Αριθμός 751/2016
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ´ Τμήματος, Β. Ραφτοπούλου, Αντ. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ´ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 1ης Οκτωβρίου 2009 αίτηση:
της Ισμήνης Παπαφωτίου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο (Α.Μ. 2809, Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 766/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Αντ. Χλαμπέα.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 2201419, 2201676, 2202289-90/2009 ειδικά έντυπα παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της 766/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1215/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε αγωγή της αναιρεσείουσας, πολιτικής υπαλλήλου του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, με την οποία ζήτησε να της καταβληθεί το ποσό των 71.213,16 ευρώ, ως διαφορά των αποδοχών της με αυτές των δικαστικών λειτουργών άλλως, επικουρικώς, των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το χρονικό διάστημα από 1/1/2001 έως 30/11/2006 που υπηρέτησε ως δημόσιος κατήγορος στο Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης.
2. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί (Σ.τ.Ε. 162-167/2010 Ολομ.), εν όψει των διατάξεων των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, συναρτώμενες προς την σπουδαιότητα του λειτουργήματος, την ιδιαίτερη κατάσταση, τις υποχρεώσεις και τους περιορισμούς των λειτουργών αυτών, σε σχέση προς την ανάγκη της απρόσκοπτης απονομής της δικαιοσύνης, ως βασικής λειτουργίας του Κράτους, από πρόσωπα, τα οποία απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και καλύπτονται από το θεσμό της ισοβιότητας, πρέπει να είναι ανάλογες προς το κύρος της ανεξάρτητης δικαστικής λειτουργίας, ως μίας από τις τρεις συντεταγμένες λειτουργίες. Προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, η οποία αποτελεί και το κύριο στοιχείο, το οποίο την καθιστά ισότιμη και ισοδύναμη προς τις άλλες δύο λειτουργίες, το Σύνταγμα αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές και εξαρτά την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης από την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση προς εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής, το Σύνταγμα θεωρεί και την ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία καθιερώνει ευθέως. Συνεπώς, οι αποδοχές αυτές πρέπει να είναι διακεκριμένες, καθοριζόμενες από τη νομοθετική λειτουργία αυτοτελώς, για τους δικαστικούς λειτουργούς, σε επίπεδο ανώτερο έναντι όχι απλώς των διοικητικών υπαλλήλων, αλλά έναντι όλων των άλλων λειτουργών και αξιωματούχων του δημοσίου τομέα, ανεξαρτήτως της νομικής σχέσεώς τους προς το Δημόσιο ή της νομικής μορφής της υπηρεσίας τους ως διοικητικής, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ανωνύμου εταιρείας, δημοσίας επιχειρήσεως κ.λπ. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πλην της κατά το άρθρο 100Α του Συντάγματος συνδέσεως των αποδοχών του κυρίου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, απαγορεύεται από το Σύνταγμα η μισθολογική εξομοίωση λειτουργών του δημοσίου τομέα ή άλλων προσώπων, μη σχετιζομένων προς την οργανική σύνθεση των δικαστηρίων, προς τους δικαστικούς λειτουργούς. Το μισθολόγιο των δικαστικών λειτουργών, η κατάρτιση του οποίου αποτελεί αντικείμενο ειδικού οργανικού νόμου αφορά αποκλειστικώς και μόνον στους κατά την παρ. 1 του άρθρου 88 του Συντάγματος δικαστικούς λειτουργούς, δηλαδή εκείνους, οι οποίοι αποτελούν το δικαστικό προσωπικό των, κατά το Σύνταγμα, οργανωμένων δικαστηρίων και όχι άλλες κατηγορίες προσώπων. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μισθολογική εξομοίωση ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο παραπομπή ή αναφορά στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών για τον καθορισμό των αποδοχών διοικητικών υπαλλήλων, δημοσίων λειτουργών ή άλλων προσώπων, ασχέτων προς την οργανική σύνθεση των δικαστηρίων, θεσπιζομένη υπό το κράτος της ισχύος των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος είναι αντισυνταγματική και, για τον λόγο αυτόν, μη εφαρμοστέα (βλ. Σ.τ.Ε. 2080/1950 Ολομ., 2928/1986 Ολομ., 3670/1994 Ολομ., 1450/2012).
3. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 27 του κώδικα Ποινικής Δικονομίας (π.δ. 258/1986, Α´121) ορίζεται ότι: «1. … 2. Την ποινική δίωξη στα πταισματοδικεία την ασκεί ο δημόσιος κατήγορος, που ορίζεται για το σκοπό αυτόν. Είναι δυνατόν όμως η άσκηση της ποινικής δίωξης να ανατεθεί στον πταισματοδίκη, οπότε το πταισματοδικείο συγκροτείται χωρίς να παρίσταται δημόσιος κατήγορος. … 3. Κατηγορούσα αρχή είναι ο εισαγγελέας κάθε δικαστηρίου ή ο δημόσιος κατήγορος, όπου υπάρχει». Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α´41), ορίζεται ότι: «1. … 2. Καθήκοντα δημοσίου κατηγόρου ασκούν οι αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας ή πολιτικοί υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ του Κλάδου Διοικητικού – Οικονομικού. 3. Σε κάθε Αστυνομική Διεύθυνση Νομού ή Αστυνομικό Τμήμα, εκτός της έδρας της, όπου λειτουργεί περιφερειακό πταισματοδικείο, με απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή ορίζεται ένας ή περισσότεροι εκ των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού για την άσκηση των καθηκόντων του δημοσίου κατηγόρου. 4. Όπου εδρεύουν πταισματοδικεία και στις Αστυνομικές Υπηρεσίες δεν υπάρχουν οι αναφερόμενοι στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, καθώς και σε περιοχές που μεταβαίνει, περιοδικά, ειρηνοδίκης ή πταισματοδίκης, για εκδίκαση ποινικών υποθέσεων, καθήκοντα δημοσίου κατηγόρου μπορεί να ανατίθενται και σε Ανθυπαστυνόμους ή Αρχιφύλακες ανακριτικούς υπαλλήλους». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, καθήκοντα δημοσίου κατηγόρου ασκούν αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας ή πολιτικοί υπάλληλοι, που δεν περιλαμβάνονται στους αναφερόμενους στο άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος δικαστικούς λειτουργούς.
4. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2521/1997 «Ειδικό μισθολόγιο δικαστικών λειτουργών, μισθολόγια κύριου προσωπικού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ιατροδικαστών και άλλες διατάξεις» (Α´174) ορίζεται ότι: «1. Οι διατάξεις των άρθρων 1 μέχρι και 6 του παρόντος εφαρμόζονται αποκλειστικά και μόνο στους δικαστικούς λειτουργούς του Συμβουλίου της Επικρατείας, των Πολιτικών και Ποινικών Δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας αυτών, όχι δε και σε άλλους λειτουργούς ή υπαλλήλους του δημοσίου εν γένει τομέα που τυχόν εξομοιώνονται βαθμολογικά ή μισθολογικά με δικαστικούς λειτουργούς. …».
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα, πολιτική υπάλληλος του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης κλάδου ΠΕ Διοικητικού – Οικονομικού με βαθμό Α´, κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2001 – 30/11/2006 ασκούσε καθήκοντα δημόσιου κατηγόρου στο Πταισματοδικείο Θεσσαλονίκης. Με την αγωγή της ζήτησε να της καταβληθούν αποδοχές δικαστικού λειτουργού με βαθμό πρωτοδίκη, ισχυριζόμενη ότι ασκεί καθήκοντα παραπλήσια με αυτά των δικαστών, άλλως αποδοχές μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προσδιόρισε δε τη διαφορά για το ανωτέρω χρονικό διάστημα στις 71.213,16 ευρώ. Πρωτοδίκως η αγωγή της απορρίφθηκε με την 1215/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν ανήκει στον κύκλο των αναφερομένων στα άρθρα 88 παρ. 1 και 100 Α´ του Συντάγματος προσώπων ούτε εξομοιούται προς αυτά και συνεπώς, δεν δικαιούται για το διάστημα για το οποίο απασχολήθηκε ως δημόσιος κατήγορος, τις αποδοχές που λαμβάνουν οι δικαστικοί λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως απορρίφθηκε, επίσης, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την ίδια αιτιολογία. Ειδικότερα, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι, το μισθολόγιο των Δικαστικών Λειτουργών αφορά αποκλειστικά και μόνο τους κατά την παρ. 1 του άρθρου 88 του Συντάγματος Δικαστικούς Λειτουργούς, δηλαδή εκείνους που διορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα, σύμφωνα με Νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους (κατόπιν εξετάσεων) και είναι ισόβιοι, οι οποίοι και αποτελούν το δικαστικό προσωπικό των κατά το Σύνταγμα οργανωμένων Δικαστηρίων και όχι άλλες κατηγορίες προσώπων, όπως είναι οι δημόσιοι κατήγοροι. Έκρινε, επίσης, το Εφετείο ότι οι δημόσιοι κατήγοροι, όπως η αναιρεσείουσα, δεν είναι Εισαγγελικοί Λειτουργοί αλλά αξιωματικοί της Ελληνικής Αστυνομίας ή πολιτικοί υπάλληλοι, κατηγορίας ΠΕ του κλάδου Διοικητικού – Οικονομικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, και ότι συνεπώς, εφόσον δεν ανήκουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 88 παρ. 1 και 100 Α´ του Συντάγματος, δεν δικαιούνται τις αποδοχές που λαμβάνουν οι Δικαστικοί Λειτουργοί και τα μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
6. Επειδή, η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι σύμφωνα με όσα εξετέθησαν στη σκέψη 2, νομίμως αιτιολογημένη. Πρέπει δε να απορριφθούν όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση, και ειδικότερα ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως του άρθρου 4
παρ. 1 του Συντάγματος, ως αβάσιμα άλλως ως αλυσιτελή. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της, ως αβάσιμη.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την καταβολή του παραβόλου και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014
Ο Πρόεδρος του Στ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Στ´ Τμήματος
Αθ. ΡάντοςΕλ. Γκίκα
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 2016.
Ο Πρόεδρος του Στ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Στ´ Τμήματος
Χρ. ΡάμμοςΕλ. Γκίκα
./.
Επιστροφή
Τέλος φόρμας
© Uni.Systems 2014-2015 (version: 3.1.7 – build: 1840)
