ΣτΕ 989/2016, Στ’ 7μ, επικυρώνει 1875/2015, Η ΑΚΥΡΗ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΓΝΩΣΕΩΣ, Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΙΔΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΔΟΝΤΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΠΛΗΡΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΦΑΚΕΛΟ , ΑΚΥΡΗ ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

ΣΤΕ

Αριθμός 986/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Χρ. Ράμμος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 20 Ιανουαρίου 2010 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «Ιωάννης Ζησκάτας και Σια ΟΕ», που εδρεύει στο Λιτόχωρο Ν. Πιερίας, η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3171/2009 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Φρ. Γιαννακού.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά τον νόμο, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 3171/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα ΙΒ΄, Μεταβατική Έδρα Κατερίνης), με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1383/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Α΄, Μεταβατική Έδρα Κατερίνης). Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 17.4.2006 ανακοπή της αναιρεσίβλητης εταιρείας και είχε ακυρωθεί η 1062/24.2.2006 ταμειακή βεβαίωση του Προϊσταμένου της Β΄ Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, με την οποία είχε βεβαιωθεί σε βάρος της ποσό 212.397,95 ευρώ, ως χρέος προερχόμενο από οριστικό προσδιορισμό Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, διαχειριστικής περιόδου από 1.1. – 31.12.1998.

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Στ΄ Τμήματος μετά την1875/2015παραπεμπτική απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως του ίδιου Τμήματος.

3. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 63 του, κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή», στο δε άρθρο 66 ορίζεται ότι: «1. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει: Α. Σε περίπτωση ρητής πράξης: α) Για εκείνους τους οποίους αφορά: i. από την κατά νόμο επίδοσή της σε αυτούς, ή ii. σε κάθε άλλη περίπτωση από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένως πλήρη γνώση του περιεχομένου της…». Εξάλλου, στο άρθρο 69 του ίδιου Κώδικα ορίζονται τα εξής: «1. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκησή της δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης. 2. Κατ’ εξαίρεση, αν με την πράξη καταλογίζονται χρηματικά ποσά που αναφέρονται σε φορολογικές εν γένει απαιτήσεις του Δημοσίου … ή αυτοτελείς χρηματικές κυρώσεις για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής καθώς και η άσκησή της αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης. Ειδικές διατάξεις, οι οποίες αποκλείουν την αναστολή ή θεσπίζουν την κατά ορισμένο ποσοστό αναστολή των πράξεων τούτων, διατηρούνται σε ισχύ …». Κατά την έννοια της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 66 παρ. 1 περ. Α υποπερ. α του Κ.Δ.Δ., προβλέπεται μεν ως αφετηρία της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής καταρχήν η σύννομη κοινοποίηση της πράξεως στον ενδιαφερόμενο, δεν αποκλείεται όμως η σχετική προθεσμία να αρχίζει από την αποδεδειγμένη πλήρη γνώση του περιεχομένου της προσβαλλομένης πράξεως σε περίπτωση που είτε δεν έγινε η προβλεπόμενη κοινοποίηση είτε αυτή που έγινε δεν ήταν νόμιμη, ακόμη και αν πρόκειται για πράξη κοινοποιητέα, σύμφωνα με τη σχετική ειδική νομοθεσία που την διέπει (ΣτΕ 169/2015 7μ., 1828/2015, πρβλ. ΣτΕ 2436/2012 7μ., 3735/2013).

4. Επειδή, περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 217 του ως άνω Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) …». Στο άρθρο 224 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. … 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. ..». Τέλος, στο άρθρο 225 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής». Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων σε συνδυασμό προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, συνάγεται ότι η άσκηση προσφυγής κατά πράξεων βεβαιώσεως φόρων, καθώς και η προθεσμία ασκήσεως αυτής αναστέλλει την εν στενή εννοία βεβαίωση της σχετικής οφειλής (πρβλ. ενδεικτικώς ΣτΕ 2104/2014).

5. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 56 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Για κάθε επίδοση, το όργανο που τη διενεργεί συντάσσει έκθεση. 2. Η έκθεση, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 44 πρέπει να μνημονεύει…». Στην εν λόγω δε διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 44 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «3. Με την επιφύλαξη όσων ορίζουν ειδικότερες διατάξεις, η έκθεση πρέπει να μνημονεύει α) τον τόπο και τον χρόνο που διενεργήθηκε η πράξη και β) το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του οργάνου που διενήργησε την πράξη, εκείνων που συνέπραξαν ή παραστάθηκαν κατά τη διενέργειά της, καθώς και εκείνου που συνέταξε την έκθεση».

 Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η μνεία στην έκθεση επιδόσεως της ιδιότητας του οργάνου που την διενεργεί αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για το κύρος της επιδόσεως. Κατ’ ακολουθία, αν η εν λόγω ιδιότητα δεν προκύπτει από την έκθεση επιδόσεως, η επίδοση είναι άκυρη και δεν κινεί την προθεσμία προς άσκηση προσφυγής κατά της ούτως επιδοθείσης πράξεως (ενδεικτικώς, ΣτΕ 2325/2014, πρβλ. ΣτΕ 1357/1993, 2323/1989), η έλλειψη δε αυτή δεν δύναται καταρχήν να αναπληρωθεί, προς άρση της ακυρότητας, με άλλα αποδεικτικά μέσα περί της ιδιότητας του επιδόσαντος οργάνου (ενδεικτικώς, ΣτΕ 2325/2014, πρβλ. ΣτΕ 1357/1993, 2323/1989).

Όμως, σε περίπτωση κατά την οποία στην έκθεση επιδόσεως γίνεται καταρχήν μνεία της ιδιότητας του επιδίδοντος οργάνου, ελλείπουν, όμως, κρίσιμοι προσδιορισμοί για τον καθορισμό της εν λόγω ιδιότητας, η ως άνω ελλιπής αναγραφή, η οποία διακρίνεται της παντελούς ελλείψεως αναγραφής, δύναται, προς αποφυγή άκρας τυπολατρείας, να συμπληρούται από στοιχεία του φακέλου, καθιστώντας έτσι έγκυρη την επίδοση, η οποία έγινε, πάντως, από το προβλεπόμενο κατά τον νόμο όργανο.

6. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, σε βάρος της αναιρεσίβλητης εταιρείας, που εκμεταλλεύεται πρατήριο υγρών καυσίμων (με λιπαντικά και παροχή υπηρεσιών πλυντηρίου αυτοκινήτων), εκδόθηκε, κατόπιν τακτικού ελέγχου, η 10014/13.12.2005 οριστική πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Β΄ Κατερίνης, χρονικής περιόδου από 1.1.1998 έως 31.12.1998, με την οποία της καταλογίστηκε διαφορά κυρίου φόρου ύψους 18.093.651 δρχ. και πρόσθετος φόρος (300%) ύψους 54.280.953 δρχ., συνολικώς δε 72.374.604 δρχ. ή 212.397,95 ευρώ. Στη συνέχεια και εφόσον δεν είχε ασκηθεί προσφυγή κατά της ανωτέρω καταλογιστικής πράξεως, ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Β΄ Κατερίνης περιέλαβε το ποσό των καταλογισθέντων στη γραμμή 1 του 71/24.2.2006 χρηματικού καταλόγου, που συνέταξε, ακολούθως δε, προχώρησε στην ταμειακή βεβαίωση του χρέους, καθώς και στην αποστολή της ατομικής ειδοποιήσεως για την πληρωμή του (υπ’ αριθμ. 590/13.3.2006). Η αναιρεσίβλητη εταιρεία, αφού άσκησε στις 17.4.2006 προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξεως, ζήτησε στη συνέχεια με την ανακοπή της, που κατατέθηκε στις 18.4.2006, την ακύρωση της ως άνω ταμειακής βεβαιώσεως, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ακυρότητα της επιδόσεως, εξαιτίας της παραλείψεως αναφοράς στην οικεία έκθεση τόσο της ιδιότητας του προσώπου που την διενήργησε όσο και του παραλαβόντος αυτήν, με τον πρόσθετο ισχυρισμό ότι ο Ιωάννης Ζησκάτας, στον οποίο είχε γίνει η κοινοποίηση, τυγχάνει μεν διαχειριστής της, με συνδιαχειριστή, όμως, τον Ηλία Ζησκάτα. Για την επίδοση της ανωτέρω καταλογιστικής πράξεως, η φορολογική αρχή επικαλέσθηκε και προσκόμισε πρωτοδίκως σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Σήμερα στις 16.12.05 ημέρα εβδομάδος Παρασκευή και ώρα 11:30 ο υπογράφων Κουρίτας Αστ., μετά από έγγραφη παραγγελία του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Β΄ Κατερίνης, πήγα για να επιδώσω στην επιχ/ση Ζησκάτας Ι. και Σια Ο.Ε. κάτοικο Λιτοχώρου Ν. Πιερίας την αριθ. 10114/05 οριστική πράξη Προσδιορισμού Φ.Π.Α. Ν. 2589/00 και ΠΟΛ 1037/05 έτους 1998 με φορολογητέο εισόδημα ή αξία από ευρώ 53.099,49 και σύνολο φόρου ή προστίμου από ευρώ 212.397,95, μαζί με τη συνημμένη σχετική έκθεση ελέγχου και αφού βρήκα αυτόν επέδωσα στον Ζησκάτα Ιωάννη». Εξάλλου, στο ως άνω αποδεικτικό υπήρχαν κάτω από τις φράσεις «Ο Υπάλληλος που έκανε την επίδοση» και «Αυτός που παρέλαβε το έγγραφο», αντίστοιχες υπογραφές, με αναγραφή κάτωθεν της πρώτης μόνο του ονόματος «Κουρίτας Αστ.». Με τα ως άνω δεδομένα έγινε δεκτό πρωτοδίκως ότι, ανεξαρτήτως της βασιμότητας ή μη των ισχυρισμών που αφορούν στον παραλαβόντα, η έλλειψη της μνείας της ιδιότητας του οργάνου που διενήργησε την επίδοση στο οικείο αποδεικτικό καθιστά άκυρη την επίδοση, το ουσιώδες δε αυτό στοιχείο δεν δύναται να αναπληρωθεί από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Ακολούθως, έγινε δεκτό, κατ’ αποδοχή της ανακοπής, ότι, εφόσον δεν οριστικοποιήθηκε η φορολογική εγγραφή και δεν συγκροτήθηκε νόμιμος τίτλος εισπράξεως, η ταμειακή βεβαίωση που δεν διενεργήθηκε νόμιμα τυγχάνει ακυρωτέα. Επί εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι από τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. συνάγεται ότι αν η νομοθεσία που διέπει την προσβαλλομένη με προσφυγή πράξη προβλέπει ρητώς την επίδοση της πράξεως, για να αρχίσει η προθεσμία για την προσβολή της πράξεως αυτής απαιτείται να έχει επιδοθεί η πράξη στον ενδιαφερόμενο και δεν αρκεί να έχει αυτός πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Με τα δεδομένα αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου με την αιτιολογία ότι το αποδεικτικό επιδόσεως της ένδικης καταλογιστικής πράξεως, το οποίο επικαλείται η φορολογική αρχή, είναι άκυρο, διότι δεν αναγράφεται σ’ αυτό η ιδιότητα με την οποία ενήργησε ο συντάκτης της εκθέσεως «Αστέριος Κουρίτας», η έλλειψη δε αυτή δεν δύναται να αναπληρωθεί από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ασχέτως του ότι από τα στοιχεία, των οποίων γίνεται επίκληση και τα οποία τυγχάνουν απλά διαβιβαστικά, δεν προκύπτει η ιδιότητα του παραπάνω ως δημοτικού υπαλλήλου. Με τις σκέψεις αυτές έγινε τελικώς δεκτό ότι, εφόσον δεν αποδεικνύεται νόμιμη επίδοση της καταλογιστικής πράξεως, ουδέποτε άρχισε η προθεσμία για την άσκηση κατ’ αυτής προσφυγής και, ως εκ τούτου, μη οριστικοποιηθείσης της οφειλής, η ένδικη ταμειακή βεβαίωση είναι ακυρωτέα, λόγω μη σύννομης συγκροτήσεως του νομίμου τίτλου, ο ισχυρισμός δε περί καταβολής του ποσού και αναγνωρίσεως της οφειλής παρίσταται αλυσιτελής, αφού η βασιμότητα της χρηματικής αξιώσεως του Δημοσίου δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης.

7. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση προβάλλεται ότι η προπαρατεθείσα κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου είναι εσφαλμένη, διότι στο επίδικο αποδεικτικό επιδόσεως αναφέρονταν όλα τα, κατά τις οικείες διατάξεις, ουσιώδη και απαραίτητα για το κύρος του στοιχεία, μεταξύ των οποίων το ονοματεπώνυμο του επιδόσαντος και η ιδιότητά του ως υπαλλήλου, η οποία προκύπτει από την ένδειξη «ο Υπάλληλος που έκανε την επίδοση», κάτω από την οποία τέθηκε η υπογραφή και το ονοματεπώνυμο αυτού. Η δε αναγραφή της λέξεως «δημοτικός» μπροστά από το «υπάλληλος», προβάλλεται ότι, όχι μόνο δεν ήταν απαραίτητη για το κύρος της επιδόσεως, αλλά θα ήταν και περιττή, αφού, όπως προκύπτει από το σώμα της εκθέσεως επιδόσεως, η επίδοση έγινε στο Λιτόχωρο Ν. Πιερίας και, συνεπώς, εφόσον η Δ.Ο.Υ. που εξέδωσε την καταλογιστική πράξη εδρεύει στην Κατερίνη, ο επιδόσας είναι προφανές, κατά τα διδάγματα της λογικής, ότι δεν θα μπορούσε να είναι παρά μόνο δημοτικός υπάλληλος. Προβάλλεται, επίσης, ότι από το σώμα της εκθέσεως επιδόσεως προέκυπτε σαφώς ότι αυτή προερχόταν από δημόσιο όργανο, αφού πάνω από την υπογραφή και το ονοματεπώνυμο του διενεργήσαντος την επίδοση υπαλλήλου αναφερόταν η προαναφερθείσα ένδειξη «ο Υπάλληλος που έκανε την επίδοση» και συνεπώς, η έκθεση αυτή είχε σαφώς την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 169 παρ. 1 και 171 παρ. 1 για όσα βεβαιώνονται ότι ενήργησε ο συντάκτης του δημοσίου εγγράφου ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Προβάλλεται, τέλος, ότι η έλλειψη αναγραφής της ιδιότητας του επιδόσαντος υπαλλήλου ως δημοτικού υπαλλήλου ηδύνατο να αναπληρωθεί από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως το 23663/ 13.12.2005 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Β΄ Κατερίνης προς τον Δήμο Λιτόχωρου, με το οποίο διαβιβάσθηκε η επίδικη ταμειακή βεβαίωση για κοινοποίηση προς την αναιρεσίβλητη εταιρεία, και το 3575γ/23.2.2007 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Β΄ Κατερίνης, που είχε αποσταλεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 129 και 149 Κ.Δ.Δ., και, επομένως, η περί του αντιθέτου κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου έχει εκδοθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των άρθρων 44 παρ. 1 και 3 και 56 παρ. 1 και 2 του Κ.Δ.Δ.. Σύμφωνα, όμως, με όσα έγιναν δεκτά στην πέμπτη σκέψη, η ως άνω αναγραφή της ιδιότητας του επιδόσαντος οργάνου στην επίδικη έκθεση επιδόσεως ήταν ελλιπής, χρήζουσα ειδικοτέρου προσδιορισμού, μη αρκούσης, για το κύρος της γενομένης επιδόσεως, της γενικής και αόριστης επικλήσεως «ο υπάλληλος». Και ναι μεν η εν λόγω έλλειψη θα ηδύνατο να συμπληρωθεί από τα στοιχεία του φακέλου, εφόσον, όμως, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κατ’ αναίρεση περί των πραγμάτων κρίση του, έκανε δεκτό ότι από τα προσκομισθέντα από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο συμπληρωματικά στοιχεία δεν προκύπτει πάντως η ιδιότητα του επιδόσαντος οργάνου, ως δημοτικού υπαλλήλου, η περαιτέρω κρίση του, ότι ήταν άκυρη η γενομένη επίδοση, παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη,ανεξαρτήτως των λοιπών, ειδικοτέρων αιτιολογιών της. Πρέπει, επομένως, να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, ως απαραδέκτως πλήσσοντα την περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

