ΕΣ 4932/13, Ολομ.,ΣΥΝΤΑΞΗ, ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΒΟΥΛΗΣ, ΑΛΛΑΓΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΕΣ : Ο ΚΑΒ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΟΤΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΕΞΕΙΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΣ

ΕΣ Ολομ

4932/2013 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2012, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Γεώργιος Κωνσταντάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Αντιπρόεδροι, Ευάγγελος Νταής, Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Άννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού (εισηγήτρια), Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλοι (η Αντιπρόεδρος Φλωρεντία Καλδή και οι Σύμβουλοι Χρυσούλα Καραμαδούκη, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Στυλιανός Λεντιδάκης και Αντώνιος Κατσαρόλης απουσίασαν δικαιολογημένα).

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ :  Διονύσιος Λασκαράτος.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για να δικάσει την από 10 Φεβρουαρίου 2012 (αριθμ. κατάθ. 24/10.2.2012) για υπέρ του νόμου αναίρεση της 556/2011 οριστικής αποφάσεως  του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Διονυσίου Λασκαράτου.

κ α τ ά   α) του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Συμβούλου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα και β) του Αριστείδη Χαραλαμπίδη, κατοίκου εν ζωή Χαλανδρίου, οδός Σφακτηρίας 5, ο οποίος απεβίωσε στις 13.6.2011 και τη δίκη συνεχίζουν οι υπεισελθόντες στη δικονομική του θέση ως κληρονόμοι του, η χήρα σύζυγός του Ευγενία Χαραλαμπίδη και το τέκνο του Ιωάννης Χαραλαμπίδης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Με την 64264/27.10.2005 πράξη της 42ης Διευθύνσεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απορρίφθηκε αίτηση του ήδη αποβιώσαντος, πολιτικού συνταξιούχου, πρώην υπαλλήλου της Βουλής, με την οποία ζητούσε την αναπροσαρμογή της συντάξεώς του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου Μόνου της 668/529 αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Για τη ρύθμιση θεμάτων των Υπαλλήλων της Βουλής» (ΦΕΚ 15 Α΄/27.1.2005), με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 88 του Κανονισμού της Βουλής (ΜΕΡΟΣ Β΄ ΦΕΚ 51 Α΄/10.4.1997), με την αιτιολογία ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο για τους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία από 1.1.2005 και εφεξής, ενώ ο ίδιος έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία την 1.3.2001, ήτοι πριν από την ημερομηνία αυτή.

Έφεση κατά της ως άνω πράξης απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμη στην ουσία της.

Με την αίτηση που κρίνεται και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή ζητείται η υπέρ του νόμου αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :

Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Το Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως, εκτός από τους Αντιπροέδρους Γεώργιο Κωνσταντά και Ανδρονίκη Θεοτοκάτου      και τις Συμβούλους Άννα Λιγωμένου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη και Χριστίνα Ρασσιά που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και τη Σύμβουλο Αγγελική Πανουτσακοπούλου που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

Αποφάσισε τα εξής :

Ι.  Όπως προκύπτει από την αριθμ. 200 τόμ. 19/14.6.2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Αθηναίων, ο αναιρεσίβλητος Αριστείδης Χαραλαμπίδης του Ιωάννη απεβίωσε ενταύθα στις 14.6.2011 και κατέλειπε ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη χήρα σύζυγό του Ευγενία Χαραλαμπίδη και το τέκνο του Ιωάννη Χαραλαμπίδη (βλ. το 135707/8.7.2011 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου Αθηναίων). Συνεπεία του ληξιαρχικού τούτου γεγονότος που έλαβε χώρα πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης επήλθε διακοπή της δίκης (άρθρο 74              Π.Δ. 1225/1981), η οποία επαναλαμβάνεται ήδη εκουσίως από την ως άνω χήρα σύζυγο και το τέκνο του αναιρεσιβλήτου, ως μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού δια προσκλήσεως αυτών από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 76 Π.Δ. 1225/1981).

