Αριθμός 482/2018
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Μ. Καραμανώφ, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Δ. Σκαλτσούνης, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Γ. Τσιμέκας, Ε. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Π. Μπραΐμη, Σ. Βιτάλη, Α. – Μ. Παπαδημητρίου, Χρ. Ντουχάνης, Ε. Παπαδημητρίου, Κ. Νικολάου, Β. Πλαπούτα, Μ. Σωτηροπούλου, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Κ. Κατρά, Ε. Τζιράκη. Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Α. – Μ. Παπαδημητρίου και Ε. Παπαδημητρίου καθώς και ο Πάρεδρος Δ. Βασιλειάδης, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 5ης Δεκεμβρίου 2008 αίτηση:
του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Πατησίων 30), ο οποίος παρέστη με την Ευαγγελία Σκαλτσά, Νομική Σύμβουλο του Κράτους,
κατά της Καλλίτσας Γιαννοπούλου, κατοίκου Πεύκης Αττικής, η οποία δεν παρέστη.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 737/2016 αποφάσεως του
Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οργανισμός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2615/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από την εισηγήτρια Σύμβουλο Π. Μπραΐμη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Οργανισμού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος του Συμβούλου Παναγιώτη Ευστρατίου, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την υπόθεση, έλαβε μέρος στη διάσκεψη, ως τακτικό μέλος, η Σύμβουλος Αναστασία – Μαρία Παπαδημητρίου, αναπληρωματικό μέχρι τότε μέλος της συνθέσεως (άρθρο 8 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, Α΄ 8, όπως ισχύει μετά την προσθήκη τεσσάρων εδαφίων με το άρθρο 26 παρ. 2 ν. 3719/2008, Α΄ 241) (βλ. το 74/31.3.2017 πρακτικό διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, Α΄ 31), ζητείται η αναίρεση της 2615/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Οργανισμού κατά της 1189/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Οργανισμού να της καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 5.904,76 ευρώ, ως αποζημίωση για την ζημία, την οποία υπέστη από τη μη χορήγηση σ’αυτήν του επιδόματος του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.1997 έως 31.12.2001.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν παραπομπής με την 737/2016 απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, κατ’ άρθρ. 14 παρ. 2 περ. α΄ του π.δ/τος 18/1989, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε τελικώς με την παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 4205/2013 (Α΄ 242).
4. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση παρά τη μη παράσταση της αναιρεσίβλητης στο ακροατήριο, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα από 30.6.2016 αποδεικτικά επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Συμβουλίου της Επικρατείας Μ. Σταυροπούλου, στην ανωτέρω αναιρεσίβλητη επιδόθηκαν τόσο η ανωτέρω 737/2016 παραπεμπτική απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Α’ Τμήματος όσο και η από 1.6.2016 πράξη του Προέδρου του Δικαστηρίου περί ορισμού δικασίμου.
5. Επειδή, στο άρθρο 90 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού» (Α΄ 247) ορίζεται ότι: «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 2. … 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαυές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. 4. … 5. Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων αυτών από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα. Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση, το πρώτο πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως ή βοηθήματος παραγράφονται σε δύο χρόνια, που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία εκδόσεως της σχετικής πράξεως ή αποφάσεως. 6…». Περαιτέρω, στο άρθρο 91 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. …», στο δε άρθρο 94 ότι: «… Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια». Τέλος, στο άρθρο 107 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Οι διατάξεις του παρόντος νόμου περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του. Όσον αφορά όμως την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής, οι σχετικές διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν από την ισχύ αυτού, εάν τα επαγόμενα την αναστολή η διακοπή γεγονότα έχουν συντελεσθεί μετά την ισχύ αυτού», στο δε άρθρο 119 του ίδιου νόμου ότι: «Ο νόμος αυτός αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1996, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις».
