειδή, η καθ’ ης η προσφυγή, εκπαιδευτικός ΔΕ, κλάδου ΠΕ 02, παραπέμφθηκε στο Ανώτερο Περιφερειακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΑΠΥΣΔΕ) Ηπείρου, με την κατηγορία ότι ως πρόεδρος διενεργείας εξετάσεων στο ιδιωτικό ΤΕΕ υπό την επωνυμία «Σχολές Τομής», κατά τις εξεταστικές περιόδου Μαΐου-Ιουνίου 2001, Σεπτεμβρίου 2002, Μαΐου-Ιουνίου 2004 και Μαΐου-Ιουνίου 2004 α) υπέπεσε στο πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 107 παρ. 1 περ. β΄ του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν 3528/2007, Α΄ 26), και συγκεκριμένα ότι «δεν προέβη, ως είχε καθήκον, […] στον απαιτούμενο έλεγχο της νόμιμης ή μη συμμετοχής των μαθητών στις εξετάσεις, και συγκεκριμένα επέτρεψε τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις, την προαγωγή και την απόλυσή τους, ενώ εκ της ιδιότητάς της γνώριζε σχετικά με την παράνομη γραφή των πρακτικών […] και τις παρεμβάσεις – αλλοιώσεις των μερίδων των μαθητών στο Μητρώο Μαθητών κ.α. […]», β) «επέτρεψε τη διάπραξη πλήθους παρατυπιών και παρανομιών […], ενώ εκ της ιδιότητός της ως πρόεδρος των ως άνω εξεταστικών επιτροπών όφειλε να προστατεύσει και να περιφρουρήσει το κύρος των εξετάσεων». Το ΑΠΥΣΔΕ Ηπείρου, με την …/5.9.2010 απόφασή του, επέβαλε στην καθ’ ης η προσφυγή την πειθαρχική ποινή του προστίμου ίσου προς τις αποδοχές δέκα (10) ημερών για το προαναφερθέν πειθαρχικό παράπτωμα. Ακολούθως, το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ενώπιον του οποίου άσκησαν ένσταση ο Υπουργός Παιδείας, δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης επέβαλε στην καθ’ ης η προσφυγή, με την …/17.5.2011 απόφασή του, την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσεως τριών (3) μηνών με πλήρη στέρησης αποδοχών. Με την ήδη κρινομένη προσφυγή ο ΓΕΔΔ ζητεί τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως αυτής και την επιβολή της προσήκουσας ποινής (οριστικής παύσεως ή υποβιβασμού).

4. Επειδή, στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει». Εξ άλλου, στο άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) … β) … γ) Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας που υποβάλλονται σ’ αυτό σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. δ) …».

5. Επειδή, στην περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν 3074/2002 (Α΄ 296), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 26 του Ν 3200/2003 (Α΄ 281) και με την παρ. 10 του άρθρου 6 του Ν 3491/2006 (Α΄ 207) και αντικαταστάθηκε τελικά με την παρ. 5 του άρθρου 3 του Ν 3613/2007 (Α΄ 263), προβλέπεται ότι: «… Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά όλων των τελεσίδικων αποφάσεων όλων των πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του πρώτου εδαφίου για πειθαρχικά αδικήματα που επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, καθώς και ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου κατά όλων των άλλων τελεσίδικων αποφάσεων μονομελών ή πειθαρχικών οργάνων. Η προσφυγή υπογράφεται από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και κατά τη συζήτηση παρίσταται μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η προθεσμία για την άσκηση των προαναφερόμενων ενστάσεων και προσφυγών αρχίζει από την υποχρεωτική κοινοποίηση των πειθαρχικών αποφάσεων στο Γραφείο του».

6. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ 82/2011 7μ., 329/2012 7μ., 1670/2013 7μ., 2677/2013 κ.ά.), από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι ο νομοθέτης θέσπισε την αρμοδιότητα του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης να ασκεί, χωρίς άλλες δικονομικές διατυπώσεις, προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των τελεσίδικων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων των φορέων του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 3 του Ν 3613/2007 για όσα πειθαρχικά παραπτώματα, κατά τη γνώμη του, πρέπει να επιβληθεί η ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού του υπαλλήλου. Στην περίπτωση που το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλαμβάνεται της προσφυγής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να επιβάλει, το πρώτον αυτό, την ποινή της οριστικής παύσης ή του υποβιβασμού, αφού εκτιμήσει εξ υπαρχής τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, σε αναφορά με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τις απόψεις του διωκομένου υπαλλήλου. Η πρόβλεψη από το νόμο της δυνατότητας επιβολής μείζονος πειθαρχικής ποινής στον παρανομήσαντα δημόσιο υπάλληλο από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε μια τέτοια περίπτωση, εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, το οποίο απαιτεί οι παρανομούντες υπάλληλοι να τιμωρούνται με την προσήκουσα, εκάστοτε, πειθαρχική ποινή, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αλλά και συνάδει με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, η πειθαρχική υπόθεση του υπαλλήλου έχει ήδη κριθεί από υπηρεσιακό – πειθαρχικό συμβούλιο αποτελούμενο κατά τα δύο τρίτα από μονίμους δημοσίους υπαλλήλους, στο δε Συμβούλιο της Επικρατείας δυνατότητα μόνο ανατίθεται για την επιβολή, κατά την κρίση του, και των βαρύτερων πειθαρχικών ποινών του υποβιβασμού ή της οριστικής παύσης.

7. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 1 του αυτού Ν 3074/2002 ορίζεται ότι Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης διορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, που διαθέτει υψηλή επιστημονική κατάρτιση και απολαμβάνει ευρείας κοινωνικής αποδοχής (περ. α΄), επιλέγεται δε από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του ίδιου Υπουργού (περ. β΄). Με το άρθρο 9 του Ν 3094/2003 (Α΄ 10) προστέθηκε εδάφιο δεύτερο στην περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν 3074/2002 και ορίσθηκε ότι η θητεία του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης είναι πενταετής και μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Στην παρ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν 3074/2002 ορίζεται, περαιτέρω, ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και οι Βοηθοί του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, απολαύουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Τέλος, στην παρ. 4 του άρθρου 1 του αυτού Ν 3074/2002 ορίζεται ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης παύεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και για ανικανότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής.

