ΣτΕ 48/2016 Στ τμ., 7μ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΔΙΚΑΣΤΕΣ, ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ, ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΩΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΣΤΕ

ΣτΕ 48/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Καραμανώφ, Π. Ευστρατίου, Β. Αραβαντινός, Κων. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Μ.-Ελ. Παπαδημήτρη, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 25 Νοεμβρίου 2013 αίτηση:

της Αικατερίνης Κελεπούρη του Αχιλλέως, κατοίκου Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης (Νέας Γενεάς 18), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Θαλή Μέλφο (Α.Μ. 4870 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1788/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Κων. Φιλοπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1323667, 1323669 και 3727121/2013 ειδικά έντυπα).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση στην παρούσα επταμελή σύνθεση του ΣΤ Τμήματος με την από 21.1.2014 πράξη του Προέδρου αυτού, λόγω της σπουδαιότητάς της, ζητείται η αναίρεση της 1788/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, πρώην εισαγγελικής λειτουργού, κατά της 2904/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως του Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 1.281.157 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για την οικονομική και ηθική βλάβη, ύψους 1.081.157 ευρώ και 200.000 ευρώ, αντίστοιχα, που υπέστη αυτή ως Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς της, συμπεριφορά σε βάρος της του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης κατά την άσκηση της ανατεθείσης σ’ αυτόν δημόσιας υπηρεσίας.

Ερμηνεία του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν 3900/2010

3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α ́ 213), που άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 70 του ίδιου νόμου, από 1.1.2011, αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α ́ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Όπως γίνεται δεκτό (ΣτΕ 1613/2014, 1194, 957/2014, 3008/2013, 4987, 3933/2012, 916/2012 επτ., 196/2012 επτ., 2301/2011 επτ. κ.ά.), κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του ν. 3900/2010 –οι οποίες εφαρμόζονται στις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του (1.1.2011)-, στις υποθέσεις, των οποίων το χρηματικό αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ ή οι οποίες δεν έχουν συγκεκριμένο χρηματικό αντικείμενο, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, με τη δικονομική υποχρέωση να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία ερμηνεία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, επί του οποίου ζητήματος είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία –επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων- του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Εξάλλου, όπως έχει επίσης κριθεί, ο αναιρεσείων οφείλει να επικαλείται και να προσκομίζει κατά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως τις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, προς τις οποίες αντιτίθεται, κατά τους ισχυρισμούς του, η αναιρεσιβαλλομένη (πρβλ. ΣτΕ 3475/2011 Ολομ., 2961/2010 επτ.).

