843/2009 ΣΤΕ
Σχέδια πόλεων. Ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις και ρυμοτομικά βάρη που επιβάλλονται κατ` εφαρμογή της νομοθεσίας περί εγκρίσεως και τροποποιήσεως σχεδίων πόλεων ή πολεοδομικών μελετών, με τον καθορισμό κοινοχρήστων χώρων, ή χώρων προοριζομένων για κοινωφελείς εν γένει χρήσεις, δεν επιτρέπεται να διατηρούνται επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο υπερβαίνει τα εύλογα όρια, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεση αυτών. Διαφορετικά ανακύπτει υποχρέωση της Διοικήσεως να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος. Η υποχρέωση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι απαιτείται η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης. Η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή ρυμοτομικού βάρους, είτε κατά την εξέταση σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη είτε κατόπιν εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως, που ακυρώνει την άρνηση της Διοικήσεως να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα, οφείλει να επιληφθεί προκειμένου να προβεί στην άρση και να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, διότι με μόνη την άρση το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο. Η Διοίκηση οφείλει να εξετάσει αν συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου δεν επιτρέπουν τη δόμηση του ακινήτου. Η Διοίκηση οφείλει να κρίνει αν η ιδιοκτησία πρέπει να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού ή να δεσμευθεί εκ νέου, με την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή ρυμοτομικού βάρους, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, όπως η δυνατότητα αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών, ή να καταστεί οικοδομήσιμη, είτε με τους γενικούς όρους δομήσεως είτε με ειδικούς όρους δομήσεως που πρέπει να καθορισθούν. Με μόνη τη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως, με την οποία κρίνεται ότι συντρέχει υποχρέωση άρσεως της απαλλοτριώσεως ή του ρυμοτομικού βάρους, και μέχρι την ολοκλήρωση της τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης, το ακίνητο δεν καθίσταται οικοδομήσιμο, αλλά παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο και δεν επιτρέπεται να εκδοθεί οικοδομική άδεια. Η κρίση περί αδυναμίας αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, η οποία συνεπάγεται κατ` αρχήν απαγόρευση επανεπιβολής της απαλλοτριώσεως, πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Για την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ύστερα από σχετική ακυρωτική απόφαση, πρέπει να τηρείται η προβλεπόμενη στο άρθρο 154 του Κ.Β.Π.Ν. διαδικασία Αντίθετη μειοψηφία. Η έγκριση και τροποποίηση πολεοδομικών σχεδίων γίνεται μόνον με την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Οι αρμοδιότητες εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων, προς τις οποίες εξομοιώνονται οι όλως εντοπισμένες τροποποιήσεις τους δεν απαιτείται να γίνονται με π.δ/γμα, εκτός αν αφορούν προστατευόμενες περιοχές του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κηρυγμένοι αρχαιολογικοί χώροι. Η διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3044/2002, με την οποία ανατίθεται στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. η αρμοδιότητα τροποποιήσεως ρυμοτομικού σχεδίου σε κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους είναι ανίσχυρη, διότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 2 και 43 παρ. 2 του Συντάγματός. Στην ένδικη υπόθεση, έστω και αν πρόκειται για εντοπισμένη τροποποίηση, δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η διαδικασία αναρτήσεων και υποβολής ενστάσεων του άρθρου 154 του Κ.Β.Π.Ν. Εξάλλου η παράλειψη αυτή δεν αναπληρώνεται εκ του ότι αντίστοιχη διαδικασία δημοσιότητας τηρήθηκε κατά το παρελθόν. Η επίδικη τροποποίηση αφορά τμήμα του σχεδίου πόλεως που έχει χαρακτηρισθεί αρχαιολογικός χώρος και η επίδικη ρύθμιση έπρεπε να γίνει με προεδρικό διάταγμα και όχι με υπουργική απόφαση, Αντίθετη μειοψηφία. Δεκτή η αίτηση ακύρωσης. Η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος μετά την παραπεμπτική απόφαση 3892/2007.