6. Επειδή, εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) ορίζεται ότι: «Στη μητέρα που αποκτά τρίτο παιδί καταβάλλεται επί τριετία μηνιαίο επίδομα ύψους 34.000 δραχμών». Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, επίδομα χορηγείται και στην μητέρα που θεωρείται πολύτεκνη κατά το ν. 1910/1944, Α΄ 229 (όπως ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 860/1979, Α΄ 2), για κάθε άγαμο τέκνο ηλικίας μέχρι και είκοσι τριών ετών και, τέλος, κατά την παρ. 4, στην μητέρα που δεν δικαιούται πλέον το επίδομα πολυτέκνου χορηγείται ισόβια σύνταξη. Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 7 του προαναφερθέντος άρθρου 63 του
ν. 1892/1990 εκδόθηκε η Γ1α/440/7.2.1991 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 90). Με την απόφαση αυτή (η οποία κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου, από τότε που άρχισε να ισχύει, με το άρθρο 18 παρ. 9 του ν. 2008/1992, Α΄ 16), ως αρμόδιος φορέας για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 ορίστηκε ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.) (άρθρο 1 παρ. 1), προβλέφθηκε δε ότι, για την αντιμετώπιση των σχετικών δαπανών, ο Ο.Γ.Α. επιχορηγείται από τον κρατικό προϋπολογισμό (άρθρο 1 παρ. 2 εδ. δεύτερο). Περαιτέρω, η απόφαση αυτή προέβλεψε, ειδικότερα, ότι για την αναγνώριση του δικαιώματος επί των παροχών αυτών αρμόδιος είναι ο Προϊστάμενος του Κλάδου Οικογενειακών Επιδομάτων του Ο.Γ.Α. (άρθρο 3), κατά της πράξεως του οποίου χωρεί ένσταση, η οποία έχει χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, ενώπιον ειδικής Επιτροπής (άρθρο 11). Οι διατάξεις, όμως, του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 τροποποιήθηκαν ακολούθως με το άρθρο 39 του ν. 2459/1997 (Α΄ 17), στο οποίο, μεταξύ άλλων, ορίζονται τα εξής: «1. Το επίδομα τρίτου παιδιού της παρ. 1 του άρθρου 63 του Ν. 1892/1990 αυξάνεται σε 40.000 δρχ. από 1.1.1997 και καταβάλλεται μέχρι και τη συμπλήρωση του έκτου (6ου) έτους της ηλικίας του, εφόσον το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των δικαιούχων δεν υπερβαίνει το ποσό των επτά εκατομμυρίων (7.000.000) δρχ. 2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 63 του Ν. 1892/1990 τροποποιείται ως εξής: “3. Στη μητέρα που θεωρείται πολύτεκνη κατά το ν. 1910/1944, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει μέχρι σήμερα καταβάλλεται μηνιαίο επίδομα ίσο προς δέκα χιλιάδες (10.000) δρχ., για κάθε άγαμο τέκνο ηλικίας μέχρι και είκοσι τριών (23) ετών. Το συνολικό αυτό επίδομα δεν μπορεί να υπολείπεται μηνιαίως του ποσού των είκοσι τριών χιλιάδων (23.000) δρχ. Το επίδομα καταβάλλεται στη μητέρα, εφόσον το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων (8.000.000) δρχ. Για κάθε παιδί πέραν του τετάρτου, το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα προσαυξάνεται κατά πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δρχ”. 3. … 4. Το ύψος των επιδομάτων, καθώς και των οικογενειακών εισοδημάτων, των προηγούμενων παραγράφων δύναται να αναπροσαρμόζεται, με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Με όμοιες αποφάσεις καθορίζονται τα απαραίτητα δικαιολογητικά και ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Τα οικογενειακά επιδόματα του Ν.Δ. 1153/1972, όπως αυτά ισχύουν σήμερα, καταργούνται». Ακολούθως, κατ’ εξουσιοδότηση των προπαρατεθεισών διατάξεων, δηλαδή τόσο του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 όσο και του άρθρου 39 του ν. 2459/1997, εκδόθηκε η Π3δ/οικ.1078/19.3.1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας (Β΄ 241), με το άρθρο 1 παρ. 1 της οποίας ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η χορήγηση των παροχών που προβλέπονται από τις παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 63 του
ν. 1892/1990 τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα των δικαιούχων δεν υπερβαίνει, αντιστοίχως, τα 7.000.000, 8.000.000 και 3.000.000 δραχμές [ποσά, τα οποία, μεταγενεστέρως, με την 2/17961/0020/27.1.2000 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών
(Β΄ 291) αναπροσαρμόσθηκαν αντιστοίχως σε 8.000.000, 10.000.000 και 3.500.000 δραχμές]. Τέλος, με το άρθρο 6 περ. γ΄ της παραπάνω Π3δ/οικ.1078/19.3.1997 κοινής υπουργικής αποφάσεως προβλέπεται ότι οι παροχές αυτές «… διακόπτονται από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους εκείνου που καταβάλλεται η παροχή, εφόσον διαπιστώνεται υπέρβαση του προβλεπόμενου ορίου εισοδήματος».