II. Στο Π.Δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ Α΄, 304) ορίζεται για την αίτηση αναίρεσης υπέρ του νόμου στο μεν άρθρο 114 παρ. 3 ότι: « Εξαιρετικώς και μετά την παρέλευσιν της προς άσκησιν αιτήσεως αναιρέσεως προθεσμίας ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας δύναται να ασκήση αίτησιν αναιρέσεως υπέρ του Νόμου», στο δε άρθρο 116 τελ. εδάφ. «Εις περίπτωσιν αποδοχής αιτήσεως αναιρέσεως ασκηθείσης υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας υπέρ του Νόμου, η αναιρεσιβαλλομένη απόφασις παραμένει ισχυρά και αμετάβλητος μεταξύ των διαδίκων». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η αίτηση αναίρεσης υπέρ του νόμου αποτελεί ιδιόρρυθμη δικαστική προσφυγή που αποβλέπει στην άρση των νομικών σφαλμάτων χάριν της ομοιόμορφης ερμηνείας των κανόνων δικαίου και για το λόγο αυτό η απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως υπέρ του νόμου δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τους διαδίκους στη δίκη που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (πρβλ. Ολ. ΣτΕ 3541/2003, ΣτΕ 1410/2008, 3122/2010, Ολ. ΑΠ 14/2003).

III.  Η υπό κρίση αίτηση για υπέρ του νόμου αναίρεση της 556/2011 οριστικής αποφάσεως του ΙI Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη συζήτηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρο 61 παρ. 1 του π.δ. 1225/1981), νομίμως ασκείται, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, από το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της τελεσίδικης απόφασης του Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πρέπει δε, να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων με αυτή λόγων αναίρεσης, παρά την απουσία των υπεισελθόντων στη δικονομική θέση του αναιρεσιβλήτου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, της χήρας συζύγου του Ευγενίας Χαραλαμπίδη και του τέκνου του Ιωάννη Χαραλαμπίδη, οι οποίοι αν και κλητεύθηκαν νομίμως όπως παραστούν στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (βλ. τις από 19.6.2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Ελεγκτικού Συνεδρίου Νικηφόρου Καλαβάση) δεν παραστάθηκαν.

ΙV. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε έφεση του μεταποβιώσαντος πολιτικού συνταξιούχου Αριστείδη Χαραλαμπίδη, πρώην υπαλλήλου της Βουλής, κατά της 64264/27.10.2005 πράξεως της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, απορριπτικής της από 28.6.2005 αίτησής του για αναπροσαρμογή της σύνταξής του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου Μόνου της 668/529 αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Για τη ρύθμιση θεμάτων των Υπαλλήλων της Βουλής» (ΦΕΚ Α΄, 15/27.1.2005), η οποία αντικατέστησε την παρ. 5 του άρθρου 88 του Κανονισμού της Βουλής (ΜΕΡΟΣ Β΄ ΦΕΚ Α΄,  51/10.4.1997), με την αιτιολογία ότι η διάταξη αυτή που έχει σαφώς συνταξιοδοτικό περιεχόμενο, νομίμως περιλαμβάνεται στον Κανονισμό της Βουλής, κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος αυτονομίας αυτής, είναι ισχυρή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, αφού δεν απαιτείται για τη θεσμοθέτησή της η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλ η προηγούμενη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου,  εφαρμόζεται όμως, μόνο για τους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία από 1.1.2005 και εφεξής, ενώ αυτός έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία την 1.3.2001, ήτοι πριν από την ημερομηνία αυτή. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο επιδιώκει την υπέρ του νόμου αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προβάλλοντας ως λόγους αναιρέσεως, καθ΄ ερμηνεία του αναιρετηρίου, εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 73 παρ. 2, 65 παρ. 1 και 6, 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεχθείσα ότι είναι συνταγματικά ισχυρή η 668/529 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής.