Αριθμός 843/2009
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Ε`
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008, με την εξής σύνθεση: Π.Ν. Φλώρος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ. – Ελ. Κωνσταντινίδου, Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλοι, Θ. Αραβάνης, Χρ. Λιάκουρας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ευαγγ. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Ε΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 15 Οκτωβρίου 2003 αίτηση:
των: 1) ……… συζ. ………., το γένος ……….., κατοίκου Ηλιούπολης Αττικής, οδός ……….., αριθμός … και 2) …….. συζ. ……., το γένος Κωνσταντίνου Ζωγράφου, κατοίκου Αμφισσας, οδός …….., αριθμός …, οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά νομιμοποιήθηκαν στην πρώτη επ` ακροατηρίου συζήτηση,
κατά των: 1) Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων, ο οποίος παρέστη με την Χριστίνα Διβάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) Δήμου Αμφισσας, ο οποίος δεν παρέστη,
και κατά των παρεμβαινόντων: 1) ………., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, οδός ………, αριθμός … και 2) ………., κατοίκου Αμφισσας, οδός ………, αριθμός …, οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Κ. Φαρμάκη (Α.Μ. 7207), που τον διόρισαν στο ακροατήριο.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες επιδιώκουν να ακυρωθούν: 1) η υπ` αριθμ. 14949/10.4.2003 απόφαση της Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων (Δ` 462) με την οποία, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση 2668/1999 του Συμβουλίου της Επικρατείας, τροποποιήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Αμφισσας του Ν. Φωκίδας, με την κατάργηση προβλεπόμενης από το σχέδιο οδού μεταξύ των Ο.Τ. 114 και 117 και την επιβολή όρων δομήσεως, 2) οι υπ` αριθμ. 83/1994, 160/ 1994 και 43/2002 σχετικές με την τροποποίηση γνωμοδοτήσεις του Δημοτικού Συμβουλίου Αμφισσας, 3) οι υπ` αριθμ. 239/1995, 203/2000 και 97/2002 σχετικές γνωμοδοτήσεις του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Θ. Αραβάνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των παρεμβαινόντων και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (814577, 1285167/2003 γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία εισάγεται προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος μετά την παραπεμπτική απόφαση 3892/2007 της πενταμελούς συνθέσεως, ζητείται η ακύρωση α) της υπ` αριθ. 14949/10.4.2003 αποφάσεως της Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Δ` 462) με την οποία, σε συμμόρφωση προς την ακυρωτική απόφαση 2668/ 1999 του Συμβουλίου της Επικρατείας, τροποποιήθηκε το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Αμφισσας του Ν. Φωκίδας, με την κατάργηση προβλεπόμενης από το σχέδιο οδού μεταξύ των Ο.Τ. 114 και 117 και την επιβολή όρων δομήσεως, β) των υπ` αριθ. 83/1994, 160/ 1994 και 43/2002 σχετικών με την τροποποίηση γνωμοδοτήσεων του Δημοτικού Συμβουλίου Αμφισσας και γ) των υπ` αριθ. 239/1995, 203/2000 και 97/2002 σχετικών γνωμοδοτήσεων του Κ.Σ.Χ.Ο.Π.
3. Επειδή, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνουν στη δίκη, με κοινό δικόγραφο, οι ……. και ……., φερόμενοι ως ιδιοκτήτες ακινήτου το οποίο ερρυμοτομείτο από την επίμαχη οδό και ωφελείται ήδη από την κατάργησή της.
4. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση χωρίς την παράσταση των αιτουσών και του Δήμου Αμφισσας, εφ` όσον, όπως προκύπτει από σχετικά αποδεικτικά που υπάρχουν στο φάκελο, η παραπεμπτική απόφαση επιδόθηκε νομίμως σ` αυτούς.
5. Επειδή, οι ανωτέρω υπό β) και γ) πράξεις προσβάλλονται απαραδέκτως, διότι αποτελούν κατά νόμο γνωμοδοτήσεις και, συνεπώς, δεν έχουν εκτελεστό αλλά προπαρασκευαστικό χαρακτήρα (ΣΕ 351, 3644/98 κ.ά.).
6. Επειδή, οι αιτούσες έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως, διότι φέρονται ως ιδιοκτήτριες γειτονικού ακινήτου, προβάλλουν δε ότι βλάπτονται από την κατάργηση του κοινοχρήστου χώρου. Εξ άλλου, η αίτηση ασκείται εμπροθέσμως, δεδομένου ότι η επίδικη τροποποίηση είναι εντοπισμένη, δεν προκύπτει δε ότι οι αιτούσες έλαβαν γνώση της προσβαλλομένης σε χρόνο απέχοντα πλέον των 60 ημερών από την κατάθεση της αιτήσεως (ΣΕ 2086/06).
7. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣΕ 3908/07 7μ.), εν όψει των διατάξεων του άρθρου 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις καθώς και άλλα ρυμοτομικά βάρη που επιβάλλονται κατ` εφαρμογή της νομοθεσίας περί εγκρίσεως και τροποποιήσεως σχεδίων πόλεων ή πολεοδομικών μελετών, με τον καθορισμό κοινοχρήστων χώρων, ή χώρων προοριζομένων για κοινωφελείς εν γένει χρήσεις, δεν επιτρέπεται να διατηρούνται επί μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει τα εύλογα όρια, χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεση των απαλλοτριώσεων σύμφωνα με τον νόμο. Επομένως, όταν οι πολεοδομικές αυτές δεσμεύσεις της ιδιοκτησίας διατηρούνται πέραν του ευλόγου κατά τις περιστάσεις χρόνου, χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως των βαρυνομένων ακινήτων, ανακύπτει υποχρέωση του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου της Διοικήσεως να άρει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή το ρυμοτομικό βάρος, η υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι για την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους απαιτείται η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης, για την οποία ο νόμος προβλέπει την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων. Εξ άλλου, η Διοίκηση, όταν διαπιστώνει ότι συντρέχουν κατ’ αρχήν οι προϋποθέσεις για την άρση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή ρυμοτομικού βάρους, είτε κατά την εξέταση σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, που έχει υποβληθεί δια της διοικητικής οδού, είτε κατόπιν εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως, που ακυρώνει την άρνηση της Διοικήσεως να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημα, οφείλει να επιληφθεί προκειμένου να προβεί στην άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή του ρυμοτομικού βάρους και, ταυτοχρόνως, να ρυθμίσει εκ νέου το πολεοδομικό καθεστώς του συγκεκριμένου ακινήτου, διότι με μόνη την άρση της απαλλοτριώσεως ή του βάρους το ακίνητο δεν καθίσταται αυτομάτως οικοδομήσιμο. Στη ρύθμιση αυτή προβαίνει η Διοίκηση, εν όψει της υποχρεώσεώς της που απορρέει από τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της ιδιοκτησίας, που, όπως προεκτέθηκε, δεν επιτρέπει την υπέρμετρη κατά χρόνο δέσμευσή της χωρίς τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, βάσει, όμως, των κριτηρίων που απορρέουν από το άρθρο 24 του Συντάγματος. Η Διοίκηση, δηλαδή, δεν δεσμεύεται να καταστήσει, άνευ ετέρου, το ακίνητο οικοδομήσιμο, αλλά οφείλει να εξετάσει αν συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου δεν επιτρέπουν τη δόμησή του (όπως όταν πρόκειται για ακίνητο με δασικό χαρακτήρα, εντός αιγιαλού, σε ζώνη προστασίας ρέματος κ.λπ.) και, περαιτέρω, να συνεκτιμήσει, κατά τρόπο τεκμηριωμένο, αφενός τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου ακινήτου, καθώς και τα χαρακτηριστικά και το νομοθετικό καθεστώς του οικισμού και της ευρύτερης περιοχής, στην οποία αυτό εντάσσεται (π.χ. πυκνοδομημένος οικισμός, οικισμός παραδοσιακός κατά τις διατάξεις του ν. 1577/1985, οικισμός υπαγόμενος στις διατάξεις του ν. 3028/2002, οικισμός σε περιοχή φυσικού κάλλους, οικισμός σε περιοχή προστασίας της φύσεως κ.λπ.), αφ` ετέρου τις πολεοδομικές ανάγκες και τον πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής (π.χ. ανάγκη δημιουργίας κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων), και, τέλος, τις δεσμεύσεις και κατευθύνσεις τυχόν υφισταμένου χωροταξικού σχεδίου ή Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου ή άλλων συναφών σχεδίων, προκειμένου να αποφεύγονται οι αποσπασματικές ρυθμίσεις.
Εν όψει δε όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, η Διοίκηση οφείλει να κρίνει αν η ιδιοκτησία πρέπει, για κάποιο νόμιμο λόγο, να παραμείνει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού ή να δεσμευθεί εκ νέου, με την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ή ρυμοτομικού βάρους, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η δυνατότητα αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών, ή να καταστεί οικοδομήσιμη, είτε με τους γενικούς όρους δομήσεως είτε, ενδεχομένως, με ειδικούς όρους δομήσεως, που πρέπει να καθορισθούν (ΣΕ 3908/07 7μ., πρβλ. ΣΕ 3731/05, 2297/04, 2142/03, ΠΕ 213 – 15/06 5 μ. κ.ά.). Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι με μόνη τη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως, με την οποία κρίνεται ότι συντρέχει υποχρέωση άρσεως της απαλλοτριώσεως ή του ρυμοτομικού βάρους, και μέχρι την ολοκλήρωση, κατά τα ανωτέρω, της τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως ή της πολεοδομικής μελέτης, το ακίνητο δεν καθίσταται οικοδομήσιμο, αλλά παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο και, συνεπώς, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας με την τροποποίηση του σχεδίου δεν επιτρέπεται να εκδοθεί οικοδομική άδεια. Εξ άλλου, κατά την ανωτέρω εκτίμηση της Διοικήσεως περί του επιβλητέου μετά την άρση της απαλλοτριώσεως ή του ρυμοτομικού βάρους πολεοδομικού καθεστώτος, η κρίση περί αδυναμίας αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, η οποία συνεπάγεται κατ’ αρχήν απαγόρευση επανεπιβολής της απαλλοτριώσεως, πρέπει, επίσης, να είναι νομίμως και ειδικώς αιτιολογημένη. Αόριστη δήλωση του οικείου Ο.Τ.Α., περί αδυναμίας αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών, δεν αρκεί για να προσδώσει νόμιμο έρεισμα στη μετατροπή του ακινήτου σε οικοδομήσιμο χώρο, αλλά η σχετική κρίση πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία οικονομικής διαχειρίσεως, από τα οποία να προκύπτει η πραγματική αδυναμία εξοικονομήσεως ή εξευρέσεως χρημάτων για την απόκτηση του συγκεκριμένου χώρου, συνεκτιμωμένων των προτεραιοτήτων για την απόκτηση άλλων χώρων προς εφαρμογή του πολεοδομικού σχεδιασμού. Σε κάθε περίπτωση όμως, δηλαδή και για την άρση, τελικώς, της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως ύστερα από σχετική ακυρωτική απόφαση, όπως άλλωστε σε κάθε περίπτωση τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως, πρέπει να τηρείται η προβλεπόμενη στο άρθρο 154 του Κ.Β.Π.Ν. [Π.Δ. της 19.7. 1999 (Δ` 580), άρθρο 3 του ν.δ. της 17.7.1923 (Α` 228)] διαδικασία, δηλαδή η ανάρτηση του σχεδίου στο δημοτικό κατάστημα, η γνωστοποίηση της τροποποιήσεως δια του τύπου και η εκδίκαση των ενστάσεων που τυχόν υποβάλλονται. Τούτο δε προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους περιοίκους και λοιπούς ενδιαφερομένους να εκφράσουν την άποψή τους για τα κρίσιμα ζητήματα που ανακύπτουν, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δηλαδή τόσο για εκείνα που αναφέρονται στην κατάργηση του κοινόχρηστου χώρου και την ανάγκη τυχόν επανεπιβολής της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και τα οποία, από τη φύση τους, δεν αφορούν μόνο τον ιδιοκτήτη του ρυμοτομούμενου ακινήτου, αλλά ευρύτερο κύκλο πολιτών, όσο και για τα ζητήματα που σχετίζονται με τις δυνατότητες του Δήμου να καλύψει τη δαπάνη της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως.
Ο Πάρεδρος όμως Θ. Αραβάνης διατύπωσε την εξής γνώμη: Κατ` άρθρο 24 παράγρ. 2 του Συντάγματος η πολεοδόμηση των οικισμών πρέπει να γίνεται με ορθολογικά και επιστημονικά κριτήρια (ΣΕ 80/2001, 1767/91 7 μ. κ.ά.), η δε σχετική αρμοδιότητα, και ειδικότερα η έγκριση και τροποποίηση των σχεδίων πόλεων, η οποία δεν αποτελεί τοπική υπόθεση, ανατίθεται στο κράτος και ασκείται κατά κανόνα με την έκδοση προεδρικού διατάγματος (ΣΕ 3661/05 Ολομ.). Εννοιολογικά ο σχεδιασμός αυτός δεν περιλαμβάνει μόνο την πρόβλεψη με το οικείο διάταγμα των απαραίτητων κοινοχρήστων χώρων του οικισμού (οδών, πλατειών κ.λπ.), αλλά και την υλοποίησή του, με την απόκτηση των αντίστοιχων χώρων και την απόδοσή τους στο κοινό. Και τούτο διότι το Σύνταγμα δεν αποβλέπει στη θεωρητική επίλυση των σχετικών ζητημάτων, αλλά στην επίτευξη πρακτικού αποτελέσματος, δηλαδή στη θεραπεία συγκεκριμένων πολεοδομικών αναγκών προς το σκοπό της δημιουργίας βιώσιμων και λειτουργικών οικισμών. Εφ` όσον δε το κράτος είναι αρμόδιο για τον πολεοδομικό σχεδιασμό, οφείλει να αναλάβει και το κόστος των σχετικών ρυθμίσεων, είτε διαθέτοντας εκ των προτέρων στους Ο.Τ.Α. επαρκείς πόρους για το σκοπό αυτόν, είτε αναλαμβάνοντας εκ των υστέρων την δαπάνη της συγκεκριμένης απαλλοτριώσεως [βλ. ν.δ. 632/ 1970 «περί της αναλήψεως υπό του Δημοσίου των εκ της εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των Δήμων ή Κοινοτήτων» (Α` 173), όπως ισχύει – άρθρο 294 του Κ.Β.Π.Ν.], την οποία δαπάνη, πάντως, μπορούν να αναλάβουν και προκαταβάλουν οι ενδιαφερόμενοι για την εφαρμογή του σχεδίου ιδιώτες [άρθρο 75 του ν.δ. της 17.7.1923, ήδη άρθρο 439 του Κ.Β.Π.Ν., βλ. ΣΕ 5249/96, 2554/05 κ.ά.]. Υπ` αυτή και μόνο την έννοια συμπορεύεται προς το Σύνταγμα ο δια νόμου καθορισμός των Δήμων και Κοινοτήτων ως υποχρέων, από κοινού με τους ωφελουμένους από την ρυμοτομία περιοίκους, για την καταβολή της αποζημιώσεως προς τον σκοπό συντελέσεως της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως (άρθ. 6 παρ. 1 ν. 5269/ 1931 όπως ισχύει – άρθ. 290 Κ.Β.Π.Ν.).
