ΣτΕ 4989/12,Α τμ., ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ, ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ, ΙΚΑ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΥΠΟΨΗ ΤΟΥ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΠΟΥ ΕΠΙΚΑΛΕΙΤΑΙ Ο ΕΝΑΓΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΣΤΕ

Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης πραγματικών περιστατικών που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για τον σχηματισμό της κρίσεως αυτής ή η παράλειψή του να λάβει υπόψη του τέτοια περιστατικά που επιδρούν στον καθορισμό του ύψους της ικανοποιήσεως είναι ελεγκτή αναιρετικώς

 

Αριθμός 4989/2012
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Απριλίου 2012, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α’ Τμήματος, Δ. Μαρινάκης, Δ. Σκαλτσούνης, Σύμβουλοι, Π. Μπραΐμη, Β. Ανδρουλάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α’ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 11 Οκτωβρίου 2006 αίτηση:
του Αναστάσιου Αλεξανδρίδη του Γεωργίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, (οδός Εγνατία αριθ. 121), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση, νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογρα-φικό πληρεξούσιο.
κατά του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο παρέστη με την δικηγόρο Θεοδώρα Αντωνίου (Α.Μ. 10123), που την διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 2/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Π. Μπραΐμη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία του αναιρεσιβλήτου Ιδρύματος, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1436753-5/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 2/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 11/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσείοντος και αναγνωρίστηκε ότι το αναιρεσίβλητο Ίδρυμα υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των 900 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις παράνομες ενέργειες των οργάνων αυτού κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.

ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΤ΄ΑΡΘΡΟ 105 ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΝΤΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΚΕΙΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ , ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΚΟΙΝΗΣ ΠΕΙΡΑΣ , ΚΑΛΗ ΠΙΣΤΗ.


3. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄164), ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν σχετίζονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 5/1995 ). Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου αυτών παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (Σ.τ.Ε. 2796/2006 7μ., 2741/2007, 1019/2008, 4133/2011 7μ., 424/2012). Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά το άρθρο 932 του Α.Κ., να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, λόγω ψυχικής οδύνης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

ΤΟ Α.932 ΑΚ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠΟΨΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ.

 

Κατά τη θέσπιση των διατάξεων του άρθρου αυτού ο νομοθέτης έλαβε υπόψη τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την σε ό,τι αφορά το ζήτημα του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΕΛΕΓΧΕΙ ΕΝΑ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΥΣΙΑΣ ΕΛΑΒΕ ΥΠΟΨΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ

Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, πραγματικών περιστατικών που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμηθούν για το σχηματισμό της κρίσεως αυτής ή η παράλειψή του να συνεκτιμήσει πραγματικά περιστατικά που είχαν τεθεί υπόψη του, τα οποία επιδρούν στον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, ελέγχεται κατ’ αναίρεση.

ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΙ ΑΝ ΣΤΗ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΠΗΛΘΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ Ή ΤΟ ΑΚΡΙΒΕΣ ΥΨΟΣ ΑΥΤΗΣ.

Αντιθέτως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επήλθε ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, δοθέντος ότι σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.

ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΕΑΝ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΥΣΙΑΣ ΚΡΙΘΕΙ ΟΤΙ ΥΠΕΡΕΒΗ ΤΑ ΑΚΡΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ.

