Α.Θ.(m)
-1-
Αριθμός1716/2013
Αριθμός 1716/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2013, με την εξής σύνθεση: Θ. Παπαευαγγέλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 19 Ιανουαρίου 2007 αίτηση:
της Ελευθερίας Ρίζου, κατοίκου Αθηνών (Λεωφ. Αλεξάνδρας 53), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Σωτήριο Μπρέγιαννο (Α.Μ. 8917), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους..
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 3009/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αρ. 1786020/2007 ειδικό έντυπο παραβόλου).
2. Επειδή, δια της αιτήσεως αυτής ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 3009/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση της ήδη αναιρεσειούσης κατά της υπ’ αρ. 2044/2005 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Δια της τελευταίας αποφάσεως απερρίφθη η από 8-11-1999 αγωγή της ιδίας, δικηγόρου, πρώην νομικής συνεργάτου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας απολυθείσης δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 8 περ. α΄ του ν. 2160/1993, με αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Δημοσίου να της καταβάλει : α) ποσό ύψους 26.444.460 δραχμών, ως αποζημίωση, λόγω της μη επαναπροσλήψεώς της στην προαναφερθείσα θέση, για το χρονικό διάστημα από 19-8-1993 έως 4-11-1999 και β) 10.000.000 δραχμών, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία είχε υποστεί, εξ αιτίας της ως άνω παραλείψεως.
3. Επειδή, κατ’ άρθρον 5 παρ. 8 του ν. 2160/1993 (ΦΕΚ Α’ 118/1993) : «α) Καταργούνται οι 37 θέσεις νομικών συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και οι σχέσεις τους με το Δημόσιο λύονται αυτοδικαίως ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του παρόντος, χωρίς καμία διατύπωση. Στους δικηγόρους, των οποίων λύονται έτσι οι σχέσεις, καταβάλλεται η αποζημίωση, που προβλέπεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3024/1954, όπως ισχύει σήμερα). β) Εντός της ανωτέρω προθεσμίας του ενός μηνός οι 37 εκ των ανωτέρω καταργούμενες θέσεις νομικών συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας μπορούν να διατηρηθούν και να κατανεμηθούν μεταξύ των λοιπών Υπουργείων και των υπ’ αυτών εποπτευόμενων Ν.Π.Δ.Δ. με κοινή απόφαση του αρμόδιου υπουργού και του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης μόνον εφόσον υποβληθεί προς τούτο αίτημα απολυόμενου κατά το εδάφιο α’ του παρόντος άρθρου. Στις ούτως δημιουργούμενες θέσεις προσλαμβάνονται με σχέση παροχής υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία οι ανωτέρω υπό απόλυση νομικοί συνεργάτες του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. γ) Συνιστώνται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας δέκα (10) θέσεις Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού για θέματα παρακολούθησης και υποβοήθησης της προσαρμογής του εσωτερικού δικαίου προς το κοινοτικό, οι οποίες καλύπτονται από προσωπικό μόνιμο ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ν. 993/1979) ή, προκειμένου για δικηγόρους, με σχέση παροχής υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία. δ) Η πρόσληψη του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου γίνεται κατά τις διατάξεις περί προσλήψεως στο Δημόσιο Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού, εκτός αν πρόκειται για δικηγόρους, των οποίων λύθηκε η σύμβαση κατά το εδάφιο α’ του παρόντος. Η επιλογή και πρόσληψη των τελευταίων γίνεται κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη με Υπουργική Απόφαση. ε) Οι αποδοχές του προσωπικού του εδαφίου γ’ του παρόντος άρθρου ορίζονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών». Ακολούθησε η δημοσίευση του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ Α’ 28/3.3.1994), εις το άρθρο 25 παρ. 20 του οποίου ορίσθηκε ότι : «Για την επαναπρόσληψη σε άλλα υπουργεία, ν.π.δ.δ. και ο.τ.α. των νομικών συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, που απολύθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 8 (περιπτ. α’) του άρθρου 5 του ν. 2160/1993 (ΦΕΚ 118 Α’), ορίζεται προθεσμία εφαρμογής των διατάξεων της περίπτωσης β’ της αυτής ως άνω παραγράφου τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος. Συνιστώνται στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας δέκα (10) θέσεις δικηγόρων, τις οποίες καταλαμβάνουν με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ισάριθμοι δικηγόροι του προηγούμενου εδαφίου. Η απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας εκδίδεται εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος. Όσοι εκ των ανωτέρω έχουν λάβει την προβλεπόμενη από την αυτήν ως άνω διάταξη αποζημίωση οφείλουν να την επιστρέψουν. ….». Εξ άλλου, άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διατάξεως που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…». Τέλος, κατ’ άρθρον 19 του ν. 1868/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 230) : «1. Η αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων είναι ανεξάρτητο ένδικο βοήθημα σε σχέση με την προσφυγή, την αίτηση ακύρωσης ή άλλα ένδικα βοηθήματα κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης από την οποία απορρέει η αξίωση προς αποζημίωση και μπορεί να ασκηθεί και αυτοτελώς κατ’ επιλογή του ενδιαφερομένου. 2. Στην αγωγή αποζημίωσης το διοικητικό δικαστήριο εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης ή παράλειψης από την οποία απορρέει η αξίωση προς αποζημίωση, με την επιφύλαξη τυχόν ύπαρξης δεδικασμένου από απόφαση που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ή άλλου ένδικου βοηθήματος», ενώ κατ’ άρθρον 50 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ορίζεται ότι «Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο».
4. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα κατείχε ως δικηγόρος μία εκ των τριάντα επτά θέσεων νομικών συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 2160/1993, ελύθη η εργασιακή σχέση της μετά του Δημοσίου. Ακολούθως, δια της υπ’ αρ. 61566/19-8-1993 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας επελέγησαν και προσελήφθησαν σε έξι εκ των δέκα θέσεων, οι οποίες είχαν συσταθεί δια των ιδίων διατάξεων, έξι δικηγόροι, πρώην συνάδελφοί της. Εν συνεχεία, συνάδελφοί της, των οποίων οι θέσεις είχαν επίσης καταργηθεί, άσκησαν αιτήσεις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά της ως άνω υπουργικής αποφάσεως. Δια των υπ’ αρ. 228-9/1999 αποφάσεων του εν λόγω Δικαστηρίου ακυρώθηκαν ως παράνομες οι παραλείψεις προσλήψεως εκάστου των αιτούντων, διότι ούτε εκ της ακυρωθείσης αποφάσεως ούτε εξ άλλης προπαρασκευαστικής πράξεως προέκυπταν τα στοιχεία, επί των οποίων είχε στηριχθεί η επιλογή των προσληφθέντων δικηγόρων. Εν όψει των προαναφερομένων δικαστικών αποφάσεων, η Διοίκηση επανήλθε και δια της υπ’ αρ. 28684/3764/4-8-1999 αποφάσεως του ιδίου Υπουργού, κατόπιν συγκρίσεως των ουσιαστικών προσόντων ένδεκα υποψηφίων, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, επέλεξε και προσέλαβε αναδρομικώς από 19-8-1993 τους ιδίους δικηγόρους, κρίνασα ότι υπερείχαν κατά τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των λοιπών συνυποψηφίων τους. Εν τω μεταξύ, η αναιρεσείουσα υπέβαλε την υπ’ αρ. πρωτ. 13260/1-4-1994 αίτησή της, με αίτημα την επαναπρόσληψή της, δυνάμει του άρθρου 25 παρ. 20 του ν. 2190/1994, είτε σε μία εκ των δέκα συσταθεισών θέσεων στο ίδιο Υπουργείο, είτε σε άλλη θέση στο Δημόσιο. Δια των υπ’ αρ. 15485 – 15494/13-4-1994 αποφάσεων του ιδίου Υπουργού προσελήφθησαν εκ νέου στο εν λόγω Υπουργείο δέκα εκ των δέκα πέντε δικηγόρων, οι οποίοι είχαν υποβάλει την σχετική αίτηση. Περαιτέρω, δια της υπ’ αρ. 2704/2000 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκδοθείσης επί αιτήσεως ακυρώσεως της αναιρεσειούσης κατά της υπ’ αρ. 61556/19-8-1993 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, κατηργήθη η δίκη, λόγω της αντικαταστάσεως της προσβαλλομένης από την υπ’ αρ. 28684/3674/4-8-1999 απόφαση του ιδίου Υπουργού, ενώ δια της υπ’ αρ. 244/2002 αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου απερρίφθη ως εκπρόθεσμη η αίτηση ακυρώσεως της ιδίας κατά της παραλείψεως της Διοικήσεως να την επαναπροσλάβει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 25 παρ. 20 εδαφ. β΄ του ν. 2190/1994. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 8-11-1999 αγωγή της με αίτημα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Δημοσίου να της καταβάλει : α) ποσό ύψους 26.444.460 δραχμών, ως αποζημίωση, λόγω της μη επαναπροσλήψεώς της στην προαναφερθείσα θέση, για το χρονικό διάστημα από 19-8-1993 έως 4-11-1999 και β) 10.000.000 δραχμών, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία είχε υποστεί, εξ αιτίας της ως άνω παραλείψεως. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της. Έφεση της ιδίας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικώτερον το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι : α) εφ’ όσον η ακυρωθείσα υπ’ αρ. 61556/19-8-1993 υπουργική απόφαση αντικατεστάθη από την νομίμως αιτιολογημένη υπ’ αρ. 28684/4-8-1999 αποφάσεως του ιδίου Υπουργού, διεσπάσθη ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανόμου αρχικής υπουργικής αποφάσεως και της προβαλλομένης ζημίας. β) ως, προς το αίτημα διανομής και κατανομής των καταργηθεισών θέσεων νομικών συνεργατών σε άλλα Υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ., η μεν από 25-7-1993 αίτησή της δεν φαίνεται να έχει υποβληθεί, αφού στο προσκομισθέν φωτοαντίγραφο δεν υπάρχει αριθμός πρωτοκόλλου, η δε υπ’ αρ. πρωτ. 13.260/1-4-1994 αίτησή της δεν περιείχε τέτοιο αίτημα, αλλά αίτημα περί επαναπροσλήψεώς της στο ίδιο Υπουργείο και, κατά συνέπειαν, δεν στοιχειοθετείτο παράλειψη της Διοικήσεως, αφού, άλλωστε, η διατήρηση των θέσεων αυτών ήταν δυνητική και όχι υποχρεωτική για την Διοίκηση. γ) εφ’ όσον εκ των αρχικών δέκα θέσεων επληρώθησαν έξι και έμεναν τέσσερες κενές, ενώ οι αιτήσεις των υποψηφίων ήσαν δέκα πέντε, δεν είναι πιθανόν ότι κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων η αναιρεσείουσα θα είχε καταταγεί σε μία από τις τέσσερις θέσεις των επιλαχόντων και, συνεπώς, δεν υφίστατο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παραλείψεως προσλήψεως και της εις αυτήν επελθούσης ζημίας και δ) οι καταργήσεις των επιδίκων θέσεων δεν έγιναν κατά παράβαση του Συντάγματος ή της ΕΣΔΑ.
5. Επειδή, προβάλλεται ότι η κατάργηση τριάντα επτά θέσεων νομικών συνεργατών του Υπουργείου Οικονομικών αντίκειται στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. α, 25 παρ. 1 και 3 και 103 παρ. 3-4 του Συντάγματος και 1-18 της ΕΣΔΑ, διότι έγινε για να τιμωρηθούν οι δικηγόροι οι οποίοι αντιδρούσαν στην χρήση κωδικοποιημένης κάρτας εργασίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ερείδεται επί πραγματικού μη προκύπτοντος εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
6. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι η αναδρομική ισχύς της υπ’ αρ. 28684/4-8-1999 αποφάσεως του ιδίου Υπουργού δεν διέσπασε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ αυτής και της επελθούσης ζημίας, αφού η ακυρωθείσα υπ’ αρ. 61556/19-8-1993 απόφαση ίσχυσε επί μακρόν, της δε νεωτέρας η νομιμότης δεν εκρίθη υπό του δικάσαντος Εφετείου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, κατόπιν της ακυρώσεως της υπ’ αρ. 61.556/19-8-1993 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας υπό του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 228-9/1999), η Διοίκηση, σε συμμόρφωση προς τις προαναφερθείσες ακυρωτικές αποφάσεις, υπεχρεούτο να επανέλθει και να κρίνει τους υποψηφίους εκ νέου, έχουσα ακόμη την δυνατότητα να αποκλείσει και πάλιν την αναιρεσείουσα, ως έπραξε δια της εκδόσεως της υπ’ αρ. 28.684/3674/4-8-1999 αποφάσεως. Επομένως, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προαναφερθείσης παρανόμου αποφάσεως της Διοικήσεως και της ζημίας, η οποία επήλθε στην αναιρεσείουσα (πρβλ. ΣτΕ 1512/2009, 2932/2010).
7. Επειδή, προσέτι, προβάλλεται ότι εσφαλμένως εκρίθη ότι η από 25-7-1993 αίτηση της αναιρεσειούσης περί επαναπροσλήψεώς της σε άλλο Υπουργείο ή Ν.Π.Δ.Δ. δεν υπεβλήθη στην Διοίκηση, διότι η μη αναγραφή αριθμού πρωτοκόλλου δεν επάγει ακυρότητα της αιτήσεως, αφού, άλλωστε, η Διοίκηση προχώρησε στην επανάκριση των προσόντων της αναιρεσειούσης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η επανάκριση των υποψηφίων έγινε εις συμμόρφωση προς τις ανωτέρω ακυρωτικές αποφάσεις και όχι λόγω της εν λόγω αιτήσεως. Επίσης, τυγχάνει αλυσιτελής, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσέβαλε την εν λόγω επανάκριση. Εν πάση δε περιπτώσει, καθ’ ό μέτρο πλήσσεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτος.