8. Επειδή, κατά την κρατήσασα στο Τμήμα γνώμη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες προβλέπουν συγκεκριμένη διαδικασία διορισμού του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και καθιερώνουν ρητώς πενταετή θητεία του, δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή, μετά τη λήξη της θητείας του, η συνέχιση της αρμοδιότητάς του να ασκεί προσφυγές, ιδίως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά τελεσιδίκων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Και είναι μεν ανεκτή η άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας από Γενικό Επιθεωρητή του οποίου έληξε η θητεία, μόνον, όμως, εφόσον συντρέχουν συνθήκες όλως εξαιρετικές, οι οποίες καθιστούν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης από το Υπουργικό Συμβούλιο, και πάντως όχι πέραν ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος, το οποίο κρίνεται κατά τις εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Διαφορετική ερμηνεία των προεκτεθεισών διατάξεων, η οποία θα επέτρεπε τη χωρίς χρονικό περιορισμό συνέχιση της άσκησης προσφυγών από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του, δεν μπορεί να εύρει έρεισμα στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών, δεδομένου ότι η επίμαχη αρμοδιότητα του εν λόγω Επιθεωρητή ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της Δημόσιας Διοίκησης, αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν αφορά στην παροχή υπηρεσιών προς πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από την ανάγκη στενής ερμηνείας των ανωτέρω διατάξεων, ενόψει του ότι η άσκηση της δι’ αυτών καθιδρυόμενης αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να οδηγήσει, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 6, στη χειροτέρευση της θέσης του πειθαρχικώς διωκομένου. Μειοψήφησε ο Πάρεδρος Παναγιώτης Τσούκας, ο οποίος υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη: Η καθίδρυση του θεσμού τού Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης (ΓΕΔΔ) «εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια [του Έλληνα νομοθέτη] για την αναμόρφωση και αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης. Μια διοίκηση που οφείλει να κατοχυρώνει διαφανείς λειτουργίες, να διασφαλίζει τη χρηστή διαχείριση σε όλο το εύρος της και να θέτει υπό διαρκή έλεγχο, εσωτερικό και εξωτερικό, τις διαδικασίες και τα αποτελέσματά της» (βλ. εισηγητική έκθεση επί του σχεδίου του μετέπειτα Ν. 3074/2002, σελ. 1). Η ανάληψη της νομοθετικής αυτής προσπάθειας, η οποία ήγαγε στην ψήφιση κατ’ αρχάς του Ν 3074/2002 και κατόπιν σε σειρά άλλων νόμων, ερείδεται στην εκτίμηση του νομοθέτη ότι «[…] η διαφάνεια είναι η πρώτη προϋπόθεση για ένα δίκαιο, αξιόπιστο και αποτελεσματικό κράτος, για ένα κράτος που μπορεί […] να κατοχυρώνει την αξιοκρατία και την ισοπολιτεία», και ότι «η καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα», δοθέντος ότι, κατά παραδοχή τού νομοθέτη, και πάλι, «[…] στη χώρα μας φαινόμενα διαφθοράς, κακοδιοίκησης, αδιαφανών διαδικασιών, αναποτελεσματικότητας, χαμηλής παραγωγικότητας και ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών έρχονται κατά καιρούς στο προσκήνιο, απασχολούν τη δημόσια ζωή και προβληματίζουν την κοινή γνώμη που τα αντιμετωπίζει με δικαιολογημένη ευαισθησία και αξίωση να καταπολεμηθούν» (βλ. την προμνησθείσα εισηγητική έκθεση, σελ. 1). Η διαπίστωση αυτή και οι προεκτεθείσες αξιολογικές εκτιμήσεις τού νομοθέτη ελαύνονται αφ’ ενός από την πεποίθηση ότι η διαφθορά στη δημόσια Διοίκηση και τους κατ’ άρθρον 1§2 περ. δ΄ του Ν 3074/2002 «φορείς» υπονομεύει καίρια τις λειτουργίες τού κράτους, το οποίο οφείλει, κατά το Σύνταγμα (αρ. 25 παρ. 1), να είναι κοινωνικό κράτος δικαίου [σε ό,τι μεν αφορά την κατοχύρωση του κράτους δικαίου στο Σύνταγμα βλ. και τις διατάξεις των άρθρων του 20 (§§ 1,2), 26, 87 (§2), 93 (§ 4) και 95 (§ 1) καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 4-25 που κατοχυρώνουν την ισότητα ενώπιον του νόμου και βασικές μορφές ελευθερίας, σε ό,τι δε αφορά τη κατοχύρωση του κοινωνικού κράτους στο Σύνταγμα βλ. και τις διατάξεις των άρθρων του 17 (§§ 1,2), 18, 21, 22, 24, 25 και 106 (§§ 2,3)], και αφ’ ετέρου από την πεποίθηση ότι η διαφθορά αναιρεί τον πλέον θεμελιώδη όρο της πολιτισμένης κοινωνικής διαβίωσης και αντιμάχεται την, εξ ίσου θεμελιώδη, προϋπόθεση της οικονομικής προόδου της χώρας, ήτοι την εμπιστοσύνη στους θεσμούς τού κράτους, μεταξύ των οποίων τα όργανα της δημοσίας Διοικήσεως και των κατ’ άρθρον 1 § 2 περ. δ΄ του Ν 3074/2002 «φορέων». Εξ άλλου, η δυνατότητα που με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 5 του Ν 3613/2007 παρεσχέθη στον ΓΕΔΔ να ασκεί πειθαρχικού χαρακτήρα προσφυγές ως η ήδη κρινομένη ανάγεται, επίσης, στον μείζονα σκοπό, για τον οποίο καθιδρύθηκε ο θεσμός του ΓΕΔΔ. Και μπορεί μεν η διασύνδεση του θεσμού του ΓΕΔΔ με την έναντι της διαφθοράς και της κακοδιοίκησης διασφάλιση της κατά το Σύνταγμα λειτουργίας του κράτους ως κοινωνικού κράτους δικαίου να μη σημαίνει την ανύψωσή του σε συνταγματική περιωπή, σημαίνει, όμως, ότι ειδικώς οι αρμοδιότητές του που αποβλέπουν κατά νόμον στην πάταξη της διαφθοράς και της οφειλόμενης στη διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων κακοδιοικήσεως ασκούνται παραδεκτώς από τον ΓΕΔΔ μετά τη λήξη της θητείας του και για όσο χρόνο δεν εχώρησε ανανέωση αυτής ή ο διορισμός νέου. Και τούτο διότι η παραδοχή του απαραδέκτου θα ήγαγε στη λύση της συνέχειας δημόσιας Υπηρεσίας, η οποία λειτουργεί προκειμένου να αντιμετωπισθεί η διαφθορά και η οφειλόμενη στη διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων κακοδιοίκηση, και να διασφαλισθεί έναντι αυτών των παθολογικών κοινωνικών φαινομένων η κατά το Σύνταγμα λειτουργία της δημόσιας Διοίκησης και των κατ’ άρθρον 1 παρ. 2 περ. δ΄ του Ν 3074/2002 «φορέων» όπως το Σύνταγμα επιτάσσει, ήτοι σύμφωνα με τις συνταγματικώς αναγνωρισμένες αρχές του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους. Συνεπώς, εν προκειμένω, η κρινομένη προσφυγή του ΓΕΔΔ Λ. Ρ. έχει ασκηθεί παραδεκτώς, καίτοι το δικόγραφό της κατετέθη στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 17.10.2012, ήτοι μετά τη λήξη της θητείας του στις 14.9.2009.

9. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο Λ. Ρ., ο οποίος υπογράφει την κρινόμενη προσφυγή, διορίσθηκε στη θέση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης με το από 10.9.2004 Προεδρικό Διάταγμα (Γ΄ 239/14.9.2004) και η θητεία του έληξε στις 14.9.2009, ενώ η κρινόμενη προσφυγή κατατέθηκε στο Συμβούλιο Επικρατείας στις 17.10.2011. Περαιτέρω, ούτε η Διοίκηση επικαλείται τη συνδρομή όλως εξαιρετικών συνθηκών οι οποίες κατέστησαν αδύνατη την έγκαιρη επιλογή του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης στο διάστημα των είκοσι πέντε μηνών που μεσολάβησε μεταξύ της λήξης της θητείας του προαναφερόμενου Γενικού Επιθεωρητή και της άσκησης της κρινόμενης προσφυγής. Εξ άλλου, η προαναφερόμενη διαδικασία επιλογής του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης ουδόλως προσκρούει σε δυσχέρειες ανάλογες με εκείνες της επιλογής των μελών των ανεξάρτητων Αρχών που προβλέπονται στο Σύνταγμα (ομόφωνη απόφαση ή απόφαση λαμβανόμενη με την αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 101 Α παρ. 2 του Συντάγματος, πρβλ. ΣτΕ Ολ 3515/2013). Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρινόμενη προσφυγή ασκήθηκε αναρμοδίως και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη, όμως, του Παρέδρου Παναγιώτη Τσούκα, η υπό κρίση προσφυγή ασκείται παραδεκτώς και ως εκ τούτου είναι κατ’ ουσίαν εξεταστέα. Λόγω όμως της σπουδαιότητας του ανακύπτοντος ζητήματος, το Τμήμα κρίνει ότι το ζήτημα αυτό πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 στοιχ. α΄ του ΠΔ/τος 18/89, να παραπεμφθεί προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Εισηγητής ορίζεται η Σύμβουλος Βασιλική Αναγνωστοπούλου-Σαρρή.