V.  Στο άρθρο 73 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Νομοσχέδια που αναφέρονται οπωσδήποτε στην απονομή σύνταξης και στις προϋποθέσεις της, υποβάλλονται μόνο από τον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αν πρόκειται για συντάξεις που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, υποβάλλονται από τον αρμόδιο Υπουργό και τον Υπουργό Οικονομικών. Τα νομοσχέδια για συντάξεις πρέπει να είναι ειδικά δεν επιτρέπεται με ποινή την ακυρότητα να αναγράφονται διατάξεις για συντάξεις σε νόμους που αποσκοπούν στη ρύθμιση άλλων θεμάτων».

Το Ελεγκτικό Συνέδριο έχει πάγια δεχθεί (Ολομ. Ελ.Σ. 55/1967, 48671979, 69/89, 1117/1992, 1118/1996) ερμηνεύοντας τη διάταξη αυτή ότι η θεσπιζόμενη γνωμοδοτική αρμοδιότητα αυτού κατά τη διαδικασία ψήφισης συνταξιοδοτικών νόμων είναι εξαιρετικής φύσεως και ιδιαίτερης σημασίας, γιατί προνοεί για τη διαφώτιση της Βουλής κατά τη ψήφιση των ειδικών αυτών νόμων και την προφύλαξή της από τη θέσπιση διατάξεων που αντιβαίνουν σε βασικούς κανόνες της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας ή που δημιουργούν προνόμια για ορισμένη κατηγορία συνταξιούχων. Η τήρηση της ίδιας διάταξης αναφέρεται στα εξωτερικά τυπικά στοιχεία καταρτίσεως του νόμου και υπόκειται στον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας (ΑΕΔ 4/1988, Ολομ. Ελ.Σ. 310/1985). Κατά συνέπεια, κάθε συνταξιοδοτικός νόμος που εκδόθηκε χωρίς την προηγούμενη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ανίσχυρος και δεν εφαρμόζεται λόγω αντιθέσεώς του με το Σύνταγμα. Περαιτέρω, ενόψει των μακροχρονίων δημοσιονομικών επιπτώσεων που συνεπάγονται οι συνταξιοδοτικές παροχές, οι οποίες όχι μόνο είναι ισόβιες αλλά επιπλέον μεταβιβάζονται και στις οικογένειες των αρχικών δικαιούχων και προκειμένου να περιορισθούν στο μέτρο του κοινωνικά αναγκαίου και δημοσιονομικά εφικτού, ο συνταγματικός νομοθέτης αξίωσε, όπως οι διατάξεις που θεσμοθετούν τις παροχές αυτές και αφορούν όλους ανεξαιρέτως του υπαλλήλους και λειτουργούς του δημοσίου (πολιτικούς και στρατιωτικούς υπαλλήλους, εκπαιδευτικούς, δικαστικούς, ιατρούς κ.λπ.) να θεσπίζονται αποκλειστικά και μόνο με ειδικό τυπικό νόμο και μάλιστα με την τήρηση μιας ειδικής σύνθετης και τυπικά αυστηρής διαδικασίας, στην οποία απαιτείται η σύμπραξη των αρμοδίων συντεταγμένων οργάνων, ήτοι του Υπουργού Οικονομικών(πρόταση νόμου), του Ελεγκτικού Συνεδρίου (γνωμοδότηση επί της πρότασης νόμου), του Κοινοβουλίου (συζήτηση και ψήφιση νόμου) και του Προέδρου της Δημοκρατίας (έκδοση και δημοσίευση του νόμου). Η συνταγματική αυτή ρύθμιση λόγω της γενικότητάς της δεν επιτρέπει καμία εξαίρεση ή απόκλιση για κάποια κατηγορία υπαλλήλων, ούτε ειδικότερα για τους συνταξιούχους υπαλλήλους της Βουλής. Σε διαφορετική άλλωστε περίπτωση, θα παραβιαζόταν ως προς αυτούς η συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού θα επιτρεπόταν κατά παρέκκλιση ρύθμιση, ειδικά γι΄ αυτή την κατηγορία των συνταξιούχων χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που να την δικαιολογούν. Σε κάθε περίπτωση, ο συνταγματικός νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος αξιώνει την προηγούμενη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί του σχεδίου κάθε νόμου (είτε ειδικού τυπικού είτε ιδιότυπου), που πρόκειται να ψηφισθεί από τη Βουλή και που αφορά την απονομή συντάξεως ή την τροποποίηση γενικότερα της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας και δεν θέλησε να περιορίσει την τήρηση της προϋπόθεσης αυτής μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η σχετική ρύθμιση γίνεται με ειδικό τυπικό νόμο. Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί ο σοβαρός δημοσιονομικός σκοπόςπου επιδιώκεται με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 73 του Συντάγματος και ένεκα του οποίου, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, δεν δικαιολογείται καμία εξαίρεση. Από τη χρήση δε του όρου «νομοσχέδιο» στις διατάξεις αυτές δεν μπορεί να αντληθεί αποφασιστικό επιχείρημα υπέρ της αντίθετης εκδοχής, αφού ο συνταγματικός νομοθέτης αναφέρεται με τον όρο αυτό στο συνήθως συμβαίνον, ενώ στη βούλησή του προέχει ο προαναφερόμενος σκοπός, για την επίτευξη του οποίου είναι αναγκαία η απαρέγκλιτη τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος αναφορικά με το σχέδιο οποιουδήποτε τύπου συνταξιοδοτικού νόμου (άρα και εκείνου του Κανονισμού της Βουλής, όταν περιέχει συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις). Με τον τρόπο αυτό, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη, δεν θίγεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτονομία της Βουλής, η οποία σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 65 παρ. 6 και 103 παρ. 6 του Συντάγματος, όσον αφορά τους υπαλλήλους της με τον Κανονισμό της μπορεί να ρυθμίζει όλα τα σχετικά με την υπηρεσιακή τους εξέλιξη θέματα, αλλά όχι τα σχετικά με τη συνταξιοδότησή τους, αφού αυτά αφενός μεν δεν άπτονται αμέσως του τρόπου οργανώσεως και λειτουργίας της, αφετέρου δε, πρέπει να ρυθμίζονται εντός του πλαισίου και των περιορισμών που τίθενται από τις λοιπές συνταγματικές διατάξεις και να μην προσκρούουν σε αυτές (βλ. και Πρακτ. 5ης Ειδ. Συν. Ολομ. Ελ.Σ./17.12.2012, 1ης Ειδ. Συν. Ολομ. Ελ.Σ./9.1.2013 επί σχεδίων νόμων που αφορούσαν σε συνταξιοδοτικά θέματα υπαλλήλων της Βουλής). Εξάλλου, οι συντάξεις των υπαλλήλων αυτών κανονίζονται με πράξεις όχι του Προέδρου της Βουλής αλλά της συνταξιοδοτικής διοίκησης (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους) και οι σχετικές δαπάνες δεν βαρύνουν τον προϋπολογισμό της Βουλής, αλλά τον κρατικό προϋπολογισμό.

