851/2011 ΣΤΕ
Ειρηνοδίκες και θέσπιση ανώτατου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στις εξετάσεις. Ο καθορισμός ορίου ηλικίας απόκειται στην ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη και υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Η διάταξη του άρθρου 77Α παρ. 2 του ν. 1756/1988, καθ΄ ο μέρος ορίζει το 35ο έτος της ηλικίας, ως ανώτατο όριο για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς για την πλήρωση κενών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης, δεν αντίκειται στις διατάξεις της οδηγίας 2000/78/ΕΚ και στο Σύνταγμα. Ορθά δεν συνυπολογίζεται για την εξεύρεση του ανώτατου ορίου ηλικίας ο χρόνος της στρατιωτικής θητείας, αφού αυτό θα παραβίαζε την αρχή της ισότητας των φύλων. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης της απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης.
Αριθμός 851/2011
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Γ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος, Α. Γκότσης, Μ. Βηλαράς, Γ. Ποταμιάς, Φ. Ντζίμας, Σύμβουλοι, Μ. Πικραμένος, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη.
Για να δικάσει την από 10 Νοεμβρίου 2010 αίτηση: του …………., κατοίκου Ιωαννίνων (……..), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Β. Τζούφη (Α.Μ. 24363), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο οποίος παρέστη με τον Β. Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ` αριθμ. 101082/4.10.2010 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπως τροποποιήθηκε με την υπ` αριθμ. 102545/7.10.2010 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Υπουργού και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Δ. Βανδώρου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (Α΄ 1111881/2010 ειδικό έντυπο παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 101082/4.10.2010 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 951), όπως τροποποιήθηκε με τη 102545/7.10.2010 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Β΄ 963), με την οποία προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης, κατά το μέρος που με αυτή θεσπίζεται ως ανώτατο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή στις εξετάσεις το 35ο έτος.
3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 77Α παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150), στους διαγωνισμούς για την πλήρωση κενών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών γίνονται δεκτοί όσοι δεν έχουν υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας τους, σύμφωνα δε με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, όσοι δεν έχουν υπερβεί το 35ο έτος της ηλικίας τους κατά την 31η.12.2010.
4. Επειδή, με την 1306/2010 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, προκειμένου να δυνηθεί ο αιτών, δικηγόρος Ιωαννίνων, γεννηθείς στις 4.9.1974, να λάβει μέρος στις ανωτέρω εξετάσεις, χωρίς να αποκτά περαιτέρω δικαιώματα από την τυχόν επιτυχία του σε αυτές πριν κριθεί το βάσιμο της κρινόμενης αιτήσεως ακυρώσεως. Κατόπιν τούτου, ο αιτών υπέβαλε την από 3.1.2011 αίτηση συμμετοχής συνοδευόμενη από σχετικά δικαιολογητικά, η δε Εξεταστική Επιτροπή των υποψηφίων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης, με την από 25.1.2011 απόφασή της, επέτρεψε στον αιτούντα να συμμετάσχει στο διαγωνισμό, ο οποίος κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης βρισκόταν σε εξέλιξη, κατ` επίκληση της πιο πάνω απόφασης της Επιτροπής Αναστολών. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο αιτών έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, το οποίο υφίσταται κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης πράξης, άσκησης της κρινόμενης αίτησης και συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο.
5. Επειδή, κατά το άρθρο 88 παρ. 1 του Συντάγματος «Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κοινός νομοθέτης είναι αρμόδιος να θεσπίζει τα προσόντα και τη διαδικασία επιλογής των υποψηφίων να καταλάβουν θέσεις δικαστικών λειτουργών, υποκείμενος στους περιορισμούς που απορρέουν από διατάξεις και αρχές υπερνομοθετικής ισχύος και ιδίως τις συνταγματικές διατάξεις που εγγυώνται την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και από την αρχή της ισότητας πρόσβασης στα δημόσια αξιώματα. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι ο νομοθέτης είναι, καταρχήν, ελεύθερος να καθορίζει τα προσόντα των υποψηφίων που κρίνει αναγκαία προκειμένου οι μέλλοντες να διορισθούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις εκάστοτε ανάγκες του δικαστικού έργου, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις ισχύουσες συνθήκες (πρβλ. ΣτΕ 3762/2010, 7μ., 3443/2004, 741/2002).
