ΣτΕ 48/2014Στ, 7μ, ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΕΔΕ, ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ (ΤΡΑΠΕΖΑΣ) Η ΑΝΑΚΟΠΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΤΟΥ α.30 ΚΕΔΕ ΥΠΑΓΕΤΑΙ ΣΤΑ ΠΟΛΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΕΦΟΣΟΝ ΗΣ ΧΕΣΗ ΠΟΥ ΤΟΝ ΣΥΝΔΕΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΣΤΕ

Αριθμός 48/2014 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Στ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ’ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ’ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 8 Δεκεμβρίου 2009 αίτηση: 
της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Ανώνυμη Εταιρεία» και τον διακριτικό τίτλο «ALPHA BANK» που
εδρεύει στην Αθήνα (Σταδίου 40), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Δημήτριο Καστάνη (Α.Μ. 6757), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, 
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 2/13.10.2009 (με αριθ. πρωτ. 13283/13.10.2009) πράξη του Προϊσταμένου του ΣΤ’ Τελωνείου Θεσσαλονίκης. 
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Πλαπούτα. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, με το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, επιγραφόμενο ως αίτηση ακυρώσεως, που εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του ΣΤ΄ Τμήματος κατόπιν της 2297/2013 παραπεμπτικής απόφασεώς του υπό πενταμελή σύνθεση, ζητείται η ακύρωση της 2/13.10.2009, (με αριθμ. πρωτοκ. 13283/13.10.2009), πράξης του Προϊσταμένου του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακά σε βάρος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «ALPHA Τράπεζα Α.Ε.», που ασκεί το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, ποσό χρηματικής απαιτήσεως κατά οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου, για οφειλή του από πολλαπλά τέλη της τελωνειακής νομοθεσίας, τέλη χαρτοσήμου και προσαυξήσεις εμμέσων φόρων ύψους, συνολικά, 25.922,95 ευρώ. 
2. Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά τα οριζόμενα από το νόμο, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που τους ανατίθενται με νόμο. Περαιτέρω, στην παράγραφο 3 του ανωτέρω άρθρου ορίζεται ότι «σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια». Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν. 1406/1983, (Α΄ 182), έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των διαφορών τούτων περιλαμβάνονται, κατά την παράγραφο 2 περ. ια΄ του ίδιου άρθρου, και εκείνες που αναφύονται από την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων, (ν.δ. 356/74, Α΄ 90). 
3. Επειδή, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 94 του Συντάγματος, διαφορές που είναι από τη φύση τους ιδιωτικές ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εκτός αν, κατ’ εξαίρεση υπαχθούν με νόμο στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, υπό τις προϋποθέσεις της διατάξεως της παρ. 3 του ως άνω άρθρου. Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν είτε από διοικητικές συμβάσεις, είτε από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικονομική προστασία του πολίτη ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο, (βλ. ΑΕΔ 2/20021/19911039/1989). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 3 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων μπορούν να υπάγονται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, με νόμο και κατηγορίες ακυρωτικών διαφορών, για τις οποίες το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κατά το Σύνταγμα, (άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄), γενική αρμοδιότητα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στην ανωτέρω συνταγματική διάταξη. Περαιτέρω, ως διοικητικές διαφορές ουσίας, αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων και υπαγόμενες στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατά το ανωτέρω άρθρο 1 παρ. 2 περ. ια΄ του ν. 1406/1983, νοούνται εκείνες που δημιουργούνται από μονομερείς πράξεις ή ενέργειες διοικητικού οργάνου και η υποκειμένη σχέση είναι σχέση δημοσίου δικαίου, φέρονται δε ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων με το ένδικο μέσο της ανακοπής, εκτός από αυτές οι οποίες δημιουργούνται από μονομερείς πράξεις οργάνων της Διοίκησης που συνιστούν νόμιμο τίτλο, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 και 2 περ. α΄ του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, (ν.δ. 356/74), κατά των οποίων, μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, (ν. 2717/1999), ασκείται αίτηση ακυρώσεως, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο η άσκηση άλλου ενδίκου βοηθήματος από το οποίο θα εγεννάτο διοικητική διαφορά ουσίας, (βλ. 3841/2009 Ολομ.). 