[Απέχει να αποφανθεί οριστικώς. Παραπέμπει στην Ολομέλεια, προς επίλυση, το ανωτέρω ζήτημα. Ορίζει εισηγητή ενώπιον της Ολομέλειας τη Σύμβουλο Βασιλική Αναγνωστοπούλου-Σαρρή. Διατάσσει την επίδοση της παρούσης αποφάσεως στους διαδίκους.]

Παρατηρήσεις

Η άσκηση προσφυγής κατά απόφασης πειθαρχικού συμβουλίου από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης μετά τη λήξη της θητείας του. Μεταξύ εύλογου χρόνου και επιδιωκόμενου σκοπού

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κληθεί, συχνά κατά το παρελθόν, να τάμει διαφορές σχετικές με την άσκηση αρμοδιότητας από όργανο της πολιτείας μετά τη λήξη της, συνήθως νομοθετικά καθορισμένης, θητείας του. Δεν αποκλείεται, επίσης, ο κρίνων σχηματισμός να παραπέμψει, λόγω σπουδαιότητας, επίδικη υπόθεση στην Ολομέλεια. Ο συνδυασμός τους, αντικείμενο της διαφοράς και παραπομπή στον μείζονα σχηματισμό, είναι όμως εξαιρετικά σπάνιος. Γι’ αυτό, η εμφάνισή του στην απόφαση 4647/2015 [46] του Γ΄ Τμήματος της προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στο σώμα της αποτυπώνονται δύο, καθόλα διακριτές μεταξύ τους, γνώμες. Η πρώτη υιοθετείται από την πλειοψηφία των μελών και ακολουθεί, καταρχήν, το γνωστό νομολογιακό κεκτημένο στην περίπτωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο εμπλουτίζει και προσαρμόζει στο επίδικο πραγματικό. Εξάλλου, η δεύτερη, εκφρασμένη από τον εισηγητή της υπόθεσης, ανάγεται στη βούληση του κοινού νομοθέτη και στον επιδιωκόμενο σκοπό, του προσδίδει, ερμηνευτικά, συνταγματική αναφορά και προτείνει μια προσέγγιση, που επιχειρεί να αφήσει πίσω της την κατασκευή του εύλογου χρόνου.

Οι δύο θεωρήσεις θα δοκιμαστούν στην Ολομέλεια. Η ετυμηγορία της δεν θα τάμει και, έτσι, δεν θα καθορίσει απλώς την τύχη της επίδικης διαφοράς. Θα κρίνει, ουσιαστικά, και εκείνη των λοιπών εκκρεμουσών υποθέσεων με τον ίδιο πρωταγωνιστή, τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, και, εν πολλοίς, το αυτό νομικό ζήτημα, δηλαδή τη νομιμότητα της άσκησης προσφυγής κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων μετά τη λήξη της θητείας του.

ΙΙ. Η διαφορά

Εκπαιδευτικός παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Περιφερειακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ηπείρου για το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα. Υπό την ιδιότητα της Προέδρου επιτροπής διενέργειας εξετάσεων σε ιδιωτικό ΤΕΕ, κατηγορήθηκε ότι δεν έλεγξε σε τρεις [47] περιόδους τη, νόμιμη ή μη, συμμετοχή μαθητών. Έτσι, επέτρεψε τόσο την προαγωγή και την απόλυσή τους, ενώ γνώριζε ότι είχαν προηγηθεί παρεμβάσεις και αλλοιώσεις στις μερίδες τους, όσο και πλήθος άλλων παρατυπιών ή παρανομιών. Στην εκπαιδευτικό επιβλήθηκε [48] η πειθαρχική ποινή του προστίμου ίσου προς τις αποδοχές δέκα ημερών, επειδή παρέλειψε να προστατεύσει και να περιφρουρήσει το κύρος των εξετάσεων.

Ο, τότε, Υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης προσέβαλαν με έντασή τους την απόφαση του Ανώτατου Περιφερειακού Συμβουλίου. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο θα την εξετάσει και θα επιβάλει [49] την ποινή της προσωρινής παύσης τριών μηνών με πλήρη στέρηση αποδοχών. Ο Γενικός Επιθεωρητής, θεωρώντας προσήκουσα για το τελεσθέν πειθαρχικό αδίκημα την οριστική παύση ή τον υποβιβασμό, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας [50] . Το Γ΄ Τμήμα του τη συζήτησε τριάντα δύο μήνες αργότερα, την 12η Ιουνίου 2014, και εξέδωσε την παρουσιαζόμενη, παραπεμπτική, απόφαση.

ΙΙΙ. Το νομοθετικό περιβάλλον

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, απαντώντας, με χαρακτηριστική πάντως καθυστέρηση, στα διογκούμενα φαινόμενα κακοδιοίκησης, αδιαφάνειας και διαφθοράς, ο κοινός νομοθέτης σε διαδοχικές πρωτοβουλίες, όχι πάντοτε στο πλαίσιο επεξεργασμένου και συνεκτικού προγράμματος, συνέστησε εσωτερικά σώματα επιθεώρησης και ελέγχου σε διάφορα Υπουργεία. Για να είναι αποτελεσματικά και να εκπληρώνουν την κρίσιμη αποστολή τους απαιτείται εποπτεία και συντονισμός. Την ευθύνη τους ανέθεσε στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Η εγκαθίδρυση του θεσμού [51] , λίγους μήνες μετά την ολοκλήρωση της τρίτης αναθεώρησης του ισχύοντος Συντάγματος και στον απόηχο σημαντικών σχετικών επιλογών της [52] , συνέπεσε με την κορύφωση ευρύτερης προσπάθειας για την αναμόρφωση και την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης. Η δράση των οργάνων της, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του σχεδίου νόμου, πρέπει να υπηρετεί διαφανείς λειτουργίες, να διασφαλίζει τη χρηστή διαχείριση και να θέτει σε διαρκή έλεγχο τις διαδικασίες και τα αποτελέσματά τους.

Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης διορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, με υψηλή επιστημονική κατάρτιση και ευρεία κοινωνική αποδοχή. Επιλέγεται από το Υπουργικό Συμβούλιο για πενταετή, ανανεώσιμη, θητεία [53] , απολαμβάνει δε προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, ενώ παύεται από τα καθήκοντά του για ανεπάρκεια ή για ανικανότητα, λόγω νόσου και, σωματικής ή πνευματικής, αναπηρίας. Στις αρμοδιότητές του περιλαμβάνεται η άσκηση προσφυγής κατά τελεσίδικων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων για όσα πειθαρχικά αδικήματα επισύρουν την ποινή της οριστικής παύσης και του υποβιβασμού [54] . Το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν επιλαμβάνεται, δεν κωλύεται μάλιστα να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή [55] , χειροτερεύοντας έτσι τη θέση του πειθαρχικώς διωκόμενου.

IV. Το νομολογιακό κεκτημένο

1. Το Γ΄ Τμήμα θα βρεθεί αντιμέτωπο με μία, τουλάχιστον δυσεξήγητη σε στοιχειωδώς λειτουργούσα πολιτεία, πραγματικότητα. Όργανό της, ταγμένο στην πάταξη της αδιαφάνειας και στην καταπολέμηση της διαφθοράς, αφέθηκε να ασκεί τις αρμοδιότητές του, ενώ είχε τυπικά συμπληρωθεί προ πολλού η νομοθετικά καθορισμένη θητεία του. Τούτο δεν είναι πάντως πρωτόγνωρο στην έννομη τάξη μας. Είχε ήδη παρατηρηθεί, κατ’ επανάληψη, στην περίπτωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης.

Βέβαια, στο σχετικό νομοθετικό περιβάλλον εντοπίζεται μια ουσιαστική διαφορά από εκείνο της επίδικης υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στον εκτελεστικό νόμο του άρθρου 101Α Συντ. ορίστηκε, καταρχήν, ότι η θητεία των μελών των συνταγματικά κατοχυρωμένων Ανεξαρτήτων Αρχών, συνεπώς και του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, παρατείνεται, αυτοδικαίως, έως τον διορισμό των νέων [56] . Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα και συνεπεία της αδυναμίας να εξασφαλιστούν οι προς τούτο απαιτούμενες ευρύτερες συναινέσεις, με τη μορφή της αυξημένης πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής ή της ομοφωνίας τους[57] , ο κοινός νομοθέτης διευκρίνισε ότι η παράταση έως τον διορισμό των νέων μελών μπορεί να καλύψει ακόμη και ισόχρονο διάστημα, δηλαδή την τετραετία της πλήρους θητείας, και είναι επιτρεπτή επί όσο χρόνο δεν έχουν ακόμη διοριστεί [58] [59] .

