ΣτΕ 568/2008,Β τμ.,ΕΦΕΣΗ, 97 ΚΔΔ, ΔΕΝ ΕΞΕΤΑΖΕΤΑΙ ΑΥΤΑΠΑΓΓΕΛΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ , ΗΤΟΙ ΧΩΡΙΣ ΕΙΔΙΚΟ ΛΟΓΟ ΕΦΕΣΕΩΣ, ΤΟ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ Ή ΤΟ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΠΟΥ ΠΡΟΤΑΘΗΚΕ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ. ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΑΣΚΗΣΕΙ ΕΦΕΣΗ. ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΩΣ ΕΞΕ

ΣΤΕ

ριθμός 568/2008 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Β΄ 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2007, με την εξής σύνθεση: Δ. Κωστόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου του Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Αικ. Συγγούνα, Ι. Γράβαρης, Σύμβουλοι, Ε. Σκούρα, Μ. Τσακάλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα. 
Για να δικάσει την από 19 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση: 
του Προϊσταμένου Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς, ο οποίος παρέστη με τον Κων/νο Κατσούλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 
κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “ΦΙΑΤ ΑΟΥΤΟ ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΜΜ», που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής (Λεωφ. Συγγρού 167), η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Ειρήνη Βασσάκη – Κουσουλού (Α.Μ. 5842), που τη διόρισε με πληρεξούσιο. 
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Προϊστάμενος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 1679/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ε. Σκούρα. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Προϊσταμένου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου. 
 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1679/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της 2936/1998 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, μεταρρυθμίσθηκε η απόφαση αυτή και προσδιορίσθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο φόρου προστιθέμενης αξίας της αναιρεσείουσας, διαχειριστικής περιόδου 1.1-31.12.1993 στο ποσό των 10.660.945 δραχμών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της 21/15.3.1993 προσωρινής πράξεως προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φορολογίας Ανωνύμων Εταιριών (Φ.Α.Ε.) Πειραιώς, διαχειριστικής περιόδου 1.1-31.12.1993, με την οποία είχε καταλογισθεί σε βάρος της κύριος φόρος 14.619.200 δραχμών και πρόσθετος φόρος λόγω ανακριβείας 10.233.440 δραχμών. 
 3. Επειδή, με τις διατάξεις του Ν.1646/1986 «για την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας και άλλες διατάξεις» (Α’ 125) μεταφέρθηκαν κατά βάση στο εσωτερικό δίκαιο οι ρυθμίσεις της έκτης οδηγίας 77/388/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – Κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 49). Με τα άρθρα 1, 2 (όπως εξειδικεύεται στα επόμενα άρθρα) και 23 του εν λόγω νόμου προβλέφθηκε η επιβολή Φ.Π.Α. στις παραδόσεις αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, εφόσον πραγματοποιούνται από επαχθή αιτία, καθώς και στην εισαγωγή αγαθών στην ελληνική επικράτεια, από τον οποίο ο υποκείμενος δικαιούται να εκπέσει το φόρο με τον οποίο έχουν επιβαρυνθεί η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών που έγιναν σε αυτόν καθώς και η εισαγωγή αγαθών που πραγματοποιήθηκε από αυτόν, ενώ στα άρθρα 18 επ. του νόμου προβλέφθηκαν περιπτώσεις απαλλαγών από την υποχρέωση καταβολής Φ.Π.Α. 
