Αριθμός 96/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Α. Ράντος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Ρόζος, Ε. Σαρπ, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Α. Σταθάκης, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Χ. Ντουχάνης, Μ.-Α. Τσακάλη, Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Μ. Σταματελάτου και Β. Ραφτοπούλου, καθώς και η Πάρεδρος Μ.-Α. Τσακάλη μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 23 Οκτωβρίου 2006 αίτηση:
του Βασιλείου Κωνσταντίνου Κωτούλα, κατοίκου Θεσσαλονίκης (Πηλέως 7), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γ. Γιαννόπουλο (Α.Μ. 5852 Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των: 1) Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος παρέστη με το Ν. Δασκαλαντωνάκη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και 2) Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο παρέστη με το δικηγόρο Γ. Βαρίτη (Α.Μ. 16341), που τον διόρισε με πράξη του ο Πρύτανής του.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 2715/2010 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρονται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν: α) η υπ’ αριθμ. 18/30.6.2005 απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών και β) η υπ’ αριθμ. 7/9.10.2006 πράξη του Πρύτανη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο Γ. Ποταμιά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο του Πανεπιστημίου και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση του κρινομένου ενδίκου βοηθήματος έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 2564462, 1436492/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με το ένδικο αυτό βοήθημα ζητείται η ακύρωση : 1) της 18/30.6.2005 απόφασης του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών, με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα – αιτούντα, διοικητικό υπάλληλο του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης για το πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εκτός υπηρεσίας και 2) της 7/9.10.2006 πράξης του Πρύτανη του ΑΠΘ, με την οποία ο προσφεύγων – αιτών τέθηκε σε αργία συνεπεία της πειθαρχικής αυτής απόφασης.
3. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 2715/2010 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του πρ.δ/τος 18/1989 (Α, 8) η κρινόμενη υπόθεση προκειμένου να κριθεί το ζήτημα αν αντίκεινται στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος οι διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 2839/2000 με τις οποίες καταργήθηκαν όλα τα επιμέρους δευτεροβάθμια υπηρεσιακά συμβούλια, μεταξύ των οποίων και αυτά των ΑΕΙ και ιδρύθηκε ένα δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο στο Υπουργείο Εσωτερικών Δημόσια Διοίκησης και Αποκέντρωσης προκειμένου να κρίνει σε δεύτερο βαθμό όλες τις πειθαρχικές υποθέσεις των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων καθώς επίσης και η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. δ΄ εδάφ. β του ν. 3074/2002 (Α, 296) κατά το μέρος που παρέχει στον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης τη δυνατότητα να παραπέμπει στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο του Υπουργείου Εσωτερικών υποθέσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση πειθαρχικού οργάνου α.ε.ι.
4. Επειδή, στο άρθρο 16 παρ. 5 εδάφια α΄ και β΄ του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους.». Εξάλλου, στο άρθρο 103 παρ. 4 και 6 αυτού ορίζεται ότι : «4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. … 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Κανονισμό της, καθώς και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.».
5. Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2683/1999 (Α, 19) ορίζεται ότι, «1. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι πολιτικοί διοικητικοί υπάλληλοι του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Περαιτέρω, στο άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 1268/1982 (Α, 87) που ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο [πριν δηλαδή την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ. 3 του ν.4009/2011 (Α, 195)], οριζόταν ότι «1. Το Διοικητικό Προσωπικό του ΑΕΙ αποτελείται από τους υπαλλήλους που υπηρετούν στις διοικητικές οικονομικές και τεχνικές υπηρεσίες του. 2. Οι μισθολογικές, βαθμολογικές και λοιπές ρυθμίσεις που αφορούν τους υπαλλήλους του Δημοσίου ισχύουν και για το Διοικητικό Προσωπικό των Α.Ε.Ι.». Στο άρθρο 116 του ως άνω Υπαλληλικού Κώδικα προβλέφθηκε αρχικά ότι πειθαρχική εξουσία στους υπαλλήλους ασκούν μεταξύ άλλων τα υπηρεσιακά συμβούλια (άρθρο 116), τα οποία είναι : α. το ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, β. και γ. τα πρωτοβάθμια υπηρεσιακά συμβούλια, και δ. τα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια (άρθρο 158 παρ. 1), τα τελευταία, δε, κρίνουν σε δεύτερο βαθμό, κατά το νόμο και την ουσία, τις αποφάσεις των πρωτοβάθμιων υπηρεσιακών συμβουλίων, αποκλειστικά για τις υποθέσεις που ορίζονται στον ΥΚ (άρθρο 158 παρ. 7). Εξάλλου, σε κάθε ΑΕΙ συνιστώνται με απόφαση του Πρύτανη μέχρι δύο πρωτοβάθμια υπηρεσιακά συμβούλια και ένα δευτεροβάθμιο (άρθρο 159 παρ. 6), τα οποία συγκροτούνται επίσης με απόφαση του Πρύτανη (άρθρο 161 παρ. 2). Ακολούθως, με το άρθρο 15 του ν. 2839/2000 (Α΄ 196) καταργήθηκαν όλα τα επιμέρους δευτεροβάθμια υπηρεσιακά συμβούλια (παρ. 9), μεταξύ των οποίων και αυτά των ΑΕΙ (παρ. 9 και 14) και συστήθηκε ένα δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (παρ. 18), με σκοπό, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, α) την ενοποίηση της νομολογίας των πειθαρχικών συμβουλίων και την ομοιομορφία της κρίσης ομοίων πειθαρχικών υποθέσεων, τουλάχιστον σε δεύτερο βαθμό, για όλους του υπαλλήλους, β) το συντονισμό και την ταχεία διεκπεραίωση των πειθαρχικών υποθέσεων και γ) την ταχεία διεκπεραίωση των πειθαρχικών υποθέσεων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να μη δημιουργείται η αίσθηση ατιμωρησίας στους υπαλλήλους που τιμωρήθηκαν με πειθαρχική ποινή. Ειδικότερα, με την παρ. 18 του άρθρου 15 του ν. 2839/2000 προστέθηκε στον Υπαλληλικό Κώδικα, άρθρο 163 Α με τον τίτλο «Σύσταση και συγκρότηση δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου» στο οποίο ορίζονται τα εξής : «1. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει σε δεύτερο βαθμό, κατά το νόμο …». Στη συνέχεια, η παρ. 2 του άρθρου 163 Α του Υπαλληλικού Κώδικα, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 3260/2004 (Α΄ 151) ως εξής : «2. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτελείται από: α) Έναν Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως Πρόεδρο, που υποδεικνύεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. β) Τέσσερις Συμβούλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με ισάριθμους αναπληρωτές τους, που υποδεικνύονται από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. γ) Δύο Γενικούς Διευθυντές της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης με δύο αναπληρωτές τους Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές της ίδιας Υπηρεσίας, οι οποίοι ορίζονται από τον Υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. δ) Τον Γενικό Διευθυντή αρμόδιο για θέματα προσωπικού του Υπουργείου ή αυτοτελούς Υπηρεσίας ή Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, όπου ανήκει ο πειθαρχικά διωκόμενος υπάλληλος κατά το χρόνο εκδίκασης της ένστασης, εφόσον οι φορείς αυτοί εδρεύουν στο Νομό Αττικής, με