2. Η συνταγματικότητα τόσο της αρχικής όσο και, ιδίως, της νεώτερης ρύθμισης ελέγχθηκαν από το Δ΄ Τμήμα και την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κρίνοντας αιτήσεις για την ακύρωση διοικητικού προστίμου σε βάρος Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας [60] , οι δύο σχηματισμοί υποχρεώθηκαν να παρέμβουν κατασταλτικά, να αντιμετωπίσουν, εκ των ενόντων, αγκυλώσεις ή εμμονές του πολιτικού συστήματος και να υποκαταστήσουν, ερμηνευτικά, την ελλείπουσα συναίνεση στην επιλογή της σύνθεσης του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, αυτονόητη, κατά τα λοιπά, σε κάθε σύγχρονη δημοκρατική πολιτεία. Έτσι, αναγκάστηκαν μια ακόμη φορά να επιδείξουν υπερβάλλοντα θεσμικό πατριωτισμό και για να περισώσουν, ως μη όφειλαν, τα προσχήματα, θα αναζητήσουν διέξοδο στην, καθόλα ευρηματική, κατασκευή του εύλογου χρόνου.

Αναγόμενοι στη συνταγματική θέση, τις κρίσιμες αρμοδιότητες και τον σκοπό που επιτελεί το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, οι δύο σχηματισμοί θα διαπλάσσουν νομολογία, η οποία τείνει να καταστεί πάγια. Η ετυμηγορία τους θα δεχθεί, αν και δεν λείπουν αξιοσημείωτες μεμονωμένες ή/και ισχυρές μειοψηφίες [61] , ότι τα μέλη του συνεχίζουν ανεκτά να ασκούν τα καθήκοντά τους, δηλαδή, η συνταγματικά κατοχυρωμένη Ανεξάρτητη Αρχή διατηρεί τη νόμιμη συγκρότησή της, και μετά τη νομοθετικά καθορισμένη λήξη της θητείας τους. Αρκεί η αυτοδίκαιη παράτασή της να επιβάλεται από εύλογη αιτία και μην υπερβαίνει εύλογο χρονικό διάστημα, όπως διαμορφώνεται από τις συντρέχουσες περιστάσεις.

Η διάρκειά του, από τη φύση της ρευστή και ετεροκαθοριζόμενη, δεν θα παραμείνει πάντως σταθερή στη νομολογία. Διαφοροποιείται, με αυξητική τάση, ενδεχομένως συνεπεία της εντεινόμενης πίεσης που δημιουργούσε η αδυναμία εξασφάλισης πολιτικών συναινέσεων και της ανάγκης να περισωθεί η «αξιοπιστία» και το κύρος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Οι οκτώ μήνες [62] , προϊόντος του χρόνου, θα αποδειχθούν λίγοι, θα πλησιάσουν τους δέκα οκτώ [63] , θα δώσουν τη θέση τους στους είκοσι δύο [64] και ήδη βρίσκονται στο κατώφλι των είκοσι τεσσάρων [65] . Το ακραίο και απώτατο, προ στιγμής(;), όριό τους φθάνει, λοιπόν, στο μισό σχεδόν της τετραετούς θητείας [66] , αλλά δεν επιτρέπεται να συμπέσει με το σύνολό της [67] ούτε να ανέλθει (ακόμη;) στους είκοσι έξι μήνες [68] .

V. Ο εύλογος χρόνος και η διάρκειά του

Στην απόφαση 4647/2015 συναντώνται δύο, καθόλα διακριτές μεταξύ τους, γνώμες. Σύμφωνα με την πρώτη και τελικά επικρατήσασα [69] , δεν επιτρέπεται, καταρχήν, η συνέχιση της άσκησης των αρμοδιοτήτων του από όργανο, του οποίου η θητεία έχει λήξει. Εξαίρεση χωρεί, επιτρεπτά, όταν συντρέχουν, συνδυασμένα και σωρευτικά, δύο προϋποθέσεις. Η έγκαιρη ανανέωση της θητείας ή η αντικατάσταση, εν πρώτοις, να μην έχει καταστεί δυνατή για εξαιρετικούς λόγους. Και τότε όμως η εκκρεμότητα δεν μπορεί να παραταθεί πέραν ενός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο καθορίζουν οι εκάστοτε συντρέχουσες περιστάσεις. Πρόκειται για παραδοχές γνωστές από τη νομολογία στην περίπτωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης [70] .

Κατά τη συγκεκριμενοποίηση των περιστάσεων, συνεπώς και της διάρκειας του εύλογο χρόνου, συνεκτιμώνται τα «ατομικά στοιχεία» κάθε διαφοράς. Στην επίδικη, όπως γίνεται δεκτό [71] , δεν βρίσκει πεδίο εφαρμογής η αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών. Επειδή η προσφυγή κατά τελεσίδικων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων ανάγεται στον εσωτερικό έλεγχο της δημόσιας διοίκησης, αποβλέπει στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν εντοπίζεται στην παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες ή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους [72] , η άσκησή της μετά τη λήξη της θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης δεν μπορεί να επιτραπεί δίχως χρονικό περιορισμό. Η ευχέρεια του Συμβουλίου της Επικρατείας να αποφασίσει τη χειροτέρευση της θέσης του πειθαρχικώς διωκόμενου επιβάλλει μάλιστα τη στενότερη οριοθέτησή του.

VΙ. Ο επιδιωκόμενος σκοπός και το κοινωνικό κράτος δικαίου

Προς στην αντίθετη κατεύθυνση κινείται ο εισηγητής της υπόθεσης [73] . Έχοντας αντιληφθεί, εγκαίρως, ότι ο καθορισμός του εύλογου, αλλά σαφώς στενότερα οριοθετούμενου, χρόνου μετά τη λήξη της θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για να κριθεί νόμιμη η εκ μέρους του άσκηση προσφυγής θα θέσει, μοιραία και αναπόφευκτα, σε μια ιδιότυπη ομηρεία τις λοιπές, όμοιες, εκκρεμείς διαφορές και, πιθανότητα, να τις εντάξει σε δύο διακριτές, με βάση τη στιγμή της υποβολής τους, κατηγορίες αντιμετώπισης, προκρίνει να μεταθέσει τη νομική βάση της μείζονος πρότασης του δικανικού του συλλογισμού. Στην αφετηρία του θέτει τον επιδιωκόμενο σκοπό, τον αναζητεί στην αιτιολογική έκθεση της επίδικης διάταξης, τον εντοπίζει και τον αναδεικνύει, επαναλαμβάνοντας, επί λέξει, τις κρίσιμες αναφορές του κοινού νομοθέτη.

Η εκδήλωση της πρωτοβουλίας του αποδίδεται στην εκτίμηση ότι η διαφάνεια αποτελεί πρώτη προϋπόθεση για ένα δίκαιο, αξιόπιστο και αποτελεσματικό κράτος που κατοχυρώνει την αξιοκρατία και την ισοπολιτεία. Σε αυτό η καταπολέμηση της διαφθοράς, της κακοδιοίκησης, της αδιαφάνειας, της αναποτελεσματικότητας ή της χαμηλής παραγωγικότητας και ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα. Τέτοια φαινόμενα απασχολούν συχνά τη δημόσια ζωή και προβληματίζουν την κοινή γνώμη, η οποία αξιώνει την αντιμετώπισή τους. Διαφορετικά, δρουν υπονομευτικά στην κρατική λειτουργία και αναιρούν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, δηλαδή τον θεμελιώδη όρο κάθε πολιτισμένης κοινωνικής διαβίωσης και την όμοια προϋπόθεση της οικονομικής προόδου.