7. Επειδή, στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4169/1961 «Περί Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων» (Α΄ 81) ορίζεται ότι: «Ο Ο.Γ.Α. απαλλάσσεται παντός δημοσίου, δημοτικού και κοινοτικού ή υπέρ τρίτου φόρου, αμέσου ή εμμέσου, … και απολαύει ανεξαιρέτως απασών των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και δικονομικών, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιον». Στη δε παρ. 4 του άρθρου 29 του
ν. 3232/2004 (Α΄ 48) ορίζεται ότι: «Η έννοια της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του Ν. 4169/1961 είναι ότι ο Ο.Γ.Α. απολαύει ανεξαιρέτως όλων των ατελειών και ουσιαστικών προνομίων, ως εάν να είναι το ίδιο το Δημόσιο.». Περαιτέρω, στο άρθρο 1 της προαναφερθείσας Γ1α/440/1991 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ορίζονται τα εξής: «1. Αρμόδιος φορέας για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 63 του Ν. 1892/90 ορίζεται ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που ενεργεί ως εντολοδόχος του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 2. Για την άσκηση της αρμοδιότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της αποφάσεως αυτής και, συμπληρωματικώς, για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται απ’ αυτή, οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τον Οργανισμό Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.). …».
8. Επειδή, από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 4169/1961 προκύπτει ότι στον ΟΓΑ εφαρμόζονται τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου.Η έννοια όμως της ως άνω διατάξεως δεν ήταν σαφής εξαρχής ως προς το εάν ενέπιπταν στα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου που αναφέρονται στη διάταξη αυτή και τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου. Η ασάφεια της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 4169/1961 ως προς το ανωτέρω ζήτημα καταδεικνύεται αφενός από τη διακύμανση της νομολογίας του Αρείου Πάγου, ο οποίος αρχικά απέδωσε στην ως άνω διάταξη την έννοια ότι δεν περιλαμβάνονται στα δικαστικά (δικονομικά) προνόμια και τα ουσιαστικά προνόμια (βλ. ΑΠ 115/2004, 231/2005,1831/2006) για να καταλήξει μεταγενέστερα ότι περιλαμβάνονται (βλ. ΑΠ 1 και 2/2014 αποφάσεις της Πλήρους Ολομελείας, κατόπιν παραπομπής του ζητήματος με την 1536/2006 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος πρώτα στην Τακτική Ολομέλεια και στη συνέχεια με τις 21 και 22/2008 αποφάσεις της Τακτικής Ολομελείας στην Πλήρη Ολομέλεια), αφετέρου δε από την αντίθεση της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. κατωτέρω) προς την προπαρατεθείσα μεταγενέστερη νομολογία του Αρείου Πάγου και τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. ΕΣ Ολομ. 2925/2015, 1998/2016). Με τα δεδομένα αυτά συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις για αυθεντική ερμηνεία της ως άνω διατάξεως και, επομένως, η νεότερη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 29 του ν. 3232/2004 είναι γνησίως ερμηνευτική, όπως προκύπτει και από τη γραμματική της διατύπωση, διότι τέθηκε με σκοπό να άρει τις αμφιβολίες ως προς την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 1 του
ν. 4169/1961, έχει δε, κατ’ άρθρο 77 παρ. 2 του Συντάγματος, αναδρομική ισχύ, ανατρέχοντας στον χρόνο ενάρξεως ισχύος της διατάξεως που ερμηνεύεται αυθεντικά (βλ. ΑΠ 1,2/2014 Πλήρους Ολομελείας, ΕΣ 1998/2016 Ολομ.). Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, στον ΟΓΑ, και ειδικότερα, επί των αξιώσεων περί παροχής των επιδομάτων του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 έναντι του Ο.Γ.Α., εφαρμόζονται τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου, όπως οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του
ν. 2362/1995 για την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου (άρθρα 90 επ.), και, συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 που προβλέπει πενταετή παραγραφή και όχι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 που προβλέπει διετή παραγραφή, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της τελευταίας αυτής διατάξεως. Στις εφαρμοστέες δε διατάξεις του
ν. 2362/1995 ορίζεται ρητώς (άρθρο 94) ότι η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια.
