ΣτΕ 913/2017, Ε ΤΜ.7Μ, ΔΑΣΙΚΟ, ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ , ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΧΟΡΤΟΛΙΒΑΔΙΚΗΣ ΕΚΤΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΛΑΤΟΜΕΙΟΥ ΑΡΘ. 45 -61 Ν. 999/1979, Η ΚΑΤΑΟΒΛΗ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΚΑΘΙΣΤΑ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΚΟΠΟΥ

ΣΤΕ

Αριθμός 913/2017

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Π. Ευστρατίου, Θ. Αραβάνης, Χρ. Ντουχάνης, Αγγ. Μίντζια, Σύμβουλοι, Μ. Τριπολιτσιώτη, Δ. Πυργάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 7 Μαρτίου 2006 αίτηση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «INTERBETON ΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Χαλκίδος 21), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Γεώργιο Ανδρέου (Α.Μ. 6428), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο οποίος παρέστη με τον Αναστάσιο Μπάνο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 119/13.1.2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Θ. Αραβάνη.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (965406, 1282712/2006 γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 119/13.1.2006 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης. Με την απόφαση αυτή παραχωρήθηκε στην αιτούσα για είκοσι έτη, έναντι ανταλλάγματος, η χρήση δημόσιας χορτολιβαδικής εκτάσεως εμβαδού 142.078 τ.μ. στη θέση «Αλτσί» του Δήμου Σητείας του Ν. Λασιθίου προς το σκοπό της εκμεταλλεύσεως λατομείου βιομηχανικού ορυκτού (γύψου) και εγκρίθηκε η επέμβαση στην έκταση αυτή, κατ’ άρθ. 45 και 57 του ν. 998/1979. Με την αίτηση αμφισβητείται η υποχρέωση καταβολής ανταλλάγματος και ο δημόσιος χαρακτήρας της εκτάσεως.

3. Επειδή, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την απόφαση 4533/2015 της πενταμελούς συνθέσεως λόγω σπουδαιότητας του ανακύψαντος ζητήματος ως προς την φύση της γεννώμενης διαφοράς ως ακυρωτικής ή ουσίας.

4. Επειδή, όπως έχει κριθεί, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 95 παρ. 1-4 του Συντάγματος προκύπτει ότι, λόγω της γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας επί των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών, όταν η διαφορά γεννάται από εκτελεστή διοικητική πράξη, ο νομοθέτης, κατά την έννοια των άρθρων 94 παρ. 1, 95 παρ. 1 περίπτ. α΄ και 95 παρ. 3 του Συντάγματος, που πρέπει να ερμηνευθούν συνδυασμένα, μπορεί να αναθέτει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ειδική αρμοδιότητα για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, η φύση και η σπουδαιότητα των οποίων δεν επιβάλλει, κατά την εκτίμησή του, την εκδίκασή τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Εν όψει δε των άρθρων 26 και 43 του Συντάγματος, η αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων για την εκδίκαση των κατηγοριών υποθέσεων οι οποίες, κατ’ εκτίμηση της φύσεως και της σπουδαιότητάς τους, επιτρεπτώς μεταφέρονται σε αυτά, αφαιρούμενες από την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν επιτρέπεται να οργανώνεται ως αρμοδιότητα εκτεινόμενη σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, εφ’ όσον η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας στις συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων θα συνεπαγόταν την υπεισέλευση της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων για τα οποία είναι αυτή αποκλειστικώς αρμόδια. Ειδικότερα, τούτο δεν επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, όταν εν όψει του κατά τον νόμο αντικειμένου της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξεως, των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή της και του χαρακτήρα της έρευνας βάσει της οποίας μπορεί να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, καθώς και των συνεπειών τις οποίες θα επέφερε η μεταρρύθμιση της πράξεως, η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας θα παραβίαζε τα όρια της ανατιθέμενης αποκλειστικά στα όργανα της Διοικήσεως κρατικής εξουσίας βάσει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών (ΣΕ 3919/2010 Ολομ., 3115/2015 7μ.).