Κατ’ εξαίρεση, ο προσδιορισμός του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως που καθορίζεται από το δικαστήριο της ουσίας υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 932 του Α.Κ., μόνο αν κριθεί ότι το δικαστήριο υπερέβη τα άκρα όρια της διαγραφόμενης από τις εν λόγω διατάξεις εξουσίας του (Σ.τ.Ε. 4133/2011 7μ, 424/2012, 1219/2012).
4. Eπειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Στις 20.10.1998 πραγματοποιήθηκε επιτόπιος έλεγχος στο ιατρείο του ήδη αναιρεσείοντος (Εγνατίας 121 στη Θεσσαλονίκη) και διαπιστώθηκε ότι αυτός απασχόλησε την Ελένη Γκιαουράκη, κατά δήλωση της ίδιας, 3-4 χρόνια ως βοηθό μικροβιολόγου – παρασκευάστρια χωρίς να την ασφαλίσει. Κατόπιν αυτού, το αρμόδιο όργανο του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, αξιολογώντας τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του και κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου υπέρ του εξαρτημένου χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, επέβαλε με τις 2126, 2127 και 2128/27.1.1998 πράξεις σε βάρος του αναιρεσείοντος εισφορές ποσού 2.384.400, 1.229.697 και 877.201 δραχμών αντίστοιχα για την ασφαλιστική τακτοποίηση της ανωτέρω εργαζομένης κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 30.6.1998. Επίσης με την 12545/27.11.1998 πράξη του ίδιου οργάνου επιβλήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος πρόσθετη επιβάρυνση ποσού 2.245.648 δραχμών λόγω της μη καταχωρίσεως της εργαζομένης στις καταστάσεις ασφαλίσεως προσωπικού. Οι ανωτέρω καταλογιστικές πράξεις επιδόθηκαν στον αναιρεσείοντα στις 18.12.1998. Η κατ’ αυτών ένσταση ασκήθηκε στις 4.2.1999 και έγινε δεκτή ως εμπρόθεσμη με την 460/συν.48/26.5.1999 απόφαση της ΤΔΕ του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, η υπόθεση δε αναπέμφθηκε προς νέα επί της ουσίας κρίση. Πράγματι, με την 78/συν.11/1.2.2000 απόφασή της η ΤΔΕ του προαναφερόμενου υποκαταστήματος δέχθηκε ως βάσιμη επί της ουσίας την ένσταση του αναιρεσείοντος και ακύρωσε τις αρχικώς εκδοθείσες ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ. Κατά της αποφάσεως αυτής της ΤΔΕ, η οποία περιήλθε στο Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ στις 18.4.2000, ασκήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προσφυγή στις 16.6.2000. Παρ’ όλα αυτά και ενώ εκκρεμούσε ακόμα ενώπιον της ΤΔΕ η ασκηθείσα από 4.2.1999 ένσταση του αναιρεσείοντος, η Διευθύντρια του Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης έδωσε στις 16.4.1999 στο δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Νικόλαο Ρήγα έγγραφη παραγγελία για την επιβολή κατασχέσεως επί της ακίνητης περιουσίας του αναιρεσείοντος προκειμένου να ικανοποιηθεί η απορρέουσα από τις προαναφερόμενες ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ απαίτηση του ΙΚΑ. Ακολούθως με την 35/8.7.1999 έκθεση του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή κατασχέθηκε ένα διαμέρισμα κείμενο στον 7ο όροφο πολυώροφης οικοδομής μεταξύ των οδών Καμβουνίων με αριθμό δημοτικής αριθμήσεως 3 και Φωτίου Κορυτσάς, με εμβαδόν 65 τ.μ., η αξία του οποίου εκτιμήθηκε στο ποσό των 14.000.000 δραχμών. Η έκθεση κατασχέσεως επιδόθηκε την ίδια ημέρα στον αναιρεσείοντα και η εγγραφή στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης έγινε στις 16.7.1999 (τόμος 216 αριθμ. 145). Ακολούθως, στις 11.10.2000 επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα το από 6.10.2000 πρόγραμμα πλειστηριασμού του Διευθυντή του Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων ΙΚΑ, σύμφωνα με το οποίο και προς ικανοποίηση απαιτήσεως του Ιδρύματος από τις 2126, 2127, 2128 και 12545/1998 καταλογιστικές πράξεις εκτίθετο το προπεριγραφέν διαμέρισμά του σε πλειστηριασμό την 1.11.2000 με τιμή πρώτης προσφοράς 7.000.000 δραχμές. Η από 13.10.2000 ανακοπή του αναιρεσείοντος έγινε δεκτή με την 53/2000 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και ακυρώθηκε το 8316/173/6.10.2000 πρόγραμμα πλειστηριασμού. Με την από 6.7.2001 αγωγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 150.0000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του, αφενός γιατί διακινδύνευσε ένα περιουσιακό του στοιχείο χωρίς να υφίσταται νόμιμος τίτλος, αφετέρου δε γιατί προσβλήθηκε η τιμή και η αξιοπρέπειά του καθόσον εμφανίστηκε ως οφειλέτης ασφαλιστικών εισφορών παρά το γεγονός ότι με την 78/συν.11/1.2.2000 απόφαση της ΤΔΕ ακυρώθηκαν οι αρχικώς εκδοθείσες ΠΕΕ και ΠΕΠΕΕ. Το διοικητικό πρωτοδικείο με την 11/2003 απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του όσα προεκτέθηκαν και ειδικότερα ότι ενώ εκκρεμούσε η ένσταση του αναιρεσείοντος ενώπιον της ΤΔΕ του ΙΚΑ δόθηκε από το τελευταίο εντολή για την κίνηση αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του αναιρεσείοντος, δηλαδή πριν από την ολοκλήρωση της ενδικοφανούς διαδικασίας και πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της ασκηθείσης από το ΙΚΑ σχετικής προσφυγής, και εκτέθηκε σε πλειστηριασμό το ανωτέρω διαμέρισμά του, έκρινε ότι προκλήθηκε στον αναιρεσείοντα ηθική βλάβη και αναγνώρισε ότι έπρεπε να του επιδικαστεί προς αποκατάστασή της ως αποζημίωση το ποσό των 900 ευρώ. Έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα το διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη όσα προεκτέθηκαν και συγκεκριμένα ότι, ενώ εκκρεμούσε