Κατά τη γνώμη όμως των Συμβούλων Δ. Μαρινάκη, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα και
Μ. Σωτηροπούλου, από την ως άνω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4169/1961 συνάγεται σαφώς ότι στον Ο.Γ.Α. εφαρμόζονται αποκλειστικά αφενός τα δικαστικά και τα δικονομικά προνόμια, αφετέρου δε και τα διοικητικά προνόμια του Δημοσίου, όχι όμως και ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, όπως είναι οι διατάξεις του ν. 2362/1995 για την παραγραφή των απαιτήσεων κατά του Δημοσίου (άρθρα 90επ.). Συνεπώς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 29 του
ν. 3232/2004 δεν είναι γνησίως ερμηνευτική κατ’ άρθρο 77 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η έννοια της αναφερόμενης σ’ αυτή διατάξεως του άρθρου 18 του ν. 4168/1961 ήταν σαφής και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να ερμηνευθεί αυθεντικά η τελευταία αυτή διάταξη (βλ. ΣτΕ 2011/2006, 2016/2007, 1366, 2995/2009, 998/2010, 1359/2011). Περαιτέρω, κατά τη γνώμη πάντα της μειοψηφίας, εφόσον ο Ο.Γ.Α., σύμφωνα με το π.δ. 437/1977, εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 περί λογιστικού των ν.π.δ.δ. και στη νομοθεσία του δεν υπάρχει διάταξη που να ρυθμίζει την παραγραφή αξιώσεων προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., εφαρμοστέο είναι το άρθρο 937 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο οι αξιώσεις κατά του Ο.Γ.Α. παραγράφονται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε την ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση (ΣτΕ 2011/2006, 2016/2007, 1366, 2995/2009, 998/2010, 1359/2011), η ως άνω δε παραγραφή, συνδεόμενη με την ύπαρξη πραγματικών περιστατικών και την προβολή σχετικών πραγματικών ισχυρισμών, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (πρβ. ΣτΕ 3522/2000, 2854/2002, 230/2005, 1378/2006, 2546/2014 7μ).
9. Επειδή, στο άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944, Α΄ 139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα
(π.δ. 456/1984, Α΄ 164), ορίζεται ότι: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Με την 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου επιλύθηκε το ζήτημα της συνταγματικότητας της διατάξεως του πρώτου εδαφίου του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα και κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5, 17, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος. Ακολούθως, με την 2114/2014 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 21 δεν παραβιάζει τα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 2 παρ. 3 περ. α΄ και β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα καθώς και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, με την 2115/2014 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 (Α΄ 204), η οποία περιέχει για τα ν.π.δ.δ. ομοίου περιεχομένου ρύθμιση με αυτή του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, καθώς και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.