αναπληρωτές του δύο Διευθυντές του ίδιου φορέα. Αν δεν υπάρχει Γενικός Διευθυντής, έναν Διευθυντή Προσωπικού ή τον Προϊστάμενο του Τμήματος ή του Γραφείου Προσωπικού, με αναπληρωτές του δύο διευθυντές ή προϊσταμένους τμημάτων. Προκειμένου περί φορέων που δεν εδρεύουν στο Νομό Αττικής, έναν Γενικό Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με αναπληρωτή του έναν Διευθυντή της ίδιας υπηρεσίας. Ειδικά ως προς τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις που εδρεύουν εκτός του Νομού Αττικής, τον Γενικό Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με αναπληρωτή έναν Διευθυντή της ίδιας υπηρεσίας. ε) Δύο εκπροσώπους της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι είναι μόνιμοι υπάλληλοι προϊστάμενοι Διεύθυνσης και οι οποίοι υποδεικνύονται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. Αν η Α.Δ.Ε.Δ.Υ. δεν υποδείξει μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την περιέλευση σε αυτήν εγγράφου ερωτήματος του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, τα μέλη αυτά μαζί με τους αναπληρωτές τους ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης από υπηρεσίες και Ν.Π.Δ.Δ., υπάλληλοι των οποίων υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο λειτουργεί σε δύο Τμήματα, καθένα των οποίων αποτελείται από: α) Τον Πρόεδρο του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αναπληρούμενο από τον αρχαιότερο των μετεχόντων Συμβούλων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. β) Δύο Νομικούς Συμβούλους του Ν.Σ.Κ. ή τους αναπληρωτές τους. γ) Έναν Γενικό Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ή έναν από τους αναπληρωτές του. δ) Το τακτικό μέλος της περιπτώσεως δ΄ ανωτέρω, αναπληρούμενο από ένα των αναπληρωματικών του μελών. ε) Τους δύο εκπροσώπους της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., ή τους δύο αναπληρωτές τους. Οι μετέχοντες σε οποιοδήποτε τμήμα αναπληρωτές των τακτικών μελών θεωρούνται για τη σύνθεση ως τακτικά μέλη. Γραμματέας των δύο Τμημάτων είναι ο προϊστάμενος της Γραμματείας του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου με δύο αναπληρωτές υπαλλήλους της Γραμματείας. Με απόφαση του Προέδρου του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ορίζονται τα μέλη καθενός Τμήματος με τον Γραμματέα και τους αναπληρωτές του.».
6. Επειδή, το πιο πάνω Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, το οποίο «συνιστάται» στο Υπουργείο Εσωτερικών και συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης από λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και από μονίμους υπαλλήλους του Κράτους και των ν.π.δ.δ., αποτελεί όργανο της κρατικής Διοίκησης (βλ. ΣτΕ 1401/2010, 3501/2002).
7. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 3074/2002 (Α΄ 296) ορίζεται στην παρ. 1 ότι συνιστάται θέση Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης για τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της διοίκησης, την παρακολούθηση και αξιολόγηση του έργου των ελεγκτικών σωμάτων της δημόσιας διοίκησης και τον εντοπισμό των φαινομένων διαφθοράς και της κακοδιοίκησης και στην παρ. 2 ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης α) μπορεί να διατάσσει, αυτεπαγγέλτως, τη διενέργεια επιθεωρήσεων, ελέγχων και ερευνών από το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης (Σ.Ε.Ε.Δ.