Την αναφορά στο κράτος και τις λειτουργίες του συνοδεύει με μια σημαντική επισήμανση. Ο εισηγητής θεωρεί, ορθά, ότι αμφότερα συνδέονται στενά με τις αρχές του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους. Η ρητή συνταγματική κατοχύρωση της ένωσής τους, δηλαδή του κοινωνικού κράτους δικαίου [74] , και η στερεή, αλλά ακόμη ερμηνευτικά συναγόμενη, συνταγματική θεμελίωση των επιμέρους συνιστωσών του [75] θα μπορούσαν να προσφέρουν στον αγώνα για την πάταξη της διαφθοράς και την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης τη ζητούμενη αναφορά σε διάταξη με αυξημένη τυπική ισχύ. Το γεγονός, καθαυτό, θα αρκούσε, ενδεχομένως, για να προσδώσει συνταγματική περιωπή και στα εξουσιοδοτούμενα προς τούτο όργανα της πολιτείας, περιλαμβανομένου ασφαλώς και του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης.

Αν και δεν φαίνεται, καταρχήν, να το αποκλείει [76] , ο εισηγητής αρκείται να αναγνωρίσει ότι η άσκηση προσφυγής κατά τελεσίδικων αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων ανάγεται στον υπέρτερο σκοπό της πάταξης της διαφθοράς και της καταπολέμησης της κακοδιοίκησης, δηλαδή στη διασφάλιση της, κατά το Σύνταγμα, λειτουργίας του κράτους ως κοινωνικού κράτους δικαίου. Με την παραδοχή αυτή θεωρεί ότι η επίδικη, ειδική και στοχευμένη, αρμοδιότητα του Γενικού Επιθεωρητή μπορεί να ασκείται παραδεκτώς, ανά πάσα στιγμή μετά τη λήξη της θητείας του και εωσότου ανανεωθεί ή διοριστεί ο διάδοχός του [77] . Διαφορετικά, θα προκαλούνταν λύση της συνέχειας δημόσιας υπηρεσίας, προορισμένης, μεταξύ άλλων, στην καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, όταν οφείλεται στη διάπραξη πειθαρχικών αδικημάτων, όπως την επιτάσσουν οι θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους.

VΙΙ. Η απόφαση 4647/2015

Το Γ΄ Τμήμα υποχρεώθηκε, κατά πρώτον, να αποφανθεί για την παραδεκτή άσκηση της προσφυγής από τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Δεν χωρεί ασφαλώς καμία αμφιβολία ότι ο κοινός νομοθέτης τον έχει εξοπλίσει με τη σχετική αρμοδιότητα. Πρέπει να θεωρείται μάλιστα και η σημαντικότερη, μεταξύ όσων διαθέτει ως εξουσιοδοτημένο όργανο της πολιτείας για την καταπολέμηση φαινομένων κακοδιοίκησης. Είναι όμως άλλο το ζήτημα, εάν ο φορέας της θέσης, όταν έχει λήξει η θητεία του, μπορεί να στραφεί, επιτρεπτά, κατά της τελεσίδικης απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

Ο προσφεύγων διορίστηκε στη θέση του Γενικού Επιθεωρητή την 14η Σεπτεμβρίου 2004 και η, νομοθετικά καθορισμένη, πενταετής θητεία του συμπληρώθηκε την 14η Σεπτεμβρίου 2009, μία μόλις εβδομάδα μετά τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου 2009. Την επίδικη προσφυγή του κατέθεσε την 17η Οκτωβρίου 2011, δηλαδή ακριβώς είκοσι πέντε μήνες και τρεις ημέρες μετά την εκπνοή της και δίχως ακόμη να έχει ανανεωθεί η θητεία του ή να έχει διοριστεί ο αντικαταστάτης του. Η διοίκηση δεν επικαλέστηκε τη συνδρομή εξαιρετικών συνθηκών, προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψή της. Η ανανέωση της θητείας ή ο διορισμός νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης απαιτεί απλώς απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου μετά από πρόταση του Υπουργού, ήδη, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης. Γι’ αυτό κρίθηκε ότι δεν βρίσκει, αντικειμενικά και πάντως πειστικά, χώρο υποδοχής η επίκληση δυσχερειών, πολιτικής συνεννόησης και κοινοβουλευτικής σύμπλευσης, από την επιδίωξη ομοφωνίας ή, τουλάχιστον, στην επίτευξη της αυξημένης πλειοψηφίας των τεσσάρων πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, όπως απαιτείται, εναλλακτικά, για τη στελέχωση των συνταγματικά κατοχυρωμένων Ανεξάρτητων Αρχών.

Στη σύνθεση του δικάσαντος σχηματισμού υπερίσχυσε η γνώμη της πλειοψηφίας των μελών του [78] . Σύμφωνα με αυτήν, ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης προσέφυγε μετά τη λήξη της θητείας του και σε χρόνο που από τις περιστάσεις δεν πρέπει να θεωρηθεί εύλογος. Δηλαδή, κινήθηκε αναρμοδίως και, γι’ αυτό τον λόγο, η προσφυγή του είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Το Γ΄ Τμήμα απείχε όμως από την έκδοση οριστικής απόφασης. Το ζήτημα που ανέκυψε -λιγότερο ή διόλου από τη γνώμη του εισηγητή και, περισσότερο, συνεπεία της ύπαρξης εκκρεμών ακόμη προσφυγών- κρίθηκε μεγαλύτερης σπουδαιότητας. Αφέθηκε, λοιπόν, να επιλυθεί στην Ολομέλεια, στην οποία και παραπέμφθηκε [79] .

VΙΙΙ. Οι επιλογές της Ολομέλειας: συνέχεια, σύνθεση ή ρήξη;

1. Η παραπεμπτική απόφαση επέχει θέση έκθεσης [80] της Συμβούλου που ορίστηκε να εισηγηθεί την υπόθεση. Τα μέλη της Ολομέλειας θα κληθούν να αποφασίσουν, τελώντας σε πλήρη γνώση των δύο γνωμών που διατυπώθηκαν στο Γ΄ Τμήμα. Θα έχουν, επίσης, υπόψη τους το κεκτημένο της πλούσιας και, εν πολλοίς, πάγιας νομολογίας στην περίπτωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης.

Οι δύο γνώμες και το νομολογιακό κεκτημένο διαγράφουν, σε γενικές έστω γραμμές, τις προσφερόμενες και ενδεχόμενες κατευθύνσεις, προς τις οποίες θα μπορούσε, με τις αναγκαίες ασφαλώς προσαρμογές στο πραγματικό μέρος και το νομικό περιβάλλον της επίδικης διαφοράς, να κινηθεί η Ολομέλεια. Για τη διαμόρφωση της κρίσης της πρέπει, επίσης, να συνεκτιμηθεί ο αριθμός των εκκρεμών ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προσφυγών κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων. Η τύχη τους συναρτάται στενά με τη στιγμή της κατάθεσής τους και θα καθοριστεί από την αναμενόμενη, εντέλει κατευθυντήρια, ετυμηγορία.

2. Η γνώμη της πλειοψηφίας στο Γ΄ Τμήμα επαναλαμβάνει, κατά βάση, όσα έχουν νομολογηθεί, τουλάχιστον ως μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, στις διαφορές τις σχετικές με τη σύνθεση και τη νόμιμη συγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Δίχως να αναφέρει ρητά και να επικαλείται τις αποφάσεις των τελευταίων ετών [81] , υιοθετεί, περίπου αυτολεξεί, τις κρίσιμες σκέψεις τους. Θα μπορούσε, γι’ αυτό, να θεωρηθεί επιλογή συνέχειας, με μια μικρή, αλλά ουσιώδη, διαφοροποίηση.

