Αριθμός 1293/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Μαρινάκης, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Στ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.
Για να δικάσει την από 28 Ιουνίου 2007 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΑΛΕΥΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε.”, που εδρεύει στην Άσσηρο Ν. Θεσσαλονίκης (22ο χλμ. Ε.Ο. Θεσσαλονίκης-Σερρών), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Γώγο (Α.Μ. 2871 Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2920/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Π. Μπραΐμη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά το νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 2920/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου, έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξαφανίστηκε εν μέρει η 156/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάστηκε η αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 7.850,33 ευρώ ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, για τη ζημία που υπέστη από τη σύγκρουση επιβατικού αυτοκινήτου της με υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Διευθύνσεως Αναδασώσεων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, οδηγούμενο από πρόσωπο ενταγμένο στην υπηρεσία της.
2. Eπειδή, στο άρθρο 129 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 29 του ν. 3900/2010 (Α΄213), οριζόταν ότι: «1. Το Δημόσιο και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου προς τα οποία γίνονται οι κατά το προηγούμενο άρθρο επιδόσεις, έχουν υποχρέωση να αποστέλλουν στο δικαστήριο τον, κατά το άρθρο 149, διοικητικό φάκελο, με αναλυτική έκθεση απόψεων για τη διαφορά και, ειδικότερα, για τους προβαλλόμενους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς. 2. Η έκθεση με τον κατά την προηγούμενη παράγραφο διοικητικό φάκελο διαβιβάζονται στο δικαστήριο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας αυτής, η αναβολή της συζήτησης είναι υποχρεωτική αν το ζητήσει εκείνος που έχει ασκήσει το ένδικο βοήθημα ή που έχει ασκήσει παρέμβαση. 3. …». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 138 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Υπομνήματα των διαδίκων, για την ανάπτυξη των ισχυρισμών τους, κατατίθενται στη γραμματεία το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες μετά τη συζήτηση. Μέσα σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας ο αντίδικος εκείνου που κατέθεσε το υπόμνημα μπορεί, με δικό του υπόμνημα, να αντικρούσει τις απόψεις που αναπτύχθηκαν με το υπόμνημα του αντιδίκου του».
3. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 129 και 138 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας συνάγεται ότι επί αγωγής αποζημιώσεως αυτοτελείς ισχυρισμοί του εναγομένου Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., όπως ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος κατά το άρθρο 300 ΑΚ (βλ.. σχετικά για ένσταση συνυπαιτιότητας ΑΠ 423/1985 Ολομ.,1115/1986 Ολομ.,763/2000), μπορούν να προβληθούν μόνο με την έκθεση απόψεων στην προθεσμία που ορίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις και όχι με υπόμνημα, διότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 138 ΚΔΔ, με το υπόμνημα μπορεί να γίνει μόνο ανάπτυξη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών (πρβ. ΣτΕ 1597/2001 και ΣτΕ 3725/1992, 3449/1994 7μ., 385/1996, 478/1998, 662, 2252/1999, 3981/2000, 4491/2001).
