Αριθμός 8/2012
ΠΕΡΙΛΗΨΞΗ :Απο το άρθρο 61 του Καταστατικού του Τ.Α.Ε. προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων του Ταμείου αυτού πρέπει να καταβάλλονται κατ’ αρχήν μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 9 του εν λόγω άρθρου. Επιτρέπεται όμως η καταβολή τους και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, εφόσον διενεργηθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 10 του άρθρου αυτού. Η εκπρόθεσμη αυτή καταβολή, η οποία γίνεται πριν από την υποβολή οποιασδήποτε αιτήσεως για παροχή από το Ταμείο (άρθρο 61 παρ. 17), υποχρεώνει το τελευταίο να αναγνωρίσει τον χρόνο για τον οποίο καταβλήθηκαν οι εισφορές ως χρόνο ασφαλίσεως σ’ αυτό. Εφόσον, συνεπώς, η κατά τα ανωτέρω εκπρόθεσμη καταβολή των εισφορών έχει ως συνέπεια, όπως και η εμπρόθεσμη καταβολή, την αναγνώριση του χρόνου για τον οποίο καταβλήθηκαν ως χρόνου ασφαλίσεως στο Ταμείο, το τελευταίο, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 8 του Καταστατικού του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα χρόνου ασφαλίσεως, για τον οποίο ο ασφαλισμένος έχει καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές εμπροθέσμως ή εκπροθέσμως σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 61 του Καταστατικού του και πριν από την υποβολή της αιτήσεως για συνταξιοδότηση (πρβλ. ΣτΕ 2161/1991).
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Νοεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου και του Αναπληρωτή Προέδρου του Τμήματος, που είχαν κώλυμα, Δ. Μαρινάκης, Α. Καλογεροπούλου, Σύμβουλοι, Π. Μπραΐμη, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κρασάκη.
Για να δικάσει την από 26 Μαρτίου 2010 αίτηση:
του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Κων. Κατσανίδη (Α.Μ. 19841), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Παύλου Χαρισιάδη (ήδη Παύλου Χαρίση), κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής (Παλαιολόγου 55), ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 2982/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Π. Μπραΐμη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά το νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2539/1998, Α΄ 31) χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 2982/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της 17054/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή προσφυγή του αναιρεσιβλήτου, ακυρώθηκε η 146/19Β/22.2.2007 απόφαση της ΤΔΕ του Υποκαταστήματος Συντάξεων Αθηνών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και αναγνωρίστηκε α) ως χρόνος ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου στο Ταμείο Ασφαλίσεως Εμπόρων (Τ.Α.Ε.) 850 ημέρες εργασίας από 1.9.1991 έως 30.6.1994 και β) ότι αυτός δικαιούται να λάβει τη σύνταξη βαριάς αναπηρίας και το επίδομα απόλυτης αναπηρίας που του είχαν χορηγηθεί με την 34316/2.12.2004 απόφαση του Διευθυντή του πιο πάνω Υποκαταστήματος.
2. Επειδή, όπως προκύπτει από το 18359/18.11.2010 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Χαλανδρίου Αττικής και την 14782/26.2.2011 βεβαίωση του Τμήματος Ασφαλείας Χαλανδρίου, το επώνυμο του αναιρεσιβλήτου έχει διορθωθεί με την 418/24.1.2001 απόφαση της Νομαρχίας Ιωαννίνων από «Χαρισιάδης» σε «Χαρίσης».
3. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 8 του Καταστατικού του Τ.Α.Ε. (π.δ. 668/1981, Α΄ 167), το οποίο φέρει τον τίτλο «Τυπική ασφάλισις», ορίζεται ότι: «Μετά παρέλευσιν διετίας από της αυτεπαγγέλτως ή πενταετίας από της δι’ αιτήσεως γενομένης εγγραφής προσώπου τινός εις την ασφάλισιν, το Ταμείον δεν δύναται ν’ αμφισβητήση την νομιμότητα του διανυθέντος χρόνου ασφαλίσεως, έστω και αν ελλείπουν αι κατά το παρόν Καταστατικόν προϋποθέσεις, εφ’ όσον ο ησφαλισμένος κατέβαλεν εμπροθέσμως τας ασφαλιστικάς του εισφοράς. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο διανυθείς χρόνος λογίζεται ως νομίμως διανυθείς δια πάσας τας συνεπείας, υποχρεουμένου του Ταμείου να διαγράψη εκ των μητρώων του τον ησφαλισμένον άμα τη ενημερώσει αυτού περί της ελλείψεως των προϋποθέσεών του εις την ασφάλισιν. Η διαγραφή δεν δύναται να πραγματοποιηθή μετά την επέλευσιν της ασφαλιστικής περιπτώσεως. Η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει την καλήν πίστιν του ησφαλισμένου και την ανυπαρξίαν απατηλής παρ’ αυτού ενεργείας ή συμπεριφοράς.». Περαιτέρω, στο άρθρο 61 του ίδιου ως άνω Καταστατικού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Εισφοραί ησφαλισμένων», ορίζεται ότι: «1. Ως βάσις υπολογισμού της εισφοράς των ησφαλισμένων τίθεται ο μην, η δε εισφορά του μηνός καταβάλλεται εις το ακέραιον, έστω και αν ο διανυθείς υπ’ αυτών εν ασφαλίσει χρόνος είναι μικροτέρας διαρκείας, του χρόνου τούτου λογιζομένου ως χρόνου ασφαλίσεως ενός μηνός δια την απόκτησιν παντός δικαιώματος επί των παροχών. 2… 3… … 9. Αι υπό των ανωτέρω παρ. 2 και 3 εισφοραί εκάστου μηνός δέον να καταβάλλωνται υπό των ησφαλισμένων το βραδύτερον μέχρι του τέλους του επομένου μηνός, άλλως από της 10ης του μεθεπομένου θεωρούνται καθυστερούμεναι. 10. Εισφοραί των ησφαλισμένων μη καταβληθείσαι εντός της προθεσμίας της προηγουμένης παραγράφου εξοφλούνται επί τη βάσει του κατά τον χρόνον της καταβολής καθωρισμένου ποσού εισφοράς και επιβαρύνονται δια προσθέτου τέλους ενός τοις εκατόν (1%) δι’ έκαστον δεκαήμερον καθυστερήσεως, υπολογιζομένου από της πρώτης ημέρας εκάστου δεκαημέρου, του τέλους τούτου μη δυναμένου πάντως να υπερβή το πεντήκοντα τοις εκατόν (50%) του ποσού της κυρίας εκ καθυστερουμένων εισφορών οφειλής… 11…12…13. Το δικαίωμα προς είσπραξιν εισφορών παρά των ησφαλισμένων παραγράφεται μετά παρέλευσιν εικοσαετίας (20ετίας) από της λήξεως του οικονομικού έτους καθ’ ον αύται κατέστησαν απαιτηταί. Ο ησφαλισμένος δικαιούται να καταβάλη τας εισφοράς του και μετά την παραγραφήν αυτών, εφ’ όσον η τοιαύτη καταβολή ενεργηθή συμφώνως προς τα εν τη ανωτέρω παρ. 10 οριζόμενα, υποχρεουμένου του Ταμείου εις την περίπτωσιν ταύτην να συνυπολογίση τον χρόνον δι’ ον κατεβλήθησαν αι εισφοραί ως εν ασφαλίσει διανυθέντα. 14… Η υποχρέωσις καταβολής των εισφορών παραμένει ακεραία και εν μη καταβολή αυτών υπό του ησφαλισμένου ο χρόνος δι’ ον δεν κατεβλήθησαν εισφοραί ουδέποτε λογίζεται εις τον εν ασφαλίσει χρόνον προς απόκτησιν δικαιώματος επί των προβλεπομένων υπό του παρόντος Καταστατικού παροχών. 15…16…17. Χρόνος ασφαλίσεως δι’ ον δεν κατεβλήθησαν αι υπό των ανωτέρω παρ. 2 και 3 εισφοραί προς το Ταμείον, δεν υπολογίζεται ως εν ασφαλίσει παρ’ αυτών, εκτός αν ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογενείας του ήθελον καταβάλει τας αναλογούσας μηνιαίας εισφοράς μετά των προσαυξήσεων κατά τα εν τη ως άνω παρ. 10 οριζόμενα, προ της υποβολής οιασδήποτε παροχής».
