ΣτΕ 527/2011 Τμ. Α΄ ΒΛ. 1395/12 7Μ, ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΔΙΟΤΙ Ο ΑΙΤΩΝ ΠΑΡΕΙΤΗΘΗΚΕ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΗΣ ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΤ. Α.34Α ΚΑΙ ΑΡΑ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΗΤΑΝ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗ.
Πρόεδρος: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος ΣτΕ
Εισηγητής: Σ. Μαρκάτης, Σύμβουλος ΣτΕ
Δικηγόρος: Ευδ. Οικονόμου
Δεδομένου ότι οι μεν ειδικές δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση της αιτήσεως του άρθρου 34 Α παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 ρυθμίζονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (τρόπος ασκήσεως, προθεσμία, καταβολή τριπλασίου παραβόλου), ενώ τα λοιπά διαδικαστικά θέματα ρυθμίζονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΠΔ 18/1989 , μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 17, σύμφωνα με τις οποίες, όλα τα δικόγραφα που αφορούν στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, όταν αυτό ασκείται από ιδιώτη διάδικο, επιβάλλεται, επί ποινή απαραδέκτου, να υπογράφονται από δικηγόρο. Ως εκ τούτου το δικόγραφο της αιτήσεως της παρ. 2 του άρθρου 34 Α του ΠΔ 18/1989 επιβάλλεται επί ποινή απαραδέκτου να υπογράφεται από δικηγόρο όταν με αυτήν ζητείται η συζήτηση στο ακροατήριο αιτήσεως αναιρέσεως που απορρίφθηκε με απόφαση του Τμήματος σε συμβούλιο. Η απόφαση του δικαστικού σχηματισμού σε συμβούλιο με την οποία ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίφθηκε για τους αναφερόμενους στο άρθρο 34 Α του ΠΔ 18/1989 λόγους παύει να ισχύει μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία η αίτηση για την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ασκήθηκε παραδεκτώς. Συνεπώς, η μη τήρηση των, κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεων για την άσκηση της αιτήσεως του άρθρου 34 Α παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αυτής και όχι του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το οποίο έχει ήδη απορριφθεί με την απόφαση του δικαστικού σχηματισμού σε Συμβούλιο (αντίθ. μειοψ.). Παραπέμπει στην επταμελή σύνθεση.
Διατάξεις: 17 [παρ. 4], 34Α [παρ. 2] ΠΔ 18/1989
[…] 2. Επειδή, κατά το άρθρο 1 του Ν 3655/2008 (Α 58/3.4.2008), από την 1η του τέταρτου μήνα μετά τον μήνα δημοσιεύσεως του νόμου αυτού στον κλάδο συντάξεως του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, και ο κλάδος συντάξεως του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ), κατά δε το άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω νόμου, εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων και κλάδων συνεχίζονται από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης. Εν όψει των ανωτέρω, νομίμως παρέστη κατά την συζήτηση της υποθέσεως υπό την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως καθολικός διάδοχος του κλάδου συντάξεων του ΤΑΠ-ΟΤΕ.
3. Επειδή, με την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν 2721/1999 (Α΄ 112) προστέθηκε στο ΠΔ 18/1989 (Α΄ 8) άρθρο 34 Α, το οποίο έχει ως εξής: «1. Ο οικείος σχηματισμός με πενταμελή σύνθεση μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, να απορρίπτει ένδικα μέσα και βοηθήματα που είναι προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα ή έχουν ασκηθεί χωρίς την καταβολή τελών ή παραβόλου και να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναρμοδίως. 2. Η απόφαση κοινοποιείται σε αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή βοήθημα. Ο τελευταίος μπορεί, με αίτησή του που κατατίθεται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση που ελήφθη σε συμβούλιο παύει να ισχύει και ο πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 και επομένων του παρόντος».