Μειοψήφησαν οι  Σύμβουλοι Μαρία Βλαχάκη, Δημήτριος Πέππας, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή και Βασιλική Σοφιανού, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 65 ότι: «Η Βουλή ορίζει τον τρόπο ελεύθερης και δημοκρατικής λειτουργίας της με Κανονισμό, που ψηφίζεται από την Ολομέλεια κατά το άρθρο 76 και δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» (παρ. 1) και ότι: «Ο Κανονισμός καθορίζει την οργάνωση των υπηρεσιών της Βουλής υπό την εποπτεία του Προέδρου, καθώς και όλα όσα αφορούν το προσωπικό της» (παρ. 6 εδ. α΄). Με τις συνταγματικές αυτές διατάξεις κατοχυρώνεται η αυτονομία της Βουλής σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών της, συμπεριλαμβανομένων και των θεμάτων που αφορούν το προσωπικό της, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται η ελεύθερη λειτουργία της και η ανεξαρτησία της από τα λοιπά κρατικά όργανα. Ειδικότερα, οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν την αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής να ρυθμίζει με τον Κανονισμό της, ο οποίος αποτελεί ιδιαίτερη πηγή δικαίου, τον τρόπο της οργάνωσης και λειτουργίας της, χωρίς να επιτρέπεται η παρέμβαση οποιουδήποτε άλλου κρατικού οργάνου. Στα θέματα δε που αφορούν το προσωπικό της Βουλής περιλαμβάνεται και η συνταξιοδότηση των υπαλλήλων της, όπως προκύπτει και από την ιστορική αναδρομή στα προϊσχύσαντα Συντάγματα. Συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 65 του Συντάγματος του 1911 όριζε ότι: «η Βουλή προσδιορίζει δια Κανονισμού πώς θέλει να εκπληροί τα καθήκοντά της», ενώ η διάταξη του άρθρου 45 του Συντάγματος του 1927 όριζε ομοίως ότι: «η Βουλή … ρυθμίζει τ’ αφορώντα το προσωπικόν  ….» και δυνάμει αυτής της διάταξης ο Κανονισμός της Βουλής του 1927 προέβλεψε με το άρθρο 137 αυτού (στοιχ. Ε΄, ΣΤ΄ και Ζ΄) για την απονομή σύνταξης στο πάσης φύσης προσωπικό της, αφού θεωρήθηκε ότι με βάση την εξουσιοδότηση από τη διάταξη του άρθρου 45 του Συντάγματος (1927) είχε το δικαίωμα, κατ’ ενάσκηση της αυτονομίας της, να ρυθμίζει και τα θέματα που αφορούσαν τη συνταξιοδότηση του προσωπικού της. Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε και όταν καταργήθηκε το Σύνταγμα του 1927, αφού λήφθηκε ειδική πρόνοια με την Η΄ Συντακτική Πράξη της 28.10.1935 (άρθρο 7 αυτής), όπως και με το ΙΑ΄ Ψήφισμα της 30.9.1946, και παρέμειναν  αμετάβλητες οι συνταξιοδοτικές διατάξεις του Κανονισμού της Βουλής. Ο συνταγματικός νομοθέτης του Συντάγματος του 1952, στο άρθρο 65 αυτού, όριζε ότι: «η Βουλή προσδιορίζει δια Κανονισμού πώς θέλει να εκπληροί τα καθήκοντά της και πάντα τα αφορώντα το προσωπικόν αυτής» και υπό την ισχύ της διάταξης αυτής, με την 95/1952 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έγινε δεκτό ότι ο Κανονισμός της Βουλής μπορεί να περιέχει συνταξιοδοτικές διατάξεις. Ταυτόσημη είναι και η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 65 του Συντάγματος του 