4297/15 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την εξής σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Ιωάννης Σαρμάς, Σωτηρία Ντούνη, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Αντιπρόεδροι, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Σταμάτιος Πουλής, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Αγγελική Μαυρουδή, Βασιλική Σοφιανού, Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Δημήτριος Τσακανίκας και Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Ιωάννα Αντωνογιανάκη.
Διονύσιος Λασκαράτος, Γενικός Επίτροπος Επικρατείας.
Για να δικάσει την από 12 Ιουλίου 2012 αίτηση:
του Κωνσταντίνου Μπράβου του Γεωργίου, κατοίκου Πεύκης Αττικής (οδός Προύσσης αριθ. 2), ο οποίος παρέστη μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χαράλαμπου Χρυσανθάκη (ΑΜ/ΔΣΑ 11855).
Κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κατσούλα, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, και του Δήμου Άνω Λιοσίων Αττικής και ήδη Δήμου Φυλής Αττικής, ο οποίος παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Όλγα Ρεκουνιώτη (ΑΜ/ΔΣΑ 14063).
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει την αναίρεση της 886/2012 απόφασης του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
Τον αντιπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών και την πληρεξούσια δικηγόρο του συσταθέντος με το άρθρο 1 του ν. 3852/2010 Δήμου Φυλής Αττικής, στον οποίο συνενώθηκε ο καταργηθείς Δήμος Άνω Λιοσίων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 5.3.2014 γνώμη του και πρότεινε, επίσης, την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Αντιπροέδρους Μιχαήλ Ζυμή (ήδη Γενικό Επίτροπο Επικρατείας) και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη και τη Σύμβουλο Αγγελική Μαυρουδή, που απουσίασαν λόγω κωλύματος, τον Πρόεδρο Ιωάννη Καραβοκύρη και την Αντιπρόεδρο Ευφροσύνη Κραμποβίτη, που αποχώρησαν από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, καθώς επίσης και τη Σύμβουλο Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, που αποχώρησε που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Μαρίας Αθανασοπούλου. Και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφτηκε κατά το νόμο
1. Για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης έχει καταβληθεί το κατά νόμο προβλεπόμενο ελάχιστο παράβολο ύψους 1.500,00 ευρώ (βλ. το 6398481/4.3.2014, Σειράς Η΄, διπλότυπο είσπραξης τύπου Α΄ της Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων).
2. Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει παραδεκτώς την αναίρεση της 886/2012 απόφασης του VII Τμήματος, με την οποία απορρίφθηκε έφεσή του κατά της 4750/26.11.2004 καταλογιστικής απόφασης των Οικονομικών Επιθεωρητών της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Δυτικής Αττικής. Με την τελευταία αυτή απόφαση καταλογίστηκε ο αιτών, ως Ελεγκτής Εξόδων του Γραφείου Ο.Τ.Α. στη Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων (και ήδη Άνω Λιοσίων), αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους Νικόλαο Παπαδήμα, Δήμαρχο, και Νικόλαο Βερούτη, Προϊστάμενο της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου, υπέρ του Δήμου αυτού, με το ποσό των 2.472.278.865 δραχμών (ήδη 7.255.403,86 ευρώ), πλέον προσαυξήσεων ποσού 1.846.227.771 δραχμών (ήδη 5.418.129,92 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί σε έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δήμου, που προκλήθηκε από την εξόφληση χρηματικών ενταλμάτων χωρίς τα προβλεπόμενα νόμιμα δικαιολογητικά, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 31.5.2003.
3. Από τις διατάξεις των άρθρων 228 (παρ. 1, 4) του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (π.δ. 410/1995, Α΄ 231), 2 του β.δ/τος 763/1969 «Περί διεξαγωγής της Ταμειακής Υπηρεσίας και εισπράξεως εσόδων Νομικών Προσώπων και Τρίτων δια των Δημοσίων Ταμείων» (Α΄ 241), και των άρθρων 149 παρ. 2, 150 και 158 του εκδοθέντος, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 67 του ν.δ/τος 321/1969 (και ήδη ν. 2362/1965), π.δ/τος 16/1989 «Κανονισμός λειτουργίας Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών (Δ.Ο.Υ.) και των Τοπικών Γραφείων και καθήκοντα υπαλλήλων αυτών » (Α΄ 6), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προκύπτει ότι η ταμειακή υπηρεσία των Ο.Τ.Α. που δε διαθέτουν δική τους ταμειακή υπηρεσία διεξάγεται από το Γραφείο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων διαμέσου των Δ.Ο.Υ., με υπαλλήλους που διατίθενται από τους οικείους Ο.Τ.Α..
ΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΕΣ ΟΤΑ( ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΕΣΟΔΩΝ-ΕΞΟΔΩΝ) ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΟΛΟΓΩΝ
3.1. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 101 του Κώδικα Καταστάσεως Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), που κυρώθηκε με το ν. 1188/1981, και του άρθρου 34 παρ. 5 του ν. 1882/1990 «μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής …» (Α΄ 43), σύμφωνα με τις οποίες, για τα θέματα ευθύνης των υπαλλήλων Ο.Τ.Α., υπολόγων εκ της διαχειρίσεων αυτών, εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, οι διατάξεις περί δημοσίων υπολόγων, οι υπάλληλοι των κλάδων ελεγκτών εσόδων – εξόδων Ο.Τ.Α. καθίστανται από 1.1.1991 υπόλογοι για τις πληρωμές των Ο.Τ.Α., σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 54 και 56 του ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247) και των άρθρων 17 παρ. 1 εδ. β΄, 25 παρ. 2, 27 και 33 του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα) καθώς και των άρθρων 120 παρ. 1, 125 και 159 του ιδίου ως άνω π.δ/τος 16/1989. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι ελεγκτές εξόδων που υπηρετούν στις Δ.Ο.Υ. και διεξάγουν την ταμειακή υπηρεσία των Ο.Τ.Α., όταν οι τελευταίοι δε διαθέτουν δική τους όμοια υπηρεσία, καθίστανται υπόλογοι για τις πληρωμές των οικείων δαπανών.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΕ Χ.Ε ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ= ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ + ΕΛΕΓΧΟΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ = ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΝΟΜΟ + Η ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΝΟΜΙΜΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ ΤΟ Χ.Ε
Εφόσον δε τα χρηματικά εντάλματα των φορέων αυτών δεν υπάγονται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιεχόμενο του ελέγχου που διενεργείται κατά την εξόφληση αυτών αποτελεί τόσο η διαπίστωση ότι το χρηματικό ένταλμα φέρει τα κατά νόμο εξωτερικά στοιχεία γνησιότητας και εγκυρότητας όσο και η εξέταση της νομιμότητας της εντελλόμενης δαπάνης, υπό την έννοια ότι αυτή προβλέπεται από διάταξη νόμου και η ενσωματωθείσα σ’ αυτήν απαίτηση αποδεικνύεται από νόμιμα και πλήρη δικαιολογητικά που συνοδεύουν το χρηματικό ένταλμα. Συνεπώς, κάθε εξόφληση χρηματικού εντάλματος που διενεργείται από ελεγκτή εξόδων Ο.Τ.Α. για δαπάνη μη νόμιμη ή χωρίς νόμιμα και πλήρη δικαιολογητικά δημιουργεί έλλειμμα στη διαχείριση του υπολόγου, το οποίο καταλογίζεται σε βάρος του από το αρμόδιο όργανο (βλ. Ε.Σ. Ολομ. 2710/2014, 719/2012, 1679/2006).
ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΟΙΚ. ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ.
3.2. Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1264/1942, οι επιθεωρητές «προβαίνουσιν εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως». Για να είναι δε αιτιολογημένη η καταλογιστική απόφαση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει και αρκεί να διαλαμβάνει στο σώμα της τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση του δικαιούχου κατά του υποχρέου, δηλαδή τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούν την ιδιότητα του υποχρέου ως υπολόγου έναντι του δικαιούχου, καθώς και τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ύπαρξη και το ύψος του ελλείμματος.
ΓΕΝΙΚΗ ΑΡΧΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ ΜΕ ΠΡΩΤΟΤΥΠΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ
3.3. Kατά πάγια αρχή του δημοσιολογιστικού δικαίου (πρβλ. και άρθρα 21 παρ. 4 του β.δ/τος της 17.5/15.6.1959 και 34 παρ. 3 του ν. 2362/1995, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο), τα έξοδα του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται με βάση τα νόμιμα δικαιολογητικά, τα οποία πρέπει να είναι πρωτότυπα, με σκοπό να αποτρέπεται η πληρωμή οφειλής που έχει ήδη εξοφληθεί. Σε περίπτωση απώλειας των πρωτότυπων δικαιολογητικών, πριν από την ενταλματοποίηση δαπάνης, είναι δυνατή η αναγνώριση και εκκαθάριση αυτής με βάση φωτοτυπημένα αντίγραφα αυτών, θεωρημένα από το διατάκτη, αφού προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση από Οικονομικό Επιθεωρητή για τη διερεύνηση των συνθηκών απώλειας των πρωτοτύπων. Επιπλέον, απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του εκδότη τους που θα επιβεβαιώνει το ακριβές του περιεχομένου τους (Ε.Σ. Ολομ. Πρακτ. 27ης Γεν. Συν./27.7.1978 και 24ης Γεν. Συν./27.6.1979).
ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟ Ν. 3274/04 ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΜΕ ΚΑΘΕ ΠΡΟΣΦΟΡΟ ΜΕΣΟ ΟΤΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΔΙΕΝΕΡΓΗΘΗΚΕ Η ΔΑΠΑΝΗ ΕΧΕΙ ΕΚΠΛΗΡΩΘΕΙ. ΑΡΑ ΔΑΠΑΝΕΣ
3.4. Κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 26 του ν. 3274/2004, όπως αυτές αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν με εκείνες της παραγράφου 8 του άρθρου 29 του ν. 3448/2006, για να νομιμοποιηθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, μία παράνομη δαπάνη που διενεργήθηκε σε βάρος προϋπολογισμού Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), πέραν των άλλων προϋποθέσεων, που απαιτούνται να συντρέχουν σωρευτικώς, πρέπει να αποδεικνύεται, με κάθε πρόσφορο μέσο, ότι ο σκοπός για τον οποίο διενεργήθηκε η δαπάνη αυτή έχει εκπληρωθεί. Από αυτά παρέπεται ότι δεν μπορούν να υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής των ως άνω νομιμοποιητικών διατάξεων δαπάνες, οι οποίες είχαν ήδη κατά το παρελθόν εξοφληθεί με προηγούμενα χρηματικά εντάλματα και οι οποίες φέρονται προς εξόφληση για δεύτερη φορά (βλ. Ε.Σ. Ολομ. 4328/2014).