Προκειμένου να αντικρούσει τον εισηγητή, η πλειοψηφία δέχθηκε ότι η, χωρίς χρονικό περιορισμό, άσκηση προσφυγών μετά τη λήξη της θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης δεν ερείδεται στην αρχή της συνέχειας των δημοσίων υπηρεσιών. Ανεξαρτήτως των όποιων επιφυλάξεων θα ήταν δυνατόν να διατυπωθούν κριτικά ως προς την ορθότητά της [82] , φαίνεται να αναγνωρίζει, τουλάχιστον καταρχήν, ότι η επίδικη αρμοδιότητα εξακολουθεί να ασκείται, επιτρεπτά ή ανεκτά, μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας και για εύλογο χρονικό διάστημα. Αποφεύγει πάντως να το συγκεκριμενοποιήσει και περιορίζεται να επισημάνει την ανάγκη, η όποια επιλογή, επειδή η προσφυγή ενδέχεται να χειροτερεύσει τη θέση του πειθαρχικώς διωκόμενου, να είναι προϊόν στενής ερμηνείας.

Η αποχή από τον καθορισμό του εύλογου χρόνου πρέπει, μάλλον, να αποδοθεί στην ασφάλεια που παρέχει στον ελάσσονα σχηματισμό η παραπομπή της διαφοράς στην Ολομέλεια. Η θέση της στην ιεραρχία των σχηματισμών του Δικαστηρίου και, βέβαια, η ενασχόλησή της κατά το παρελθόν με διαφορές όμοιου πραγματικού επιτρέπει και, με μία δόση υπερβολής, νομιμοποιεί το Γ΄ Τμήμα να μην αποφανθεί. Βέβαια, στην επίδικη υπόθεση τα νομικά, συνταγματικά και νομοθετικά, δεδομένα υπολείπονται σαφώς και πάντως διαφοροποιούνται σημαντικά όσων απαντήθηκαν στην περίπτωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης.

3. Ο εισηγητής εντοπίζει, ερμηνευτικά, αναλογίες. Διαθέτουν μάλιστα τέτοια ποιότητα και ένταση που θα επέτρεπαν στην Ολομέλεια να συνθέσει το κρινόμενο ζήτημα με το γνωστό νομολογιακό κεκτημένο, προκειμένου να καθορίσει, καταρχήν, τη διάρκεια του εύλογου χρονικού διαστήματος νόμιμης άσκησης της επίμαχης αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Ακόμη και εάν ο τελευταίος στερείται ευθείας συνταγματικής κατοχύρωσης, ο ρόλος του στην καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, προεχόντως της οφειλόμενης σε πειθαρχικά αδικήματα, είναι καθοριστικός, το ίδιο και η συμβολή του στην πραγμάτωση του κοινωνικού κράτους δικαίου.

Εξάλλου και με δεδομένο ότι η κήρυξη, λόγω αναρμοδιότητας, ως απαράδεκτων του συνόλου των προσφυγών που εκκρεμούν θα επιφέρει καίριο πλήγμα στον επιδιωκόμενο με την άσκησή τους σκοπό, πιθανολογείται σφόδρα ότι η Ολομέλεια, αποδεικνύοντας μια ακόμη φορά τον θεσμικό πατριωτισμό της, θα επωμισθεί το βάρος να περισώσει τα στοιχειώδη. Δηλαδή, να αμβλύνει, εκ των υστέρων, τις συνέπειες μιας απαράδεκτης παράλειψης. Ωστόσο, η ακριβής οριοθέτηση του εύλογου χρόνου δεν θα αποδειχθεί ευχερής.

Εκτιμήσεις θα μπορούσαν να γίνουν, με αναφορά στο νομολογιακό κεκτημένο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και αναγωγή τόσο στις γνωστές πολιτικές δυσκολίες της διανυόμενης και παρατεταμένης δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας όσο και, εν γένει, στα προβλήματα κυβερνησιμότητας της μνημονιακής περιόδου[83] . Εάν εκληφθούν, κατ’ εξαίρεση, ως αντικειμενικά εμπόδια για την εξασφάλιση ευρύτερων, όχι απαιτούμενων συνταγματικά αλλά επιβαλλόμενων πολιτικά, συγκλήσεων και συγκεκριμενοποιήσουν τις συντρέχουσες, κατά την πάγια νομολογία, περιστάσεις, το αναζητούμενο εύλογο χρονικό διάστημα δύσκολα θα μπορούσε επιτρεπτά να διαρκέσει πέραν της ανάληψης καθηκόντων από την κυβέρνηση τρικομματικής συνεργασίας μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου 2012 [84] . Δηλαδή, δεν θα ήταν, εκ των πραγμάτων, δυνατόν να υπερβεί, κατά τι, το ήμισυ της νομοθετικά καθορισμένης πενταετούς θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης [85] .

4. Ακόμη και στην περίπτωση που η Ολομέλεια συνθέσει και η εκτίμηση για τη διάρκεια του εύλογου χρόνου επιβεβαιωθεί, σημαντικός, αυτοτελώς και συγκριτικά με τις συνολικά ασκηθείσες, αριθμός προσφυγών θα βρεθεί, κυριολεκτικά, στον αέρα. Ούσες ουσιαστικά ανομιμοποίητες, θα απορριφθούν ως απαράδεκτες. Το πλήγμα στο επίπεδο των εντυπώσεων θα είναι ασφαλώς σημαντικό, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί προέχον. Οι συνέπειες θα είναι ευρύτερες και, προοπτικά, ίσως καταστούν ανεπανόρθωτες, αφού δεν θα έχει «τραυματιστεί» καίρια μόνον ο θεσμός του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης αλλά και το ίδιο το κράτους δικαίου στον σκληρό του πυρήνα. Τον ορατό κίνδυνο μιας δυσμενούς εξέλιξης με αυτά τα «επώδυνα» χαρακτηριστικά επιδιώκει να προλάβει και αγωνίζεται να αποτρέψει ο εισηγητής.

Κινούμενος στην κατεύθυνση και ακολουθώντας τα βήματα των μειοψηφιών σε πρόσφατες σχετικά αποφάσεις του Δ΄ Τμήματος και της Ολομέλειας, ζήτησε να θεωρούνται παραδεκτές οι προσφυγές κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων που ασκήθηκαν μετά τη λήξη της θητείας του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και έως την ανανέωσή της ή τον διορισμό του διαδόχου του. Η γνώμη συνιστά ρήξη με τα νομολογιακώς επικρατούντα και είναι προϊόν διλημματικής επιλογής, σταθμίζοντας και ιεραρχώντας μεταξύ της τυπικής νομιμότητας και του, με συνταγματική αναφορά, επιδιωκόμενου σκοπού. Πρόκειται, καθαυτή, για ενδιαφέρουσα θεωρητικά προσέγγιση, η επικράτησή της όμως στην Ολομέλεια εκτιμάται ισχυρά ως, τουλάχιστον, αμφίβολη [86] .

Δίχως να υποτιμούνται οι συνέπειες της τυχόν απόρριψης για τον συγκεκριμένο λόγο του συνόλου των εκκρεμουσών προσφυγών, δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης δεν απολαμβάνει ρητή συνταγματική κατοχύρωση. Το ίδιο και οι αρμοδιότητές του, παρά το γεγονός ότι η καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, ακόμη και στην περίπτωση που γίνονταν αποδεκτό ότι συμπλέκεται με την αρχή της συνέχειας της δημόσιας υπηρεσίας, θα μπορούσε να αναζητήσει ευχερώς την αναφορά της σε διάταξη με αυξημένη τυπική ισχύ. Από τη στιγμή που η συγγενής γνώμη στις αποφάσεις για το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης απέτυχε, κατ’ επανάληψη, να επικρατήσει, αναμένεται, μάλλον με βεβαιότητα, ότι, ακόμη και εάν βρει υποστηρικτές στην επικείμενη δίκη ενώπιον της Ολομέλειας, θα εξακολουθήσει να εκφράζει τη μειοψηφία, μικρή ή μεγάλη δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, της σύνθεσης.