1975, αλλά και του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001. Ενόψει του προαναφερόμενου νομικού καθεστώτος, ο νεότερος συνταγματικός νομοθέτης του 2001 όχι μόνο δεν κατάργησε, αλλ’ ούτε περιόρισε το δικαίωμα αυτό της Βουλής, διακήρυξε δε με την ίδια διατύπωση ότι ο Κανονισμός της Βουλής καθορίζει «και όλα όσα αφορούν το προσωπικό της». Συνεπώς, η Βουλή, κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος αυτονομίας της, έχει το δικαίωμα να ρυθμίζει όλα τα ζητήματα που αφορούν το προσωπικό της, μεταξύ των οποίων είναι αναμφισβήτητα και το ζήτημα της συνταξιοδότησης αυτού, το οποίο από το έτος 1927 και εφεξής ρυθμιζόταν από τον Κανονισμό της Βουλής (βλ. και δήλωση του Υπουργού Οικονομικών στα πρακτικά Βουλής ΚΣΤ/3.10.1952, κατά την οποία η συνταξιοδότηση των υπαλλήλων της Βουλής διέπεται αποκλειστικά από τον Κανονισμό αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 65 και 101 του τότε ισχύοντος Συντάγματος). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 του  Συντάγματος (1975), όπως τούτο ισχύει μετά την αναθεώρηση του 2001, ορίζεται ότι η νομοθετική πρωτοβουλία για την τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας ή την  απονομή σύνταξης ανήκει στον Υπουργό των Οικονομικών και ασκείται κατόπιν προηγούμενης γνωμοδότησης του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την ως άνω ρύθμιση, η οποία τέθηκε το πρώτον στο άρθρο 49 παρ. 3 του Συντάγματος του 1947, το οποίο συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 2 του Συντάγματος του 1952, καθιερώνεται ειδική διαδικασία για τη θέσπιση συνταξιοδοτικών νόμων λόγω των δημοσιονομικών τους συνεπειών. Η τήρηση, όμως, της διαδικασίας αυτής δεν απαιτείται όταν με τον Κανονισμό της Βουλής θεσπίζονται συνταξιοδοτικές διατάξεις που αφορούν το προσωπικό της. Και τούτο, διότι ο Κανονισμός περιέχει μεν κανόνες δικαίου, πλην όμως διαφοροποιείται από τους τυπικούς νόμους ως προς τη διαδικασία κατάρτισής του, αφού ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής, αλλά τίθεται σε ισχύ με μονομερή πράξη του Προέδρου της,  χωρίς  τη σύμπραξη του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος, κατά το άρθρο 42 του Συντάγματος εκδίδει και δημοσιεύει τους νόμους που έχουν ψηφισθεί από τη Βουλή. Επομένως, στην περίπτωση του Κανονισμού δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις και οι διαδικαστικοί τύποι που θέτει το Σύνταγμα για τη θέσπιση τυπικών νόμων, όπως η προηγούμενη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη ρύθμιση συνταξιοδοτικών θεμάτων. Διαφορετική ερμηνεία, κατά την οποία για τη θέσπιση με τον Κανονισμό της Βουλής διατάξεων για τη συνταξιοδότηση του προσωπικού  της απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος,  θα έθιγε την αυτονομία της Βουλής, την οποία θέλησε να κατοχυρώσει ο συνταγματικός νομοθέτης λόγω της κυρίαρχης θέσης της στο κοινοβουλευτικό μας σύστημα (βλ. Ολ. Ε.Σ. 195/2000, 241/2009).