στις 16.4.1999 ενώπιον της ΤΔΕ η ασκηθείσα στις 4.2.1999 ένσταση του αναιρεσείοντος, η Διευθύντρια του Ταμείου Εισπράξεως Εσόδων του ΙΚΑ έδωσε παραγγελία για κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας του που του επιβλήθηκε στις 8.7.1999, ότι στις 6.10.2000 το ίδιο όργανο του ΙΚΑ συνέταξε πρόγραμμα και εξέθεσε την 1.11.2000 σε πλειστηριασμό το προαναφερόμενο διαμέρισμα του αναιρεσείοντος, ενώ ήδη είχε εκδοθεί η 78/συν. 11/1.2.2000 απόφαση της ΤΔΕ του Περιφερειακού Υποκαταστήμα-τος του ΙΚΑ στη Θεσσαλονίκη, με την οποία ακυρώθηκαν οι 2126, 2127, 2128 και 12545/1998 ανωτέρω καταλογιστικές πράξεις, ο δε Διευθυντής του Υποκαταστήματος, που έλαβε γνώση του περιεχομένου της αποφάσεως της ΤΔΕ στις 18.4.2000, από τις 16.6.2000 είχε ασκήσει ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως της ΤΔΕ και τέλος ότι τα όργανα του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος αποτελούν, σύμφωνα με την αρχή της ενότητας των δημοσίων υπηρεσιών, ενιαίο σύνολο που δεν μπορεί να διασπαστεί σε επί μέρους τμήματα ως προς τη σχέση του με τους πολίτες, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγούντο τα δικαιώματα των πολιτών. Με τα δεδομένα αυτά έκρινε ότι, εφόσον πριν από την ολοκλήρωση της ενδικοφανούς διαδικασίας αλλά και πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της σχετικής προσφυγής του αναιρεσιβλήτου περιελήφθη ο αναιρεσείων στις καταστάσεις οφειλετών του ΙΚΑ, με αποτέλεσμα να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του, προσβλήθηκε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας του και επειδή, ως εκ τούτου, υποχρεώθηκε προώρως να προβεί στην άμυνά του με τη διενέργεια δικαστικού αγώνα (άσκηση ανακοπής κατά της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως), υπέστη από τις ανωτέρω παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του ΙΚΑ ηθική βλάβη, καθόσον τέθηκε σε κίνδυνο η ιδιοκτησία του επί του προαναφερόμενου διαμερίσματός του. Ακολούθως, το διοικητικό εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι «μειώθηκε σημαντικά ο αριθμός των πελατών του και κατ’ επέκταση τα εισοδήματά του» από υπαιτιότητα του αναιρεσιβλή-του με την αιτιολογία ότι δεν επικαλέστηκε και δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο για να τον τεκμηριώσει. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι από κανένα άλλο στοιχείο του φακέλου δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε στον αναιρεσείοντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία (υλική βλάβη). Με τις σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το ποσό των 900 ευρώ που επιδίκασε το διοικητικό πρωτοδικείο προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων συνθηκών της κρινομένης υποθέσεως, είναι δίκαιο, εύλογο και προσήκον.
5. Επειδή, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που παρατέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ότι ο αναιρεσείων υπέστη ηθική βλάβη από την παράνομη κατάσχεση του διαμερίσματός του που έθεσε σε κίνδυνο την ιδιοκτησία του και για την αποκατάσταση αυτής του επιδικάστηκε ως αποζημίωση το ποσό των 900 ευρώ. Ο αναιρεσείων όμως, εκτός από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που έλαβε υπόψη του το διοικητικό εφετείο, είχε επικαλεστεί με την αγωγή του -αλλά και με την έφεσή του- και άλλες ενέργειες του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος, που κατά την άποψή του συνιστούσαν παράνομη συμπεριφορά του ΙΚΑ, από την οποία υπέστη ηθική βλάβη λόγω προσβολής της τιμής και της αξιοπρέπειάς του. Ειδικότερα, είχε επικαλεστεί ότι το ΙΚΑ, μετά την ακύρωση των ως άνω καταλογιστικών πράξεων, συνέχιζε να τον θεωρεί οφειλέτη του και να του αποστέλλει έγγραφα (τα από 22.2.2000, 6.3.2001 και 7.5.2001 έγγραφα του Ταμείου Εσόδων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης) για την εξόφληση των δήθεν οφειλών του, ότι το ΙΚΑ είχε κινήσει και ποινικές δίκες εναντίον του, ότι είχε αθωωθεί με αποφάσεις του Γ΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ενώ είχε καταδικαστεί με την 14575/2001 απόφαση του Α΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλο-νίκης σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και σε χρηματική ποινή 150.000 δραχμών και τέλος ότι το ΙΚΑ αρνήθηκε να του χορηγήσει ασφαλιστική ενημερότητα με συνέπεια να μην μπορεί να θεωρήσει βιβλία και στοιχεία του ιατρείου του στην αρμόδια ΔΟΥ. Το διοικητικό εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά που είχαν τεθεί ενώπιόν του για το σχηματισμό της κρίσεώς του ότι επήλθε στη συγκεκριμένη περίπτωση ηθική βλάβη, ούτε για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως, και για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην τρίτη σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο για νέα κρίση.
Διά ταύτα
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναιρεί την 2/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση σύμφωνα με το σκεπτικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Και
Επιβάλλει στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 2012.
Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος
 
 
Ν. Σακελλαρίου  Β. Ραφαηλάκη
 
 

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
 
 
 
 
 
 
 
 

1
 
 
 
 
-1-
Αριθμός 4989/2012
 

./.
 

Γ.Κ.

./.
 
 
 
 
 

./.
 

 

./.