Δ.) και από τα ιδιαίτερα Σώματα και Υπηρεσίες Επιθεώρησης και Ελέγχου των Υπουργείων και άλλων υπηρεσιών, β) παρακολουθεί τη δράση του Σώματος Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης και των ιδιαίτερων Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου του προηγούμενου εδαφίου, ειδικότερα δε παρακολουθεί την πορεία των ελέγχων που διενεργούνται και ενημερώνεται για τα πορίσματα αυτών οποτεδήποτε το ζητήσει, γ) αξιολογεί το έργο των Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου, δ) μπορεί να διεξάγει ελέγχους, επανελέγχους, επιθεωρήσεις και έρευνες στο Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλες υπηρεσίες, διεξάγει δε ο ίδιος ή με τους Βοηθούς του ή τους Ειδικούς Επιστημονικούς Συνεργάτες του ή τα αρμόδια όργανα του εδαφίου α΄ ένορκη διοικητική εξέταση και σε κάθε περίπτωση μπορεί να ασκήσει ή να διατάξει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης ή τη λήψη άλλων διοικητικών μέτρων, μπορεί δε επίσης να παραπέμπει υποθέσεις, για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση πειθαρχικού οργάνου στο αμέσως ανώτερο πειθαρχικό όργανο, ασκώντας τα προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα (όπως το εδάφιο αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 3200/2003 (Α΄ 281), ε) διεξάγει έλεγχο των ετήσιων δηλώσεων οικονομικής κατάστασης (πόθεν έσχες) όλων των μελών των Σωμάτων Επιθεώρησης και Ελέγχου, στ) συγκαλεί και προεδρεύει του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 Συντονιστικού Οργάνου Επιθεώρησης και Ελέγχου και μπορεί να ελέγχει τραπεζικούς λογαριασμούς υπαλλήλων της περ. α΄ μετά από παραγγελία του εισαγγελέα στο πλαίσιο διενεργούμενης σε βάρος τους προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης, ζ) μπορεί να ελέγχει καταγγελίες, οι οποίες υποβάλλονται στο Γραφείο του, σχετικά με φαινόμενα κακοδιοίκησης στους φορείς της περ. α΄ και στα Σώματα Ελέγχου αυτών και η) συντάσσει ετήσια έκθεση, στην οποία παρουσιάζει τις σημαντικότερες υποθέσεις, που σχετίζονται με φαινόμενα διαφθοράς, κακοδιοίκησης και αδιαφανών διαδικασιών στο χώρο της δημόσιας διοίκησης. Στην παρ. 3 του άρθρου 1 του αυτού ν. 3074/2002 ορίζεται ότι Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης διορίζεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, που διαθέτει υψηλή επιστημονική κατάρτιση και απολαμβάνει ευρείας κοινωνικής αποδοχής (περ. α΄) , επιλέγεται δε από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και διορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του ίδιου Υπουργού (περ. β΄). Με το άρθρο 9 του ν. 3094/2003 (Α΄ 10) προστέθηκε εδάφιο δεύτερο στην περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 και ορίσθηκε ότι η θητεία του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης είναι πενταετής και μπορεί να ανανεώνεται με την ίδια διαδικασία. Στην περ. δ΄ της παραγρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3074/2002 ορίζεται, περαιτέρω, ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και οι Βοηθοί του κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Τέλος, στην παρ. 4 του άρθρου 1 του αυτού ν. 3074/2002 ορίζεται ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης παύεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ύστερα από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς και για ανικανότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του, λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής.
8. Επειδή, ενόψει των ως άνω διατάξεων του ν. 3074/2002 έχει κριθεί ότι ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης είναι μετακλητός υπάλληλος της κρατικής Διοίκησης (βλ. ΣΕ 1849/2008Ολομ., 1401/2010 7μ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 περ. δ΄ του ν. 3074/2002 ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης δύναται να ασκεί ενώπιον της κατά νόμο αμέσως ανώτερης πειθαρχικής δικαιοδοσίας «τα προβλεπόμενα από τον νόμο ένδικα μέσα» κατά πειθαρχικών αποφάσεων κατώτερης πειθαρχικής δικαιοδοσίας όπως είναι και η προβλεπόμενη από το άρθρο 142 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999) ένσταση ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου του Υπουργείου Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (βλ. ΣτΕ 1401/2010, πρβλ. ΣτΕ 3403/2006).