VI.Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου Μόνου της 668/529 αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Για τη ρύθμιση θεμάτων των Υπαλλήλων της Βουλής» (ΦΕΚ 15 Α΄/27.1.2005), με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 88 του Κανονισμού της, ορίζεται ότι: «Στους υπαλλήλους της Βουλής με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οποίοι αποχωρούν από την 1η Ιανουαρίου 2005 και εφεξής από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του προβλεπόμενου από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ανώτατου ορίου ηλικίας ή χρόνου υπηρεσίας ή με αίτησή τους μετά από τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, χορηγείται με απόφαση του Προέδρου της Βουλής, προσαύξηση δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο βασικό μισθό και στις παροχές των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 89 του παρόντος Κανονισμού που καταβάλλονται στον υπάλληλο κατά τον τελευταίο πριν από την αποχώρηση μήνα … Επί των ακαθάριστων αποδοχών που διαμορφώνονται ως άθροισμα του ανωτέρω προσαυξημένου βασικού μισθού και της ανωτέρω προσαύξησης των παροχών των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 89 του παρόντος Κανονισμού, καθορίζεται η σύνταξη, σύμφωνα με το άρθρο 115 του παρόντος Κανονισμού και η οποία χορηγείται και σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου. Η εν λόγω απόφαση ανακαλείται σε περίπτωση που η αποχώρηση από την υπηρεσία ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο, οπότε αίρονται αναδρομικώς οι οποιεσδήποτε συνέπειες προήλθαν από αυτή». Οι διατάξεις αυτές έχουν σαφώς συνταξιοδοτικό περιεχόμενο, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος, και κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη έπρεπε, σύμφωνα με αυτή και με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, να περιληφθούν σε ειδικό συνταξιοδοτικό νόμο και να τηρηθεί γι’ αυτές η διαδικασία της γνωμοδότησης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Επομένως, οι διατάξεις αυτές, αφού δεν τηρήθηκε η ως άνω συνταγματική διάταξη είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές και δεν παράγουν συνταξιοδοτικά αποτελέσματα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να προσαυξηθεί η σύνταξη πρώην υπαλλήλων της Βουλής, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