10. Επειδή, για το ποσοστό του νόμιμου και του τόκου υπερημερίας που καταβάλλει ο ΟΓΑ για τις οφειλές επιδομάτων του
ν. 1892/1990, όπως η ένδικη, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 της Γ1α/440/1991 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄90) και της παρ. 4 του άρθρου 51 του π.δ. 78/1998
(Α΄ 72). Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη το ποσοστό του νόμιμου και του τόκου υπερημερίας ορίζεται το ίδιο με αυτό του Δημοσίου, όπως εκάστοτε ισχύει, το ποσοστό δε αυτό, κατά τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, ανέρχεται σε 6% ετησίως (Σ.τ.Ε. 1359/2011, 3334, 3339, 3340, 3722, 4117/2014, 952/2015,1317-20/2016). Συνεπώς, για τις οφειλές από τις ως άνω παροχές του Ο.Γ.Α. ισχύει ποσοστό επιτοκίου 6%. Η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο δε διότι συνιστά επιτρεπτή υπέρ νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, ειδικότερα δε Οργανισμού Κοινωνικής Ασφαλίσεως, προνομιακή μεταχείριση, αποβλέπουσα στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους υπό ευρεία έννοια (και εν τέλει ειδικώς και της περιουσίας του Δημοσίου, δεδομένου ότι -κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 και 2 εδ. 2 και 3 της ως άνω υπουργικής αποφάσεως- το Δημόσιο επιχορηγεί το ανεξάρτητο τμήμα του προϋπολογισμού του Ο.Γ.Α., που σχηματίσθηκε για τη καταβολή των οικείων -μεταξύ των οποίων και των ένδικων- παροχών). Για τον ίδιο λόγο, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997, Α΄ 25), με το οποίο καθιερώνεται η ισότητα ενώπιον του νόμου. Περαιτέρω, η ένδικη ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος. Εφόσον δε η επίδικη ρύθμιση του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική διάταξη, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, καθόσον με την ανωτέρω ρύθμιση ο Ο.Γ.Α. δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου. Εξάλλου, η επίδικη ρύθμιση δεν αντίκειται στα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρoσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, συνισταμένου στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους υπό ευρεία έννοια, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των υποχρεώσεων του Ο.Γ.Α. με επιτόκιο 6%, αντί του καταρχήν γενικώς ισχύοντος ανώτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας εκτάσεως, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξιώσεως. Τέλος, με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας (Σ.τ.Ε. 3334, 3339, 3340, 3722, 4117/2014, 315, 952/2015, 478-80, 1317-20/2016 κ.ά).
11. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη, μητέρα τεσσάρων τέκνων, ελάμβανε από 1.1.1991 από τον Ο.Γ.Α. το προβλεπόμενο στο άρθρο 63 του
ν. 1892/1990 επίδομα πολύτεκνης μητέρας. Η καταβολή της παροχής αυτής ανεστάλη από 1.3.1997 έως 31.12.2001 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 2459/1997, εφόσον η τελευταία δεν προσκόμισε τα απαραίτητα δικαιολογητικά που της ζητήθηκαν προκειμένου να γίνει ο σχετικός έλεγχος του οικογενειακού της εισοδήματος, ενώ από 1.1.2002 επαναχορηγήθηκε σ’αυτήν το ως άνω επίδομα. Ακολούθως, η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 1.4.2006 αγωγή, με την οποία, αφού επικαλέστηκε την 1095/2001 ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Οργανισμού να της καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, το ποσό των 2.012.048 δραχμών (5.904,76 ευρώ) για την ζημία που υπέστη από την παράνομη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, μη χορήγηση του προαναφερθέντος επιδόματος από την 1.3.1997 έως 31.12.2001. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την 1189/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Οργανισμού να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 5.904,76 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, του τόκου υπολογιζομένου με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας. Έφεση του αναιρεσείοντος Οργανισμού κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1-3 του ν. 2459/1997, με την οποία θεσπίστηκε ανώτατο όριο οικογενειακού εισοδήματος για τη χορήγηση του επιδόματος πολυτέκνου, είναι αντίθετη προς το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, οι εκδοθείσες κατ’εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες η χορήγηση των επιδομάτων του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 συναρτάται προς το εν λόγω ανώτατο όριο ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος, είναι αντίθετες προς το άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο εφέσεως του Ο.Γ.Α., ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την τήρηση της διαδικαστικής προϋποθέσεως του άρθρου 71 παρ. 5 του ν. 2717/1999 από την αναιρεσίβλητη, με την αιτιολογία ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης, που ερειδόταν στα άρθρα 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., παραδεκτώς ασκήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως εάν είχε ασκηθεί προηγουμένως ενώπιον του αρμοδίου οργάνου του Ο.Γ.Α. η προβλεπόμενη ενδικοφανής προσφυγή.