5. Επειδή, με τα άρθρα 45 – 61 του έκτου Κεφαλαίου του νόμου 998/1979 (Α΄ 289), υπό τον τίτλο «Επιτρεπταί επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις», θεσπίζονται ειδικοί κανόνες ως προς ορισμένες επεμβάσεις, κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενες σε δάση και δασικές εκτάσεις. Ειδικότερα, στο άρθρο 45 παρ. 5 ορίζεται ότι «Δια τας μείζονος σημασίας ή εκτάσεως επεμβάσεις εις τα δάση και τας δασικάς εκτάσεις, περί ών τα άρθρα 49, 50, 51, 52, 56, 57 και 58 παρ. 1 του παρόντος νόμου απαιτείται όπως η αίτησις ή το έγγραφον δι’ ου ζητείται η παροχή της εγκρίσεως της επεμβάσεως … συνοδεύεται υπό μελέτης επιπτώσεων επί του περιβάλλοντος και αντιμετωπίσεως τούτων … δυναμένης να θέση όρους δια την παροχήν της εγκρίσεως ή να επιβάλη συμπληρωματικά μέτρα προς προστασίαν του περιβάλλοντος», στην δε παράγραφο 12 του ιδίου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 10 του ν. 3208/2003 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202), ορίζονται τα εξής: «Κάθε επέμβαση που προβλέπεται από τη δασική νομοθεσία στα δάση, στις δασικές και τις λοιπές εκτάσεις που τελούν υπό τη διαχείριση των δασικών υπηρεσιών είτε για τη μεταβολή του προορισμού και τη διάθεσή τους για άλλες χρήσεις είτε για την εκτέλεση έργων μέσα σε αυτές και τη δημιουργία εγκαταστάσεων ή την παροχή άλλων εξυπηρετήσεων, έστω και χωρίς μεταβολή της κατά προορισμό χρήσης τους, ενεργείται πάντοτε κατόπιν καταβολής ανταλλάγματος χρήσης… Το αντάλλαγμα αυτό … διατίθεται αποκλειστικά για την ανάπτυξη και προστασία των δασών…». Εξ άλλου, κατά το άρθρο 57 του ως άνω ν. 998/1979 «1. Αι κατ’ εφαρμογήν των κειμένων περί μεταλλείων και λατομείων διατάξεων έρευναι προς ανεύρεσιν μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών εντός [δασών και δασικών εκτάσεων] … επιτρέπονται ως ακολούθως: (α) … (β) Αι έρευναι διά γεωτρήσεων και δι’ ανορύξεως φρεάτων ή στοών επιτρέπονται κατόπιν εγκρίσεως παρεχομένης δι’ αποφάσεως του νομάρχου μετά γνωμοδότησιν του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφ’ όσον την διεξαγωγήν τούτων θεωρεί ιδιαιτέρως συμφέρουσαν δια την εθνική οικονομίαν το Υπουργείον Βιομηχανίας. … Δια της σχετικής περί εγκρίσεως των ως άνω ερευνών αποφάσεως δύναται να τίθενται περιορισμοί ως προς την έρευναν … καθορίζονται δε συγχρόνως και αι υποχρεώσεις του ερευνητού διά την προστασίαν του δασικού περιβάλλοντος και την αποκατάστασιν του τοπίου και της δασικής βλαστήσεως μετά το πέρας της ερεύνης ως και αι υποχρεώσεις του εν περιπτώσει εκμεταλλεύσεως της εκτάσεως. Η ως άνω απόφασις αποτελεί συγχρόνως έγκρισιν και της μετά την έρευναν εκμεταλλεύσεως, εφ’ όσον δεν απαιτείται ειδική έγκρισις διά ταύτην κατά τους όρους της επομένης παραγράφου. 