ΙΧ. Πιθανολογώντας την κρίση της Ολομέλειας

Στις επιλογές της συνέχειας και της ρήξης δεν καταλείπεται ουσιαστικά περιθώριο επικράτησης. Η πρώτη δεν αναμένεται, κατά πάσα πιθανότητα, να απασχολήσει την Ολομέλεια, ενώ στη δεύτερη το ενδιαφέρον περιορίζεται στον αριθμό εκείνων που θα την υποστηρίξουν. Πρέπει, λοιπόν, να θεωρείται επικρατέστερη η επιλογή της σύνθεσης, η οποία εκτιμάται ότι θα συγκεντρώσει ισχυρή πλειοψηφία, αναγνωρίζοντας, μάλλον, στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, του οποίου η θητεία είχε λήξει, τη δυνατότητα να προσφύγει, επιτρεπτά και ανεκτά, κατά τελεσίδικων αποφάσεων πειθαρχικών συμβουλίων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η διάρκειά του, όπως ενδεχομένως θα οριοθετηθεί από τον μείζονα σχηματισμό και υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, δύσκολα θα υπερέβαινε το ήμισυ της νομοθετικά καθορισμένης πενταετούς θητείας.

Εάν η εκτίμηση επιβεβαιωθεί, η επίδικη διαφορά και όσες άλλες ανέκυψαν με την κατάθεση προσφυγής εντός του εύλογου χρόνου θα επιλυθούν από το Γ΄ Τμήμα. Οι λοιπές δεν θα υποστούν τον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ενδεχόμενη πρωτοβουλία για τη νομοθετική αντιμετώπιση, σημειακά και με αναδρομική ισχύ, του προβλήματος θα προσέφερε, καταρχήν και αποκλειστικά στο επίπεδο των εντυπώσεων, δεν μπορεί όμως να δώσει αξιόπιστη και, προπάντων, οριστική λύση. Δεν αποκλείεται μάλιστα να καταστεί γενεσιουργός αιτία νέων διαφορών με δικαστικό ενδιαφέρον. Το πλήγμα, προνομιακά και προεχόντως με ευθύνη των κυβερνήσεων που θήτευσαν μετά το 2009, θα είναι καίριο, ελπίζω όχι ανεπανόρθωτο, και θα το επωμιστεί ο ήδη και τυπικά απελθών Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης. Ο διάδοχός του θα κληθεί, μοιραία, να αποκαταστήσει το κύρος του θεσμού και, ιδίως, να αποδείξει ότι μπορεί να εκπληρώσει με επιτυχία την υψηλή αποστολή του στην καταπολέμηση της κακοδιοίκησης και, γενικότερα, στην πάταξη της διαφθοράς.

Θανάσης Γ. Ξηρός,
ΔΝ-Δικηγόρος


46 ]. «Όμοιες οι αποφάσεις 4643-4646/2015».

47 ]. Και όχι σε τέσσερις, όπως αναγράφεται, εκ παραδρομής, στην 3η σκέψη της απόφασης.

48 ]. Με την απόφαση 10/05.09.2010 του Ανώτατου Περιφερειακού Συμβουλίου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

49 ]. Με την απόφασή του 382/17.05.2011.

50 ]. Την 12η Οκτωβρίου 2011 και όχι την 17η Οκτωβρίου 2012, όπως αναγράφεται, εκ παραδρομής, στην 8η σκέψη της απόφασης.

51 ]. Με τον N 3074/2002 (Α΄ 296).

52 ]. Όπως η κατοχύρωση της διαφάνειας στις προσλήψεις (άρθρο 103 παρ. 7 Συντ.), η απαγόρευση των μονιμοποιήσεων προσωπικού ή της μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου (άρθρο 103 παρ. 8 πρότ. 3 Συντ.) και η συνταγματοποίηση του Συνηγόρου του Πολίτη (άρθρο 103 παρ. 9 Συντ.). Βλ., αντί άλλων, Ευάγ. Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, Αθήνα-Κομοτηνή 2002, σ. 370 επ. και, αντίστοιχα, 217 επ.

53 ]. Άρθρο 1 παρ. 3 περίπτ. β) του N 3074/2002, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του N 3094/2002 (Α΄ 10).

54 ]. Προβλέφθηκε στην περίπτ. δ) της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002, η οποία τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 26 του N 3200/2003 (Α΄ 281) και, στη συνέχεια, με την παρ. 10 του άρθρου 6 του N 3491/2006(Α΄ 207), αντικαταστάθηκε δε με την παρ. 5 του άρθρου 3 του N 3613/2007 (Α΄ 263).

55 ]. Για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο, όπως έχει κριθεί, «απαιτεί οι παρανομούντες υπάλληλοι να τιμωρούνται με την προσήκουσα ποινή σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, αλλά και να συνάδει με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος» (βλ. την 6η σκέψη της παρουσιαζόμενης απόφασης).

56 ]. Άρθρο 3 παρ. 2 εδ. ε΄ του N 3051/2002 (Α΄ 220).

57 ]. Ορίζεται στην πρότ. 2 της παρ. 2 του άρθρου 101Α Συντ. και εξειδικεύεται στην περίπτ. δ) του άρθρου 14 ΚτΒ.

58 ]. Άρθρο 57 παρ. 1 του N 3979/2011 (Α΄ 138).

59 ]. Η νομοθετική ρύθμιση έχει κριθεί ότι δεν θεωρείται «γνησίως ερμηνευτική», αφού η ειδική πρόβλεψη του εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 3 του N 3051/2002 «ήταν σαφής και δεν έχρηζε αυθεντικής ερμηνείας». Βλ., αντί άλλων, την 2η σκέψη στην απόφαση 1044/2012 (Δ΄ Τμ.).

60 ]. Βλ., μεταξύ άλλων κατά την τελευταία πενταετία, τις αποφάσεις 394 (Δ΄ Τμ.) και 1098/2011 (Δ΄ Τμ.-Επταμελής σύνθεση), 238, 1044 και 2010/2012 (Δ΄ Τμ.), 3515 (Ολ) και 4164/2013, καθώς επίσης 1090, 1249, και 2234/2015 (Δ΄ Τμ.).

61 ]. Στο νομοθετικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 57 του N 3979/2011, ένας (1) Σύμβουλος και δύο (2) Πάρεδροι, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στην απόφαση 1098/2011 θα δεχθούν ότι η παράταση, ενόψει του σκοπού και της ανάγκης αδιάλειπτης άσκησης των αρμοδιοτήτων των Ανεξαρτήτων Αρχών, της θητείας των μελών τους «είναι επιτρεπτή επί όσο χρόνο δεν έχουν ακόμη οριστεί τα νέα μέλη, αδιαφόρως εάν τυχόν έχει παρέλθει ο εύλογος προς τούτο χρόνος» (βλ. την 7η σκέψη της απόφασης). Εξάλλου, ένας (1) Σύμβουλος στην απόφαση 4164/2013, διατύπωσε τη γνώμη ότι «ενόψει του σκοπού, τον οποίον το Σύνταγμα αναθέτει στις ανεξάρτητες αρχές και … της αυξημένης πλειοψηφίας για την επιλογή των μελών τους … κείνται εντός του ευλόγου χρόνου η με τυπικό νόμο παράταση της θητείας … για χρονικό διάστημα ίσο με την αρχική θητεία τους, ήτοι εν προκειμένω για μια τετραετία» (βλ. την 8η σκέψη της απόφασης). Τέλος, ο, τότε, Πρόεδρος του Ανωτάτου Ακυρωτικού και τέσσερις (4) Σύμβουλοι, με τους οποίους συντάχθηκε και ένας (1) Πάρεδρος, χωρίς δικαίωμα ψήφου, μειοψήφησαν στην απόφαση 3515/2013 της Ολομέλειας. Εκκινώντας από την παραδοχή της «αδιάλειπτης άσκησης των αρμοδιοτήτων της δημόσιας διοίκησης με την ευρεία έννοιά της» και με αναφορά στο άρθρο 23 παρ. 2 Συντ., διατύπωσαν τη γνώμη ότι «… δεν απαγορεύεται στον κοινό νομοθέτη, ενόψει της ανάθεσης στις Ανεξάρτητες Αρχές αρμοδιοτήτων με ιδιαίτερη σημασία για τις ατομικές ελευθερίες και τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, να προβλέψει παράταση της θητείας τους μη υποκείμενη, καταρχήν, στον δικαστικό έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης». Γι’ αυτό, θεώρησαν επιτρεπτή την παράταση με τυπικό νόμο της θητείας των μελών του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης «επί όσο χρόνο δεν έχουν ακόμη οριστεί τα νέα μέλη, χωρίς να τίθεται θέμα υπέρβασης ευλόγου χρόνου από τη λήξη της αρχικής θητείας των μελών αυτών» (βλ. την 7η σκέψη της απόφασης). Οι ίδιοι με την προσθήκη έξι (6) ακόμη Συμβούλων θα κρίνουν, όπως η μειοψηφία στην απόφαση 4164/2013, ότι, ενόψει του επιτελούμενου συνταγματικού σκοπού, «κείται εντός του ευλόγου χρόνου η με τυπικό νόμο παράταση της θητείας των μελών των ανεξαρτήτων αρχών για χρονικό διάστημα ίσο με την αρχική θητεία τους, ήτοι εν προκειμένω για μια τετραετία» (βλ. την 9η σκέψη της απόφασης).