Περαιτέρω, ναι μεν ρυμοτομική απαλλοτρίωση η οποία διατηρείται επί μακρόν χωρίς να συντελεσθεί αποτελεί οικονομικό και νομικό βάρος για την ιδιοκτησία, εν όψει μάλιστα της καταργήσεως της αυτοδίκαιης ανακλήσεως των μη συντελουμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων [παρ. 4 του άρθ. 43 ν. 1731/1939 (Α` 192), προστεθείσα με άρθ. 17 ν. 2003/1939 (Α` 428), άρθ. 11 παρ. 2 ν.δ. 797/1971 (Α` 1), όπως τροποποιήθηκε με άρθ. 36 παρ. 1 ν. 1337/1983 (Α` 33), άρθ. 11 παρ. 2 ν. 2882/2001 περί Κώδ. Αναγκ. Απαλλοτριώσεων (Α` 17)] και της απαγορεύσεως δομήσεως επί ρυμοτομουμένων ακινήτων [άρθ. 36 παρ. 4 ν. 1337/1983, άρθ. 247 Κ.Β.Π.Ν.], το βάρος όμως αυτό συμπορεύεται με το άρθ. 24 παρ. 2, το οποίο ρυθμίζει τα της πολεοδομήσεως των οικισμών, επομένως δε και το παρεπόμενο ζήτημα των «ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων», ενώ δεν αντίκειται στο άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο διέπει κατ` αρχήν τις κοινές απαλλοτριώσεις (δηλ. τις επιβαλλόμενες για την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων) και εφαρμόζεται μόνο συμπληρωματικώς εν προκειμένω (πρβλ. άρθ. 29 παρ. 9 περ. α` ν. 2882/2001, ΣΕ 2086/06). Πράγματι, η αποτελούσα συνέπεια του σχεδίου πόλεως «ρυμοτομική απαλλοτρίωση» διαφέρει θεμελιωδώς από την κοινή απαλλοτρίωση, διότι εντάσσεται στον συνολικό πολεοδομικό σχεδιασμό, που διέπεται από μεγάλο βαθμό εσωτερικής συνοχής (ΣΕ 3628/06), και συνδέεται με το όλο σύστημα των κοινόχρηστων χώρων του οικισμού (ΠΕ 36/96). Επομένως, η τυχόν ανάκλησή της έχει ευρύτερες επιπτώσεις που μπορεί να ανατρέψουν το σχέδιο πόλεως και να οδηγήσουν τον οικισμό σε ασφυξία (μετατροπή οδών σε αδιεξόδους ή τεθλασμένες, κατάργηση πλατειών, χώρων πρασίνου, μείωση εν γένει των κοινοχρήστων χώρων κ.λπ.), λαμβανομένου μάλιστα υπ` όψη ότι, κατά κοινή πείρα, οι ανάγκες των οικισμών σε κοινόχρηστους χώρους αυξάνουν με την πάροδο του χρόνου, τυχόν δε γενικευμένη ανάκληση των «ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων» θα στερούσε τον οικισμό ακόμη και από κοινόχρηστους χώρους που είχαν κριθεί αναγκαίοι προ δεκαετιών. Αντιθέτως, η ανάκληση κοινής απαλλοτριώσεως έχει κατ` αρχήν περιορισμένες συνέπειες, αφού η Διοίκηση μπορεί κατά κανόνα να ανεύρει άλλον χώρο προς εξυπηρέτηση του σκοπού της απαλλοτριώσεως (βλ. ήδη ΣΕ 1612/53 Ολ.). Η νομολογία κατά την οποία ρυμοτομική απαλλοτρίωση, διατηρούμενη πέραν ενός ευλόγου χρόνου χωρίς να συντελεσθεί, αποτελεί νομικό και οικονομικό βάρος της ιδιοκτησίας που αντίκειται στο άρθρο 17 του Συντ. και υποχρεώνει τη Διοίκηση να την ανακαλέσει δια τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως (ΣΕ 1612/53, 791/71, 2821/75 Ολ. κ.ά.), διαμορφωθείσα υπό τα Συντάγματα του 1952 και του 1968, τα οποία δεν περιελάμβαναν διατάξεις περί ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού, ούτε καθιέρωναν ρητώς τον κοινωνικό περιορισμό της ιδιοκτησίας, επιπλέον δε υπό καθεστώς απαγορεύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του Δημοσίου και των ν.π.δ.δ. [άρθ. 8 ν. 2097/1952 (Α` 113), επεκταθέν και στους Ο.Τ.Α. με το ν.δ. 31/1968 (Α` 281)], δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής υπό το Σύνταγμα του 1975/2001, το οποίο καθιερώνει υποχρέωση του κράτους για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει, κατά τα ήδη εκτεθέντα, και την υλοποίηση αυτού (άρθρο 24 παρ. 2), ορίζει ότι τα απορρέοντα εκ της ιδιοκτησίας δικαιώματα δεν μπορούν να ασκούνται εις βάρος του γενικού συμφέροντος (άρθρο 17 παρ. 1, βλ. και άρθ. 25 παρ. 3 Συντ.) και προβλέπει την αναγκαστική εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. [άρθρο 94 παρ. 4 όπως αναθεωρήθηκε το 2001, βλ. και άρθ. 2 παρ. 3 περίπτ. γ` του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 (Α` 25), ΑΠ 21/2001 Ολομ. κ.ά.].