2. Εκμετάλλευσις μεταλλείων και λατομείων διά της εξορύξεως, διαλογής, επεξεργασίας και αποκομιδής μεταλλευτικών ή λατομικών ορυκτών, διάνοιξις οδών προσπελάσεως και ανέγερσις εγκαταστάσεων εξυπηρετουσών τας ανάγκας εκμεταλλεύσεως τούτων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων επιτρέπονται ελευθέρως, εφ’ όσον εχορηγήθη η κατά την προηγούμενη παράγραφον έγκρισις ερεύνης. Εάν δεν εχορηγήθη η ως είρηται έγκρισις ερεύνης, απαιτείται ειδική έγκρισις της εκμεταλλεύσεως, χορηγούμενη δι’ αποφάσεως του νομάρχου, εκδιδομένης μετά γνώμην του νομαρχιακού συμβουλίου δασών και εφ’ όσον την εκμετάλλευσιν τούτων θεωρεί ιδιαιτέρως συμφέρουσαν δια την εθνικήν οικονομίαν το Υπουργείον Βιομηχανίας. … Εις πάσαν περίπτωσιν απαιτείται έγκρισις δια την εκμετάλλευσιν μεταλλείων ή λατομείων εντός δασών ή δασικών εκτάσεων των κατηγοριών α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ως και των κατηγοριών δ΄, ε΄ και ζ΄ της παραγράφου 2 του αυτού άρθρου, ανεξαρτήτως του αν εχορηγήθη ή μη ως κατά την προηγούμενη παράγραφον έγκρισις. Αύτη παρέχεται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Δασικής Πολιτικής. 3. Η εκμετάλλευσις των μεταλλευτικών και λατομικών ορυκτών ενεργείται υποχρεωτικώς κατά τρόπον μη καταστρέφοντα την δασικήν βλάστησιν ει μη εις το απολύτως απαραίτητον μέτρον. Η εναπόθεσις ή μεταφορά των στείρων ή καταλοίπων εκ των εξορυσσομένων μεταλλευμάτων ή λατομικών ορυκτών ενεργείται εις ειδικούς προς τούτο χώρους κατά τους όρους της εν άρθρω 45 παρ. 4 μελέτης. 4. Πάσα εκ των ερευνών ή της εκμεταλλεύσεως προκαλουμένη εις δάσος ή δασικάς εκτάσεις ζημία αποκαθίσταται συμφώνως προς την κατά το άρθρον 47 παρ. 4 μελέτην και τας εντολάς της αρμοδίας δασικής αρχής … 5. Η παραχώρησις δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων δια την διενέργειαν των εν τω παρόντι άρθρω εργασιών επιτρέπεται: (α) … (β) Κατά χρήσιν και επ’ ανταλλάγματι, εφ’ όσον αι παραχωρούμεναι εκτάσεις πρόκειται να χρησιμοποιηθούν δια την εκμετάλλευσιν των εν αυταίς ορυκτών ή την δημιουργίαν προχείρων εγκαταστάσεων. (γ) … Η κατά χρήσιν παραχώρησις ενεργείται δια της κατά τας παραγράφους 1 και 2 απαιτουμένης εγκριτικής της ερεύνης ή της εκμεταλλεύσεως αποφάσεως, καθοριζούσης την διάρκειαν και το αντάλλαγμα της παραχωρήσεως. Δια τον καθορισμόν του ανταλλάγματος απαιτείται η σύμφωνος γνωμοδότησις της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής, η καταβολή δε των οικείων χρηματικών ποσών ενεργείται προς το Κεντρικόν Ταμείον Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών…».

6. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση 119/13.1.2006 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 5 του ν. 998/1979. Οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα να παραχωρούνται κατά χρήση ή κατά κυριότητα, εξουσιαστικώς, κατόπιν ειδικής εγκριτικής αποφάσεως του αρμοδίου οργάνου της Διοικήσεως, δημόσιες εκτάσεις δασικού χαρακτήρα για την εκμετάλλευση λατομείων ή μεταλλείων, αποβλέπουν στη θεραπεία δημόσιου σκοπού, και συγκεκριμένα στην κάλυψη των αναγκών σε λατομικά και μεταλλευτικά ορυκτά και στην ανάπτυξη της σχετικής παραγωγικής δραστηριότητας προς όφελος της εθνικής οικονομίας, μετά από συνεκτίμηση της ανάγκης αποτελεσματικής προστασίας του δασικού πλούτου της χώρας και του φυσικού περιβάλλοντος εν γένει, εν όψει των δυσμενών επιπτώσεων της σχετικής επιχειρηματικής δραστηριότητας στο περιβάλλον. Κατά συνέπεια, οι διαφορές οι οποίες γεννώνται από τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ανεξαρτήτως αν οι σχετικές πράξεις προβλέπουν την καταβολή ή μη ανταλλάγματος για την παραχώρηση, συνιστούν διοικητικές και όχι ιδιωτικές διαφορές (ΣΕ 3115/2015 7μ., 4007/2002). Περαιτέρω, οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες δεν παρέχεται απλώς έγκριση εκμεταλλεύσεως δασών και δασικών εκτάσεων για μεταλλευτικούς σκοπούς, αλλά έγκριση για την παραχώρηση των εκτάσεων αυτών κατά χρήση ή κατά κυριότητα, εντάσσονται στην δασική νομοθεσία, όπως και οι άλλες διατάξεις που προβλέπουν παραχώρηση δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων για την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Από την αμφισβήτηση δε της νομιμότητας των πράξεων με τις οποίες εγκρίνεται η παραχώρηση δασών και δασικών εκτάσεων για την άσκηση λατομικής ή μεταλλευτικής δραστηριότητας γεννώνται ακυρωτικές διαφορές, για την εκδίκαση των οποίων αρμόδιο είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας, και ειδικότερα το Ε΄ Τμήμα αυτού. Και τούτο διότι τα αρμόδια κατά το ως άνω άρθρο 57 του ν. 998/1979 όργανα εγκρίνουν, κατά τον νόμο, την παραχώρηση δημοσίων δασών και δασικών εκτάσεων βάσει, μεταξύ άλλων, ουσιαστικών και τεχνικών εκτιμήσεων και επιλογών που συναρτώνται με την σκοπιμότητα της αξιοποιήσεως του ορυκτού πλούτου της χώρας, εν όψει των αναγκών της εθνικής οικονομίας και της υποχρεώσεως προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων, δηλαδή βάσει κρίσεων και σταθμίσεων οι οποίες ανήκουν, κατά το Σύνταγμα, στο πεδίο δράσεως της Διοικήσεως και δεν μπορούν να ανατεθούν στα δικαστήρια δια μέσου της αρμοδιότητας πλήρους δικαιοδοσίας κατά τον δικαστικό έλεγχο των σχετικών πράξεων (ΣΕ 3115/2015 7μ., 2431/2010 κ.ά.).