6. Επειδή, από το σύνολο των διατάξεων του Τμήματος Ε΄ του Συντάγματος περί δικαστικής εξουσίας και ειδικότερα από τις διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών (άρθρο 88 παρ. 2) τους βαθμούς εξέλιξής τους, τα δικαστήρια διαφόρων επιπέδων δικαιοδοσίας (άρθρα 87 παρ. 3, 88 παρ. 5, 6 και 7, 90, 91, 94, 95, 97 παρ. 2, 98, 99, 100), όπως επίσης από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία των προαγωγών (άρθρα 88 παρ. 6 και 90), την επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών (άρθρο 87 παρ. 3), και τον πειθαρχικό έλεγχό τους (άρθρο 91) συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέβλεψε στην οργάνωση της πολιτικής, ποινικής και διοικητικής δικαιοσύνης κατά επίπεδα δικαιοδοσίας και τη στελέχωσή τους με δικαστικούς λειτουργούς περισσότερων βαθμών. Η βαθμολογική εξέλιξη των δικαστών διενεργείται κατόπιν κρίσεως, η οποία διασφαλίζει ότι ο δικαστής συγκεντρώνει τα αναγκαία προσόντα και ικανότητες για να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις του ανώτερου βαθμού. Οι τελευταίες αφορούν τόσο την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου (έλεγχος της ορθότητας αποφάσεων κατώτερων δικαστηρίων, ενασχόληση με υποθέσεις μείζονος κατά την κρίση του νομοθέτη δυσκολίας) όσο και τη διενέργεια της επιθεωρήσεως και του πειθαρχικού ελέγχου των δικαστών κατώτερου βαθμού (βλ. ΣτΕ 3762/2010, 7μ.).
7. Επειδή, με το ν. 3304/2005 (Α` 16) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία 2000/78/ΕΚ (EE L 303/2.12.2000) «για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία». Στην οδηγία αυτή ορίζονται τα εξής : «Άρθρο 1. Σκοπός. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η θέσπιση γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης στα κράτη μέλη [άρθρο 1 ν. 3304/2005]. Άρθρο 2. Η έννοια των διακρίσεων. 1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει την απουσία άμεσης ή έμμεσης διάκρισης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1. 2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 : α) συντρέχει άμεση διάκριση όταν, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, ένα πρόσωπο υφίσταται μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν, την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο, β) συντρέχει έμμεση διάκριση όταν μια, εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου (…) μιας ορισμένης ηλικίας (….) σε σχέση με άλλα άτομα, εκτός εάν, ι) η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία ή, ιι) για τα πρόσωπα με κάποιο μειονέκτημα, ο εργοδότης ή κάθε πρόσωπο ή οργανισμός έναντι του οποίου ισχύει η παρούσα οδηγία, υποχρεούται, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, να λάβει κατάλληλα μέτρα, ανταποκρινόμενα στην αρχή που θέτει το άρθρο 5, με σκοπό την εξάλειψη των μειονεκτημάτων που συνεπάγεται η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική [άρθρα 2, 3 και 7 του ν. 3304/2005] Άρθρο 3. Πεδίο εφαρμογής. 1. Εντός των ορίων των εξουσιών που απονέμονται στην Κοινότητα, η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων φορέων, όσον αφορά α) τους όρους πρόσβασης στην απασχόληση, την αυτοαπασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των προαγωγών, β) την πρόσβαση σε όλα τα είδη και όλα τα επίπεδα επαγγελματικού προσανατολισμού, επαγγελματικής κατάρτισης, επιμόρφωσης και επαγγελματικού αναπροσανατολισμού, συμπεριλαμβανομένης της απόκτησης πρακτικής επαγγελματικής πείρας, γ) (…) 2. (…) 4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ένοπλες δυνάμεις, στο βαθμό που αφορά τις διαφορές μεταχείρισης λόγω ειδικής ανάγκης ή ηλικίας [άρθρα 4 και 8 του ν. 3304/2005]. Άρθρο 4. Επαγγελματικές απαιτήσεις. 1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η διαφορετική μεταχείριση που βασίζεται σε έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 1, δεν συνιστά διάκριση όταν, λόγω της φύσης των συγκεκριμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται αυτές, ένα τέτοιο χαρακτηριστικό αποτελεί ουσιαστική και καθοριστική επαγγελματική προϋπόθεση, εφόσον ο στόχος είναι θεμιτός και η προϋπόθεση ανάλογη. 2 … [άρθρο 9 του ν. 3304/05]. Άρθρο 5. (…) Άρθρο 6. Δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας. 1. Κατά παρέκκλιση εκ του άρθρου 2 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι η λόγω ηλικίας διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση εφόσον δικαιολογείται στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου, αντικειμενικά και λογικά, από έναν θεμιτό σκοπό, ιδίως δε από θεμιτούς στόχους της πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας και της επαγγελματικής κατάρτισης και εφόσον τα μέσα επίτευξης του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μπορεί ιδίως να περιλαμβάνει : α) την καθιέρωση ειδικών συνθηκών για την πρόσβαση στην απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, για την απασχόληση και την εργασία, συμπεριλαμβανομένων των όρων απόλυσης και αμοιβής για τους νέους, τους ηλικιωμένους και τους εργαζόμενους που συντηρούν άλλα πρόσωπα, προκειμένου να ευνοείται η επαγγελματική τους ένταξη ή να εξασφαλίζεται η προστασία τους, β) τον καθορισμό ελαχίστων ορίων ηλικίας, επαγγελματικής εμπειρίας ή αρχαιότητας στην απασχόληση για την πρόσβαση στην απασχόληση ή σε ορισμένα πλεονεκτήματα που συνδέονται με την απασχόληση, γ) τον καθορισμό ανωτάτου ορίου ηλικίας για την πρόσληψη, με βάση την απαιτούμενη κατάρτιση για τη συγκεκριμένη θέση … [άρθρο 11 του ν. 3304/2005]. Επιπλέον, στο άρθρο 26 του ν. 3304/2005, ορίζονται τα εξής: «Με την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργείται κάθε νομοθετική και κανονιστική διάταξη (…) η οποία είναι αντίθετη προς την, κατά τον παρόντα νόμο, αρχή της ίσης μεταχείρισης».