12. Επειδή, ακολούθως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ο λόγος εφέσεως του Ο.Γ.Α. ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης που ανάγονταν στα έτη 1997, 1998, 1999, 2000 και 2001 είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 5 του
ν. 2362/1995 ή ότι είχαν, εν πάση περιπτώσει, υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ., με την αιτιολογία ότι ο λόγος αυτός προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον στην κατ’ έφεση δίκη ενώ δεν είναι από εκείνους τους λόγους που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ’ άρθρ. 97 ΚΔΔ. Κρίνοντας έτσι, το δικάσαν εφετείο θεωρεί ότι, εν προκειμένω, δεν είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 90 επ. του ν. 2362/1995, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η παραγραφή των αξιώσεων λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (άρθρο 94). Η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου ότι ο λόγος εφέσεως περί παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης έναντι του ΟΓΑ δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως δεν είναι ορθή, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως. Και τούτο διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα ανωτέρω στη σκέψη 7, επί των αξιώσεων περί παροχής των επιδομάτων του άρθρου 63 του ν. 1892/1990 εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις περί παραγραφής του ν. 2362/1995 (90 επ.), στις οποίες (άρθρο 94) ορίζεται ρητώς ότι «η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια». Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας που παρατέθηκε στη σκέψη 7, η ως άνω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου είναι νόμιμη, διότι στις ένδικες αξιώσεις κατά του Ο.Γ.Α. δεν είναι εφαρμοστέες οι περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 90 επ. του ν. 2362/1995, μεταξύ των οποίων και η περί αυτεπαγγέλτου εξετάσεως της παραγραφής από τα δικαστήρια διάταξη του άρθρου 94, αλλά η περί (πενταετούς) παραγραφής των απαιτήσεων από αδικοπραξίες διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ., η οποία δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια.
13. Επειδή, περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η εφαρμογή του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, που προβλέπει επιτόκιο 6%, δεν είχε επεκταθεί στον ΟΓΑ με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4169/1961 αλλά επεκτάθηκε το πρώτον από 12.2.2004 με το άρθρο 29 παρ. 4 του
ν. 3232/2004. Επομένως, κατά την κρίση του διοικητικού εφετείου, το επιτόκιο που όφειλε ο ΟΓΑ έως τις 11.2.2004 ήταν το γενικώς ισχύον επιτόκιο ενώ από 12.2.2004 ήταν εφαρμοστέα για τις αποζημιωτικές αξιώσεις σε βάρος του αναιρεσείοντος η διάταξη του άρθρου 21 του προαναφερθέντος Κώδικα που, κατά τα ήδη εκτεθέντα, θεσπίζει επιτόκιο 6%. Η διάταξη όμως αυτή, όπως έκρινε το εφετείο, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα ως αντικείμενη στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εφαρμοστέες δε είναι οι κανονιστικές πράξεις, οι οποίες ορίζουν το ποσοστό του νόμιμου και του τόκου υπερημερίας που ισχύει κάθε φορά. Η ανωτέρω κρίση του διοικητικού εφετείου ότι η εφαρμογή του άρθρου 21 το Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, που θεσπίζει επιτόκιο 6%, επεκτάθηκε στον ΟΓΑ το πρώτον από 12.2.2004 με το άρθρο 29 παρ. 4 του ν. 3232/2004, δεν είναι ορθή, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο λόγο, διότι, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στη σκέψη 7, η προαναφερθείσα διάταξη του ν. 3232/2004 είναι γνησίως ερμηνευτική και, ως εκ τούτου, ανατρέχει στον χρόνο ισχύος του ν. 4169/1961. Περαιτέρω, και η επόμενη κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, κατά την οποία η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου είναι αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν είναι ορθή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη σκέψη 9, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση.
14. Επειδή, ενόψει των εκτεθέντων στις δύο προηγούμενες σκέψεις, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε α) ότι δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ο λόγος εφέσεως του ΟΓΑ περί παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης και β) ότι ο ΟΓΑ οφείλει να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό που της επιδικάστηκε με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο και όχι το ποσοστό 6%. Η υπόθεση δε, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν διοικητικό εφετείο για νέα κρίση.
15. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαλλάσσει την αναιρεσίβλητη από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Οργανισμού.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει την 2615/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος, σύμφωνα με το σκεπτικό.
Απαλλάσσει την αναιρεσίβλητη από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Οργανισμού.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2017
Ο ΠρόεδροςΗ Γραμματέας
και μετά την αποχώρησή της
Ν. ΣακελλαρίουΕλ. Γκίκα
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Μαρτίου 2018.
Ο ΠρόεδροςΗ Γραμματέας
Ν. ΣακελλαρίουΕλ. Γκίκα
./.
Επιστροφή
Τέλος φόρμας