3.5. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 3801/2009 παρέχεται η ευχέρεια στους δικαστικούς σχηματισμούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά την εκδίκαση διαφορών από καταλογιστικές πράξεις, που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα μέχρι την 1.7.2005 και οι οποίες έχουν εκδοθεί σε βάρος αιρετών οργάνων πρωτοβάθμιων Ο.Τ.Α. και υπαλλήλων της οικονομικής διαχείρισης τούτων, να μειώσουν το ποσό του καταλογισμού μέχρι το ένα δέκατο (1/10) της οφειλής, καθώς και να απαλλάξουν τον καταλογισθέντα από προσαυξήσεις ή τόκους, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως του βαρυνόμενου. Η μείωση αυτή ή η απαλλαγή γίνεται μετά από συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του καταλογισθέντος, της βαρύτητας της δημοσιονομικής παράβασης, των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και της προσωπικής και οικογενειακής οικονομικής του κατάστασης (εφαρμογή της αρχής της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης). Παρέχεται, ακόμα, η ευχέρεια στο δικαστήριο να απαλλάξει τον καταλογισθέντα από το συνολικό ποσό του καταλογισμού, εάν κρίνει ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχε συγγνωστή πλάνη κατά την πρόκληση του ελλείμματος (Ε.Σ. Ολομ. 2236, 1810/2014, 4318, 4317, 1989, 1983/2013, 2979, 2978, 726, 719/2012).
4. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν Τμήμα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατόπιν της 1019421/6065/310-Α/13.3.2003 εντολής της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης – Διεύθυνσης Επιθεώρησης Ν.Π.Δ.Δ. και ΔΕΚΟ του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ανατέθηκε στη Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης Δυτικής Αττικής η διενέργεια οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου στο Δήμο Άνω Λιοσίων (ήδη Δήμο Φυλής) Αττικής για την περίοδο από 1.1.2000 έως 31.5.2003. Επί του ελέγχου εκδόθηκε αρχικά η ΕΜΠ. 93/14.11.2003 πορισματική έκθεση και ακολούθως η ΕΜΠ. 224/27.10.2004 συμπληρωματική πορισματική έκθεση. Από τις εκθέσεις αυτές προκύπτει ότι η ταμειακή υπηρεσία του Δήμου Άνω Λιοσίων διεξαγόταν κατά τα ελεγχόμενα οικονομικά έτη μέσω του γραφείου του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (Τ.Π.Δ.) στη Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων (Δ.Ο.Υ. Άνω Λιοσίων από το Μάιο 2001), καθώς ο Δήμος δεν διέθετε αυτοτελή ταμειακή υπηρεσία. Περαιτέρω, από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι εκδόθηκαν από το Δήμο Άνω Λιοσίων τα 1252, 1260, 1265, 1266, 1292, 1293 και 1343, οικονομικού έτους 2000, χρηματικά εντάλματα πληρωμής που αφορούσαν στην καταβολή ποσών 748.594.999 δρχ., 699.617.351 δρχ., 440.090.140 δρχ., 260.692.002 δρχ., 517.700.035 δρχ., 382.955.315 δρχ. και 881.559.804 δρχ., αντίστοιχα, καθώς και το 1132, οικονομικού έτους 2001, όμοιο, ποσού 2.867.567.145 δρχ., με δικαιούχο αυτών τη Δημοτική Επιχείρηση Τεχνικών Έργων Άνω Λιοσίων Αττικής (ΔΕΤΕΑΛΑ) για την εξόφληση απαιτήσεων της επιχείρησης έναντι του Δήμου από την εκτέλεση τεχνικών έργων. Συγκεκριμένα, από τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα τα 1252, 1265, 1266, 1292 και 1343, οικονομικού έτους 2000, είχαν ως αιτία πληρωμής την «εξόφληση οφειλής ΔΑΛ προς ΔΕΤΕΑΛΑ σύμφωνα με την δανειακή σύμβαση και την κατάσταση τιμολογίων» και ως συνημμένα δικαιολογητικά αναγράφονταν «κατ. πληρ. δημοτ. δαπάνης - δανειστικό συμβόλαιο - διαβιβαστικό - κατάσταση». Από τα προσκομιζόμενα στοιχεία προκύπτει ότι ως δικαιολογητικά στα χρηματικά αυτά εντάλματα επισυνάπτονταν η κατάσταση πληρωμής της δαπάνης, μια συγκεντρωτική κατάσταση των προς εξόφληση με το χρηματικό ένταλμα τιμολογίων, το οικείο διαβιβαστικό προς τη Δ.Ο.Υ. έγγραφο του Δήμου για την εξόφληση των χρηματικών ενταλμάτων και αντίγραφο της 3812/31.5.2000 σύμβασης που σύναψαν ο Δήμος Άνω Λιοσίων με το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με αντικείμενο την παροχή τοκοχρεολυτικού δανείου από το Ταμείο προς το Δήμο, ποσού πέντε δισεκατομμυρίων εννιακοσίων ενενήντα επτά εκατομμυρίων διακοσίων εβδομήντα έξι χιλιάδων (5.997.276.000) δραχμών, με αποκλειστικό σκοπό την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών και συγκεκριμένα για οφειλές μέχρι 30.6.1999 προς ιδιώτες για την εκτέλεση έργων. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τα χρηματικά εντάλματα 1260 και 1293, οικονομικού έτους 2000, τα πρωτότυπα των οποίων δεν επιδείχθηκαν κατά τον έλεγχο, πλην όμως προέκυψε ότι πληρώθηκαν με τις 37158127-0/8.6.2000 και 37158133-2/13.6.2000, αντίστοιχα, επιταγές λογαριασμού 270 του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ της ΔΕΤΕΑΛΑ, ως παραστατικό στοιχείο δικαιολογητικό κάθε δαπάνης υφίστατο μόνον συγκεντρωτική κατάσταση των προς εξόφληση τιμολογίων της ως άνω επιχείρησης. Επίσης, στο 1132/2001 χρηματικό ένταλμα ως δικαιολογητικά επισυνάπτονταν οι 1η/28.8.1998, 2η/ 21.9.1998, 3η/15.2.1999, 4η/5.3.1999 και 5η/16.5.2001 εντολές πληρωμής υπέρ της ΔΕΤΕΑΛΑ ως αναδόχου του έργου «αποκατάσταση λατομείου Σιακανδάρη σε χώρους ψυχαγωγίας και άθλησης στο Δήμο Άνω Λιοσίων» σε εκτέλεση της μελέτης 454/1998 και τα αντίστοιχα αντίγραφα τιμολογίων παροχής υπηρεσιών της δημοτικής επιχείρησης με αριθμ. 3839/16.9.1998, 3993/22.12.1998, 4078/15.2.1999, 4101/8.3.1999 και 560/23.5.2001, καθώς και η 1η/15.12.2000 εντολή πληρωμής ομοίως της ΔΕΤΕΑΛΑ ως αναδόχου του έργου «προμήθεια μετά της μεταφοράς και τοποθέτησης προκατασκευασμένων κατοικιών στο Δ.Α.Λ.», κατ’ εφαρμογή της μελέτης 471/1999, συνοδευόμενη από αντίγραφο του 10/28.12.1999 τιμολογίου πώλησης της επιχείρησης. Όλα τα προαναφερόμενα χρηματικά εντάλματα πληρώθηκαν από τον εκκαλούντα, και ήδη αναιρεσείοντα, ως Ελεγκτή Εσόδων-Εξόδων Ο.Τ.Α. στη Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων (μετέπειτα Δ.Ο.Υ. Άνω Λιοσίων) κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Από τον έλεγχο των ως άνω καταστάσεων οι Επιθεωρητές διαπίστωσαν αρχικά ότι μέρος των απαριθμούμενων στις καταστάσεις αυτές τιμολογίων είχαν ήδη πληρωθεί σε χρόνο προγενέστερο με προηγούμενα χρηματικά εντάλματα πληρωμής του Δήμου Άνω Λιοσίων, ως εκ τούτου δε η εκ νέου ενταλματοποίηση των σχετικών απαιτήσεων συνιστούσε διπλή πληρωμή. Για την αποκατάσταση του αντίστοιχου ελλείμματος, ύψους 2.786.275.175 δρχ. ή 8.176.889,73 ευρώ, εκδόθηκε αρχικά η 2571/6.7.2004 πράξη, με την οποία καταλογίστηκε ο εκκαλών-αναιρεσείων με το ως άνω ποσό (πλέον των αναλογουσών προσαυξήσεων) εις ολόκληρον με το Νικόλαο Παπαδήμα, Δήμαρχο του Δήμου Άνω Λιοσίων και το Νικόλαο Βερούτη, Προϊστάμενο της Οικονομικής Υπηρεσίας του Δήμου. Για την ολοκλήρωση, ωστόσο, του ελέγχου οι Επιθεωρητές επιφυλάχθηκαν ρητώς στην ΕΜΠ. 93/14.11.2003 πορισματική τους έκθεση να τη συμπληρώσουν, καθώς δεν είχε καταστεί δυνατό να ελέγξουν το σύνολο των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που είχε εκδόσει η ΔΕΤΕΑΛΑ και εξοφλήθηκαν με τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα. Με τη συμπλήρωση του διαχειριστικού ελέγχου, όπως προκύπτει από την ΕΜΠ. 224/27.10.2004 οικεία πορισματική έκθεση, διαπιστώθηκε ότι και τα λοιπά τιμολόγια της ΔΕΤΕΑΛΑ που εξοφλήθηκαν με τα ανωτέρω χρηματικά εντάλματα και περιλαμβάνονταν στις ανωτέρω συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων που εξοφλήθηκαν με αυτά, δεν συνοδεύονταν από νόμιμα δικαιολογητικά και είχαν ήδη εξοφληθεί σε χρόνο προγενέστερο με χρηματικά εντάλματα που είχαν εκδοθεί από το Δήμο, όπως άλλωστε προκύπτει από τις ως άνω συγκεντρωτικές καταστάσεις τιμολογίων, στις οποίες γίνεται αντιστοίχιση κάθε τιμολογίου με το χρηματικό ένταλμα, το οποίο είχε κατά το παρελθόν εκδοθεί προς εξόφλησή του. Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση η εξόφληση με τα προαναφερόμενα χρηματικά εντάλματα χωρίς νόμιμα δικαιολογητικά συνιστούσε διπλή πληρωμή, κατά τις διαπιστώσεις της οικείας πορισματικής έκθεσης. Όσον αφορά ειδικώς στο 1132/2001 Χ.Ε. διαπιστώθηκε ότι οι επιμέρους εντολές πληρωμής για το έργο της 454/1998 μελέτης είχαν ήδη εξοφληθεί ως εξής: η 1η με το 468/16.3.1999 Χ.