4. Επειδή, από τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 61 του Καταστατικού του Τ.Α.Ε. προκύπτει ότι οι ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων του Ταμείου αυτού πρέπει να καταβάλλονται κατ’ αρχήν μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στην παρ. 9 του εν λόγω άρθρου. Επιτρέπεται όμως η καταβολή τους και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, εφόσον διενεργηθεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 10 του άρθρου αυτού. Η εκπρόθεσμη αυτή καταβολή, η οποία γίνεται πριν από την υποβολή οποιασδήποτε αιτήσεως για παροχή από το Ταμείο (άρθρο 61 παρ. 17), υποχρεώνει το τελευταίο να αναγνωρίσει τον χρόνο για τον οποίο καταβλήθηκαν οι εισφορές ως χρόνο ασφαλίσεως σ’ αυτό. Εφόσον, συνεπώς, η κατά τα ανωτέρω εκπρόθεσμη καταβολή των εισφορών έχει ως συνέπεια, όπως και η εμπρόθεσμη καταβολή, την αναγνώριση του χρόνου για τον οποίο καταβλήθηκαν ως χρόνου ασφαλίσεως στο Ταμείο, το τελευταίο, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 8 του Καταστατικού του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα χρόνου ασφαλίσεως, για τον οποίο ο ασφαλισμένος έχει καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές εμπροθέσμως ή εκπροθέσμως σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 61 του Καταστατικού του και πριν από την υποβολή της αιτήσεως για συνταξιοδότηση (πρβλ. ΣτΕ 2161/1991).
5. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος γεννήθηκε την 1.7.1952 και ήταν ασφαλισμένος στο Τ.Α.Ε., στο οποίο απογράφηκε με ΑΜ 266917 και χρονολογία ενάρξεως επαγγέλματος την 1.9.1991 σύμφωνα με το σχετικό δελτίο απογραφής ασφαλισμένου, από 1.9.1991 μέχρι 30.6.1994. Στις 20.8.2003 ζήτησε από το ΤΑΕ, ως τελευταίο ασφαλιστικό φορέα, να του χορηγηθεί σύνταξη αναπηρίας από κοινή νόσο κατά τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφαλίσεως, λόγω προηγουμένης ασφαλίσεώς του στο ΙΚΑ. Η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ΤΑΕ με την 244/29.4.2004 γνωμάτευσή της αποφάνθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έχει πλήρη τύφλωση και καθόρισε το ποσοστό της ιατρικής αναπηρίας του σε 80% για τρία χρόνια από 20.8.2003. Ακολούθως, με την 3436/28.7.2004 απόφαση της Διευθύνσεως Συντάξεων του Τ.Α.Ε. απορρίφθηκε το αίτημα συνταξιοδοτήσεώς του με την αιτιολογία ότι δεν είχε πραγματοποιήσει 1500 ημέρες εργασίας στην ασφάλισή του, από τις οποίες 500 την τελευταία πενταετία, και παραπέμφθηκε η αίτησή του στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως επόμενο ασφαλιστικό φορέα, με τη γνωστοποίηση ότι σύμφωνα με την 49/2/474/3.2.2004 απόφαση του Δ.Σ. του ΤΑΕ αυτός ήταν ασφαλισμένος για 850 ημέρες εργασίας από 1.9.1991 έως 30.6.1994 και ότι διαγράφηκε από τα μητρώα του την 1.7.1994. Με τα δεδομένα αυτά, με την 34316/2.12.2004 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων Αθηνών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 8118/29.3.2005 απόφαση ως προς την ασφαλιστική κλάση του αναιρεσιβλήτου, χορηγήθηκε σ’ αυτόν σύνταξη λόγω βαριάς αναπηρίας από κοινή νόσο για το χρονικό διάστημα από 20.8.2003 έως 31.8.2006, καθώς και επίδομα απόλυτης αναπηρίας. Το ποσό της συντάξεως υπολογίστηκε με βάση 1834 ημέρες εργασίας (ΙΚΑ 984+ΤΑΕ 850). Στη συνέχεια, όμως, με την 573/632/10.10.2005 απόφαση του ΔΣ του ΤΑΕ ανακλήθηκε η ανωτέρω 49/2/474/3.2.2004 απόφασή του. Ειδικότερα, το ΔΣ έκρινε ότι πλανήθηκε σχετικά με την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών του αναιρεσιβλήτου της χρονικής περιόδου 1.9.1991 έως 30.6.1994 (εκ παραδρομής αναγράφεται 1996), θεωρώντας ότι ήταν ανελλιπής, αφού από τα έγγραφα της αρμόδιας υπηρεσίας προέκυψε ότι η καταβολή των εισφορών για τους μήνες 3ο, 5ο, 7ο, 8ο, 9ο και 10ο του έτους 1992, 1ο, 6ο, 7ο και 10ο του έτους 1993 και 4ο του έτους 