Από τα προεκτεθέντα, κατά την ίδια γνώμη, παρέπονται τα εξής: Μετά τη δημοσίευση του σχεδίου πόλεως η Διοίκηση οφείλει να μεριμνήσει για τη συντέλεση των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων με τη σύνταξη της οικείας πράξεως αναλογισμού, τον προσδιορισμό (δικαστικό ή εξώδικο) της σχετικής αποζημιώσεως και την καταβολή της στους δικαιούχους. Ο ιδιοκτήτης του ρυμοτομουμένου ακινήτου δικαιούται είτε να προσβάλει ευθέως την πράξη εγκρίσεως του σχεδίου πόλεως, είτε να επισπεύσει τη συντέλεση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως με αίτηση συντάξεως πράξεως αναλογισμού (άρθρο 32 παρ. 2 ν.δ. 17.7.1923, 277 παρ. 2 Κ.Β.Π.Ν.), ή ακύρωση της αρνήσεως ή της παραλείψεως της Διοικήσεως να συντάξει σχετική πράξη, και να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημιώσεως (άρθ. 35 ν.δ. 17.7.1923, 281 Κ.Β.Π.Ν.). Περαιτέρω, ο ιδιοκτήτης έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά της ενιαίας Διοικήσεως (Ο.Τ.Α. και Δημοσίου, οι οποίοι ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή της), δύναται δε να εισπράξει την προσδιορισθείσα αποζημίωση και με αναγκαστική εκτέλεση της σχετικής δικαστικής αποφάσεως κατά του Δημοσίου και του οικείου Ο.Τ.Α., δεν μπορεί όμως να επιδιώξει ευθέως, χωρίς δηλαδή να έχει εξαντληθεί ή αποδειχθεί ατελέσφορη η ανωτέρω διαδικασία (βλ. άρθρο 45 παράγρ. 1 του Π.Δ. 18/1989), την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και την ανατροπή του σχεδίου πόλεως χάριν του ατομικού του συμφέροντος (άρθ. 17 παράγρ. 1 και 25 παράγρ. 3 του Συντ.). Εν όψει δε της κατά το Σύνταγμα υποχρεώσεως πλήρους αποζημιώσεως του ιδιοκτήτη του ρυμοτομουμένου ακινήτου, η άποψη αυτή δεν συνεπάγεται αθέμιτη προσβολή της ιδιοκτησίας, αφού η τυχόν διατήρηση της απαλλοτριώσεως χωρίς την συντέλεσή της θα οφείλεται σε ολιγωρία του ίδιου του ιδιοκτήτη να ασκήσει τα δικαιώματά του. Κατά ταύτα, τροποποίηση του σχεδίου πόλεως προς ανάκληση ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως επιτρέπεται όλως κατ` εξαίρεση και μόνο για πολεοδομικούς λόγους (π.χ. πλάνη περί τα πράγματα, αναδιάταξη των κοινοχρήστων χώρων της περιοχής χωρίς μείωσή τους κ.λπ.), όχι όμως λόγω μη συντελέσεώς της εξ αιτίας «οικονομικής αδυναμίας» του οικείου Ο.Τ.Α. να καταβάλει τη σχετική αποζημίωση, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε, εν αδυναμία του Ο.Τ.Α., η σχετική δαπάνη βαρύνει το Δημόσιο.
8. Επειδή, εξ άλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 παράγρ. Α περιπτ. 4.2 στοιχ. δ` και 4.3 του ν. 2831/2000 (Α` 140), όπως ίσχυε πριν το ν. 3044/2002 (Α` 197), η τροποποίηση και ο καθορισμός όρων και περιορισμών δομήσεως, μεταξύ άλλων, σε κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, γινόταν με προεδρικό διάταγμα. Το ανωτέρω άρθρο, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παράγρ. 1 του ν. 3044/2002, ορίζει ότι οι προαναφερθείσες αρμοδιότητες μεταφέρονται στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (παράγρ. 3 περίπτωση α` στοιχ. ββ και περίπτωση β` του εν λόγω άρθρου 29, όπως αντικαταστάθηκε). Οπως έχει κριθεί, η έγκριση και τροποποίηση πολεοδομικών σχεδίων, οποιασδήποτε κλίμακας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικότερο θέμα ούτε θέμα τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος και, συνεπώς, μπορεί να γίνεται μόνον με την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Στον κανόνα αυτόν δεν υπάγονται οι αρμοδιότητες εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων, προς τις οποίες εξομοιώνονται, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, οι όλως εντοπισμένες τροποποιήσεις τους. Και οι τροποποιήσεις, όμως, αυτές δεν έχουν ειδικότερο χαρακτήρα και, συνεπώς, επιβάλλεται να εγκρίνονται με π.δ/γμα εάν αφορούν προστατευόμενες περιοχές του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κηρυγμένοι αρχαιολογικοί χώροι. Συνεπώς, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3044/2002, με την οποία ανατίθεται στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. η αρμοδιότητα τροποποιήσεως ρυμοτομικού σχεδίου σε κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους είναι ανίσχυρη, διότι αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 2 και 43 παρ. 2 του Συντάγματός, έστω και αν πρόκειται για εντοπισμένη τροποποίηση (ΣΕ 3661 – 3/2005 Ολομ.).