Ε., η 2η με το 320/2.3.1999, η 3η με το 469/19.3.1999, η 4η με το 2391/22.11.1999, η 5η με το 801/23.5.2001 και η 1η της προμήθειας της 471/1999 μελέτης με το 2738/31.12.1999 Χ.Ε.. Τα ποσά που πληρώθηκαν με τον τρόπο αυτό, όπως προέκυψε από το συμπληρωματικό έλεγχο, ανά χρηματικό ένταλμα είναι τα εξής: με το 1252/6.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 678.242.247 δρχ., με το 1260/8.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 145.757.501 δρχ., με το 1265/8.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 440.090.140 δρχ., με το 1266/12.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 23.534.191 δρχ., με το 1292/13.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 302.100.004 δρχ., με το 1293/13.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 309.927.126 δρχ., με το 1343/14.6.2000 χρηματικό ένταλμα, ποσό 4.847.060 δρχ. και με το 1132/30.7.2001 χρηματικό ένταλμα, ποσό 567.789.596 δρχ., και αθροίζονται στο ποσό των 2.472.278.865 δρχ. ή 7.255.403,86 ευρώ. Ακολούθως, οι Οικονομικοί Επιθεωρητές, αφού προηγουμένως κάλεσαν με την 4204/29.10.2004 πρόσκληση τον εκκαλούντα-αναιρεσείοντα να καταθέσει, υπέρ του Δήμου Άνω Λιοσίων, στο Τ.Π.Δ. το συνολικό ποσό των 4.318.506.636 δρχ. ή 12.673.533,78 ευρώ (κατόπιν συνυπολογισμού προσαυξήσεων, σε ποσοστό 1,5% ανά μήνα καθυστέρησης από την ημερομηνία πληρωμής κάθε χρηματικού εντάλματος και μέχρι 31.10.2004, συνολικού ποσού 1.846.227.771 δρχ. ή 5.418.129,92 ευρώ), εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών από την επίδοση αυτής, προέβησαν, αφού αυτός δεν ανταποκρίθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στον καταλογισμό αυτού με το ανωτέρω ποσό, υπέρ του Δήμου Άνω Λιοσίων, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους Νικόλαο Παπαδήμα, Δήμαρχο του Δήμου Άνω Λιοσίων και Νικόλαο Βερούτη, Προϊστάμενο της Οικονομικής Υπηρεσίας αυτού, οι οποίοι, σύμφωνα με το πόρισμα των Επιθεωρητών, ευθύνονται για τη διενέργεια των ως άνω μη νομίμων δαπανών.
4.1. Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι οι δαπάνες που εξοφλήθηκαν με τα προαναφερόμενα χρηματικά εντάλματα, τα οποία δεν στηρίζονταν σε πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά, καθώς δεν συνοδεύονταν από τα οικεία πρωτότυπα τιμολόγια, σε κάθε δε περίπτωση τα προαναφερόμενα τιμολόγια που εξοφλήθηκαν με αυτά τα χρηματικά εντάλματα είχαν ήδη εξοφληθεί με χρηματικά εντάλματα του Δήμου σε προγενέστερο χρόνο, είναι μη νόμιμες και συνιστούν έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση του Δήμου, για την αποκατάσταση του οποίου ευθύνεται ο εκκαλών, και ήδη αναιρεσείων, που είχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα την ιδιότητα του Ελεγκτή Εξόδων του Δήμου και συνεπώς υπέχει, ως εκ των αρμοδιοτήτων που συνδέονται με τη θέση του, αλλά και λόγω των συγκεκριμένων ενεργειών που του αποδίδονται, δηλαδή της διαχειρίσεως δημοτικών χρημάτων, μέσω της εντολής εξόφλησης των επίμαχων χρηματικών ενταλμάτων, ευθύνη υπολόγου. Κατά την κρίση του Τμήματος, νομίμως καταλογίσθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη ο ανωτέρω, ο οποίος επέδειξε τουλάχιστον βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αφού προέβη σε εντολή εξόφλησης των ως άνω χρηματικών ενταλμάτων, χωρίς έλεγχο ως προς την πληρότητα των δικαιολογητικών τους και ως προς τη νομιμότητα, ως εκ τούτου, των εντελλόμενων με αυτά δαπανών. Εξάλλου, ο ίδιος ούτε αμφισβήτησε ούτε αρνείται ότι οι δαπάνες που πληρώθηκαν με τα προαναφερόμενα χρηματικά εντάλματα διενεργήθηκαν χωρίς πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά ούτε ότι είχαν ήδη πληρωθεί κατά το παρελθόν.
ΠΟΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΕΡΕΙ Η ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΑΝ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΣΤΗΝ ΠΟΡΙΣΜΑΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ. Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΕΙΜΑΤΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΑΣΚΕΙ ΕΠΙΡΡΟΗ ΟΤΙ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΑ ΩΣ ΖΗΜΙΑ.