8. Επειδή, τέλος, προβάλλεται, ότι η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία ουδέποτε άρχισε η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξεως, η οποία (καταλογιστική πράξη) δεν είχε, ως εκ τούτου, οριστικοποιηθεί, έχει εκδοθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 1 και 66 παρ. Α περ. ιι του Κ.Δ.Δ., 1 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 19 του ν. 1805/1988) και 73 του Κ.Δ.Δ.. Και τούτο, διότι από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, κατά το αναιρεσείον, ότι η προθεσμία προς άσκηση προσφυγής κατά ρητής ατομικής εκτελεστής διοικητικής πράξεως, όπως οι καταλογιστικές πράξεις φόρων, δασμών και λοιπών προστίμων και δικαιωμάτων, από το πρόσωπο στο οποίο αφορούν, άρχεται είτε από την επίδοση αυτών είτε (δηλαδή ακόμη και αν προβλέπεται επίδοση και αυτή δεν έχει διενεργηθεί ή διενεργήθηκε άκυρα) από την πλήρη γνώση του περιεχομένου της πράξεως από εκείνον στον οποίο αφορά. Εν προκειμένω δε (προβάλλεται ότι) από την επίδικη έκθεση επιδόσεως αποδεικνύεται ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε λάβει πλήρη γνώση της επιδοθείσης σ’ αυτήν πράξεως καταλογισμού (10014/ 13.12.2005 πράξη του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Β΄ Κατερίνης) από 16.12.2005, οπότε αυτή επιδόθηκε στον έχοντα την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου αυτής Ιωάννη Ζησκάτα, γεγονός που η ίδια δεν αμφισβήτησε, και, συνεπώς, από την επομένη της ημερομηνίας αυτής (17.12.2005) άρχισε η 60ήμερη προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, η οποία ασκήθηκε εν τέλει, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, εκπροθέσμως στις 17.4.2006, με συνέπεια την οριστικοποίηση της οφειλής και, κατ’ επέκταση, τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση των καταλογισθέντων ποσών. Όμως, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων του άρθρου 66 παρ. 1 Α περ. i και ii του Κ.Δ.Δ., ερμηνευομένων σε συνδυασμό προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η άκυρη επίδοση στον υπόχρεο της καταλογιστικής πράξεως, ήτοι πράξεως κοινοποιητέας κατά τον νόμο, δεν δύναται μόνη της και χωρίς την επίκληση και άλλων αποδεικτικών στοιχείων να αποτελέσει τεκμήριο πλήρους γνώσεως της πράξεως αυτής από εκείνον, περί ης προβλέπει η ως άνω περ. ii, και, επομένως, από την εν λόγω άκυρη επίδοση δεν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής από τον υπόχρεο ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση καταλογισθείσης φορολογικής επιβαρύνσεως εις βάρος του. Τούτο δε διότι άλλως θα καταστρατηγούνταν οι ως άνω διατάξεις που ορίζουν τα σχετικά με τη διαδικασία των επιδόσεων. Επομένως, η κατά τα ανωτέρω ακυρότητα της επίδικης εκθέσεως επιδόσεως της καταλογιστικής πράξεως στην αναιρεσίβλητη εταιρεία συνεπάγεται το μη νόμιμο της γενομένης επιδόσεως, με συνέπεια, η επίδοση αυτή να μην κινήσει την εξηκονθήμερη προθεσμία προς άσκηση προσφυγής κατά της εν λόγω πράξεως. Κατ’ ακολουθία, ορθώς τα δικαστήρια της ουσίας ακύρωσαν την ένδικη πράξη ταμειακής βεβαιώσεως, λόγω μη οριστικοποιήσεως της σχετικής οφειλής (ΣτΕ 2325, 2104/2014, 3661/2011, 179/2010) και πρέπει να απορριφθούν τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα, ως ερειδόμενα επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

9. Επειδή, μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η οποία ανέρχεται, για τη δίκη ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως, στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2016 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Απριλίου του ίδιου έτους.

Ο Πρόεδρος του Στ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Στ´ Τμήματος

Χρ. ΡάμμοςΕλ. Γκίκα

./.