Κατά συνέπεια, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα που στρέφεται, όπως προεκτέθηκε, κατά της 119/13.1.2006 αποφάσεως με την οποία παραχωρήθηκαν στην αιτούσα εταιρεία, κατά χρήση, τμήματα εκτάσεως, φερομένης ως δημόσιας δασικής, για τις ανάγκες της δραστηριότητάς της, και στην οποία ενσωματώθηκε η προηγηθείσα 117/2005 γνωμοδότηση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων (Ε.Ε.Δ.Α.) Ν. Λασιθίου περί καθορισμού του καταβλητέου για την παραχώρηση ανταλλάγματος, αποτελεί αίτηση ακυρώσεως, εκδικαζόμενη αρμοδίως από το παρόν Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣΕ 3115/2015 7μ.).

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την απόφαση Φ6.34.1/8857/11.9.1989 του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας χορηγήθηκε στην εταιρεία «Ε.Λ.Μ.Μ.Ε. Α.Ε.» άδεια εκμεταλλεύσεως λατομείου εξορύξεως βιομηχανικού ορυκτού (γύψου), ισχύος μέχρι 11.9.2004, επί εκτάσεως εμβαδού 122.580 τ.μ. στην περιοχή «Αλτσί» της πρώην κοινότητας Λάστρας του Νομού Λασιθίου, η οποία είχε προηγουμένως χαρακτηρισθεί εν μέρει ως γεωργική και εν μέρει ως χορτολιβαδική και βραχώδης (άρθρο 3 παράγρ. 6 εδάφια α και β-γ, αντιστοίχως) με τις αποφάσεις 2832-34/1989 της Διευθύνσεως Δασών Λασιθίου και τελικώς με τις αποφάσεις 4-6/1989 της Πρωτοβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α. Ν. Λασιθίου. Εν συνεχεία, με την απόφαση Δ8/Β/Φ6.34.1/11.967/20.7.1990 του αυτού Υπουργού χορηγήθηκε στην ίδια εταιρεία άδεια εκμεταλλεύσεως λατομείου γύψου, ισχύος μέχρι 19.7.2005, σε έκταση εμβαδού 88.600 τ.μ., ομοίας φύσεως και όμορη προς την προηγούμενη. Ενδιαφερόμενη να συνεχίσει την εκμετάλλευση του λατομικού χώρου η αιτούσα εταιρεία, στην οποία εν τω μεταξύ συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως η εταιρεία Ε.Λ.Μ.Μ.Ε. (βλ. ΦΕΚ 5114/5.9.1994, τ. Α.Ε. & Ε.Π.Ε.), ζήτησε την παραχώρηση της χρήσεως και την έγκριση επεμβάσεως σε έκταση συνολικού εμβαδού 142.078 τ.μ., εμπίπτουσα στις εκτάσεις που είχαν χαρακτηρισθεί ως χορτολιβαδικές με τις αποφάσεις 4-6/1989 της Ε.Ε.Δ.Α. (βλ. αίτηση 2467/22.7.2004 προς την Διεύθυνση Δασών της Ν. Α. Λασιθίου περί παραχωρήσεως χορτολιβαδικής εκτάσεως και παρατάσεως ισχύος της άδειας εκμεταλλεύσεως του έτους 1989 και αίτηση 1026/9.8.2005 προς την Διεύθυνση Δασών της Περιφέρειας Κρήτης για την παραχώρηση χρήσεως χορτολιβαδικής εκτάσεως, την έγκριση επεμβάσεως και την παράταση ισχύος των αδειών των ετών 1989 και 1990). Την εν λόγω έκταση η Διοίκηση αρχικά μεν θεωρούσε ως ιδιωτική (βλ. προαναφερθείσες άδειες των ετών 1989 και 1990), ακολούθως δε ως δημόσια χορτολιβαδική και ως εκ τούτου υπαγόμενη στην διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας κατά το άρθρο 3 παράγρ. 7 του ν. 998/1979 που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3208/2003 (βλ. 3687/18.12.2002, 623/26.2.2003, 1227/30.4.2003 και 2467/26.7.2004 έγγραφα της Δ/νσεως Δασών Λασιθίου). Η αιτούσα με την πρώτη από τις ανωτέρω αιτήσεις (2467/22.7.2004) δεν αμφισβήτησε τον δημόσιο χαρακτήρα της επίμαχης εκτάσεως (αντιθέτως, η αίτηση υπεβλήθη προς την “αρμόδια Υπηρεσία για τη διαχείριση … υποθέσεων παραχωρήσεως δημόσιων χορτολιβαδικών εκτάσεων”), στην δεύτερη δε αίτηση (1026/9.8.2005) διατύπωσε “επιφύλαξη των δικαιωμάτων [της] από την διαδικασία αναγνώρισης των τίτλων κυριότητας της … έκτασης”. Το αίτημα για την παραχώρηση της χρήσεως και την έγκριση επεμβάσεως στην επίδικη έκταση διαβιβάσθηκε, κατ’ άρθρο 57 παρ. 5 του ν. 998/1979, στην πρωτοβάθμια Ε.Ε.Δ.Α. Ν. Λασιθίου, η οποία με το πρακτικό 117/5.12.2005 καθόρισε το αντάλλαγμα της παραχωρήσεως σε 63.935 ευρώ. Η αιτούσα με το από 22.12.2005 έγγραφό της προς την Περιφέρεια Κρήτης (α.π. 7452/23.12.2005) δήλωσε ότι αποδέχεται την ανωτέρω γνωμοδότηση 117/2005 της ε.ε.δ.α. Ν. Λασιθίου και το ύψος του καθορισθέντος ανταλλάγματος, με την επιφύλαξη του δικαιώματός της “για την αναγνώριση των ιδιωτικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων [της] επί της … εκτάσεως, με έναν [των] υπό της νομοθεσίας προβλεπομένων τρόπων”. Κατόπιν τούτου, και μετά την καταβολή από την αιτούσα του οικείου ποσού (βλ. 1710629/28.12.2005 απόδειξη καταθέσεως της Τραπέζης της Ελλάδος), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση 119/13.1.2006 του Γ. Γ. Περιφέρειας Κρήτης, με την οποία παραχωρήθηκε η επίδικη έκταση στην αιτούσα κατά χρήση, έναντι ανταλλάγματος, και εγκρίθηκε η επέμβαση σ’ αυτήν. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αμφισβητείται η υποχρέωση καταβολής ανταλλάγματος και ο δημόσιος χαρακτήρας της εκτάσεως.

8. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα, όλοι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως, που ανάγονται σε μη νόμιμη και ανεπαρκή αιτιολογία της κρίσεως της Διοικήσεως για τον δημόσιο χαρακτήρα της επίμαχης χορτολιβαδικής εκτάσεως, καθώς και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τούτο, διότι η ίδια η αιτούσα ζήτησε την παραχώρηση της επίμαχης χορτολιβαδικής εκτάσεως απευθυνόμενη στην αρχή που είναι αρμόδια για τη διαχείριση υποθέσεων παραχωρήσεως «δημοσίων» χορτολιβαδικών εκτάσεων, ενώ μεταγενεστέρως, κατ’ αρχήν, τον χαρακτήρα αυτό της εκτάσεως, κατέβαλε το καθορισθέν τίμημα, αποδεχόμενη την αντίστοιχη υπηρεσιακή γνωμοδότηση. Επομένως, η Διοίκηση, με την προσβαλλόμενη πράξη της, νομίμως αιτιολόγησε την κρίση της για τον χαρακτήρα της εκτάσεως ως δημόσιας χορτολιβαδικής, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία για το ζήτημα αυτό. Η αιτιολογία δε, ειδικότερα, αυτή δεν ήταν αναγκαία ούτε μετά την διατύπωση σχετικής επιφυλάξεως από την αιτούσα με τη δεύτερη αίτησή της προς την Διοίκηση, προεχόντως διότι η επιφύλαξη αυτή ανήγετο, πάντως, κατά περιεχόμενο, στην κίνηση άλλων διαδικασιών για την αναγνώριση των κατά την αιτούσα δικαιωμάτων της επί της εκτάσεως και όχι στην έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως χωρίς την πρόβλεψη καταβολής ανταλλάγματος. Άλλο δε είναι το ζήτημα των ενεργειών στις οποίες ενδεχομένως θα προβεί η αιτούσα ή και η Διοίκηση μετά την οριστική επίλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της επίδικης εκτάσεως από τα πολιτικά δικαστήρια, ενώπιον των οποίων προσέφυγε η αιτούσα, μετά πάντως την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως (βλ. υπ’ αριθ. 147-49/8.5.2009 αγωγές της αιτούσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου περί αναγνωρίσεως κυριότητας διαφόρων εκτάσεων, στις οποίες φέρεται ότι εμπίπτει και η επίδικη, και αντίστοιχες, υπέρ της αιτούσας και των δικαιοπαρόχων της, αποφάσεις 37-39/2014 του αυτού δικαστηρίου, κατά των οποίων εκκρεμεί έφεση του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, όπως εκτίθεται στο από 8.11.2016 υπόμνημα της αιτούσας που κατατέθηκε μετά την συζήτηση, εντός σχετικής προθεσμίας που χορήγησε ο Πρόεδρος του Τμήματος).

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση,

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και

Επιβάλλει στην αιτούσα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2016 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 29 Μαρτίου 2017.

Ο Πρόεδρος του Ε´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας

Αθ. ΡάντοςΜ. Βλασερού