4. Επειδή, περαιτέρω, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., Ν. 2717/1999, Α΄97) ορίζονται τα εξής: Άρθρο 79. «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη κατά το νόμο και την ουσία, μέσα στα όρια της προσφυγής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ` εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης ή παράλειψης, κατά περίπτωση, χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν συντρέχουν οι λόγοι της περ. α της παρ. 3 ή β) αν η πράξη είναι πλημμελής κατά τη νόμιμη βάση της, ή γ) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. 2. Αν η προσφυγή στρέφεται κατά ρητής πράξης, το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την προσφυγή εν όλω ή εν μέρει και ακυρώνει ολικώς ή μερικώς την πράξη ή την τροποποιεί, είτε απορρίπτει την προσφυγή. 3. Το δικαστήριο ακυρώνει την πράξη και αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για να ενεργήσει τα νόμιμα: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση ή β) αν συντρέχει παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης, ή γ) αν η Διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της εξουσία. 4. … 5. Το δικαστήριο δεν μπορεί, με την απόφασή του, να καταστήσει χειρότερη τη θέση του προσφεύγοντος, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της δεύτερης περιόδου της παρ. 1. Η χειροτέρευση της θέσης του προσφεύγοντος διαπιστώνεται από τη συνολική έκβαση της δίκης». Άρθρο 87. «Τα δικόγραφα των ένδικων μέσων, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 45, πρέπει να περιέχουν και: α) … β) τους ειδικούς για κάθε ένδικο μέσο λόγους και γ) …». Άρθρο 95. «Λόγο έφεσης μπορεί να θεμελιώσει κάθε νομικό ή πραγματικό σφάλμα της απόφασης και κάθε παράλειψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως όσα είχε υποχρέωση». ΄Αρθρο 97. «1. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει την υπόθεση μέσα στα όρια των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της πρωτόδικης απόφασης. Μέσα στα όρια αυτά, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως όσα το πρωτοβάθμιο έπρεπε να εξετάσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη δεύτερη περίοδο της παρ. 1 του άρθρου 79, αλλά δεν τα εξέτασε. 2. Η έλλειψη δικαιοδοσίας, η αναρμοδιότητα και η μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετάζεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως». Άρθρο 98. «1. Αν η έφεση κριθεί βάσιμη, το δικαστήριο, κατά περίπτωση, είτε εξαφανίζει εν όλω ή εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και δικάζει, κατά το μέρος που εξαφανίζει την απόφαση, το ένδικο βοήθημα, είτε τη μεταρρυθμίζει. 2. … 5. Με την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν μπορεί να καταστεί χειρότερη, σε σχέση με το διατακτικό της εκκαλουμένης, η θέση του εκκαλούντος εκτός αν συντρέχει η περίπτωση της δεύτερης περιόδου της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου». 
5. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εκτός από τις πλημμέλειες της πρωτόδικης αποφάσεως που μνημονεύονται στην παρ. 2 του άρθρου 97 του Κ.Δ.Δ. (έλλειψη δικαιοδοσίας, αναρμοδιότητα και μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), οι οποίες εξετάζονται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει μόνο τα παράπονα που διατυπώθηκαν κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την έφεση, και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί το διοικητικό εφετείο να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως πλημμέλεια της πρωτόδικης αποφάσεως, για την οποία δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος εφέσεως, έστω και αν η πλημμέλεια αφορά το παραδεκτό της προσφυγής ή της προβολής λόγου ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. 
6. Επειδή, κατά τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα εταιρία έχει ως αντικείμενο εργασιών την εισαγωγή και εμπορία καινουργών αυτοκινήτων, εργοστασίων κατασκευής FIAT και ALFA ROMEO και ημιφορτηγών αυτοκινήτων καθώς και ανταλλακτικών αυτών, τα οποία εισάγει από οίκους του εξωτερικού, τήρησε δε για την παρακολούθηση των εργασιών της, κατά την κρίσιμη διαχειριστική περίοδο (1.1-31.12.1993), βιβλία και στοιχεία Γ’ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ.186/1992) καθώς και βιβλίο αποθήκης, τα οποία κατά τον έλεγχο βρέθηκαν εμπρόθεσμα ενημερωμένα. Κατά τον διενεργηθέντα έλεγχο, οι αρμόδιοι υπάλληλοι διαπίστωσαν και ότι η αναιρεσείουσα εταιρία κατά την εν λόγω διαχειριστική περίοδο πώλησε αγωνιστικά επιβατικά ιδιωτικής χρήσεως (Ε.