8. Επειδή, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 3762/2010 7μ.), από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις συνάγεται ότι το συμφέρον της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης επιβάλλει τον καθορισμό από το νομοθέτη εύλογου ανώτατου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στις εξετάσεις της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, το οποίο, αφενός, θα διασφαλίζει την επαρκή στελέχωση των δικαστηρίων εν γένει με δικαστικούς λειτουργούς και, αφετέρου, θα επιτρέπει την παραμονή των δικαστικών λειτουργών για επαρκές χρονικό διάστημα σε κάθε βαθμό της υπηρεσιακής τους εξέλιξης, ώστε να αποκτούν την εμπειρία, τις γνώσεις και τις ικανότητες που είναι αναγκαίες για την επιτυχή αντιμετώπιση των απαιτήσεων του εκάστοτε ανώτερου βαθμού. Ο καθορισμός του εν λόγω ορίου ηλικίας απόκειται στην ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη και υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (πρβλ. ΣτΕ 2204 -2224/2010 Ολομ., 9/2004, 2901/2000, 3827 – 3828/1997 Ολομ.). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, η με το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α΄ περ. ββ΄ του ν. 3689/2008 (Α΄ 164), καθιέρωση του 40ου έτους ως ανώτατου ορίου ηλικίας των υποψηφίων για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών δεν παραβιάζει τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, ούτε τις διατάξεις της οδηγίας 2000/78/ΕΚ και του ν. 3304/2005, καθώς το όριο αυτό παρίσταται, κατά κοινή πείρα, εύλογο. Και τούτο, διότι διασφαλίζει, κατά τα ανωτέρω, τη στελέχωση των δικαστηρίων κάθε επιπέδου με έμπειρους δικαστικούς λειτουργούς και εναρμονίζεται με τις ειδικότερες νομοθετικές ρυθμίσεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ο οποίος καθορίζει ελάχιστο όριο παραμονής των δικαστικών λειτουργών σε κάθε βαθμό της βαθμολογικής ιεραρχίας προκειμένου να κριθούν προς προαγωγή (βλ. άρθρα 62, 66, 71 και 77 του ν. 1756/1988).
9. Επειδή, οι ειρηνοδίκες είναι και αυτοί δικαστικοί λειτουργοί, διεπόμενοι από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, πλην οι διατάξεις της κοινής νομοθεσίας επιφυλάσσουν, για αυτούς, ιδιαίτερο νομικό καθεστώς σε σχέση με τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς. Ειδικότερα, οι ειρηνοδίκες στελεχώνουν τα ειρηνοδικεία και τα πταισματοδικεία, τα οποία είναι μονομελή δικαστήρια, ενταγμένα στην πολιτική και ποινική δικαιοσύνη, αντίστοιχα και χαρακτηρίζονται, στη δεύτερη περίπτωση πταισματοδίκες (άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α΄ ν. 1756/1988). Κατ` εξαίρεση, όταν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται πρωτοδίκες (όχι πρόεδροι πρωτοδικών) των πολυμελών πρωτοδικείων ή των τριμελών πλημμελειοδικείων δύνανται να αναπληρωθούν και από (έναν κάθε φορά) ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη αντίστοιχα (άρθρο 5 παρ. 1 Κεφ. Α περ. δ΄ ν. 1756/1988). Κύριο έργο των ειρηνοδικείων είναι η εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών ήσσονος σημασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 15 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ) και των πταισματοδικείων η εκδίκαση των πταισμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 115 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, πλην αυτών που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, προσβάλλονται με έφεση ενώπιον των πολυμελών πρωτοδικείων (άρθρα 511, 512 και 18 παρ. 2 ΚΠολΔ) και με αίτηση