4.Eπειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Στις 23.12.1997 και περί ώρα 14:00 ο Απόστολος Καπετάνιος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσίβλητης εταιρείας, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΝΒΚ-9615 Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τελευταίας, κινούμενος επί της αγροτικής οδού που οδηγεί από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις αυτής προς την κατοικία του. Η ανώνυμη αυτή αγροτική οδός διασταυρώνεται με την Εθνική Οδό (Ε.Ο.) Θεσσαλονίκης – Σερρών στο ύψος του 22ου χιλιομέτρου αυτής. Επί της αγροτικής οδού και πριν από τη συμβολή της με την Ε.Ο. είναι τοποθετημένες κατά τη σειρά και την κατεύθυνση των οχημάτων που κινούνται προς το Δήμο Ασσήρου, όπου εδρεύει η αναιρεσίβλητη εταιρεία, ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες και, συγκεκριμένα, Ρ-1 περί υποχρεωτικής παραχωρήσεως προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται στην Ε.Ο. και Ρ-2 περί υποχρεωτικής διακοπής της πορείας των οχημάτων πριν από την είσοδό τους στον ισόπεδο αυτό κόμβο (STOP). Επί της Ε.Ο. και πριν από τη διασταύρωσή της με την ανωτέρω αγροτική οδό είναι τοποθετημένες στην κατεύθυνση των οχημάτων που κινούνται προς τη Θεσσαλονίκη πινακίδες Κ-16 περί κινδύνου λόγω συχνής κινήσεως παιδιών (σχολεία, γήπεδα κλπ.), Κ-18 περί κινδύνου από τη διέλευση οικόσιτων ζώων και Ρ-32 περί περιορισμού της μέγιστης ταχύτητας στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Η προαναφερόμενη Ε.Ο. είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα ανά ρεύμα κυκλοφορίας πλην του σημείου όπου διασταυρώνεται με την αγροτική οδό, όπου υπάρχει και άλλη λωρίδα προοριζόμενη για την προς Θεσσαλονίκη κίνηση των οχημάτων τα οποία πρόκειται να εξέλθουν από την Ε.Ο. από αριστερά. Η οδός αυτή, της οποίας το οδόστρωμα και τα ερείσματα έχουν πλάτος 12 μέτρων και 1 μέτρου αντιστοίχως, είναι ευθεία σε μήκος 100 μέτρων, κατά την ανωτέρω δε ημέρα και ώρα η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο εμπόδιο, η κατάσταση του ασφαλτοτάπητα ήταν καλή λόγω της ξηρότητάς του και η κυκλοφορία των οχημάτων μικρή. Ο Απ. Καπετάνιος μείωσε μεν την ταχύτητα του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του πριν από τη διασταύρωση, όμως δεν διέκοψε την πορεία του, όπως μπορούσε και όφειλε να πράξει ενόψει των πινακίδων Ρ-1 και Ρ-2 που βρίσκονταν στην κατεύθυνσή του, αλλά εισήλθε σ’ αυτήν κινούμενος με μικρή ταχύτητα και διέσχισε καθέτως την Ε.Ο., υπολαμβάνοντας ότι κανένα όχημα δεν κινείτο στο ρεύμα της οδού αυτής προς Θεσσαλονίκη. Όμως, προς την κατεύθυνση αυτή, περί το μέσον και πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, κινείτο την ίδια ημέρα και ώρα με ταχύτητα άνω των 80 χιλιομέτρων την ώρα το με αριθμό κυκλοφορίας ΚΥ-774 αυτοκίνητο της Διευθύνσεως Αναδασώσεων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με οδηγό τον, τελούντα σε διατεταγμένη υπηρεσία, υπάλληλο Νικόλαο Χριστόπουλο, το οποίο, παρά την τροχοπέδηση –της οποίας τα ίχνη εκτείνονται σε μήκος 47 μέτρων–, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του επί της αριστερής πλευράς του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και, ειδικότερα, στο μεσαίο και οπίσθιο τμήμα αυτού, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το τελευταίο αυτοκίνητο, λόγω της ωθήσεως που δέχθηκε, να παρεκκλίνει της πορείας του διαγωνίως προς τα δεξιά και να προσκρούσει με τη δεξιά του πλευρά στην πινακίδα Ρ-52, η οποία είναι τοποθετημένη επί της διαχωριστικής νησίδας που βρίσκεται στο απέναντι μέρος της διασταύρωσης. Από τη σύγκρουση αφενός προκλήθηκαν στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εκτεταμένες υλικές ζημιές, το ύψος των οποίων κατέστησε την επισκευή του (όπως δεν αμφισβητήθηκε) οικονομικώς ασύμφορη, αφετέρου τραυματίστηκαν ο Ν. Χριστόπουλος, δύο επιβάτες του υπηρεσιακού αυτοκινήτου και ο Απ. Καπετάνιος, ο οποίος υπέστη κάκωση στο τριχωτό της κεφαλής, θλαστικό τραύμα στην αριστερή κροταφική χώρα και κάταγμα στην πέμπτη αριστερή πλευρά, νοσηλευθείς στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «ΑΧΕΠΑ» κατά το χρονικό διάστημα από 23 έως 29 Δεκεμβρίου 1997. Στη συνέχεια, ο Απ. Καπετάνιος και η αναιρεσίβλητη εταιρεία άσκησαν στις 24.8.1998 κοινή αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον πρώτο 5.000.000 δραχμές ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό και τη ψυχική δοκιμασία της συγκρούσεως, στη δε δεύτερη 3.050.000 δραχμές, ποσό στο οποίο ανέρχεται η αγοραία αξία του αυτοκινήτου της κατά το χρόνο του ατυχήματος (3.000.000 δραχμές) και η αμοιβή (50.000 δραχμές) που κατέβαλε για την ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε για τη διαπίστωση του ασύμφορου επισκευής των προξενηθεισών ζημιών. Η εκδίκαση της αγωγής έλαβε χώρα στις 20.12.1999, το δε Δημόσιο με υπόμνημα που κατέθεσε στις 23.12.1999 προέβαλε τον ισχυρισμό της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Απ. Καπετάνιου, άλλως της συνυπαιτιότητας αυτού στην επέλευση του ατυχήματος σε ποσοστό τουλάχιστον 95%. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2607/2001 απόφασή του έκρινε ότι το τροχαίο ατύχημα οφειλόταν σε υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών, προσδιόρισε τα ποσοστά συνυπαιτιότητας των Απ. Καπετάνιου και Ν. Χριστόπουλου σε 80% και 20% αντιστοίχως και ανέβαλε περαιτέρω την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να συμπληρωθούν τα στοιχεία τα σχετικά με την εν γένει κατάσταση του αυτοκινήτου κατά το χρόνο της συγκρούσεως, ώστε να προσδιοριστεί η αγοραία αξία του. Ακολούθως, το πρωτοδικείο με την 156/2003 οριστική του απόφαση, στηριζόμενο στα ως άνω ποσοστά συνυπαιτιότητας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει στον Απ. Καπετάνιο 100.000 δραχμές (293,47 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στη δε αναιρεσίβλητη εταιρεία 625.000 δραχμές (1.834,18 ευρώ), ποσό που αποτελεί μέρος της κατά το χρόνο της συγκρούσεως αγοραίας αξίας του αυτοκινήτου της, το σύνολο της οποίας υπολόγισε σε 2.625.000 δραχμές. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων.
ΤΟ ΔΕΦ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΕΘΕΣΗ ΑΠΟΨΕΩΝ Ή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΣ ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ότι αποκλειστικός υπαίτιος της συγκρούσεως ήταν ο Απ. Καπετάνιος, ότι η εμπορική αξία του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 – 2.000.000 δραχμών και ότι δεν έπρεπε να επιδικαστεί αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης στον Απ. Καπετάνιο, καθώς αυτός δεν υπέστη τέτοια βλάβη. Η αναιρεσίβλητη εταιρεία υποστήριξε ότι η ένσταση συνυπαιτιότητας προβλήθηκε απαραδέκτως με το υπόμνημα του Δημοσίου μετά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του κρατικού αυτοκινήτου και ότι η εμπορική αξία του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης ανερχόταν κατά το χρόνο της συγκρούσεως σε 3.000.000 δραχμές. Το διοικητικό εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις ως άνω εφέσεις, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του Δημοσίου. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 129 και 138 του ΚΔΔ, έκρινε ότι επί αγωγής αποζημιώσεως η εκ μέρους του Δημοσίου ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατ’ άρθρο 300 του Αστικού Κώδικα μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς μόνο με την έκθεση των απόψεών του ή με υπόμνημα πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως στο διοικητικό πρωτοδικείο όχι όμως με το υπόμνημα που κατατίθεται εκ των υστέρων, δηλαδή μέσα στην προβλεπόμενη τριήμερη προθεσμία μετά την εκδίκαση της υποθέσεως. Ακολούθως, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η ένσταση (ισχυρισμός) περί συνυπαιτιότητας του Απ. Καπετάνιου στην πρόκληση του ατυχήματος, που προέβαλε το Δημόσιο πρωτοδίκως με το υπόμνημα μετά την εκδίκαση της υποθέσεως, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο ισχυρισμός δε του Δημοσίου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού αυτού δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι περιείχε και την παραπάνω ένσταση. Με τις σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο έκανε δεκτό το λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης εταιρείας περί απαράδεκτης προβολής το πρώτον με το υπόμνημα του Δημοσίου μετά τη συζήτηση της υποθέσεως πρωτοδίκως του ως άνω ισχυρισμού περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Δικάζοντας δε την αγωγή κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, την έκανε εν μέρει δεκτή και επιδίκασε σ’ αυτήν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ολόκληρο το ποσό των 2.675.000 δραχμών ή 7.850,33 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η εμπορική αξία του αυτοκινήτου της κατά το χρόνο του ατυχήματος.
ΣΤΕ ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΟΝΟ ΜΕ ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΟΨΕΩΝ
5. Επειδή, η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου, ότι απαραδέκτως το εναγόμενο Δημόσιο προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του Απ. Καπετάνιου με το προαναφερόμενο υπόμνημά του είναι ορθή, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 3 και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος μόνος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2013 και στις 26 Μαρτίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Απριλίου 2015.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Α. Γκότσης Μ. Βλασερού
./.
./.
Αριθμός 1293/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Μαρινάκης, Π. Μπραΐμη, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Στ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.
Για να δικάσει την από 28 Ιουνίου 2007 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Κωνσταντίνο Κυριόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ΑΛΕΥΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ Α.Ε.”, που εδρεύει στην Άσσηρο Ν. Θεσσαλονίκης (22ο χλμ. Ε.Ο. Θεσσαλονίκης-Σερρών), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Γώγο (Α.Μ. 2871 Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2920/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Π. Μπραΐμη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά το νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 2920/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου, έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξαφανίστηκε εν μέρει η 156/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάστηκε η αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 7.850,33 ευρώ ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, για τη ζημία που υπέστη από τη σύγκρουση επιβατικού αυτοκινήτου της με υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Διευθύνσεως Αναδασώσεων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, οδηγούμενο από πρόσωπο ενταγμένο στην υπηρεσία της.
2. Eπειδή, στο άρθρο 129 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 29 του ν. 3900/2010 (Α΄213), οριζόταν ότι: «1. Το Δημόσιο και το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου προς τα οποία γίνονται οι κατά το προηγούμενο άρθρο επιδόσεις, έχουν υποχρέωση να αποστέλλουν στο δικαστήριο τον, κατά το άρθρο 149, διοικητικό φάκελο, με αναλυτική έκθεση απόψεων για τη διαφορά και, ειδικότερα, για τους προβαλλόμενους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς. 2. Η έκθεση με τον κατά την προηγούμενη παράγραφο διοικητικό φάκελο διαβιβάζονται στο δικαστήριο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας αυτής, η αναβολή της συζήτησης είναι υποχρεωτική αν το ζητήσει εκείνος που έχει ασκήσει το ένδικο βοήθημα ή που έχει ασκήσει παρέμβαση. 3. …». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 138 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Υπομνήματα των διαδίκων, για την ανάπτυξη των ισχυρισμών τους, κατατίθενται στη γραμματεία το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες μετά τη συζήτηση. Μέσα σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας ο αντίδικος εκείνου που κατέθεσε το υπόμνημα μπορεί, με δικό του υπόμνημα, να αντικρούσει τις απόψεις που αναπτύχθηκαν με το υπόμνημα του αντιδίκου του».
3. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 129 και 138 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας συνάγεται ότι επί αγωγής αποζημιώσεως αυτοτελείς ισχυρισμοί του εναγομένου Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., όπως ο ισχυρισμός περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος κατά το άρθρο 300 ΑΚ (βλ.. σχετικά για ένσταση συνυπαιτιότητας ΑΠ 423/1985 Ολομ.,1115/1986 Ολομ.,763/2000), μπορούν να προβληθούν μόνο με την έκθεση απόψεων στην προθεσμία που ορίζεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις και όχι με υπόμνημα, διότι, κατά τις διατάξεις του άρθρου 138 ΚΔΔ, με το υπόμνημα μπορεί να γίνει μόνο ανάπτυξη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών (πρβ. ΣτΕ 1597/2001 και ΣτΕ 3725/1992, 3449/1994 7μ., 385/1996, 478/1998, 662, 2252/1999, 3981/2000, 4491/2001).
4.Eπειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Στις 23.12.1997 και περί ώρα 14:00 ο Απόστολος Καπετάνιος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσίβλητης εταιρείας, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ΝΒΚ-9615 Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τελευταίας, κινούμενος επί της αγροτικής οδού που οδηγεί από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις αυτής προς την κατοικία του. Η ανώνυμη αυτή αγροτική οδός διασταυρώνεται με την Εθνική Οδό (Ε.Ο.) Θεσσαλονίκης – Σερρών στο ύψος του 22ου χιλιομέτρου αυτής. Επί της αγροτικής οδού και πριν από τη συμβολή της με την Ε.Ο. είναι τοποθετημένες κατά τη σειρά και την κατεύθυνση των οχημάτων που κινούνται προς το Δήμο Ασσήρου, όπου εδρεύει η αναιρεσίβλητη εταιρεία, ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες και, συγκεκριμένα, Ρ-1 περί υποχρεωτικής παραχωρήσεως προτεραιότητας στα οχήματα που κινούνται στην Ε.Ο. και Ρ-2 περί υποχρεωτικής διακοπής της πορείας των οχημάτων πριν από την είσοδό τους στον ισόπεδο αυτό κόμβο (STOP). Επί της Ε.Ο. και πριν από τη διασταύρωσή της με την ανωτέρω αγροτική οδό είναι τοποθετημένες στην κατεύθυνση των οχημάτων που κινούνται προς τη Θεσσαλονίκη πινακίδες Κ-16 περί κινδύνου λόγω συχνής κινήσεως παιδιών (σχολεία, γήπεδα κλπ.), Κ-18 περί κινδύνου από τη διέλευση οικόσιτων ζώων και Ρ-32 περί περιορισμού της μέγιστης ταχύτητας στα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Η προαναφερόμενη Ε.Ο. είναι διπλής κατευθύνσεως με μια λωρίδα ανά ρεύμα κυκλοφορίας πλην του σημείου όπου διασταυρώνεται με την αγροτική οδό, όπου υπάρχει και άλλη λωρίδα προοριζόμενη για την προς Θεσσαλονίκη κίνηση των οχημάτων τα οποία πρόκειται να εξέλθουν από την Ε.Ο. από αριστερά. Η οδός αυτή, της οποίας το οδόστρωμα και τα ερείσματα έχουν πλάτος 12 μέτρων και 1 μέτρου αντιστοίχως, είναι ευθεία σε μήκος 100 μέτρων, κατά την ανωτέρω δε ημέρα και ώρα η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κάποιο εμπόδιο, η κατάσταση του ασφαλτοτάπητα ήταν καλή λόγω της ξηρότητάς του και η κυκλοφορία των οχημάτων μικρή. Ο Απ. Καπετάνιος μείωσε μεν την ταχύτητα του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του πριν από τη διασταύρωση, όμως δεν διέκοψε την πορεία του, όπως μπορούσε και όφειλε να πράξει ενόψει των πινακίδων Ρ-1 και Ρ-2 που βρίσκονταν στην κατεύθυνσή του, αλλά εισήλθε σ’ αυτήν κινούμενος με μικρή ταχύτητα και διέσχισε καθέτως την Ε.