1994 ήταν εκπρόθεσμη και όχι κατά μήνα. Η αμφισβήτηση του ανωτέρω χρόνου ασφαλίσεως από το ΤΑΕ ανέκυψε για πρώτη φορά με την Β2/591/1999 πράξη του Διευθυντή Ασφαλίσεως του ΤΑΕ, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα για νομιμοποίηση του χρόνου αυτού, επειδή ο αναιρεσίβλητος δεν είχε προσκομίσει τα απαιτούμενα στοιχεία για την απόδειξη της εμπορικής του δραστηριότητας. Με την 274/68/2002 απόφαση του ΔΣ του ΤΑΕ απορρίφθηκε ένσταση του αναιρεσιβλήτου κατά της ανωτέρω Β2/591/1999 πράξεως, η απόφαση όμως αυτή ανακλήθηκε τελικώς με την ανωτέρω 49/474/2004 απόφαση του ΔΣ, με την οποία και νομιμοποιήθηκε λόγω ανελλιπούς καταβολής εισφορών, όπως αναφέρεται σ’ αυτήν, ο ανωτέρω χρόνος ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου. Ακολούθως, μετά τη γνωστοποίηση της πιο πάνω αποφάσεως (573/632/2005) του ΔΣ του ΤΑΕ στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο Διευθυντής του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων Αθηνών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με την 12623/11.5.2006 απόφασή του ανακάλεσε την 34316/2.12.2004 απόφασή του, όρισε τον χρόνο ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου σε 984 ημέρες εργασίας, που πραγματοποίησε στο ΙΚΑ κατά τα έτη 1970 έως 1976, έκρινε ότι αυτός δεν θεμελιώνει δικαίωμα για σύνταξη αναπηρίας λόγω ελλείψεως των χρονικών προϋποθέσεων και καταλόγισε σ’ αυτόν τις συντάξεις που έλαβε από 20.8.2003 με το νόμιμο τόκο. Περαιτέρω, η προαναφερόμενη απόφαση τροποποιήθηκε με τις εξής αποφάσεις του ίδιου Διευθυντή: α) με την 23290/14.9.2006 απόφαση καθορίστηκε ο χρόνος ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου σε 1234 ημέρες εργασίας, που πραγματοποίησε στην ασφάλιση του ΙΚΑ από το έτος 1970 έως το Μάιο του έτους 1977 και β) με την 28437/2.11.2006 απόφαση έγινε άρση του καταλογισμού, με την αιτιολογία ότι δεν συνέτρεχε λόγος αναζητήσεως των συντάξεων που έλαβε ο αναιρεσίβλητος από 20.8.2003, γιατί εισπράχθηκαν καλόπιστα. Εξάλλου, στις 5.9.2006 ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ αίτηση, με την οποία ισχυρίστηκε ότι πριν τη διακοπή της συντάξεώς του η αρμόδια υπηρεσία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ όφειλε να τον καλέσει σε ακρόαση. Κατόπιν αυτών, το Περιφερειακό Υποκατάστημα Συντάξεων Αθηνών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με το 220953/13.11.2006 έγγραφο γνωστοποίησε στον αναιρεσίβλητο ότι δεν θεμελιώνει δικαίωμα για σύνταξη αναπηρίας λόγω ελλείψεως χρονικών προϋποθέσεων και ότι έχει δικαίωμα να εκθέσει τις απόψεις του μέσα σε ένα μήνα από την κοινοποίηση σ’ αυτόν του εν λόγω εγγράφου. Τελικώς, με την 31635/4.12.2006 απόφαση συμπληρώθηκε η 12623/2006 απόφαση ως εξής: «ενημερώθηκε (ο αναιρεσίβλητος) γραπτώς σύμφωνα με το άρθρο 46 του ν. 2676/1999 ότι δεν πληροί τις απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις για συνέχιση της συνταξιοδότησής του λόγω αναπηρίας, μετά την ανάκληση της 4916/19.11.2004 απόφασης της Διευθύντριας του ΟΑΕΕ-ΤΑΕ σε εκτέλεση της 632/10.10.2005 απόφασης του ΔΣ του ΟΑΕΕ-ΤΑΕ». Κατά της πιο πάνω 12623/2006 αποφάσεως του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Συντάξεων Αθηνών του ΙΚΑ ΕΤΑΜ ο αναιρεσίβλητος άσκησε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την 146/19Β΄/22.2.2007 απόφαση της Τ.Δ.Ε. του ανωτέρω Υποκαταστήματος. Προσφυγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αποφάσεως αυτής έγινε δεκτή με την 17054/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ακυρώθηκε η ανωτέρω απόφαση της ΤΔΕ και αναγνωρίστηκε α) ως χρόνος ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου στο ΤΑΕ 850 ημέρες εργασίας που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1.9.1991 έως 30.6.1994 και β) ότι αυτός δικαιούται να λάβει τη σύνταξη και το επίδομα απόλυτης αναπηρίας που του χορηγήθηκαν με την 34316/2.12.2004 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων Αθηνών του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο, ερμηνεύοντας τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του Καταστατικού του Τ.