9. Επειδή, η κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος θέσπιση της πλήρους αυτοδιοίκησης των Α.Ε.Ι. εξυπηρετεί το επιτελούμενο σ’ αυτά και κατοχυρούμενο στο άρθρο 16 του Συντάγματος έργο της προαγωγής και μετάδοσης της επιστήμης και της έρευνας. Στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου περιέχονται ειδικές διατάξεις για τους καθηγητές των Α.Ε.Ι. οι οποίοι είναι δημόσιοι λειτουργοί, απολαμβάνουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας και δεν μπορούν να παυθούν παρά μόνον ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς, ενώ προβλέπεται ρητώς ότι κατά το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό ασκεί δημόσιο λειτούργημα. Εξάλλου, στα Α.Ε.Ι. υπηρετούν, πλην των μελών του διδακτικού προσωπικού που είναι δημόσιοι λειτουργοί και διοικητικοί υπάλληλοι, των οποίων το υπηρεσιακό καθεστώς δεν ρυθμίζεται από το άρθρο 16 του Συντάγματος. Το υπηρεσιακό καθεστώς των υπαλλήλων των Α.Ε.Ι., οι οποίοι ασκούν διοικητικό έργο, ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως και των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν στο Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Εξάλλου, τα μέλη του διοικητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. υπάγονται μεν καταρχήν στην πειθαρχική εξουσία των αρμοδίων οργάνων των Α.Ε.Ι., πλην ο νομοθέτης μπορεί ελευθέρως να προβλέψει ότι οι πράξεις των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων των Α.Ε.Ι. υπόκεινται σε ένσταση ενώπιον ενός κεντρικού πειθαρχικού συμβουλίου, όπως είναι το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο, του Υπουργείου Εσωτερικών στο πλαίσιο της ασκούμενης επί των Α.Ε.Ι. κρατικής εποπτείας. Το κεντρικό αυτό πειθαρχικό όργανο συγκροτούμενο από μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και ανώτατους κρατικούς υπαλλήλους διασφαλίζει, α) μείζονες εγγυήσεις αντικειμενικής κρίσης κατά την αντιμετώπιση των φαινομένων διαφθοράς και κακοδιοίκησης λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι αυτό δεν αποτελεί όργανο του Α.Ε.Ι. στο οποίο υπηρετεί ο πειθαρχικώς διωκόμενος διοικητικός υπάλληλος και β) ενότητα κατά την εξέταση των πειθαρχικών υποθέσεων του συνόλου των δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν στα Α.Ε.Ι. Ένσταση δε ενώπιον του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου κατά αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών οργάνων των Α.Ε.Ι. δύναται κατά νόμο να ασκεί τόσο ο πειθαρχικώς διωκόμενος υπάλληλος όσο και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης.
Κατά την γνώμη όμως των Συμβούλων Ν. Ρόζου, Γ. Παπαγεωργίου, Γ. Ποταμιά και Σπ. Μαρκάτη οι διατάξεις των παρ. 4 και 6 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ερμηνευόμενες ενόψει του σκοπού τους, που είναι η παροχή εγγυήσεων υπέρ των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, έχουν την έννοια ότι οι υπάλληλοι αυτοί δεν μπορούν, μεταξύ άλλων, να υποβιβασθούν ή να παυθούν χωρίς προηγούμενη απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από υπαλλήλους που απολαμβάνουν της ίδιας με αυτούς συνταγματικής προστασίας της υπηρεσιακής τους κατάστασης, ήτοι από μόνιμους υπαλλήλους. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 5 εδ. α΄ και β΄ του Συντάγματος συνάγεται ότι το υπηρεσιακό αυτό συμβούλιο όταν επιλαμβάνεται των θεμάτων της υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού των ΑΕΙ τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των παρ. 4 και 6 του άρθρου 103 του Συντάγματος, πρέπει να αποτελεί όργανο του οικείου ΑΕΙ, λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως έχει ήδη κριθεί, με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος παραχωρήθηκε στα ΑΕΙ πλήρης αυτοδιοίκηση, ως τέτοιας νοουμένης της εξουσίας αυτών να αποφασίζουν για