4. Επειδή, ο Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων, (ν.δ. 356/1974, Α΄ 90), ορίζει στο άρθρο 30 ότι: «1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου … 2. Διά του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα … υπ’ αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον …», στο άρθρο 32 ότι: «1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών, ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, … οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου … Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι’ αναφοράς επιδιδομένης διά δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου …», στο άρθρο 33 ότι «Εάν ο τρίτος δεν προβή εις δήλωσιν ή προβή μεν εις τοιαύτην αλλ’ εκπροθέσμως ή ουχί κατά τον υπό του άρθρου 32 του παρόντος Ν. Διατάγματος διαγραφόμενον τύπον, λογίζεται ως οφειλέτης της όλης ποσότητος δι’ ην εγένετο παρ’ αυτώ κατάσχεσις» και στο άρθρο 34 ότι «Ανακοπήν κατά της δηλώσεως ασκεί ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου, εντός μηνός από της κοινοποιήσεως της δηλώσεως ή από της περιελεύσεως αυτώ της εκθέσεως της ενώπιον του Ειρηνοδίκου γενομένης δηλώσεως. Η ανακοπή εισάγεται και εκδικάζεται κατά τα εν άρθρω 986 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας οριζόμενα». 
5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η ανακοπή του τρίτου κατά πράξης με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακά σε βάρος του το ποσό των κατασχεθέντων στα χέρια του χρημάτων οφειλέτη του Δημοσίου, η οποία έγινε λόγω μη υποβολής από αυτόν νομοτύπως της κατά το άρθρο 32 του ν.δ. 356/1974, (Κ.Ε.Δ.Ε.), δήλωσης, εκδικάζεται από τα πολιτικά δικαστήρια, εφόσον η οφειλή του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο. Τούτο δε διότι αντικείμενο της ανωτέρω ανακοπής είναι η ύπαρξη και η έκταση της οφειλής του τρίτου προς τον οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή η ύπαρξη και η έκταση απαιτήσεως του ιδιωτικού δικαίου, ενώ δεν ασκεί επιρροή στη δίκη επί της ανακοπής αυτής αν η απώτερη υποκείμενη σχέση ή αιτία, εκείνη, δηλαδή, στην οποία ερείδεται ο μη κρίσιμος, εν προκειμένω, τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974, (Κ.Ε.Δ.Ε.), συνιστά σχέση δημοσίου δικαίου, (βλ. ΣτΕ 1490/1993 επταμ., Α.Π. 161/2011, 884/2010, 1182/2009, 10/1995). Η διατύπωση, εξάλλου, στο προπαρατεθέν άρθρο 33 του Κ.Ε.Δ.Ε., του κανόνα ότι ο τρίτος που δεν υπέβαλε τη σχετική δήλωση λογίζεται ως οφειλέτης του Δημοσίου δεν τρέπει την εν λόγω ιδιωτικού δικαίου σχέση σε σχέση δημοσίου δικαίου, αλλά απλώς καθιστά τον τρίτο οφειλέτη του Δημοσίου από σχέση ιδιωτικού δικαίου
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο Προϊστάμενος του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, με το υπ’ αριθμ. ΕΜΠ 48/6.3.2009 κατασχετήριο έγγραφο, επέβαλε στα χέρια της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας «ALPHA BANK Α.Ε.», ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων και κάθε είδους χρηματικών καταθέσεων οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου, για ληξιπρόθεσμα χρέη του ύψους 45.556,04 ευρώ, που προέρχονταν από πολλαπλά τέλη της τελωνειακής νομοθεσίας, τέλη χαρτοσήμου και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής εμμέσων φόρων. Η ανωτέρω εταιρεία υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών την από 9.4.2009 δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Κ.Ε.Δ.Ε., (ν.