VII.  Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, το II Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο Αριστείδης Χαραλαμπίδης, πρώην υπάλληλος της Βουλής, αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω παραιτήσεως την 1.3.2001. Με την 5798/28.3.2001 πράξη της 42ης Διευθύνσεως του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κανονίσθηκε σ’ αυτόν μηνιαία σύνταξη, πληρωτέα από 2.6.2001, η οποία, με βάση τη συνολική συντάξιμη υπηρεσία του από έτη 28-06-26, ορίσθηκε ίση με τα 36/35 ή άλλως τα 1000/1000 του βασικού μισθού του 5ου μισθολογικού κλιμακίου της ΠΕ4 κατηγορίας, που ελάμβανε κατά το χρόνο εξόδου του από την υπηρεσία, προσαυξημένου κατά 52% λόγω επιδόματος χρόνου υπηρεσίας. Με την από 28.6.2005 αίτησή του προς την 42η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ο εκκαλών ζήτησε την αναπροσαρμογή της συντάξεώς του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου Μόνου της 668/529 αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Για τη ρύθμιση θεμάτων των Υπαλλήλων της Βουλής», με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 88 του Κανονισμού της Βουλής. Με την 64264/2005/27.10.2005 πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απορρίφθηκε το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος, με την αιτιολογία ότι η προαναφερθείσα διάταξη εφαρμόζεται μόνο για τους υπαλλήλους της Βουλής οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία από 1.1.2005 και εφεξής, ενώ αυτός έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία την 1.3.2001, ήτοι πριν από την ημερομηνία αυτή. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκε το αίτημα του εκκαλούντος περί αναπροσαρμογής της συντάξεώς του, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου Μόνου της 668/529 αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Για τη ρύθμιση θεμάτων των Υπαλλήλων της Βουλής», με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 88 του Κανονισμού της Βουλής, καθόσον, η διάταξη αυτή που έχει σαφώς συνταξιοδοτικό περιεχόμενο, νομίμως περιλαμβάνεται στον Κανονισμό της Βουλής, κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος αυτονομίας αυτής, είναι ισχυρή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, αφού δεν απαιτείται για τη θεσμοθέτησή της η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλ η προηγούμενη γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφαρμόζεται όμως, μόνο για τους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι αποχωρούν από την υπηρεσία από 1.1.2005 και εφεξής, ενώ αυτός έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία την 1.3.2001, ήτοι πριν από την ημερομηνία αυτή. Απορρίφθηκε δε, ως αβάσιμος ο προβληθείς ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο η επίμαχη διάταξη αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς δημιουργεί ανισότητα εις βάρος των εξελθόντων από την υπηρεσία πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005, δεδομένου ότι ο διαφορετικός χρόνος εξόδου από την υπηρεσία αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο που καθιστά θεμιτή τη διαφορετική αυτή μεταχείριση. Τέλος, απορρίφθηκε ως αβάσιμος και ο προβληθείς λόγος εφέσεως ότι με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου Μόνου της 668/529 αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής θεσπίζεται γενική αύξηση μισθών κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 5 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, η οποία επηρεάζει αναλόγως και αυτομάτως, χωρίς δηλαδή να απαιτείται ειδική προς τούτο νομοθετική πρόβλεψη, και το συντάξιμο μισθό των ήδη συνταξιούχων, ανεξαρτήτως του χρόνου τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας τους, δοθέντος ότι οι προμνησθείσες διατάξεις εισάγουν ειδική συνταξιοδοτική ρύθμιση και δεν έχουν τον χαρακτήρα της γενικής αυξήσεως των μισθών. Τούτο δε διότι, με τις εν λόγω διατάξεις δεν προσαυξάνονται εφεξής με τη μορφή ποσοστιαίας αυξήσεως οι συντάξιμες αποδοχές (βασικός μισθός και επιδόματα που λαμβάνονται υπ’ όψιν για τον κανονισμό ή την αναπροσαρμογή των συντάξεων) όλων γενικώς των εν ενεργεία υπαλλήλων της Βουλής, ώστε να πρόκειται για γενική αύξηση των συνταξίμων αποδοχών τους, αλλά, με απόφαση του Προέδρου της Βουλής που εκδίδεται ενόψει της αποχωρήσεως ενός εκάστου υπαλλήλου, χορηγείται προσαύξηση μόνο επί των συνταξίμων αποδοχών που καταβάλλονται στον υπάλληλο κατά τον τελευταίο, πριν την αποχώρησή του, μήνα, σε περίπτωση δε ματαιώσεως της αποχωρήσεως του υπαλλήλου από την υπηρεσία για οποιοδήποτε λόγο, η σχετική απόφαση του Προέδρου της Βουλής ανακαλείται, οπότε και αίρονται αναδρομικώς οι οποιεσδήποτε συνέπειες προήλθαν από αυτήν. Κατ’  ακολουθίαν των ανωτέρω το δικάσαν Τμήμα απέρριψε την ασκηθείσα έφεση.