Ι.Χ.) αυτοκίνητα συνολικής αξίας 31.859.179 δραχμών, για τα οποία δεν χρέωσε Φ.Π.Α. επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 3 του N.1573/1985. Η φορολογική αρχή, με την αιτιολογία ότι από καμία διάταξη του N.1642/1986 δεν προβλέπεται απαλλαγή από τον Φ.Π.Α. των πωλούμενων αγωνιστικών Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτων, καταλόγισε σε βάρος της εταιρίας τον αναλογούντα στην αξία των αυτοκινήτων αυτών φόρο ποσού 5.734.652 (31.859.179 Χ 18%) δραχμών. Η αναιρεσίβλητη εταιρία πρωτοδίκως είχε ισχυρισθεί ότι ορθώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του N.1573/1985, δεν υπολόγισε φόρο προστιθέμενης αξίας στην αξία των προαναφερόμενων αγωνιστικών αυτοκινήτων, ενώ, με το υπόμνημά της επί της προσφυγής ισχυρίσθηκε ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα εισήχθησαν επ’ονόματι των δικαιούχων, οι οποίοι κατέβαλαν τον αναλογούντα ΦΠΑ κατά τον τελωνισμό τους και η αναιρεσίβλητη δεν είχε κανένα έσοδο από τη διαμεσολάβησή της για την αγορά των αυτοκινήτων αυτών. Για την απόδειξη του τελευταίου αυτού ισχυρισμού της η εταιρία προσκόμισε πρωτοδίκως δύο από 11.2.1993 και 24.3.1993 διασαφήσεις εισαγωγής, οι οποίες κατατέθηκαν στο Τελωνείο Αθηνών και με βάση τις οποίες εκτελωνίσθηκαν δύο επιβατικά αυτοκίνητα, εργοστασίου κατασκευής ALFA ROMEO, επ’ονόματι των Εμμανουήλ και Γεωργίου Μοσχούς αντίστοιχα, τα οποία προορίζονταν, όπως ρητώς αναφέρεται στις διασαφήσεις αυτές, για αγώνες, και για τα οποία καταβλήθηκε το ποσό των 1.638.000 και 2.320.255 δραχμών αντίστοιχα, δηλαδή, συνολικά, το ποσό των 3.958.255 δραχμών, ως Φ.Π.Α., ο οποίος αναλογούσε επί της δασμολογητέας αξίας αυτών. Το διοικητικό πρωτοδικείο ως προς τον ανωτέρω ισχυρισμό δέχθηκε ότι είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, «ανεξάρτητα από το παραδεκτό της προβολής του το πρώτον με το υπόμνημα». Το διοικητικό εφετείο δέχθηκε εν μέρει τον ανωτέρω ισχυρισμό, ο οποίος επαναλήφθηκε με το δικόγραφο της εφέσεως, με τη σκέψη ότι, εφόσον καταβλήθηκε κατά την εισαγωγή των εν λόγω αγωνιστικών αυτοκινήτων το συνολικό ποσό των 3.958.255 δραχμών, πρέπει το καταλογιζόμενο σε βάρος της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, για την αιτία αυτή, ποσό, να μειωθεί αναλόγως και να προσδιορισθεί τελικώς στο ποσό των 1.776.397 (5.734.652- 3.958.255) δραχμών. 
7. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως η προσβαλλόμενη απόφαση έκανε δεκτό ισχυρισμό προβληθέντα με το δικόγραφο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, ο οποίος είχε προβληθεί απαραδέκτως το πρώτον δια του υπομνήματός της ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, κατά τον οποίο τα ένδικα αυτοκίνητα εισήχθησαν επ’ονόματι των Εμμανουήλ και Γεωργίου Μοσχούς, από τους οποίους και καταβλήθηκε ο αναλογών Φ.Π.Α., χωρίς η αναιρεσίβλητη να έχει οποιοδήποτε έσοδο από την αγορά και εισαγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αφού δεν είχε προβληθεί σχετικός λόγος εφέσεως από το Δημόσιο, το διοικητικό εφετείο δεν μπορούσε, κατά τα ήδη εκτεθέντα, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της προβολής του λόγου ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. 
 8. Επειδή, εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι τα αυτοκίνητα για τα οποία επιβλήθηκε ο φόρος προστιθέμενης αξίας είναι τα ίδια με εκείνα για τα οποία εκδόθηκαν οι διασαφήσεις. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύονται τα στοιχεία των διασαφήσεων, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα των αυτοκινήτων για τα οποία εκδόθηκαν οι διασαφήσεις με εκείνα για τα οποία καταλογίσθηκε ο ΦΠΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον δεν προβάλλεται ότι ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας είχε εγερθεί αμφισβήτηση ως προς την ταυτότητα των αυτοκινήτων, ώστε να απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία από το διοικητικό εφετείο. 
 9. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Απορρίπτει την αίτηση. 
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρίας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2007 
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος         Η Γραμματέας 
  
  
Δ. Κωστόπουλος           Α. Ζυγουρίτσα 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2008. 
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος   Η Γραμματέας του Β΄ Τμήματος 
  
  
Δ. Κωστόπουλος           Π. Στεργιοπούλου