δ. 356/1974), κατά την οποία υφίσταντο σε καταστήματά της χρηματικές απαιτήσεις του ανωτέρω οφειλέτη και δύο ακόμη συνδικαιούχων, συνολικού ποσού 15.110,05 ευρώ, που αποδόθηκαν στο Δημόσιο. Στη συνέχεια, με το υπ’ αριθμ. ΕΜΠ 111/24.4.2009 κατασχετήριο έγγραφο, ο ανωτέρω Προϊστάμενος Τελωνείου επέβαλε εκ νέου κατάσχεση για την ίδια απαίτηση, μειωμένη κατά το ποσό, ήτοι ανερχόμενη σε 42.300,29 ευρώ, ενώ η παραπάνω τραπεζική εταιρεία δεν υπέβαλε νέα δήλωση του άρθρου 32 του Κ.Ε.Δ.Ε., περί του ότι δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο έγγραφο χρήματα ή δεν υποχρεούται σε άμεση απόδοση αυτών στον παραπάνω οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου. Κατόπιν αυτού, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2/13.10.2009, (με αριθμ. πρωτοκ. 13283/13.10.2009), πράξη του Προϊσταμένου του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακά σε βάρος της εν λόγω τραπεζικής εταιρείας ποσό μη εξοφληθείσας οφειλής του παραπάνω οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 25.922,96 ευρώ, που προέρχεται από πολλαπλά τέλη της τελωνειακής νομοθεσίας, τέλη χαρτοσήμου και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής εμμέσων φόρων. Κατά της ταμειακής αυτής βεβαίωσης η ανωτέρω εταιρεία άσκησε ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η ανακοπή αυτή έγινε δεκτή με την 19578/2010 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου και ακυρώθηκε το παραπάνω υπ’ αριθμ. ΕΜΠ 111/24.4.2009 κατασχετήριο έγγραφο, καθώς και η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπευδόταν σε βάρος της παραπάνω εταιρείας, βάσει της υπ’ αριθμ. 2/13.10.2009, (με αριθμ. πρωτοκ. 13283/13.10.2009), ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης. Κατά της αυτής πράξεως ασκείται και το κρινόμενο ένδικο βοήθημα. 
7. Επειδή, οι χρηματικές απαιτήσεις του προαναφερθέντος οφειλέτη του Δημοσίου κατά της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας, που κατασχέθηκαν με το υπ’ αριθμ. ΕΜΠ 111/24.4.2009 έγγραφο του Προϊσταμένου του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, στα χέρια της, ως τρίτης, έχουν το χαρακτήρα απαιτήσεων ιδιωτικού δικαίου, αφού προέρχονται από τραπεζικές καταθέσεις, διεπόμενες, κατ’ αρχήν, ελλείψει τυχόν αντίθετου ορισμού, από το άρθρο 830 του Αστικού Κώδικα, (ανώμαλη παρακαταθήκη). Συνεπώς, το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, με το οποίο ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 2/13.10.2009, (με αριθμ. πρωτοκ. 13283/13.10.2009), πράξης του Προϊσταμένου του ΣΤ΄ Τελωνείου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακά σε βάρος της εν λόγω τραπεζικής εταιρείας το ποσό των χρηματικών απαιτήσεων που κατασχέθηκαν με το προαναφερθέν έγγραφο, αν και επιγράφεται «αίτηση ακυρώσεως», έχει το χαρακτήρα ανακοπής και υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ανεξαρτήτως του ότι ο νόμιμος τίτλος βάσει του οποίου επισπεύδεται, εν προκειμένω, η αναγκαστική εκτέλεση, προέρχεται από σχέση δημοσίου δικαίου, (επιβολή σε βάρος οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου πολλαπλών τελών της τελωνειακής νομοθεσίας, τελών χαρτοσήμου και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής εμμέσων φόρων), σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη 5. Συνεπώς, η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να απορριφθεί. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Απορρίπτει την κρινόμενη ανακοπή. 
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου και 
Επιβάλλει στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία «Alpha Τράπεζα Α.Ε.» τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2014. 
 Ο Πρόεδρος του Στ’ Τμήματος    Η Γραμματέας του Στ’ Τμήματος 
  
  
Αθ. Ράντος            Ελ. Γκίκα