Ο., υπολαμβάνοντας ότι κανένα όχημα δεν κινείτο στο ρεύμα της οδού αυτής προς Θεσσαλονίκη. Όμως, προς την κατεύθυνση αυτή, περί το μέσον και πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, κινείτο την ίδια ημέρα και ώρα με ταχύτητα άνω των 80 χιλιομέτρων την ώρα το με αριθμό κυκλοφορίας ΚΥ-774 αυτοκίνητο της Διευθύνσεως Αναδασώσεων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με οδηγό τον, τελούντα σε διατεταγμένη υπηρεσία, υπάλληλο Νικόλαο Χριστόπουλο, το οποίο, παρά την τροχοπέδηση –της οποίας τα ίχνη εκτείνονται σε μήκος 47 μέτρων–, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του επί της αριστερής πλευράς του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και, ειδικότερα, στο μεσαίο και οπίσθιο τμήμα αυτού, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα το τελευταίο αυτοκίνητο, λόγω της ωθήσεως που δέχθηκε, να παρεκκλίνει της πορείας του διαγωνίως προς τα δεξιά και να προσκρούσει με τη δεξιά του πλευρά στην πινακίδα Ρ-52, η οποία είναι τοποθετημένη επί της διαχωριστικής νησίδας που βρίσκεται στο απέναντι μέρος της διασταύρωσης. Από τη σύγκρουση αφενός προκλήθηκαν στο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εκτεταμένες υλικές ζημιές, το ύψος των οποίων κατέστησε την επισκευή του (όπως δεν αμφισβητήθηκε) οικονομικώς ασύμφορη, αφετέρου τραυματίστηκαν ο Ν. Χριστόπουλος, δύο επιβάτες του υπηρεσιακού αυτοκινήτου και ο Απ. Καπετάνιος, ο οποίος υπέστη κάκωση στο τριχωτό της κεφαλής, θλαστικό τραύμα στην αριστερή κροταφική χώρα και κάταγμα στην πέμπτη αριστερή πλευρά, νοσηλευθείς στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «ΑΧΕΠΑ» κατά το χρονικό διάστημα από 23 έως 29 Δεκεμβρίου 1997. Στη συνέχεια, ο Απ. Καπετάνιος και η αναιρεσίβλητη εταιρεία άσκησαν στις 24.8.1998 κοινή αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητώντας να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον πρώτο 5.000.000 δραχμές ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό και τη ψυχική δοκιμασία της συγκρούσεως, στη δε δεύτερη 3.050.000 δραχμές, ποσό στο οποίο ανέρχεται η αγοραία αξία του αυτοκινήτου της κατά το χρόνο του ατυχήματος (3.000.000 δραχμές) και η αμοιβή (50.000 δραχμές) που κατέβαλε για την ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε για τη διαπίστωση του ασύμφορου επισκευής των προξενηθεισών ζημιών. Η εκδίκαση της αγωγής έλαβε χώρα στις 20.12.1999, το δε Δημόσιο με υπόμνημα που κατέθεσε στις 23.12.1999 προέβαλε τον ισχυρισμό της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Απ. Καπετάνιου, άλλως της συνυπαιτιότητας αυτού στην επέλευση του ατυχήματος σε ποσοστό τουλάχιστον 95%. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2607/2001 απόφασή του έκρινε ότι το τροχαίο ατύχημα οφειλόταν σε υπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών, προσδιόρισε τα ποσοστά συνυπαιτιότητας των Απ. Καπετάνιου και Ν. Χριστόπουλου σε 80% και 20% αντιστοίχως και ανέβαλε περαιτέρω την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να συμπληρωθούν τα στοιχεία τα σχετικά με την εν γένει κατάσταση του αυτοκινήτου κατά το χρόνο της συγκρούσεως, ώστε να προσδιοριστεί η αγοραία αξία του. Ακολούθως, το πρωτοδικείο με την 156/2003 οριστική του απόφαση, στηριζόμενο στα ως άνω ποσοστά συνυπαιτιότητας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει στον Απ. Καπετάνιο 100.000 δραχμές (293,47 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στη δε αναιρεσίβλητη εταιρεία 625.000 δραχμές (1.834,18 ευρώ), ποσό που αποτελεί μέρος της κατά το χρόνο της συγκρούσεως αγοραίας αξίας του αυτοκινήτου της, το σύνολο της οποίας υπολόγισε σε 2.625.000 δραχμές. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων. Το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ότι αποκλειστικός υπαίτιος της συγκρούσεως ήταν ο Απ. Καπετάνιος, ότι η εμπορική αξία του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης εταιρείας δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 – 2.000.000 δραχμών και ότι δεν έπρεπε να επιδικαστεί αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης στον Απ. Καπετάνιο, καθώς αυτός δεν υπέστη τέτοια βλάβη. Η αναιρεσίβλητη εταιρεία υποστήριξε ότι η ένσταση συνυπαιτιότητας προβλήθηκε απαραδέκτως με το υπόμνημα του Δημοσίου μετά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως, ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του κρατικού αυτοκινήτου και ότι η εμπορική αξία του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης ανερχόταν κατά το χρόνο της συγκρούσεως σε 3.000.000 δραχμές. Το διοικητικό εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις ως άνω εφέσεις, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του Δημοσίου. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 129 και 138 του ΚΔΔ, έκρινε ότι επί αγωγής αποζημιώσεως η εκ μέρους του Δημοσίου ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατ’ άρθρο 300 του Αστικού Κώδικα μπορεί να προβληθεί παραδεκτώς μόνο με την έκθεση των απόψεών του ή με υπόμνημα πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως στο διοικητικό πρωτοδικείο όχι όμως με το υπόμνημα που κατατίθεται εκ των υστέρων, δηλαδή μέσα στην προβλεπόμενη τριήμερη προθεσμία μετά την εκδίκαση της υποθέσεως. Ακολούθως, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η ένσταση (ισχυρισμός) περί συνυπαιτιότητας του Απ. Καπετάνιου στην πρόκληση του ατυχήματος, που προέβαλε το Δημόσιο πρωτοδίκως με το υπόμνημα μετά την εκδίκαση της υποθέσεως, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο ισχυρισμός δε του Δημοσίου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού αυτού δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι περιείχε και την παραπάνω ένσταση. Με τις σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο έκανε δεκτό το λόγο εφέσεως της αναιρεσίβλητης εταιρείας περί απαράδεκτης προβολής το πρώτον με το υπόμνημα του Δημοσίου μετά τη συζήτηση της υποθέσεως πρωτοδίκως του ως άνω ισχυρισμού περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση. Δικάζοντας δε την αγωγή κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, την έκανε εν μέρει δεκτή και επιδίκασε σ’ αυτήν, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ολόκληρο το ποσό των 2.675.000 δραχμών ή 7.850,33 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η εμπορική αξία του αυτοκινήτου της κατά το χρόνο του ατυχήματος.
5. Επειδή, η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου, ότι απαραδέκτως το εναγόμενο Δημόσιο προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας του Απ. Καπετάνιου με το προαναφερόμενο υπόμνημά του είναι ορθή, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 3 και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος μόνος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εταιρείας που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2013 και στις 26 Μαρτίου 2015 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Απριλίου 2015.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Α. Γκότσης Μ. Βλασερού
./.
./.
