ΣτΕ 4931/2014, Ε τμ.,ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ, ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΓΙΑ ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΧΕΙ Ο ΓΕΙΤΟΝΑΣ, ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΕΝΝΟΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ

ΣΤΕ

Αριθμός 4931/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προέδρος του Ε΄ Τμήματος, Μ. – Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Καρλή, Σύμβουλοι, Χρ. Λιάκουρας, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Δασκαλάκη, ασκούσα καθήκοντα Προϊσταμένου.
Για να δικάσει την από 1η Μαρτίου 2013 έφεση:
του Δημητρίου Πλατυπόδη του Ιωάννη, κατοίκου Ζακύνθου, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αθανάσιο Καρέλα (Α.Μ. 16585), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά της Αδαμαντίας Μαλεβίτη του Αλεξάνδρου, κατοίκου Αγίας Παρασκευής Αττικής (Γούναρη 36), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Διονύσιο Γκούσκο (Α.Μ. 9960), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
και κατά της υπ’ αριθμ. 129/2012 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χρ. Παπανικολάου.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (3465888, 029349/2013 έντυπα γραμμάτια παραβόλου σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 129/2012 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης και ακυρώθηκαν οι 489 και 490/2005 οικοδομικές άδειες της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ζακύνθου, οι οποίες είχαν εκδοθεί στο όνομα του εκκαλούντος και αφορούσαν στην ανέγερση κατοικιών σε οικόπεδα ευρισκόμενα στη θέση «Αρίγγος» του Τοπικού Διαμερίσματος Μπόχαλης του Δήμου Ζακύνθου. Η ακύρωση των ως άνω οικοδομικών αδειών εχώρησε διότι η έκδοση αυτών είχε ως έρεισμα μη νόμιμο πολεοδομικό σχεδιασμό, δοθέντος ότι τα όρια του οικισμού Μπόχαλης, ο οποίος είναι οικισμός κάτω των 2.000 κατοίκων, καθώς και οι όροι δόμησης εντός των ορίων του οικισμού και, συγκεκριμένα, τα ελάχιστα όρια αρτιότητας των οικοπέδων στα συνεκτικά και μη συνεκτικά τμήματα αυτού, είχαν καθοριστεί με τις αποφάσεις Τ.Π. 1131/9.5.1986, Τ.Π. 720/25.2.1992 και Τ.Π. οικ. 2500/20.7.1993 του Νομάρχη Ζακύνθου, εκδοθεισών κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. της 24.4-3.5.1985 «Τρόπος καθορισμού ορίων οικισμών της χώρας μέχρι 2.000 κατοίκους, κατηγορίες αυτών και καθορισμός όρων και περιορισμών δόμησής τους» (Δ΄181), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το π.δ. της 20-30.8.1985 «Πολεοδόμηση και επέκταση των οικισμών της χώρας μέχρι 2.000 κατοίκους …» (Δ΄414), ενώ οι ανωτέρω ρυθμίσεις λόγω της φύσης και της έκτασης αυτών θα έπρεπε να είχαν γίνει με την έκδοση προεδρικού διατάγματος, κατά τα κριθέντα με την απόφαση 3661/2005 της Ολομελείας του Δικαστηρίου. Το δικάσαν εφετείο δέχθηκε έτσι σχετικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος είχε προβληθεί από την εφεσίβλητη και προχώρησε σε παρεμπίπτοντα έλεγχο των κανονιστικού χαρακτήρα ρυθμίσεων των εν λόγω νομαρχιακών αποφάσεων (καθορισμός ορίων οικισμού και καθορισμός ορίων αρτιότητας οικοπέδων).
3. Επειδή, στο άρθρο 58 παρ. 1 (εδάφιο δεύτερο) του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) ορίζεται ότι «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (πρβλ. ΣτΕ 3578/2014, 4987/2012 , 3933/2012 ).
4. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι η εκκαλουμένη είναι εσφαλμένη, διότι η αίτηση ακυρώσεως της ήδη εφεσίβλητης ασκήθηκε άνευ εννόμου συμφέροντος, εφόσον η ανέγερση των επίδικων οικοδομών δεν βλάπτει ούτε την ιδιοκτησία της εφεσίβλητης και δη τη θέα αυτής, αλλά ούτε και το οικιστικό ή πολιτισμικό περιβάλλον της περιοχής και, ιδίως το περιβάλλον του Μεσαιωνικού Κάστρου Ζακύνθου, η δε εκκαλουμένη δεν εξειδίκευσε την ύπαρξη τέτοιου είδους βλάβης κατά παράβαση της νομολογίας του Δικαστηρίου (ΣτΕ 2274/2000 Ολομ., 1192/2000, 738/2000, 1482/1999 Ολομ., 1483/1999 Ολομ., 1131/1998 κ.α.). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον εκκαλούντα η αξίωση της εφεσίβλητης, εφόσον ουδεμία βλάβη υφίσταται, παρίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος. Ο εκκαλών προς επίρρωση των ανωτέρω ισχυρισμών του επικαλείται και την 1/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών σε συμβούλιο, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση της εφεσίβλητης περί αναστολής εκτελέσεως των 489, 490 και 491/2005 οικοδομικών αδειών, με το σκεπτικό ότι «το ευαίσθητο αισθητικώς περιβάλλον του Μεσαιωνικού Κάστρου της Ζακύνθου, που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου της Μπόχαλης, δεν φαίνεται ότι θα διαταραχθεί από την ανέγερση των κρίσιμων … διώροφων κατοικιών, σε εντονότερο βαθμό από ότι έχει ήδη αλλοιωθεί από την ανέγερση, και μάλιστα σε μεγαλύτερη τοπική εγγύτητα προς αυτό, πολυάριθμων άλλων ισόγειων και διώροφων κατοικιών». Τέλος, ο εκκαλών προβάλλει ότι η εφεσίβλητη στερούνταν εννόμου συμφέροντος, διότι και η δική της οικοδομή είχε κριθεί ως αυθαίρετη λόγω πολλαπλών υπερβάσεων.
5. Επειδή, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο ιδιοκτήτης οικοπέδου με οικοδομή έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με αίτηση ακυρώσεως οικοδομικές άδειες, με τις οποίες επιτρέπεται η ανέγερση οικοδομών επί όμορων ή γειτονικών ιδιοκτησιών, προβάλλοντας ότι με την εκτέλεση των εν λόγω αδειών υποβαθμίζεται η ιδιοκτησία του και επιβαρύνεται το φυσικό, πολιτιστικό και οικιστικό περιβάλλον της περιοχής (ΣτΕ, 4909/2013 σκ. 5, 1971/2012 σκ. 10, 4541/2009 σκ. 4, βλ. και ΣτΕ 749/2014 σκ. 9, 4525/2009 σκ. 8 κ.α.), το δε έννομο συμφέρον δεν αναιρείται από τυχόν υπερβάσεις της οικοδομικής άδειας του αιτούντος με αυθαίρετες κατασκευές (ΣτΕ 4909/2013 σκ. 5). Συνεπώς, η κρίση του δικάσαντος εφετείου, έστω και σιωπηρή, ότι η αιτούσα – εφεσίβλητη, η οποία είχε προβάλει στο δικόγραφο της αιτήσεως ακυρώσεώς της ότι είναι ιδιοκτήτρια όμορης ιδιοκτησίας με οικοδομή στην περιοχή «Αρίγγος» του Δημοτικού Διαμερίσματος Μπόχαλης του Δήμου Ζακυνθίων και ότι με τις επίδικες άδειες θίγεται το προστατευόμενο περιβάλλον του Μεσαιωνικού κάστρου Ζακύνθου, είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως, δεν έρχεται σε αντίθεση με παγιωμένη και μη ανατραπείσα νομολογία του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού. Εξάλλου, οι αποφάσεις που επικαλείται στο δικόγραφο της εφέσεως ο εκκαλών είτε δεν επιλύουν το ζήτημα προς την αντίθετη κατεύθυνση είτε, εν πάση περιπτώσει, είναι παλαιότερες. Ειδικότερα, η ΣτΕ 2274/2000 Ολομ. αντιμετωπίζει το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος τέως βουλευτή και της προαπόδειξης της ιδιότητας του κατοίκου για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος για την προσβολή γενικού πολεοδομικού σχεδίου (σκ. 4 και 6), με τις ΣτΕ 1192/2000 (σκ. 3) και 738/2000 (σκ. 2) κρίθηκε ότι έχουν έννομο συμφέρον για την προσβολή οικοδομικών αδειών οι φερόμενοι ως ιδιοκτήτες ομόρων ακινήτων, με τις ΣτΕ 1482-1483/1999 κρίθηκε ότι μόνη η ιδιότητα ορισμένων αιτούντων ως κατοίκων νήσου, χωρίς επίκληση ταυτοχρόνως και της ιδιότητάς τους ως ιδιοκτητών ακινήτων στην συγκεκριμένη τοποθεσία, δεν αρκεί για να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων για την κατασκευή στην εν λόγω τοποθεσία εγκαταστάσεων βιολογικού καθαρισμού, έργου, δηλαδή, το οποίο, καταρχήν, προδήλως ωφελεί τους κατοίκους της νήσου και, τέλος, με την ΣτΕ 1132/1998 κρίθηκε ότι η επίκληση της ιδιότητας γείτονα και συνιδιοκτήτη οικοπέδου ομόρου προς το οικόπεδο, όπου ανεγέρθηκε η οικία, η οποία εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση με την προσβαλλόμενη με την αίτηση ακυρώσεως πράξη, διατυπωμένη αορίστως και χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη βλάβη που υφίστανται οι αιτούντες από την πράξη εξαίρεσης από την κατεδάφιση δεν αρκεί για να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον. Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 25 του Συντάγματος δεν έχει εφαρμογή ως προς την άσκηση του κατά το άρθρο 95 του Συντάγματος ένδικου μέσου της αιτήσεως ακυρώσεως (ΣτΕ 2861/2103, 2435/1993 , 2942 , 2945/1980 ). Τέλος, δεν στοιχειοθετείται αντίθεση της κρίσης του δικάσαντος εφετείου προς την 1/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου σε συμβούλιο, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της εφεσίβλητης περί αναστολής εκτελέσεως των 489, 490 και 491/2005 οικοδομικών αδειών, διότι οι αποφάσεις επί αναστολών έχουν μόνον προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζουν την κύρια υπόθεση, και, συνεπώς, δεν συνιστούν ανέκκλητες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Κατόπιν τούτων ο ανωτέρω λόγος εφέσεως προβάλλεται απαραδέκτως.