VIII. Έτσι που αποφάνθηκε το δικάσαν Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με όσα έγιναν κατά πλειοψηφία δεκτά στις σκέψεις V και VIεσφαλμένα τις προδιαληφθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς, για το λόγο αυτό βάσιμα προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί υπέρ του νόμου η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου Μόνου της 668/529 αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Για τη ρύθμιση θεμάτων των Υπαλλήλων της Βουλής» (ΦΕΚ 15 Α΄/27.1.2005), με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 88 του Κανονισμού της, με τις οποίες προβλέπεται προσαύξηση της σύνταξης πρώην υπαλλήλων της Βουλής, είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές, καθόσον έπρεπε να περιληφθούν σε ειδικό συνταξιοδοτικό νόμο και να τηρηθεί γι’ αυτές η διαδικασία της γνωμοδότησης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί υπέρ του νόμου την 556/2011 οριστική απόφαση του II Τμήματος.

Κρίνει ότι οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου Μόνου της 668/529 αποφάσεως της Ολομέλειας της Βουλής «Για τη ρύθμιση θεμάτων των Υπαλλήλων της Βουλής» (ΦΕΚ 15 Α΄/27.1.2005), με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 5 του άρθρου 88 του Κανονισμού της, με τις οποίες προβλέπεται προσαύξηση της σύνταξης πρώην υπαλλήλων της Βουλής, είναι ανίσχυρες ως αντισυνταγματικές, καθόσον έπρεπε να περιληφθούν σε ειδικό συνταξιοδοτικό νόμο και να τηρηθεί γι’ αυτές η διαδικασία της γνωμοδότησης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις  22 Μαΐου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ  ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑ  ΜΑΡΑΓΚΟΥ
   
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ  ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις               18 Δεκεμβρίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ  ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΙΩΑΝΝΑ  ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