τις δικές τους υποθέσεις, με δικά τους όργανα, στην οποία περιλαμβάνεται προεχόντως η εξουσία της εκλογής του διδακτικού – κύριου και βοηθητικού – αλλά και του υπαλληλικού προσωπικού τους, επομένως δε και της απόλυσης του προσωπικού αυτού, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους (βλ. σχετ. ΣτΕ 2216/1977, Ολομ., 1145/1979, 1812, 1813, 1817/1983, Ολομ., 1245/1984, 620/2004, 7μ.,1431/2005, 1401/2010, 7μ.). Η πιο πάνω συνταγματικά κατοχυρωμένη ουσιαστική αρμοδιότητα των ΑΕΙ, θα μπορούσε να καμφθεί μόνο από άλλες συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες θα καθιδρύουν αρμοδιότητα οργάνων της κρατικής διοίκησης ως προς την ανωτέρω ύλη ή μέρος αυτής, και όχι από διατάξεις της κοινής νομοθεσίας, ακόμη και αν, με αυτές, επιδιώκονται σκοποί επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος και καθιδρύεται ουσιαστική αρμοδιότητα κρατικών οργάνων με αυξημένα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αποτελεσματικής λειτουργίας επί του συνόλου των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος εποπτεία του Κράτους επί των ΑΕΙ περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επεκταθεί, με διατάξεις κοινού νόμου, σε κατ΄ ουσίαν εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων του υπαλληλικού εν γένει προσωπικού των ΑΕΙ. Περαιτέρω, οι ανωτέρω νομοθετικές διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος, έχουν την έννοια ότι ναι μεν με αυτές καταργήθηκαν τα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια των οικείων ΑΕΙ, πλην το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Υπουργείου Εσωτερικών, ως όργανο της κρατικής Διοίκησης, δεν έχει πειθαρχική αρμοδιότητα επί του υπαλληλικού εν γένει προσωπικού των ΑΕΙ, στο οποίο ανήκουν, κατά τα προεκτεθέντα, οι διοικητικοί υπάλληλοι, όπως ο προσφεύγων, ο δε Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης δεν έχει την εξουσία να ασκεί «ενστάσεις», ήτοι διοικητικές προσφυγές κατά των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων των ΑΕΙ, που αφορούν πειθαρχικές υποθέσεις του εν λόγω προσωπικού των ΑΕΙ, διότι δεν υφίσταται πλέον κατά τα ήδη εκτεθέντα, δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο αρμόδιο για την εν λόγω κατηγορία προσωπικού των ΑΕΙ (βλ. ΣτΕ1401/2010).
10. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 101/19.4.2004 απόφαση του Κοινού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Προσωπικού του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), της Πανεπιστημιακής Φοιτητικής Λέσχης (ΠΦΛ), του Ταμείου Διοικήσεως και Διαχειρίσεως Αγροκτήματος Πανεπιστημίου (ΤΔΔΑΠ) και του Ταμείου Διοικήσεως και Διαχειρίσεως Πανεπιστημιακών Δασών (ΤΔΔΠΔ) επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα – αιτούντα η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού κατά ένα βαθμό για το πειθαρχικό παράπτωμα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς ή ανάξιας για υπάλληλο διαγωγής εκτός υπηρεσίας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν ένσταση τόσο ο προσφεύγων – αιτών, όσο και ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Υπουργείου Εσωτερικών συνεκδίκασε τις ενστάσεις αυτές, δέχθηκε την ένσταση του Γενικού Επιθεωρητή και επέβαλε στον προσφεύγοντα – αιτούντα την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης για το ανωτέρω πειθαρχικό παράπτωμα.
11. Επειδή, μετά την επίλυση των ζητημάτων που παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο Γ΄ τμήμα για την περαιτέρω εκδίκασή της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Επιλύει τα ζητήματα που παραπέμφθηκαν, σύμφωνα με το αιτιολογικό, και
Αναπέμπει την υπόθεση στο Γ΄ Τμήμα για την περαιτέρω εκδίκασή της.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2011
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