Α.Ε., σε συνδυασμό με την αρχή της τυπικής ασφαλίσεως, δέχτηκε ότι αυτές είναι σύμφωνες με την εν λόγω αρχή και ότι η εμπρόθεσμη καταβολή εισφορών που προβλέπεται στις ως άνω διατάξεις δεν έχει την έννοια της καταβολής αυτών εντός της προθεσμίας που τίθεται από την παρ. 9 του άρθρου 61 του Καταστατικού, αλλά τίθεται ενδεικτικώς, όταν δε το Ταμείο εισπράττει αδιαμαρτύρητα τις εισφορές που καταβάλλονται και μετά την ως άνω προθεσμία δεν μπορεί να επικαλεστεί την εκπρόθεσμη καταβολή τους και να αρνηθεί την εφαρμογή της αρχής της τυπικής ασφαλίσεως. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε υπόψη α) τον χρόνο που παρήλθε τόσο από τη διακοπή της ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου στο ΤΑΕ (1.7.1994), όσο και από την αναγνώριση του επίδικου χρόνου ασφαλίσεως από το ΔΣ του ΤΑΕ με πράξη του (49/3.2.2004), μέχρι την ανάκληση της πράξεως αυτής στις 10.10.2005, ο οποίος θεωρείται μακρός κατ’ εύλογη κρίση, β) το γεγονός ότι η αμφισβήτηση του ένδικου χρόνου ασφαλίσεως και η διαγραφή από το ΤΑΕ προκλήθηκε μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, γ) το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος είχε καταβάλει τις ασφαλιστικές εισφορές για το ένδικο διάστημα πριν από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, ανεξάρτητα αν δεν τις κατέβαλε εντός της προθεσμίας που τίθεται από την παρ. 9 του άρθρου 61 του ως άνω Καταστατικού, το δε ΤΑΕ εισέπραξε αυτές αδιαμαρτύρητα, δ) ότι από τα στοιχεία του φακέλου προέκυπτε η καλή πίστη του αναιρεσιβλήτου ως προς την υπαγωγή του στην ασφάλιση του Ταμείου και τη διάρκεια της ασφαλίσεως, και η έλλειψη δόλιας ενέργειας εκ μέρους του, ε) τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες τελούσε ο αναιρεσίβλητος (ανάπηρος σε ποσοστό 80% λόγω πλήρους τυφλώσεως) και στ) ότι η αναγνώριση του ένδικου χρόνου δεν αντέκειτο στη δημόσιο τάξη, έκρινε ότι έπρεπε να αναγνωριστούν ως χρόνος ασφαλίσεως του αναιρεσιβλήτου στο ΤΑΕ οι 850 ημέρες εργασίας της χρονικής περιόδου από 1.9.1991 έως 30.6.1994.
6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι εσφαλμένως έκρινε το δικάσαν διοικητικό εφετείο ότι εφαρμοστέα εν προκειμένω ήταν η αρχή της τυπικής ασφαλίσεως, ενώ εφαρμοστέες ήταν οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του π.δ. 668/1981. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το διοικητικό εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που παρατέθηκε ανωτέρω, έκρινε ότι εφαρμοστέες εν προκειμένω ήταν οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του π.δ. 668/1981. Περαιτέρω προβάλλεται ότι δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση η προϋπόθεση της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου που προβλέπεται στις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του π.δ. 668/1981 και, συνεπώς, νομίμως το ΤΑΕ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, δεν αναγνώρισε το ένδικο χρονικό διάστημα ως διανυθέν στην ασφάλισή του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 4, εφόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον Ίδρυμα, ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε, αν και όχι εμπροθέσμως, τις ασφαλιστικές εισφορές για το κρίσιμο χρονικό διάστημα πριν την υποβολή της αιτήσεώς του για συνταξιοδότηση.
7. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
Γ. Παπαμεντζελόπουλος Ε. Κρασάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2012.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
Γ. Παπαμεντζελόπουλος Μ. Βλασερού