8. Επειδή, εξ άλλου, προβάλλεται ως λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός αναπτύσσεται δια του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ότι, κατ’ άρθρον 25 παρ. 20 του ν. 2190/1994, η πρόσληψη των, δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 2160/1993, απολυθέντων νομικών συνεργατών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ήταν υποχρεωτική για την Διοίκηση είτε στο ίδιο Υπουργείο είτε σε άλλα Υπουργεία ή ν.π.δ.δ., ως τούτο προκύπτει τόσο από την διατύπωση της ιδίας διατάξεως, η οποία ομιλεί περί επαναπροσλήψεως όσον και από την επικεφαλίδα του σχετικού άρθρου. Η παράλειψη λοιπόν προσλήψεως της αναιρεσειούσης συνιστά λόγον θεμελιώσεως της ευθύνης της Διοικήσεως προς αποζημίωση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι προϋπόθεση του παρεμπίπτοντος ελέγχου μιάς πράξεως ή μιάς παραλείψεως της Διοικήσεως, ως εν προκειμένω η παράλειψη προσλήψεως της αναιρεσειούσης κατόπιν της από 1-4-1994 αιτήσεώς της, είναι η απουσία δεδικασμένου ως προς την νομιμότητα της εν λόγω παραλείψεως. Όταν, όμως, υφίσταται τέτοιο δεδικασμένο, ως εν προκειμένω το εκ της υπ’ αρ. 244/2002 απορριπτικής λόγω εκπροθέσμου αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας προκύπτον δεδικασμένο, δεν δύναται να θεμελιωθεί αξίωση αποζημιώσεως, ακόμη και αν η απορριπτική επί της αιτήσεως ακυρώσεως απόφαση στηρίζεται σε τυπικό λόγο (ΣτΕ 604/2005, 2176/2012).
9. Επειδή, επί πλέον, προβάλλεται ότι εσφαλμένως εκρίθη υπό του δικάσαντος Εφετείου ότι η από 1-4-1994 αίτηση της αναιρεσειούσης δεν περιείχε αίτημα περί διατηρήσεως και κατανομής των καταργηθεισών θέσεων σε άλλα Υπουργεία ή ν.π.δ.δ., διότι δι’ αυτής είχε ζητήσει την επαναπρόσληψή της είτε στο ίδιο Υπουργείο είτε στο Δημόσιο εν γένει. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της ως άνω αιτήσεως, το ζήτημα της νομιμότητος της μη προσλήψεως της αναιρεσειούσης έχει κριθεί αμετακλήτως υπό της υπ’ αρ. 244/2002 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.
10. Επειδή, τέλος προβάλλεται ως λόγος αναιρέσεως, ως αυτός αναπτύσσεται δια του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ότι εσφαλμένως εκρίθη υπό του δικάσαντος Εφετείου ότι, και αν ακόμη υπήρξε παράλειψη της Διοικήσεως να κρίνει την επαναπρόσληψη της αναιρεσειούσης, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 20 του ν. 2190/1994, δεν υφίστατο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω παραλείψεως και της εις αυτήν επελθούσης ζημίας, καθ’ όσον δεν ήταν πιθανόν, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ότι αυτή θα είχε καταταγεί σε μία από τις εναπομείνασες θέσεις, αφού οι υποψήφιοι ήσαν πέντε, διότι η ζημία της αναιρεσειούσης προήλθε από την μη κατάρτιση πίνακος αξιολογήσεως, η δε μη τήρηση υπό της Διοικήσεως των εγγυήσεων των άρθρων 2 και 5 του Συντάγματος και ο αυθαίρετος αποκλεισμός της στοιχειοθετούν παράλειψη οφειλομένης ενεργείας εκ μέρους της Διοικήσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι, ως προανεφέρθη, η νομιμότητα της παραλείψεως της Διοικήσεως να μη προσλάβει την αναιρεσείουσα έχε κριθεί μετά δυνάμεως δεδικασμένου υπό της υπ’ αρ. 244/2002 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας.
11. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 30ης Απριλίου 2013.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας του Στ’ Τμήματος
Θ. Παπαευαγγέλου Ελ. Γκίκα
1
-1-
Αριθμός 1716/2013
./.
Α.Θ.(
./.
./.