62 ]. Όπως φαίνεται, καταρχήν, να γίνεται δεκτό στην 9η σκέψη της απόφασης 1098/2011. Η εκτίμηση επιβεβαιώθηκε λίγους μήνες αργότερα, όταν με την απόφαση 238/2012 κρίθηκε ότι «…η παράταση της θητείας των παλαιών μελών επί εννέα μήνες μετά τη λήξη της θητείας τους υπερβαίνουν τον εύλογο χρόνο κατά τον οποίον θα ήταν κατά το Σύνταγμα και το νόμο ανεκτή η εν λόγω παράταση» (βλ. την 10η σκέψη της απόφασης).

63 ]. Όπως φαίνεται να γίνεται δεκτό στην 3η σκέψη της απόφασης 1044/2012.

64 ]. Τούτο δέχθηκε η πλειοψηφία της Ολομέλειας στην 10η σκέψη της απόφασης 3515/2013, ανατρέποντας προγενέστερη αντίθετη κρίση στην 9η σκέψη της απόφασης 2010/2012.

65 ]. Για την ακρίβεια τους 23,5 μήνες, όπως καθορίζεται στην 6η σκέψη της απόφασης 1249/2015. Η υπόθεση παραπέμφθηκε, λόγω σπουδαιότητας, στην επταμελή σύνθεση του ίδιου Τμήματος, επειδή σε αμέσως προηγούμενη απόφαση, την 1090/2015, ακυρώθηκε, συνεπεία κακής συγκρότησης, πράξη επιβολής προστίμου.

66 ]. Όπως έγινε δεκτό στην 6η σκέψη της απόφασης 1249/2015.

67 ]. Η πλειοψηφία της Ολομέλειας στην 9η σκέψη της απόφαση 3515/2013 έκρινε ότι υπερβαίνει τον ανεκτό εύλογο χρόνο. Αντιθέτως, δώδεκα (12) Σύμβουλοι, με τους οποίους συντάχθηκε ένας (1) Πάρεδρος, χωρίς δικαίωμα ψήφου, δέχθηκαν ότι το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο, τον οποίον όρισαν στους έξι μήνες, επικαλούμενοι τη νεώτερη νομοθετική ρύθμιση (βλ. την 10η σκέψη της απόφασης).

68 ]. Όπως έγινε δεκτό στην 6η σκέψη της απόφασης 2234/2015.

69 ]. Βλ. την 8η σκέψη της παρουσιαζόμενης απόφασης.

70 ]. Βλ. αμέσως παραπάνω.

71 ]. Σκέψη που επιβλήθηκε από την ανάγκη να αντικρούσει η πλειοψηφία τον εισηγητή της υπόθεσης. Βλ. αμέσως παρακάτω.

72 ]. Το τελευταίο αποτελεί στην προσέγγιση της πλειοψηφίας το βασικό χαρακτηριστικό της δημόσιας υπηρεσίας και γύρω του αναπτύσσεται η επιχειρηματολογία της, περί του αντιθέτου, γνώμης του εισηγητή. Η πλειοψηφία δεν φαίνεται όμως να απαντά πειστικά στον προβληματισμό, γιατί η άσκηση της επίδικης αρμοδιότητας του Γενικού Επιθεωρητή και η, δι’ αυτής, καταπολέμηση φαινομένων, τουλάχιστον, κακοδιοίκησης, δεν συνδέεται, ευθέως και πάντως εξ αποτελέσματος, με την, εν τη ευρεία εννοία, παροχή υπηρεσιών προς τον πολίτη και, έτσι αλλά σε απώτερη αναγωγή, με την προστασία σχετικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του.

73 ]. Βλ. την 9η σκέψη της απόφασης.

74 ]. Στην αναθεωρημένη το 2001 πρότ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 25 Συντ. Βλ., αντί πολλών, Ευάγ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2008, σ. 418 επ.· Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, 5η Έκδοση, Αθήνα 2014, σ. 335 επ. και Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σ. 386 επ.

75 ]. Βλ., αντί πολλών, Δ. Θ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Β΄. Οργάνωση και Λειτουργία της Πολιτείας, Έκδοση Β΄, Αθήνα-Κομοτηνή 1993, σ. 147 επ.· Ευάγ. Βενιζέλου, ό.π., σ. 411 επ. και Κ. Χρυσόγονου, ό.π., σ. 377 επ.

76 ]. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, αφού προσφέρει τον ζητούμενο συνταγματικά τόπο για να αξιοποιηθεί η γνωστή νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας στην περίπτωση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Βλ. παραπάνω IV, 2.

77 ]. Τούτο έχει γίνει δεκτό από τη μειοψηφία σε αποφάσεις του Δ΄ Τμήματος και της Ολομέλειας που έκριναν διαφορές σχετικές με τη σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Βλ. παραπάνω τη σημ. 16.

78 ]. Βλ. την 9η σκέψη της απόφασης.

79 ]. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην πρότ. 1 της περίπτ. α) της παρ. 2 του άρθρου 14 του ΠΔ 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει.

80 ]. Πρότ. 2 της περίπτ. α) της παρ. 2 του άρθρου 14 του ΠΔ 18/1989, όπως ισχύει.

81 ]. Βλ. παραπάνω IV, 2.

82 ]. Βλ. παραπάνω τη σημ. 27.

83 ]. Η συνδρομή τους θα συγκεκριμενοποιούσε τις εξαιρετικές συνθήκες, οι οποίες δεν επέτρεψαν την έγκαιρη ανανέωση της θητείας ή την επιλογή νέου Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Η διοίκηση προέκρινε όμως να μην επικαλεστεί ο,τιδήποτε, προκειμένου να εξηγήσει την αδικαιολόγητη παράλειψή της. Βλ. την 9η σκέψη της απόφασης.

84 ]. Και λίγες εβδομάδες μετά την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στην πρώτη, τα πολλά τελευταία χρόνια και πάντως μετά το 1952, κυβέρνηση συνεργασίας περισσότερων και ετερόκλητων ιδεολογικά πολιτικών δυνάμεων να ανοίξει «βηματισμό».

85 ]. Στην περίπτωση αυτή, η κρινόμενη προσφυγή, αλλά και όσες ασκήθηκαν έως τότε, θα θεωρηθούν, κατ’ εξαίρεση, αρμοδίως υποβληθείσες και, γι’ αυτό, παραδεκτές.

86 ]. Αφού προϋποθέτει και απαιτεί τη μετατροπή της μειοψηφίας στις αποφάσεις για το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης σε πλειοψηφία, δίχως όμως να υφίστανται λόγοι, νομοθετικοί και, ιδίως, συνταγματικοί, τέτοιας έντασης και ποιότητας που να το δικαιολογούν ή, έστω, να το επιτρέπουν.