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και με τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της υποθέσεως, το χρηματικό αντικείμενο της κρινόμενης αιτήσεως, η οποία ασκήθηκε στις 16.12.2013 και, ως εκ τούτου, διέπεται από τις προπαρατεθείσες διατάξει του ν. 3900/2010, υπερβαίνει το νόμιμο όριο των 40.000 ευρώ. Εξάλλου, με το εισαγωγικό δικόγραφο, και προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως κατά τις ανωτέρω διατάξεις, προβάλλεται ότι για το τιθέμενο εν προκειμένω νομικό ζήτημα της στοιχειοθέτησης ή μη ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση διοικητικής φύσεως καθηκόντων, δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, και ότι η αναιρεσιβαλλομένη είναι αντίθετη προς την 15/1979 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και την 2795/2001 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Επιπλέον, στο κρινόμενο δικόγραφο μνημονεύεται και η 2852/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία παραπέμθηκε προς επίλυση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ζήτημα της ευθύνης του Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί αντιθέσεως της αναιρεσιβαλλομένης προς την απόφαση 15/1979 του Α.Ε.Δ. είναι απορριπτέος, διότι με την απόφαση αυτή δεν κρίθηκε το τιθέμενο εν προκειμένω ως άνω ζήτημα (αστική ευθύνη του Κράτους από μη νόμιμες διοικητικής φύσεως πράξεις ή παραλείψεις δικαστικών λειτουργών) αλλά το διαφορετικό ζήτημα της δικαιοδοσίας του Α.Ε.Δ. για την άρση αμφισβητήσεως μεταξύ δικαστικής αποφάσεως του Αρείου Πάγου και διοικητικής πράξεως Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η κρίση του Α.Ε.Δ. στηρίζεται στην αιτιολογία ότι η επίμαχη αμφισβήτηση προέκυψε από πράξη Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί θεωρήσεως ή μη εντάλματος πληρωμής, η οποία (πράξη), ως εκ της φύσεώς της, εντάσσεται στη διοικητική αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δημιουργεί, σε περίπτωση μη νομιμότητάς της, αστική ευθύνη του Κράτους, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, σε κάθε δε περίπτωση, η τελευταία αυτή σκέψη περί εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 105 δεν είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της ως άνω αποφάσεως του Α.Ε.Δ. Εξάλλου, και ο ισχυρισμός περί αντιθέσεως της αναιρεσιβαλλομένης προς την προναφερθείσα απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών είναι επίσης απορριπτέος, προεχόντως διότι η απόφαση αυτή δεν προσκομίσθηκε, όπως έπρεπε, κατά τα ήδη εκτεθέντα. Ο ισχυρισμός, όμως, ότι για το τιθέμενο εν προκειμένω ως άνω ζήτημα δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι, πάντως, η απόφαση 2852/2012 της επταμελούς συνθέσεως του Α ́ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, της οποίας γίνεται αναφορά και στο εισαγωγικό δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως κατά τα ανωτέρω, δεν είναι οριστική, αλλά παραπέμπονται με αυτήν υποθέσεις στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση του συναφούς ζητήματος της ευθύνης του Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου. Επομένως, ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση έχει ασκηθεί από την ανωτέρω άποψη, αλλά και γενικότερα, παραδεκτώς και, συνεπώς, είναι περαιτέρω εξεταστέα.

Συνταγματικό έρεισμα της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου (άρθρο 4 παρ. 5 Σ)

5. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή, κατ’ εξαίρεση, και νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από τη δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη, ή, όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διάταξης αυτής υπό την ως άνω έννοια, όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσης οποιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στη δικαστική λειτουργία. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από τη δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους (ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.).

Ερμηνεία του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ – Αναλογική εφαρμογή για τη θεμελίωση της ευθύνης οργάνων της δικαστικής εξουσίας

6. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α ́ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών». Όπως έχει ήδη κριθεί, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθέτησης αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με τη φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στο δικαστικό λειτουργό τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Ενόψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφόσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως, βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη (ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.). Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, και μέχρις ότου ρυθμισθεί νομοθετικά ειδικώς η ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ είναι αναλόγως εφαρμοστέο και στην περίπτωση που οι πράξεις των οργάνων αυτών, από τις οποίες προκαλείται ζημία δυνάμενη να αποδοθεί σε πρόδηλο, υπό την ανωτέρω έννοια, σφάλμα τους, είναι κατά περιεχόμενο διοικητικής φύσεως και συνδέονται στενά με την εν γένει διοίκηση και οργάνωση της Δικαιοσύνης και των δικαστηρίων.