4.2. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος ότι η καταλογιστική απόφαση είναι αναιτιολόγητη ως αόριστη, διότι: α) δεν προσδιορίζονται οι πλημμέλειες των χρηματικών ενταλμάτων, β) δεν αναφέρεται σε ποια δικαιολογητικά στηρίχθηκε η έκδοση αυτών, ώστε να ελεγχθεί η νομιμότητά τους, ούτε σε τι συνίσταται ενδεχομένως η μη νομιμότητά τους και γ) δεν προσδιορίζεται σε τι έλεγχο έπρεπε να προβεί ούτε ποιες ενέργειες παρέλειψε κατά τον έλεγχο των χρηματικών ενταλμάτων απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι, με την αιτιολογία ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, αυτή περιέχει το ελάχιστο αναγκαίο περιεχόμενο, που ως εκ του νόμου αιτιολογητέα πράξη επιβάλλεται να έχει, δηλαδή :
1. τη νομική και ιστορική αιτία του καταλογισμού συνιστάμενη στην εντολή εξόφλησης συγκεκριμένων χρηματικών ενταλμάτων, που δεν συνοδεύονταν από πλήρη και νόμιμα δικαιολογητικά,
2. Το ύψος του ελλείμματος και
3. την ευθύνη του εκκαλούντος ως υπολόγου όσον αφορά στην επέλευση του ελλείμματος, αφού αυτός επέτρεψε την εξόφλησή τους και
4. το χρόνο δημιουργίας του ελλείμματος, στοιχεία από τα οποία με σαφήνεια προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των πράξεων του εκκαλούντος και του ελλείμματος. Ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Τμήματος, η καταλογιστική απόφαση παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη και νομίμως συμπληρούμενη κατά τα λοιπά από τα εκτιθέμενα στην οικεία πορισματική έκθεση, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι η έλλειψη πλήρων και νόμιμων δικαιολογητικών είχε ως περαιτέρω αποτέλεσμα να εξοφληθούν με τα χρηματικά εντάλματα δαπάνες, που ήδη κατά το παρελθόν είχαν πληρωθεί. Εξάλλου, στοιχεία, όπως τα δικαιολογητικά, στα οποία στηρίχθηκε η έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων, ανεξάρτητα από το ότι προκύπτουν από το φάκελο της υποθέσεως, είναι στοιχεία, τα οποία ο ίδιος ο εκκαλών όφειλε ως ελεγκτής εξόδων να γνωρίζει, ενώ περαιτέρω αυτά, τα οποία επιβάλλονταν να συνοδεύουν τα χρηματικά εντάλματα προκύπτουν από το εφαρμοστέο ρυθμιστικό πλαίσιο, όπως επίσης και ο επιβαλλόμενος εκ μέρους του έλεγχος πριν την εξόφλησή τους. Περαιτέρω, ως αβάσιμος απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η πορισματική έκθεση πάσχει, διότι δεν μνημονεύει τις διατάξεις που παραβιάσθηκαν κατά τη μη νομότυπη έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων καθώς η εγκυρότητα του καταλογισμού δεν επηρεάζεται, υπό την προϋπόθεση ότι το διατακτικό στηρίζεται σε ισχύοντες κανόνες, έστω και μη αναφερόμενους (Ολομ. Ελ.Συν. 1679/2006). Επιπλέον, ως αβάσιμος απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η καταλογιστική απόφαση δεν προσδιορίζει τη θετική ζημία που προκλήθηκε στο Δήμο και ότι εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο, με την αιτιολογία ότι από το περιεχόμενό της προκύπτει με σαφήνεια ότι το ποσό που καταβλήθηκε με τα κρίσιμα χρηματικά εντάλματα, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό που δίδεται από το καταλογίζον όργανο, συνιστά έλλειμμα, το οποίο νομίμως και αρμοδίως καταλογίζεται σε βάρος του εκκαλούντος από τους Οικονομικούς Επιθεωρητές, χωρίς να πλήττεται η νομιμότητα του καταλογισμού από την αναφορά σ’ αυτή περί ζημίας του Δήμου, καθόσον η εν λόγω αναφορά δεν είναι προσδιοριστική του είδους της δημοσιολογιστικής ευθύνης του εκκαλούντος, αλλά δηλωτική της παράνομης εκταμίευσης του δημόσιου χρήματος. Αλυσιτελώς δε, κατά το Τμήμα, ο εκκαλών προέβαλε ότι με την καταλογιστική απόφαση δεν προσδιορίζεται ο βαθμός της υπαιτιότητάς του, καθόσον για τον καταλογισμό σε βάρος υπολόγου δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται ο βαθμός υπαιτιότητάς του, αφού η ευθύνη του είναι νόθος αντικειμενική και ως εκ τούτου, η υπαιτιότητά του τεκμαίρεται κατά μαχητό τεκμήριο. Εξάλλου ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι τελούσε σε συγγνωστή πλάνη, υπό την έννοια της ελλείψεως υπαιτιότητάς του, καθόσον ήταν αδύνατο να γνωρίζει ότι τα τιμολόγια που εξοφλήθηκαν με τα κρίσιμα εν προκειμένω χρηματικά εντάλματα είχαν εξοφληθεί κατά το παρελθόν, δεδομένου ότι οι συναλλαγές με τη ΔΕΤΕΑΛΑ ήταν πάμπολλες και η εργασία του γινόταν βεβιασμένα