4. Επειδή, οι μεν ειδικές δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση της αιτήσεως του άρθρου 34 Α παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 ρυθμίζονται με τις διατάξεις του άρθρου αυτού (τρόπος ασκήσεως, προθεσμία, καταβολή τριπλασίου παραβόλου), ενώ τα λοιπά διαδικαστικά θέματα ρυθμίζονται από τις αντίστοιχες διατάξεις του ΠΔ 18/1989 , μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 17, σύμφωνα με τις οποίες, όλα τα δικόγραφα που αφορούν στο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως, όταν αυτό ασκείται από ιδιώτη διάδικο, επιβάλλεται, επί ποινή απαραδέκτου, να υπογράφονται από δικηγόρο. Επομένως, επιβάλλεται, επί ποινή απαραδέκτου, να υπογράφεται από δικηγόρο και το δικόγραφο της αιτήσεως της παραγράφου 2 του άρθρου 34 Α του ΠΔ 18/1989 , όταν με αυτήν ζητείται η συζήτηση στο ακροατήριο αιτήσεως αναιρέσεως που απορρίφθηκε με απόφαση του Τμήματος σε συμβούλιο (βλ. ΣτΕ 3154/2005 κ.ά.).
5. Επειδή, περαιτέρω, η απόφαση του δικαστικού σχηματισμού σε συμβούλιο με την οποία ένδικο βοήθημα ή μέσο απορρίφθηκε για τους αναφερόμενους στο άρθρο 34 Α του ΠΔ 18/1989 λόγους παύει να ισχύει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αίτηση για την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ασκήθηκε παραδεκτώς. Συνεπώς, η μη τήρηση των, κατά τα ανωτέρω, προϋποθέσεων για την άσκηση της αιτήσεως του άρθρου 34 Α παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αυτής και όχι του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το οποίο έχει ήδη απορριφθεί με την απόφαση του δικαστικού σχηματισμού σε Συμβούλιο. Κατά την γνώμη όμως του Συμβούλου Σπ. Μαρκάτη και των Παρέδρων Στ. Κτιστάκη και Αικ. Ρωξάνα, η απόφαση του δικαστικού σχηματισμού σε Συμβούλιο με την οποία απορρίφθηκε ένδικο βοήθημα ή μέσο παύει να ισχύει με την άσκηση της αιτήσεως του άρθρου 34 Α παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 , η οποία καθιστά υποχρεωτική την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο είτε η αίτηση αυτή ασκήθηκε παραδεκτώς είτε όχι. Επομένως, κατά την γνώμη αυτή, οι προϋποθέσεις που κατά τον νόμο απαιτούνται για την εισαγωγή της υποθέσεως στο ακροατήριο συνιστούν πρόσθετες προϋποθέσεις για το παραδεκτό του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, η δε έλλειψη μιας από αυτές συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου και όχι της ως άνω αιτήσεως του άρθρου 34 Α παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 που δεν έχει χαρακτήρα ενδίκου μέσου κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε σε Συμβούλιο.
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε στην πρώτη σκέψη, η από 11.5.2010 αίτηση του αναιρεσείοντος για την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο υπογράφεται μόνον από τον ίδιο, ο οποίος άλλωστε δεν παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτησή της, ασκήθηκε δε χωρίς να καταβληθεί παράβολο και, ως εκ τούτου, για τους λόγους αυτούς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην τέταρτη σκέψη, ασκήθηκε απαραδέκτως. Κατά την γνώμη που πλειοψήφησε, για τους λόγους αυτούς, θα έπρεπε να απορριφθεί η ως άνω αίτηση του αναιρεσείοντος για συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ήδη με την απόφαση 5/2010 του Τμήματος σε Συμβούλιο. Κατά την γνώμη όμως που μειοψήφησε, για τους ως άνω λόγους απαραδέκτου ασκήσεως της αιτήσεως για την συζήτηση της υποθέσεως, θα έπρεπε να απορριφθεί και η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο αναιρεσείων, η οποία επιπροσθέτως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και λόγω μη νομιμοποιήσεως του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο της αιτήσεως αυτής με ένα από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 27 του ΠΔ 18/1989 τρόπους, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν 2479/1997 . Εν όψει δε της κυμαινομένης νομολογίας ως προς το ζήτημα των συνεπειών της απαραδέκτου ασκήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 34 Α παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 αιτήσεως για την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (ΣτΕ 2002/2002 , 3105/2003, 3154/2005), το Τμήμα κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην επταμελή του σύνθεση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του ΠΔ 18/1989 να ορισθεί δικάσιμος η 2α Μαΐου 2011 και εισηγητής ο Σύμβουλος Σπ. Μαρκάτης.
[Παραπέμπει την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.]
Αριθμός 1395/2012
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Σ. Χρυσικοπούλου, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 7 Απριλίου 2011 αίτηση:
του Αγγελή Αγγελή, κατοίκου Άνω Τιθορέας Λοκρίδος Φθιώτιδος, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Δημ. Μπαλαμούτη (Α.Μ. 7585), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. και ήδη Ι.Κ.Α – Ε.Τ.Α.Μ., το οποίο παρέστη με την δικηγόρο Ευδοκία Οικονόμου (Α.Μ. 14434), που την διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει, σύμφωνα με το άρθρο 34Α παρ. 2 του π.δ. 18/1989, να συζητηθεί στο ακροατήριο η από 29.7.2009 αίτησή του, η οποία απορρίφθηκε με την 5/2010 απόφαση του Τμήματος σε συμβούλιο.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και την πληρεξουσία του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την από 29.7.2009 αίτηση ο αιτών ζήτησε την αναίρεση της 1703/2009 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεσή του κατά της 4489/2008 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε αγωγή του, με την οποία είχε ζητήσει ως αποζημίωση από το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Ο.Τ.Ε. το ποσό των 2.517 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε διαφορά συντάξεων από 1.1.2002 έως 31.3.2006. Η αίτηση εισήχθη προς κρίση σε συμβούλιο, κατόπιν της από 20.11.2009 πράξης του Προέδρου του Τμήματος, και απορρίφθηκε με την 5/2010 απόφαση του Τμήματος σε συμβούλιο ως απαράδεκτη, γιατί το αντικείμενο της διαφοράς ήταν κατώτερο του ποσού των 5.900 ευρώ, το οποίο απαιτείτο για το παραδεκτό της αίτησης, ενώ με το αναιρετήριο ο αιτών δεν είχε προβάλει ότι η επίλυση της διαφοράς είχε γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούσαν την άσκηση της αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222). Ακολούθως, με την από 11.5.2010 αίτησή του ο αιτών ζήτησε τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34 Α παρ. 2 του π.δ. 18/1989. Η υπόθεση συζητήθηκε στο ακροατήριο και εκδόθηκε η 527/2011 απόφαση του Τμήματος, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή του σύνθεση, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989· πλην, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο υπό επταμελή σύνθεση ο αιτών παραιτήθηκε από την ως άνω από 11.5.2010 αίτηση (863/2011 πρακτικό συνεδρίασης της 2.5.2011). Ήδη, με την κρινόμενη από 7.4.2011 αίτηση ο αιτών ζητεί εκ νέου, κατ’ επίκληση του άρθρου 34 A παρ. 2 του π.δ. 18/1989, να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο.
2. Επειδή με πράξη του (2451/2011/8.7.2011) ο Πρόεδρος του Τμήματος εισήγαγε την υπόθεση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος.
3. Επειδή, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 παρ. 2 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58), νομίμως το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. παρέστη στην παρούσα δίκη ως καθού η αίτηση.
4. Επειδή, στο άρθρο 34 Α του π.δ. 18/1989 (όπως προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2721/1999 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του ν. 3772/2009 – Α΄ 112) ορίζονται τα εξής: «1. Ο οικείος δικαστικός σχηματισμός με πενταμελή σύνθεση μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται σε συμβούλιο, να απορρίπτει ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι προφανώς απαράδεκτα ή αβάσιμα και να παραπέμπει στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναρμοδίως. Με την ίδια απόφαση απορρίπτεται ή παραπέμπεται κατά περίπτωση και η τυχόν εκκρεμής αίτηση αναστολής. 2. Η απόφαση κοινοποιείται σε αυτόν που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή μέσο. Ο τελευταίος μπορεί, με αίτησή του, που κατατίθεται σύμφωνα με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του παρόντος, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση, και πάντως όχι μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης, να ζητήσει τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καταβάλλοντας ως ειδικό επιπλέον παράβολο το τριπλάσιο από το κατά περίπτωση προβλεπόμενο. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση που ελήφθη σε συμβούλιο παύει να ισχύει και ο Πρόεδρος εισάγει την υπόθεση για συζήτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 και επόμενα του παρόντος. 3. Για το καταβαλλόμενο κατά την προηγούμενη παράγραφο ειδικό παράβολο εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 36 του παρόντος. Επί απορρίψεως του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, το Συμβούλιο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαγγέλλει τον πολλαπλασιασμό έως και του τριπλασίου του ειδικού παραβόλου». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αν εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου σε συμβούλιο, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο πρέπει α) η σχετική αίτηση να κατατεθεί εντός της τασσομένης από τις διατάξεις αυτές προθεσμίας και β) να καταβληθεί το ειδικό επιπλέον παράβολο. Εάν δεν πληρούνται σωρευτικώς οι ανωτέρω προϋποθέσεις, η αίτηση συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο απορρίπτεται ως απαράδεκτη και η εκδοθείσα σε συμβούλιο απόφαση διατηρεί την ισχύ της (Σ.τ.Ε. 2024/2007, 1213/2011).
5. Επειδή, εν προκειμένω, όπως έχει εκτεθεί στην πρώτη σκέψη, η από 29.7.2009 αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος εισήχθη στο Α΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με το άρθρο 34 Α του π.δ. 18/1989 και απορρίφθηκε με τη, ληφθείσα σε συμβούλιο, 5/2010 απόφασή του, ως απαράδεκτη. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε νομίμως στις 16.4.2010 στον υπογράφοντα το δικόγραφο της αίτησης αναιρέσεως δικηγόρο, ως αντίκλητο του αιτούντος κατ’ άρθρο 18 παρ. 1 και 5 του π.δ. 18/1989, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας του Δικαστηρίου Ε. Γιαννούτσου. Στις 7.4.2011 ο αιτών κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την κρινόμενη αίτηση, με την οποία, κατ’ επίκληση του άρθρου 34 Α παρ. 2 του π.δ. 18/1989 και έχοντας καταβάλει το προβλεπόμενο από την εν λόγω διάταξη ειδικό επιπλέον παράβολο (1136229, 1136230, 1136231, 1136232, 2822495/ 2011 έντυπα παραβόλου), ζήτησε να συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο.
6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών προβάλλει ότι αυτή ασκείται εμπροθέσμως από την κοινοποίηση σε αυτόν της 527/2011 απόφασης του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, η οποία έγινε στις 14.3.2011. Δεδομένου όμως, ότι σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 34 Α του π.δ. 18/1989, αίτηση για συζήτηση υπόθεσης στο ακροατήριο μπορεί να ασκηθεί σε προθεσμία εξήντα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης που λήφθηκε σε συμβούλιο και όχι από την κοινοποίηση της απόφασης που λήφθηκε επί άλλης αίτησης για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο ισχυρισμός αυτός του αιτούντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση για εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο, που κατατέθηκε στις 7.4.2011, μετά δηλαδή την παρέλευση της τασσομένης από την παρ. 2 του άρθρου 34 Α του π.δ. 18/1989 προθεσμίας των εξήντα ημερών από την κοινοποίηση στις 16.4.2010 της 5/2010 απόφασης σε συμβούλιο, είναι εκπρόθεσμη και, άρα, απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξ άλλου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο αιτών είχε ασκήσει αρχικά εμπροθέσμως την από 11.5.2010 αίτηση, επίσης για συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δεδομένου ότι ο αιτών παραιτήθηκε από την αίτηση αυτή, με συνέπεια να θεωρείται ότι η τελευταία δεν ασκήθηκε (άρθρο 30 παρ. 5 π.δ. 18/1989, πρβλ. Σ.τ.Ε. 2679/2003, 3433/2004). Επομένως, διατηρείται σε ισχύ η 5/2010 απόφαση του Δικαστηρίου σε συμβούλιο, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την από 7.4.2011 αίτηση του αιτούντος να συζητηθεί η υπόθεσή του στο ακροατήριο.
Διατάζει την κατάπτωση του ειδικού επιπλέον παραβόλου.
Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
Ν. Σακελλαρίου Β. Ραφαηλάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2012.
Ο Προεδρεύων Πρόεδρος Η Γραμματέας
Αν. Γκότσης Μ. Βλασερού