Ιστορικό της διαφοράς – Εσφαλμένη κρίση του ΔΕφΑθ

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα διορίσθηκε ως Εισαγγελική Πάρεδρος στις 11.10.1995 και, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της και έως το Νοέμβριο 2008, έκανε χρήση αναρρωτικής αδείας, συνολικώς, 24 μηνών και 12 ημερών, εκ των οποίων 19 μήνες και 12 ημέρες κατά την τελευταία πενταετία. Αιτία λήψεως της αδείας ήταν το γεγονός ότι τον Ιούλιο 1997 διαγνώσθηκε πάσχουσα από «μονήρες πλασμοκύττωμα», για την αντιμετώπιση του οποίου υποβλήθηκε σε ακτινοβολία και σπονδυλοδεσία. Η νόσος αυτή εξελίχθηκε σε «πολλαπλούν μυέλωμα», με αποτέλεσμα να επακολουθήσει, για την αντιμετώπισή της, σειρά ιατρικών πράξεων, από τον Απρίλιο 2000 έως τον Αύγουστο 2007. Ως εκ του είδους της αγωγής που ελάμβανε η αναιρεσείουσα, του είδους της πάθησής της και προς αποφυγή μετάδοσης σ’ αυτήν σοβαρών λοιμώξεων, κρίθηκε σκόπιμη η μη παραμονή της σε κλειστούς χώρους και ο μη συγχρωτισμός της με πολλά άτομα. Ήδη, με την 3827/Συν.047/21.2.2007 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Ν. Θεσσαλονίκης είχε κριθεί για δύο έτη ανάπηρη κατά ποσοστό 67%, ενώ, σύμφωνα με το από 17.11.2005 ενημερωτικό σημείωμα του Διευθυντή της Ορθοπεδικής Κλινικής του Νοσοκομείου Γ. Καπετάνου, της συστήθηκε «αυστηρός κλινοστατισμός με αποφυγή κινήσεων προς αποφυγή βλάβης Ν.Μ.-παραπληγία». Ενόψει αυτών και προκειμένου να μην παραιτηθεί από το λειτούργημά της, η αναιρεσείουσα ζήτησε, με την από 11.10.2007 αίτησή της προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, επισυνάπτοντας τα σχετικά δικαιολογητικά, να απαλλαγεί προσωρινά από την άσκηση των καθηκόντων της στο ακροατήριο. Το αίτημα αυτό επανέλαβε με την από 17.4.2008 αίτησή της προς τον ίδιο Διευθύνοντα, στην οποία διατύπωσε το παράπονο της μη χρεώσεώς της με δικογραφίες για επεξεργασία κατ’ οίκον ως αντιστάθμισμα της αδυναμίας της να ασκήσει τα καθήκοντά της στο ακροατήριο. Ο εν λόγω Διευθύνων την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με τις 8/26.5.2008 και 148/8.8.2008 πράξεις του, και δεδομένου ότι, όπως αναφερόταν σ’ αυτές, η αναιρεσείουσα από 1.3.2008 και εφεξής και από 25.6.2008 και εφεξής «δεν εμφανίζεται αδικαιολόγητα στην υπηρεσία και δεν συμμετέχει λειτουργικά στις εργασίες της», περιέκοψε, αντίστοιχα, από τις εν λόγω ημερομηνίες και εφεξής, το μισθό της αναιρεσείουσας, σε εκτέλεση δε των πράξεών του αυτών και κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των ν. 1756/1988 και 3205/2003, με τα έγγραφά του 2333/6.6.2008 και 3364/27.8.2008, ζήτησε από αυτήν να επιστρέψει, ως αχρεωστήτως καταβληθείσες αποδοχές των περιόδων 1.3.2008-30.6.2008 και 25.6.2008-31.8.2008, τα ποσά των 13.116,14 ευρώ και 8.980,19 ευρώ, αντίστοιχα. Κατόπιν αυτών, η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτηση αποχώρησης από την υπηρεσία, η οποία έγινε δεκτή με την 154/9.10.2008 απόφαση του οικείου Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Με την επίδικη από 16.9.2009 αγωγή της, ασκηθείσα κατ’ επίκληση του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 1.281.157 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι η προαναφερθείσα άρνηση του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης να ικανοποιήσει το κατ’ επανάληψη υποβληθέν αίτημά της για επεξεργασία δικογραφιών κατ’ οίκον αντίκειται στα άρθρα 21 παρ. 6 του Συντάγματος και 10 του κατ’ εξουσιοδότηση της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδοθέντος ν. 3304/2005 (Α ́ 16), διότι συνιστά έμμεση διάκριση σε βέρος της, λόγω της αναπηρίας της, και συνδυάστηκε με υποτιμητική και προσβλητική για το πρόσωπό της συμπεριφορά των δημοσίων οργάνων. Ειδικότερα, ως υλική ζημία, ποσού 1.081.157 ευρώ, προσδιόρισε η αναιρεσείουσα τη διαφορά μεταξύ του μισθού της και της μειωμένης σύνταξης που ήδη λαμβάνει, λόγω της εθελουσίας εξόδου της από την υπηρεσία, και θα εξακολουθεί να λαμβάνει έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ορίου του 67ου έτους της ηλικίας της. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη ότι η ζημιογόνος, κατά την αναιρεσείουσα, άρνηση του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης να ικανοποιήσει το προαναφερθέν αίτημά της για μη παρουσία της στο ακροατήριο προέρχεται από όργανο της δικαστικής αρχής και αφορά την οργάνωση της Εισαγγελίας, έκρινε ότι από την άρνηση αυτή δεν ανακύπτει ευθύνη προς αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο και δεν νομιμοποιείτο παθητικώς. Με τις σκέψεις αυτές, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη. Επί εφέσεως της αναιρεσείουσας, το δικάσαν δικαστήριο, ερμηνεύοντας, κατά πρώτον, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, έκρινε τα εξής: Ότι η διάταξη αυτή, αναφερόμενη σε όργανα του Δημοσίου, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων, ότι δεν καταλείπεται από το Σύνταγμα έδαφος παρεμπίπτοντος ελέγχου των πράξεων αυτών από διοικητικό δικαστήριο, αρμόδιο να αποφαίνεται για την κατά το ανωτέρω άρθρο 105 ευθύνη του Δημοσίου, και ότι, ειδικότερα, δεν υπόκεινται σε τέτοιο παρεμπίπτοντα έλεγχο πράξεις ή παραλείψεις οργάνων της δικαστικής αρχής ούτε όταν το περιεχόμενό τους δεν αφορά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας αλλά αναφέρεται σε θέματα διοικητικής φύσεως. Στη συνέχεια, το δικάσαν Εφετείο έλαβε, και αυτό, υπόψη ότι η ζημιογόνος άρνηση του Διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης να ικανοποιήσει τα υποβληθέντα αιτήματα της εισαγγελικής λειτουργού για προσωρινή απαλλαγή της από την άσκηση των καθηκόντων της στο ακροατήριο προέρχεται από όργανο της δικαστικής αρχής και αφορά αντικείμενο αναγόμενο στην οργάνωση της ανωτέρω Εισαγγελίας κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού της έργου. Κατόπιν δε των παραδοχών αυτών, κατέληξε στην κρίση ότι τυχόν ζημία προκληθείσα από την ως άνω άρνηση δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ και ότι, κατ’ ακολουθία, ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας της άρνησης αυτής είναι ανεπίτρεπτος και, συνεπώς, η εγερθείσα αγωγή αποζημιώσεως, έχουσα το περιεχόμενο αυτό, ήταν πράγματι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Δέχεται την αίτηση της αναίρεσης – παραπομπή στο ΔΕφΘεσσ

8. Επειδή, η ανωτέρω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, κατά την οποία η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις ζημιογόνων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, κατά την άσκηση καθηκόντων τους διοικητικής φύσεως αναγομένων στην οργάνωση των δικαστηρίων, δεν είναι ορθή. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 6, το εν λόγω άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, είτε αυτές αφορούν την άσκηση δικαιοδοτικού έργου είτε αναφέρονται σε θέματα διοικητικής φύσεως, εφόσον η ζημία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού. Επομένως, πρέπει, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για νέα κρίση σχετικά με το αν συντρέχει ή όχι εν προκειμένω καθεμία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.