6. Επειδή, με την έφεση προβάλλεται ότι ο Νομάρχης Ζακύνθου κατά τον καθορισμό των ορίων του οικισμού έδρασε εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του, διότι ο οικισμός Μπόχαλης είναι προϋφιστάμενος του 1923 και, επομένως, η επέκταση των ορίων του (άρα και ο καθορισμός αυτών) αποτελεί απλώς διαπιστωτική πράξη μη περιλαμβανόμενη στην έννοια του πολεοδομικού σχεδιασμού. Κατά τον εκκαλούντα το ζήτημα αυτό έχει κριθεί οριστικά «με σωρεία αποφάσεων του Σ.Τ.Ε.». Ο εκκαλών παραθέτει στο σημείο αυτό του δικογράφου της εφέσεως τις 3443/1998 (Ολομ.) και 2318/1999 αποφάσεις του Δικαστηρίου. Ο ανωτέρω λόγος εφέσεως προβάλλεται απαραδέκτως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, διότι αφενός μεν δεν προβάλλεται ότι η κρίση της εκκαλουμένης ότι ο εγκριθείς με αποφάσεις νομαρχών ως οργάνων της περιφερειακής διοίκησης του Κράτους, δυνάμει των διατάξεων των π.δ. της 24.4-3.5.1985 και της 20-30.8.1985, πολεοδομικός σχεδιασμός οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων, παρεμπιπτόντως ελεγχόμενος, είναι μη νόμιμος διότι έπρεπε να είχε γίνει με την έκδοση προεδρικού διατάγματος, κατά τα κριθέντα με την απόφαση 3661/2005 της Ολομελείας του Δικαστηρίου, έρχεται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή μη ανατραπείσα νομολογία του Δικαστηρίου επί του ιδίου ζητήματος, αφετέρου δε με τις 3443/1998 και 2318/1999 αποφάσεις του Δικαστηρίου κρίθηκε το όλως διάφορο νομικό ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 2218/1994 για τη μεταφορά αρμοδιοτήτων του πολεοδομικού σχεδιασμού από την κρατική περιφερειακή διοίκηση στην τοπική αυτοδιοίκηση δεύτερης βαθμίδας (νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις).
7. Επειδή, με την έφεση προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η εκκαλουμένη έσφαλε, διότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η τυχόν έλλειψη νομιμότητας των οικοδομικών αδειών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εκκαλούντος αλλά σε υπαιτιότητα της Διοίκησης, και εν πάση περιπτώσει η Διοίκηση έχει προσφύγει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 3937/2011 διαδικασία επανέγκρισης του σχεδίου πόλεως του οικισμού Μπόχαλης με προεδρικό διάταγμα. Με τους λοιπούς δε λόγους εφέσεως αντικρούονται οι υπόλοιποι λόγοι ακυρώσεως τους οποίους είχε προβάλει η εφεσίβλητη σχετικά με την νομιμότητα των οικοδομικών αδειών και οι οποίοι δεν εξετάστηκαν από το δικάσαν εφετείο. Οι ανωτέρω λόγοι εφέσεως προβάλλονται απαραδέκτως, προεχόντως, διότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί συνδρομής, εν προκειμένω, κάποιας από τις περιλαμβανόμενες στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, περιπτώσεις για τις οποίες επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως.
8. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την έφεση.
Διατάσσει την κατάπτωση του καταβληθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει στον εκκαλούντα τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2014
Η Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος   Η Γραμματέας
 
 
Αγγ. Θεοφιλοπούλου   Ε. Δασκαλάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 31 Δεκεμβρίου 2014.
Η Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος   Η Γραμματέας
 
 
Αγγ. Θεοφιλοπούλου   Ε. Οικονόμου