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με το Π.Δ. της 17.10.1953 «Περί αναθεωρήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως Αμφίσσης … κ.λπ.» (Α` 309), προβλέφθηκε η διάνοιξη οδού, πλάτους 7 μ., μεταξύ των Ο.Τ. 114 και 117 του σχεδίου, η οποία ρυμοτομούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των …. και …., δικαιοπαρόχων των παρεμβαινόντων. Το δημοτικό συμβούλιο της Αμφισσας, με τις αποφάσεις 83 και 160/1994, γνωμοδότησε υπέρ της άρσεως της μη συντελεσθείσας ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, κατ` αποδοχή σχετικού αιτήματος των θιγόμενων ιδιοκτητών, για το λόγο ότι η οδός δεν εξυπηρετεί παρακείμενες ιδιοκτησίες, ενώ ο δήμος αδυνατεί να καταβάλει την σχετική αποζημίωση. Υπέρ της τροποποιήσεως γνωμοδότησε κατά πλειοψηφία το Κ.Σ.Χ.Ο.Π. με το υπ` αριθ. 239/1995 πρακτικό, μη αποδεχόμενο την ενώπιόν του εισήγηση της Διευθύντριας Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., η οποία ετάχθη υπέρ του χαρακτηρισμού της οδού μεταξύ των δύο Ο.Τ. ως πεζοδρόμου και τη μείωση του πλάτους του σε 5 μ. (μειοψηφούντος ενός μέλους, το οποίο δέχθηκε την άποψη της εισηγήσεως), πλην με το υπ` αριθ. 36/1996 πρακτικό επεξεργασίας του Ε` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας το σχετικό σχέδιο διατάγματος κρίθηκε μη νόμιμο, ως μη στηριζόμενο σε πολεοδομικά κριτήρια. Στη συνέχεια, με την υπ` αριθ. 2668/1999 απόφαση του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως των ιδιοκτητών του ρυμοτομούμενου ακινήτου, ακυρώθηκε η άρνηση της Διοικήσεως να ανακαλέσει τη ρυμοτομική απαλλοτρίωση που διατηρήθηκε επί μακρόν χωρίς να συντελεσθεί, η δε υπόθεση αναπέμφθηκε στη Διοίκηση για να κριθεί, εν όψει και του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις άρσεως, σε καταφατική δε περίπτωση να αρθεί η απαλλοτρίωση δια τροποποιήσεως του σχεδίου στο σημείο εκείνο. Το Κ.Σ.Χ.Ο.Π. με το πρακτικό 203/2000 γνωμοδότησε υπέρ της τροποποιήσεως «για λόγους συμμόρφωσης προς την απόφαση ΣΕ 2668/99», πλην με το υπ` αριθ. 283/2001 πρακτικό επεξεργασίας του Τμήματος, το οποίο επελήφθη νέου σχεδίου διατάγματος για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, κρίθηκε ότι, κατά την έννοια της ακυρωτικής αποφάσεως, η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά η Διοίκηση έπρεπε να ερευνήσει προηγουμένως άλλες τυχόν εναλλακτικές λύσεις ώστε να καταστεί δυνατή η διατήρηση του κοινόχρηστου χώρου, εν όψει δε τούτων η επεξεργασία του σχεδίου διατάγματος ανεβλήθη προκειμένου να πραγματοποιηθεί η σχετική έρευνα από τη Διοίκηση. Στη συνέχεια, το Δημοτικό συμβούλιο Αμφισσας με την απόφαση 43/2002 ενέμεινε στην ανάγκη τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως, κρίνοντας ότι η οδός δεν εξυπηρετεί τις εκατέρωθεν ιδιοκτησίες ή το παρακείμενο σχολείο, αλλά διέρχεται εξ ολοκλήρου από την ιδιοκτησία …….., η οποία πρέπει να αποζημιωθεί, ότι ο Δήμος δεν διαθέτει ούτε προτίθεται να διαθέσει το σχετικό κονδύλιο διότι υπάρχουν επιτακτικότερες ανάγκες και ότι οποιαδήποτε εναλλακτική λύση, πλην της άρσεως της απαλλοτριώσεως, θα οδηγούσε σε υπερχρέωση το Δήμο. Το Κ.Σ.Χ.Ο.Π. με το πρακτικό 97/2002 γνωμοδότησε υπέρ της καταργήσεως της οδού και της μη δημιουργίας πεζοδρόμου, για το λόγο ότι ο πεζόδρομος δεν είναι απαραίτητος υπό τις σημερινές συνθήκες και ότι ο Δήμος δεν είναι διατεθειμένος να καταβάλει την αποζημίωση για τη δημιουργία του, τάχθηκε όμως υπέρ της «εξασφάλισης των προϋποθέσεων μελλοντικής διάνοιξής του», με την πρόβλεψη ακάλυπτου χώρου 5 μ. στη θέση της προβλεπόμενης από το σχέδιο οδού. Τέλος, κατ` επίκληση, μεταξύ άλλων, των διατάξεων των άρθρων 152 παράγρ. 6, 154 και 162 παράγρ. 1 και 2 του Κ.Β.Π.Ν., του άρθρου 29 παράγρ. 3 περίπτ. α και ββ` και 4 του ν. 2831/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παράγρ. 1 του ν. 3044/2002, και της αποφάσεως ΣΕ 2688/99, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία υιοθετήθηκε η γνωμοδότηση του Κ.Σ.Χ.Ο.Π.
10. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι τηρήθηκε η διαδικασία αναρτήσεων και υποβολής ενστάσεων του άρθρου 154 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθρο 3 του ν.δ. της 17.7.1923), προφανώς διότι, κατά την αντίληψη της Διοικήσεως, η τήρηση της διαδικασίας αυτής παρέλκει σε περίπτωση τροποποιήσεως σχεδίου πόλεως κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, με την οποία ακυρώνεται άρνηση της διοικήσεως να άρει ρυμοτομική απαλλοτρίωση (βλ. σχετικώς το υπ` αριθ. 788/12.1.2004 έγγραφο απόψεων του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. προς το Δικαστήριο). Η παράλειψη όμως τηρήσεως της ανωτέρω διαδικασίας, με την οποία εξασφαλίζεται η ενημέρωση των ενδιαφερόμενων πολιτών και τους δίνεται η δυνατότητα να εκφράσουν την άποψή τους τόσο για τα ζητήματα που αναφέρονται στην κατάργηση του κοινόχρηστου χώρου και την ανάγκη τυχόν επανεπιβολής της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, όσο και για τα ζητήματα που σχετίζονται με τις δυνατότητες του Δήμου να καλύψει τη δαπάνη της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη. Εξ άλλου η παράλειψη αυτή δεν αναπληρώνεται εκ του ότι αντίστοιχη διαδικασία δημοσιότητας τηρήθηκε κατά το παρελθόν, εν όψει της τροποποιήσεως που κινήθηκε με τις αποφάσεις 83 και 160/1994 του δημοτικού συμβουλίου Αμφισσας, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο Δήμος Αμφισσας με το από 24.11.2004 υπόμνημά του, δεδομένου ότι εν προκειμένω, όπως προεκτέθηκε, μετά την 2668/1999 ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η διαδικασία τροποποιήσεως του σχεδίου πόλεως κινήθηκε εξ υπαρχής, γνωμοδότησε δε εκ νέου το δημοτικό συμβούλιο και το Κ.Σ.Χ.Ο.Π. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προοίμιο (στοιχείο 4) και το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης πράξεως, η επίδικη τροποποίηση αφορά τμήμα του σχεδίου πόλεως της Αμφισσας, η οποία έχει χαρακτηρισθεί αρχαιολογικός χώρος με την υπ` αριθ. ΑΡΧ/Α1/Φ.10/12135/531/ 13.4.1987 απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού (Β` 262). Εν όψει δε τούτου, η επίδικη ρύθμιση έπρεπε να γίνει με προεδρικό διάταγμα και όχι με υπουργική απόφαση, κατά τα εκτιθέμενα σε προηγούμενη σκέψη. Για τους ανωτέρω λόγους, που προβάλλονται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η παρέμβαση, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων, με τους οποίους αμφισβητείται η νομιμότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξεως. Κατά τη γνώμη, όμως, του Παρέδρου Θ. Αραβάνη, εφ` όσον η Διοίκηση δεν απέκρουσε αιτιολογημένως την ανάγκη προβλέψεως πεζοδρόμου, αλλά, αντιθέτως, επιφυλάσσεται για την μελλοντική χάραξή του, δεν είναι νόμιμη η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως και η άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, οι δε παρεμβαίνοντες δικαιούνται μόνο αποζημιώσεως, δεν ασκεί δε επιρροή εν προκειμένω τυχόν οικονομική αδυναμία του Δήμου Αμφισσας να καταβάλει τη σχετική αποζημίωση, αφού για την καταβολή της ευθύνεται και το Δημόσιο. Επομένως, κατά την άποψη αυτή, η προσβαλλομένη είναι ακυρωτέα προεχόντως για τον λόγο αυτό.
Δια ταύτα
Δέχεται την αίτηση,
Ακυρώνει την απόφαση 14949/10.4.2003 της Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Δ` 462), κατά το σκεπτικό,
Απορρίπτει την παρέμβαση,
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου και