λόγω του ότι οι δαπάνες του Δήμου αφορούσαν σε αποκαταστάσεις εκ των σεισμών, απορρίφθηκε, επίσης, ως αβάσιμος καθώς αν ο εκκαλών, όπως όφειλε εκ της θέσεώς του και μπορούσε να πράξει, απαιτούσε ως δικαιολογητικά εξόφλησης των χρηματικών ενταλμάτων πρωτότυπα και πλήρη τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιολογητικά, θα αποτρεπόταν η διπλή εξόφληση και η δημιουργία του ως άνω ελλείμματος. Τέλος, ο προβληθείς το πρώτον με το από 16.3.2009 υπόμνημα ισχυρισμός περί παραβίασης με την καταλογιστική απόφαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά την κρίση του Τμήματος, εκτός του ότι προβάλλεται απαραδέκτως, είναι προδήλως και αβάσιμος, αφού η καταλογιστική απόφαση εκδίδεται κατά δεσμία αρμοδιότητα του καταλογίζοντος οργάνου με τη διαπίστωση του ελλείμματος και προς αναπλήρωση του ποσού αυτού. Ακολούθως, το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι οι επίμαχες δαπάνες δεν εμπίπτουν στις νομιμοποιητικές διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 3274/2004 και 29 παρ. 8 του ν. 3448/2006, αν και πρόκειται για δαπάνες που πληρώθηκαν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003 από Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, καθώς το γεγονός ότι με τα κρίσιμα χρηματικά εντάλματα εξοφλήθηκαν δαπάνες έργων που ήδη κατά το παρελθόν είχαν εξοφληθεί, καταδεικνύει ότι ο σκοπός για τον οποίο διενεργήθηκαν οι δαπάνες αυτές δεν επιτεύχθηκε και επομένως δεν συντρέχει μία εκ των τεσσάρων προϋποθέσεων που θέτουν οι νομιμοποιητικές διατάξεις, ώστε να τύχουν εφαρμογής. Τέλος, το Τμήμα συνεκτιμώντας την έκταση και τη βαρύτητα των παραβάσεων στις οποίες υπέπεσε ο εκκαλών, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκαν αυτές, το ύψος του ελλείμματος και τη συνδρομή στο πρόσωπό του τουλάχιστον βαρείας αμέλειας, λόγω ευθείας παράβασης των καθηκόντων του με την εντολή εξόφλησης δαπανών χωρίς δικαιολογητικά, έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι φέρεται να μη διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους, δεν συντρέχει περίπτωση μείωσης του ποσού του καταλογισμού (με τις προσαυξήσεις που επιβλήθηκαν), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 παρ.1 του ν. 3801/2009.
5. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην τρίτη σκέψη της παρούσας το Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ενόψει του ότι η εξόφληση των ανωτέρω χρηματικών ενταλμάτων έγινε από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος υπό την ιδιότητα του ελεγκτή εξόδων Ο.Τ.Α. στη Δ.Ο.Υ. Αγίων Αναργύρων διενεργούσε την ταμειακή διαχείριση του τότε Δήμου Άνω Λιοσίων και ήδη Δήμου Φυλής και ευθύνεται, μεταξύ άλλων, για την πληρότητα και νομιμότητα των δικαιολογητικών που επισυνάπτονται στα χρηματικά εντάλματα των οποίων ενέκρινε την εξόφληση, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες και διέπουσες την επίδικη υπόθεση διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, τα αντιθέτως δε προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Ειδικότερα, το δικάσαν Τμήμα διέλαβε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αναφερόμενο αναλυτικά στην νομική και ιστορική βάση του καταλογισμού και, συγκεκριμένα, στα στοιχεία εκείνα που θεμελιώνουν την ευθύνη του αναιρεσείοντος και την ιδιότητά του ως υπολόγου, τη δημιουργία και το ύψος του καταλογιζόμενου ελλείμματος, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεών του και της δημιουργίας του εν λόγω ελλείμματος, την υπαιτιότητά του, η οποία άλλωστε τεκμαίρεται. Συνεπώς, ορθώς δέχθηκε το δικάσαν Τμήμα, με επαρκή και νόμιμη αιτιολογία και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο ήδη αναιρεσείων νομίμως καταλογίστηκε με την αναιρεσιβαλλομένη, καθόσον επέδειξε τουλάχιστον βαρεία αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, αφού προέβη σε εξόφληση των επίμαχων χρηματικών ενταλμάτων, χωρίς να ελέγξει ως προς την πληρότητά τους τα επισυναπτόμενα δικαιολογητικά τους. Συναφώς, ο λόγος αναιρέσεως ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν εξέτασε το βαθμό υπαιτιότητας που συνέτρεχε στο πρόσωπό του, ώστε να απαλλαγεί από τις σχετικές προσαυξήσεις, είναι απορριπτέος προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.