αναιρέσεως, για περιορισμένο όμως αριθμό λόγων, ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρα 552, 559, 560 ΚΠολΔ). Οι αποφάσεις των πταισματοδικείων προσβάλλονται με έφεση ενώπιον των τριμελών πλημμελειοδικείων (άρθρα 486 παρ. 1, 489 παρ. 1, 490 παρ. 1 και 114 παρ. 2 ΚΠΔ) και με αίτηση αναιρέσεως, για περιορισμένο όμως αριθμό λόγων, ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ). Τα ειρηνοδικεία και τα πταισματοδικεία διευθύνονται από τον ειρηνοδίκη και τον πταισματοδίκη και, αν αυτοί είναι περισσότεροι, από τον αρχαιότερο (άρθρο 15 παρ. 1 περ. β΄ ν. 1756/1988). Ειδικά τα ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από έναν ειρηνοδίκη Α΄ τάξης, ως πρόεδρο και δύο ειρηνοδίκες (άρθρο 15 παρ. 2 και 3 περ. γ΄ ν. 1756/1988). Εποπτεία στα ειρηνοδικεία και τα πταισματοδικεία ασκούν ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το εφετείο της οικείας περιφέρειας και ο πρόεδρος του συμβουλίου ή ο δικαστής που διευθύνει το πρωτοδικείο της οικείας περιφέρειας (άρθρο 19 παρ. 1 περ. β΄, ε΄ και η΄ ν. 1756/1988). Σε θέση δόκιμου ειρηνοδίκη Δ΄ τάξης διορίζονται όσοι πέτυχαν σε ειδικό προς τούτο διαγωνισμό. Στο διαγωνισμό αυτό, τον οποίο διενεργεί επιτροπή συγκροτούμενη από τρεις ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς και δύο Καθηγητές Νομικής, μπορούν να λάβουν μέρος όσοι πληρούν τις εν γένει τυπικές προϋποθέσεις για το διορισμό σε θέση δικαστικού λειτουργού, τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 77Α παρ. 2 εδ. α΄ – στ΄ του ν. 1756/1988 (όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1968/1991), έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και δεν έχουν υπερβεί το 35ο. Οι επιτυχόντες διορίζονται ως δόκιμοι ειρηνοδίκες Δ΄ τάξης, διανύουν δοκιμαστική υπηρεσία ενός έτους, υποβαλλόμενοι και σε ειδική άσκηση στο οικείο πρωτοδικείο, και, τελικά, διορίζονται ως ειρηνοδίκες Δ΄ τάξης με προεδρικό διάταγμα, με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, με την οποία, μετά από γνώμη της ολομέλειας του οικείου πρωτοδικείου, διαπιστώνεται ότι οι κρινόμενοι έχουν την αναγκαία επιστημονική κατάρτιση και την ικανότητα προσαρμογής στις απαιτήσεις της αποστολής του ειρηνοδίκη, καθώς και την επιμέλεια, το χαρακτήρα και το ήθος που αρμόζουν σε δικαστικό λειτουργό (άρθρο 77Β του ν. 1756/1988, όπως προστέθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1968/1991). Οι τάξεις των ειρηνοδικών, οι οποίες συνιστούν βαθμούς κατά το άρθρο 55 παρ. 1 Κεφ. Β΄ περ. δ΄ του ν. 1756/1988, είναι τέσσερις (Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄), και από την 1η.1.2005 οι οργανικές θέσεις των ειρηνοδικών όλων των τάξεων είναι ενιαίες (άρθρο 8 του ν. 1071/1980, Α΄ 207, όπως αντικαταστάθηκε τελικά από το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3258/2004, Α΄ 144 – βλ. και π.δ. 244/2006 περί κατανομής των οργανικών θέσεων των ειρηνοδικών στα ειρηνοδικεία και πταισματοδικεία του Κράτους, Α΄ 259). Οι ειρηνοδίκες προάγονται από την προηγούμενη στην αμέσως επόμενη τάξη, κατόπιν απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, μετά τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών υπηρεσίας από τη Δ΄ στη Γ΄ τάξη και από τη Γ΄ στη Β΄ τάξη και οκτώ ετών υπηρεσίας από τη Β΄ στην Α΄ τάξη, ή, στην τελευταία περίπτωση, μετά από τη συμπλήρωση συνολικά δεκαοκτώ ετών υπηρεσίας (άρθρο 8 του ν. 1071/1980, όπως αντικαταστάθηκε τελικά από το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3258/2004, Α΄ 144).
Σύμφωνα με το άρθρο 55 του ν. 1756/1988, που φέρει τον τίτλο «βαθμοί ιεραρχίας – αντιστοιχία – προβάδισμα», οι ειρηνοδίκες Α΄ τάξης εξομοιώνονται βαθμολογικά με προέδρους πρωτοδικών, οι ειρηνοδίκες Β΄ τάξης με πρωτοδίκες και οι ειρηνοδίκες Γ΄ τάξης με παρέδρους πρωτοδικείων (παρ. 2), μεταξύ όμως των δικαστικών λειτουργών που ανήκουν στην ίδια βαθμίδα, οι ειρηνοδίκες έπονται όλων, ακόμη και αν είναι αρχαιότεροι στη βαθμίδα αυτή (παρ. 3), ενώ, εξάλλου, στις επίσημες τελετές ή εορτές, ο ειρηνοδίκης (ανεξαρτήτως βαθμού) που υπηρετεί σε έδρα ειρηνοδικείου εκτός έδρας πρωτοδικείου, καλείται ως εκπρόσωπος της δικαστικής εξουσίας (παρ. 4 περ. δ΄). Οι αποδοχές των ειρηνοδικών καθορίζονται με βάση την τάξη τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 29 και 30 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297). Οι ειρηνοδίκες και πταισματοδίκες επιθεωρούνται από αρεοπαγίτες, αντιεισαγγελείς του Αρείου Πάγου, προέδρους εφετών και εισαγγελείς εφετών, υπό την εποπτεία του Συμβουλίου Επιθεώρησης των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, το οποίο αποτελείται από έναν αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως πρόεδρο, έναν αρεοπαγίτη και έναν αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 80 παρ. 1 του ν. 1756/1988). Πειθαρχική δίωξη σε βάρος τους δύνανται να ασκήσουν ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο προϊστάμενος της Επιθεώρησης (Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου) και ο πρόεδρος ή προϊστάμενος του οικείου εφετείου (άρθρο 99 παρ. 1 ν. 1756/1988), την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να τους επιβάλλει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως δικαστήριο (άρθρο 95 παρ. 2 περ. β΄ ν. 1756/1988), ενώ τις λοιπές πειθαρχικές ποινές τα οικεία πειθαρχικά συμβούλια εφετών (άρθρο 166 παρ. 7 ν.δ. 962/1971, Α΄ 183, που επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1968/1991). Τέλος, αρμόδιο για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και προαγωγές των ειρηνοδικών είναι το ενδεκαμελές Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, συγκροτούμενο από μέλη του Αρείου Πάγου και της Εισαγγελίας του, και στο οποίο μετέχουν χωρίς ψήφο δύο εφέτες ή αντιεισαγγελείς εφετών (άρθρο 78 παρ. 1 και 2 ν. 1756/1988).
10. Επειδή, το Σύνταγμα και η κοινή νομοθεσία θωρακίζουν θεσμικά σε ικανοποιητικό βαθμό την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών. Εξάλλου, το κοινοτικό (ενωσιακό) δίκαιο σέβεται, καταρχήν, την αυτονομία των κρατών μελών ως προς την εν γένει οργάνωση της δικαστικής τους λειτουργίας ενόψει και του δεδομένου ότι ως προς τα απαιτούμενα προσόντα και την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών ισχύουν διαφορετικά συστήματα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στην Ελλάδα, ανέκαθεν ίσχυε το σύστημα της σταδιοδρομίας των δικαστικών λειτουργών, δηλαδή το σύστημα εκείνο επιλογής των δικαστικών λειτουργών που προβλέπει την είσοδό τους στο δικαστικό σώμα σε μικρή σχετικά ηλικία, ώστε να σταδιοδρομήσουν, ως ισόβιοι δικαστικοί λειτουργοί, για μακρό χρόνο έτσι ώστε να καλλιεργείται ιδιαίτερα σ` αυτούς, με την άσκηση επί πολλά έτη του δικαστικού λειτουργήματος, νοοτροπία δικαστικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Για το λόγο αυτό, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, η ελληνική δεν υιοθέτησε σύστημα απευθείας εισόδου σε ανώτερους ή ανώτατους βαθμούς του δικαστικού σώματος προσώπων εκτός αυτού. Εξάλλου, εκτιμήθηκε και η ανάγκη απόκτησης όχι μόνο ειδικών γνώσεων αλλά και ειδικής πείρας από την άσκηση για μεγάλο χρόνο του δικαστικού λειτουργήματος όσον αφορά ιδίως στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, αλλά και την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου και τη σύνταξη των δικαστικών αποφάσεων. Τα ανωτέρω ισχύουν στο ακέραιο για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς, συμπεριλαμβανομένων και των ειρηνοδικών. Η θέσπιση του 35ου έτους της ηλικίας, ως ανώτατου ορίου για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό για την πλήρωση θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης, εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο και εξυπηρετεί τους ανωτέρω επιτακτικούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, καθώς και την ομαλή βαθμολογική και μισθολογική ανέλιξη των δικαστικών αυτών λειτουργών. Εξάλλου, η διαφοροποίηση του ανώτατου ορίου ηλικίας όσον αφορά τους διαγωνισμούς για την πλήρωση θέσεων ειρηνοδικών και λοιπών δικαστικών λειτουργών (35ο έναντι 40ου έτους, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης) δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι ειρηνοδίκες, οι οποίοι δεν υφίστανται ειδική εκπαίδευση στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών πριν από την ανάληψη των δικαστικών τους καθηκόντων, μετέχουν σχεδόν αποκλειστικά σε μονομελή δικαστήρια, και επομένως, η ανάγκη απόκτησης μεγαλύτερης ειδικής πείρας στο λειτούργημα του δικαστή είναι ακόμη μεγαλύτερη γι` αυτούς ενόψει και των δυσμενών συνθηκών που συνεπάγεται το γεγονός ότι συχνά υπηρετούν σε απομακρυσμένα από τα αστικά κέντρα ειρηνοδικεία κωμοπόλεων ή χωριών. Τέλος, οι αποκλειόμενοι λόγω συμπλήρωσης του 35ου έτους της ηλικίας τους, όπως ο αιτών, από τη δυνατότητα να σταδιοδρομήσουν ως ειρηνοδίκες, δεν αποκλείονται γενικώς από την κατάληψη δημόσιων θέσεων ή την άσκηση επαγγελμάτων συναφών με το βασικό πτυχίο τους, αλλά μπορούν να επιδιώξουν να λάβουν μέρος σε διαγωνισμούς για την είσοδό τους προεχόντως στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, προκειμένου, μετά την επιτυχή αποφοίτησή τους από αυτήν, να καταλάβουν άλλες θέσεις δικαστικών λειτουργών με διαφορετικά καθήκοντα και διαφορετικές προοπτικές σταδιοδρομίας, αλλά και για την πλήρωση κενών θέσεων συμβολαιογράφων ή να ασκήσουν το δικηγορικό λειτούργημα (βλ. ΣτΕ 413/1993, Ολομ.) ή άλλα λειτουργήματα ή επαγγέλματα συναφή με το πτυχίο τους. Ενόψει όλων αυτών, και λαμβανομένου υπόψη ότι ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας και της συμφωνίας προς την οδηγία 2000/78/ΕΚ της ουσιαστικής εκτίμησης του νομοθέτη ως προς τη θέσπιση του συγκεκριμένου ορίου ηλικίας είναι έλεγχος ορίων, προκειμένου να μην υποκαθίσταται ο δικαστής στο έργο του νομοθέτη (βλ. ΣτΕ 3762/2010, 7μ., πρβλ. ΣτΕ 2204 – 2224/2010, Ολομ., 9/2004, 2901/2000, 3827 – 3828/1997, Ολομ.), το Δικαστήριο κρίνει ότι το ηλικιακό αυτό όριο, η θέσπιση του οποίου εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος συναπτόμενους προς την καλή οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης, είναι εύλογο, και το μέτρο αυτό δεν είναι απρόσφορο ή μη αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε τελεί σε προφανή σχέση δυσαναλογίας προς αυτούς. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 77Α παρ. 2 του ν. 1756/1988, καθ` ο μέρος με αυτήν προβλέπεται το 35ο έτος της ηλικίας, ως ανώτατο όριο για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς για την πλήρωση κενών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης, δεν αντίκειται στις διατάξεις της οδηγίας 2000/78/ΕΚ (και, ως εκ τούτου, δεν καταργήθηκε με το άρθρο 26 του ν. 3304/2005), ούτε στις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της ελεύθερης πρόσβασης στα δημόσια αξιώματα και της αναλογικότητας, ούτε σε άλλη συνταγματική διάταξη ή αρχή, το ίδιο, δε, ισχύει και για την ομοίου περιεχομένου προσβαλλόμενη διάταξη της προκήρυξης του ένδικου διαγωνισμού. Συνακόλουθα οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι οι διατάξεις αυτές αντίκεινται στην επαγγελματική ελευθερία σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρα 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος) και στο ν. 3304/2005, με τον οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η οδηγία 2000/78/ΕΚ, για το λόγο ότι το επίμαχο ανώτατο όριο ηλικίας δεν είναι δικαιολογημένο, ενόψει μάλιστα και του διαφορετικού ορίου ηλικίας που ισχύει για τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς για την εισαγωγή στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Γ. Ποταμιά και Φ. Ντζίμα και του Παρέδρου Δ. Βανδώρου, η θέσπιση ενός τόσο χαμηλού ανώτατου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς για την πλήρωση κενών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης, αντίκειται στις προπαρατεθείσες διατάξεις της οδηγίας 2000/78/ΕΚ και, ως εκ τούτου, η διάταξη του άρθρου 77Α του ν. 1756/1988, κατά το μέρος που το προβλέπει, καταργήθηκε με το άρθρο 26 του ν. 3304/2005. Και τούτο, διότι το επίμαχο μέτρο βρίσκεται σε πρόδηλη δυσαναλογία με τους ανωτέρω επιδιωκόμενους σκοπούς, για τους ακόλουθους λόγους : Πρώτον, το κατοχυρούμενο στην οδηγία 2000/78/ΕΚ δικαίωμα μη αποκλεισμού από την πρόσβαση σε επαγγέλματα και δημόσιες θέσεις λόγω ηλικίας, προσώπων τα οποία (υπό την επιφύλαξη της επιτυχίας τους στον οικείο διαγωνισμό) διαθέτουν τα λοιπά νόμιμα προσόντα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους φορείς του, ενόψει των καθοριστικών συνεπειών που μπορεί να έχει ένας τέτοιος αποκλεισμός για την πορεία της ζωής τους και τις συναφείς υλικές και ψυχολογικές συνέπειες, ιδίως υπό τις σύγχρονες συνθήκες έντασης της ανεργίας και της υποαπασχόλησης. Δεύτερον, οι ειρηνοδίκες, σε αντίθεση με τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, ασκούν, ανεξαρτήτως του βαθμού τον οποίο φέρουν, τα ίδια καθήκοντα, δεν εκδικάζουν ένδικα μέσα (εκτός από την εξαιρετική περίπτωση συμμετοχής τους σε συνθέσεις πολυμελών πρωτοδικείων και τριμελών πταισματοδικείων, αλλά και πάλι ανεξαρτήτως του βαθμού τους), δεν επιθεωρούν και δεν ασκούν πειθαρχική εξουσία, οι δε οργανικές τους θέσεις είναι ενιαίες. Συνεπώς, όχι μόνο όσα, σύμφωνα με την απόφαση 3762/2010, δικαιολογούν τη θέσπιση ανωτάτου ορίου ηλικίας για τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, δεν ισχύουν για τους ειρηνοδίκες, αλλά και η θέσπιση χαμηλότερου ανώτατου ορίου ηλικίας για τους ειρηνοδίκες (35ο έτος) σε σχέση με τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς (40ο έτος), παρίσταται αυθαίρετη. Δεδομένου δε ότι η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των ειρηνοδικών δεν ασκεί επίδραση στα λειτουργικά τους καθήκοντα, δεν αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μπορεί να συνεκτιμηθεί προς περιορισμό του επίμαχου δικαιώματος. Τρίτον, η σημασία της διασφάλισης της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και η ελευθερία του κοινού νομοθέτη να επιλέξει, προς μείζονα διασφάλισή της, το σύστημα της σταδιοδρομίας και για τους ειρηνοδίκες, είναι αναμφισβήτητες. Όμως, ο νομοθέτης όχι μόνο δεν βασίστηκε συναφώς «σε αντικειμενική, λεπτομερή και αριθμητική ανάλυση, με τη χρήση αξιόπιστων και συγκλινόντων δεδομένων με αποδεικτική ισχύ ότι υφίσταται πράγματι κίνδυνος» να θιγεί το σύστημα της σταδιοδρομίας και η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών από τη θέσπιση υψηλότερου ορίου ηλικίας (πρβλ. ενδεικτικά απόφαση της ΔΕΕ της 13.4.2010, C- 73/08, Bressol, μείζονος σύνθεσης, σκ. 71, 73), αλλά, αντιθέτως, από τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά και τα στοιχεία που υπάρχουν από τους διαγωνισμούς για την εισαγωγή στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών με ανώτατο όριο ηλικίας το 40ο έτος, προκύπτει σαφώς ότι η θέσπιση ορίου ηλικίας ανώτερου του 35ου έτους, θα έχει, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως αποτέλεσμα, ελάχιστη επίδραση στην αύξηση του μέσου όρου ηλικίας των εισαγομένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως προκύπτει από το από 2.6.2010 προεδρικό διάταγμα (Γ΄ 675) περί διορισμού ως παρέδρων πρωτοδικείου και εισαγγελίας των 112 αποφοίτων της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίοι είχαν εισαχθεί σε αυτήν με διαγωνισμό που προκηρύχθηκε το έτος 2008, με ανώτατο όριο ηλικίας το 40ο έτος, μόνο 4 από τους 112 (ποσοστό 3,57%) είχαν ηλικία μεγαλύτερη των 35 ετών κατά το χρόνο δημοσίευσης της προκήρυξης, ο δε μέσος όρος ηλικίας των ανωτέρω 112 ήταν 29,62 έτη, δηλαδή μικρότερος κατά 10 έτη από το ανώτατο όριο ηλικίας των 40 ετών. Εξάλλου, στον ένδικο διαγωνισμό, όπως προκύπτει από το 3/25.1.2001 πρακτικό της οικείας Επιτροπής, έγιναν δεκτοί 1077 υποψήφιοι (1078 με τον αιτούντα), οι οποίοι δεν είχαν συμπληρώσει το όριο των 35 ετών στις 31.12.2010, για την πλήρωση 80 θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης. Συνεπώς, είναι προφανές ότι η θέσπιση ορίου ηλικίας ανώτερου του 35ου έτους της ηλικίας δεν μπορεί, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να διακυβεύσει το «σύστημα της σταδιοδρομίας» των ειρηνοδικών, η δε στελέχωση του Σώματος των ειρηνοδικών κατά πλειοψηφία με δικαστές που θα σταδιοδρομήσουν για τρεις ή τέσσερις δεκαετίες και με ορισμένους δικαστές που θα σταδιοδρομήσουν μόνο για δύο δεκαετίες (ή και λιγότερο) είναι πρόδηλο ότι δεν μπορεί να μειώσει τη θωράκιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών. Άλλωστε, ο ίδιος ο νομοθέτης δεν θεώρησε ότι η θωράκιση της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών πλην ειρηνοδικών μειώνεται με την αύξηση του ανώτατου ορίου ηλικίας συμμετοχής στους διαγωνισμούς για την εισαγωγή στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών από το 32ο έτος (άρθρο 2 περ. α΄ υποπερ. ββ΄ του ν. 2236/1994, Α΄ 146) στο 35ο με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 2521/1997 (Α΄ 174) και, ακολούθως, στο 40ο με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 2915/2001, Α΄ 109 (βλ. ομοίως και άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α΄ περ. ββ΄ του ν. 3689/2008), ενώ την 1η.2.2011, δύο ημέρες πριν από τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης, ψηφίστηκε, από την Ολομέλεια της Βουλής (βλ. πρακτικά της ΞΖ/1.2.2001 συνεδρίασής της), νέος νόμος για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, με το άρθρο 8 παρ. 3 του οποίου, ως ανώτατο όριο ηλικίας ορίζεται το 45ο έτος. Εξάλλου, και οι δύο προηγούμενοι διαγωνισμοί, των ετών 1994 και 1997, για την πλήρωση κενών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης, διεξάχθηκαν υπό το καθεστώς της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 1968/1991, σύμφωνα με την οποία ανώτατο όριο ηλικίας ήταν το 42ο έτος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εθνική νομοθεσία δεν έχει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή (πρβλ. απόφαση ΔΕΕ της 12.1.2010, C-341/08, Petersen, μείζονος σύνθεσης, σκ. 53, 58 – 62), ώστε ο σκοπός της θωράκισης της ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών να μπορεί να δικαιολογήσει τη θέσπιση του επίμαχου μέτρου. Τέταρτον, όσον αφορά στην απόκτηση ειδικής πείρας και γνώσεων στο λειτούργημα του δικαστή, ενόψει και της συμμετοχής των ειρηνοδικών και πταισματοδικών σχεδόν αποκλειστικά σε μονομελείς συνθέσεις, θα πρέπει, πάντως, να ληφθεί υπόψη αφενός μεν ότι ο ίδιος ο νομοθέτης αρκέστηκε στην πρόβλεψη μονοετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας και άσκησης στο οικείο πρωτοδικείο και δεν προέβλεψε ούτε την εισαγωγή τους σε παραγωγική σχολή, ούτε τη συμμετοχή τους για ορισμένα έτη σε πολυμελείς μόνο συνθέσεις, καθώς και ότι οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων και πταισματοδικείων υπόκεινται, καταρχήν, σε ένδικα μέσα, αφετέρου δε ότι η είσοδος στο Σώμα προσώπων μεγαλύτερης ηλικίας, κατά τεκμήριο δικηγόρων, έχει και τη θετική πλευρά ότι τα πρόσωπα αυτά θα έχουν, κατά τεκμήριο, μεγαλύτερη πείρα της ζωής γενικώς, αλλά και της δικηγορίας ειδικότερα, γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για την άσκηση των καθηκόντων του ειρηνοδίκη, ιδίως δε όσον αφορά την ικανότητα ορθής εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων. Πέμπτον, η ύπαρξη ορισμένων ειρηνοδικείων σε απομακρυσμένες από τα αστικά κέντρα κωμοπόλεις και χωριά, δεν μπορεί, υπό τις σημερινές συνθήκες, να δικαιολογήσει τη θέσπιση χαμηλότερου ανώτατου ορίου ηλικίας για τους ειρηνοδίκες σε σχέση με τους λοιπούς δικαστές, οι οποίοι μάλιστα, όπως είναι γνωστό τοις πάσι, αντιμετωπίζουν συντριπτικό φόρτο εργασίας ειδικά όταν υπηρετούν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Συνεπώς, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, μετά την κατάργηση, με το άρθρο 26 του ν. 3304/2005, της διάταξης του άρθρου 77Α του ν. 1756/1988, κατά το μέρος που προβλέπει το 35ο έτος, ως ανώτατο όριο ηλικίας για τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς για την πλήρωση κενών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης, η αντίστοιχη διάταξη της προκήρυξης κείται εκτός εξουσιοδοτήσεως, και, πρέπει, για το λόγο αυτό, που εμμέσως προβάλλεται και, πάντως, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, να ακυρωθεί.
11. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, δεν έχει την έννοια ότι ο κοινός και ο κανονιστικός νομοθέτης υπείχαν θετική υποχρέωση να θεσπίσουν ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο χρόνος της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας δεν υπολογίζεται για την εξεύρεση του ανώτατου ορίου ηλικίας για τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς για την πλήρωση κενών θέσεων δόκιμων ειρηνοδικών Δ΄ τάξης. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η μη πρόβλεψη περί συνυπολογισμού της 16μηνης υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας του αιτούντος για την εξεύρεση του επίμαχου ανώτατου ορίου ηλικίας, παραβιάζει την αρχή της ισότητας των φύλων, δεδομένου ότι μόνο οι άνδρες υποψήφιοι είναι υπόχρεοι στρατιωτικής θητείας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
12. Επειδή, μη προβαλλομένου άλλου λόγου ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 και 15 Φεβρουαρίου 2011
Ο Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Η Γραμματέας Γ. Σταυρόπουλος Δ. Τετράδη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 2011.
Ο Πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος Ο Γραμματέας Γ. Σταυρόπουλος Γ. Λαγός
Α.Σ.