5.1. Περαιτέρω, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων, πριν την έκδοση της καταλογιστικής αποφάσεως κλήθηκε, με την 4204/29.10.2004 πρόσκληση των Οικονομικών Επιθεωρητών, να αποκαταστήσει το διαπιστούμενο έλλειμμα και μέχρι την έκδοση, στις 26.11.2004, της καταλογιστικής αποφάσεως δεν επικαλέστηκε ούτε από κανένα στοιχείο του φακέλου αποδείχθηκε ότι αυτός ζήτησε να λάβει γνώση των στοιχείων του φακέλου της υπόθεσης και ειδικά της πορισματικής έκθεσης και να αντικρούσει τις αποδιδόμενες σε αυτόν πλημμέλειες κατά την άσκηση των καθηκόντων του, καθώς και ότι η διοίκηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του. Υπό τις παραδοχές αυτές, το Τμήμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές περί προηγούμενης ακροάσεως διατάξεις, αφού ο αναιρεσείων, κληθείς από τους αρμόδιους Οικονομικούς Επιθεωρητές να αναπληρώσει το διαπιστωθέν έλλειμμα, δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και δεν ζήτησε να λάβει γνώση των αφορώντων σε αυτόν στοιχείων, η δε σε βάρος του καταλογιστική απόφαση εκδόθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, μετά την πάροδο είκοσι επτά ημερών από την απευθυνθείσα προς αυτόν πρόσκληση για αναπλήρωση του ελλείμματος. Ο νέος δε ισχυρισμός του ήδη αναιρεσείοντος ότι η 224/27.10.2004 πορισματική έκθεση γνωστοποιήθηκε σε αυτόν δύο ημέρες πριν τις 29.10.2004, οπότε αυτός κλήθηκε να αποκαταστήσει το διαπιστούμενο έλλειμμα είναι απορριπτέος ως προβαλλόμενος το πρώτον με το δικόγραφο της αναίρεσης, πέραν του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων δεν προσάγει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό του αυτόν. Πλην όμως, ο ισχυρισμός αυτός και αληθής υποτιθέμενος δεν οδηγεί σε παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης, καθόσον από τις 27.10.2004, που κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, κοινοποιήθηκε σε αυτόν η πορισματική έκθεση, μέχρι τις 26.11.2004, οπότε και εκδόθηκε η καταλογιστική απόφαση, παρασχέθηκε σε αυτόν ικανό χρονικό διάστημα περίπου ενός μηνός, προκειμένου αυτός να αντικρούσει τ’ αναφερόμενα στην ως άνω έκθεση. Κατ’ ακολουθίαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, δοθέντος μάλιστα ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, την ύπαρξη οιωνδήποτε στοιχείων τα οποία αποστερήθηκε της δυνατότητας να θέσει υπόψιν του καταλογίσαντος αυτόν Επιθεωρητού και τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα (adhoc Ε.Σ. Ολομ. 4328/2014). Ακολούθως, το Τμήμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 3274/2004 και 29 παρ. 8 του ν. 3448/2006 και έκρινε ότι οι επίμαχες δαπάνες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, αφού με τα επίμαχα χρηματικά εντάλματα εξοφλήθηκαν δαπάνες έργων, που ήδη κατά το παρελθόν είχαν εξοφληθεί.
5.2. Τέλος, το δικάσαν Τμήμα συνεκτιμώντας την έκταση και τη βαρύτητα των παραβάσεων στις οποίες υπέπεσε ο εκκαλών, τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκαν αυτές, το ύψος του ελλείμματος και τη συνδρομή στο πρόσωπό του τουλάχιστον βαρείας αμέλειας, λόγω ευθείας παράβασης των καθηκόντων του με την εντολή εξόφλησης δαπανών χωρίς δικαιολογητικά, έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι φέρεται να μη διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους, δεν συντρέχει περίπτωση μείωσης του ποσού του καταλογισμού (με τις προσαυξήσεις που επιβλήθηκαν), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 37 παρ. 1 του ν. 3801/2009. Έτσι που έκρινε το Τμήμα, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 37 του ν. 3801/2009, ο σχετικός δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττει την ανέλεγκτον περί των πραγμάτων κρίση του δικάσαντος Τμήματος. Κατά την άποψη, όμως, δέκα μελών, ήτοι των Αντιπροέδρων Ιωάννη Σαρμά και Σωτηρίας Ντούνη, των Συμβούλων Μαρίας Βλαχάκη (ήδη Αντιπροέδρου), Γεωργίας Μαραγκού, Μαρίας Αθανασοπούλου, Ασημίνας Σαντοριναίου, Αγγελικής Μυλωνά, Αργυρώς Λεβέντη Θεολογίας Γναρδέλλη και Αγγελικής Πανουτσακοπούλου, το Τμήμα πλημμελώς εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, ενόψει του ότι παρά το γεγονός ότι διέλαβε, κατ’ εφαρμογή της αρχής της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, κρίση για την οικονομική κατάσταση του αναιρεσείοντος, δεν αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του περί μη μείωσης του σε βάρος του καταλογισθέντος ποσού, βάσει της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασής του.
6. Κατ’ ακολουθία αυτών που προηγουμένως κρίθηκαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να μην καταλογιστεί σε βάρος του αναιρεσείοντος, ενόψει των περιστάσεων, το επιπλέον παράβολο (άρθρο 57 παρ. 5 ν. 3659/2008) και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με την αναλόγως εφαρμοστέα εν προκειμένω (βλ. άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει μετά το ν. 3472/2006) διάταξη του άρθρου 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2015.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ | ΜΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 22 Απριλίου 2015.
| Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΓΓΕΛΑΡΑΣ | ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ |
