ΣτΕ 2123/2015,Β τμ., ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ, ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΕΣ ΦΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΟΚΟΙ , ΜΟΝΟ ΜΕ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΟΧΙ ΑΓΩΓΗ , 71§4 ΚΔΔ

ΔΕΦΑΘ

Αριθμός 2123/2015 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Β΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Α.-Γ. Βώρος, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αν. Ζυγουρίτσα. 
Για να δικάσει την από 22 Απριλίου 2009 αίτηση: 
της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΟΜΕΣ Ανώνυμη Τεχνική Εταιρεία», που εδρεύει στα Χανιά (Νεάρχου 18), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Μιχαήλ Βεργανελάκη (Α.Μ. 23 Δ.Σ. Χανίων), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο, 
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και ήδη Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Δημήτριο Φαρμάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. 
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 12/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Χανίων. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Γ. Φλίγγου. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (866843-4/2009 ειδικά γραμμάτια παραβόλου σειράς Α΄). 
2. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 36/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων ένδικο βοήθημα της αναιρεσείουσας, επιγραφόμενο “προσφυγή-αγωγή”, που ασκήθηκε ενώπιόν του, ερμηνεύθηκε ως προσφυγή, στρεφόμενη κατά της σιωπηρής απόρριψης από τον Προϊστάμενο της Α’ ΔΟΥ Χανίων της επιφύλαξης που είχε διατυπώσει η αναιρεσείουσα στην από 29.4.1998 δήλωση απόδοσης φόρου για τα αφορολόγητα αποθεματικά βάσει του άρθρου 8 του ν. 2579/1998, και απερρίφθη. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθ. 12/2009 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Χανίων, με την οποία απερρίφθη έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης
3. Επειδή, στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται, στο άρθρο 1, ότι «Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια», στο άρθρο 2, ότι «Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, εκτός εκείνων που η εκδίκασή τους έχει ανατεθεί, με ειδική διάταξη νόμου, σε άλλα διοικητικά δικαστήρια», στο άρθρο 63 παρ. 1, ότι «Με την επιφύλαξη όσων ορίζονται σε ειδικές διατάξεις του Κώδικα, οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας, υπόκεινται σε προσφυγή» και στο άρθρο 71 παρ.1 και 4 ότι «1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου… 4. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αγωγή είναι απαράδεκτη αν πρόκειται για αξίωση φορολογικού εν γένει περιεχομένου». 
4. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 73 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ. 331/1985, Α΄ 116) και του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 4486/1965 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινών διατάξεων» (Α΄ 131) οι οποίες, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 285 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., εξακολουθούν να ισχύουν (ΣτΕ 834/2010 Ολομ, 4603/2012 κ.ά.), για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται μεταξύ φορολογούσης αρχής και φορολογουμένου συμπεριλαμβανομένων και των διαφορών που αφορούν την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων, ο φορολογούμενος δύναται να ασκήσει ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου αποκλειστικώς και μόνο το ένδικο βοήθημα της προσφυγής, όχι δε και το ένδικο βοήθημα της αγωγής (πρβλ. 2950/2003, 1794/1994 7μ.).
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό με τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία που έχει ως αντικείμενο εργασιών την εκτέλεση τεχνικών έργων, με έδρα τα Χανιά, υπέβαλε στην Α΄ ΔΟΥ Χανίων την από 29.4.1998 δήλωση απόδοσης φόρου για τα αφορολόγητα αποθεματικά, βάσει του άρθρου 8 του ν. 2579/1998. Με αυτήν το φορολογούμενο ποσό των αφορολόγητων κερδών της ανερχόταν σε 425.656.016 δρχ. και ο αναλογών φόρος, υπολογιζόμενος σε 12,5 %, ανήλθε σε 53.207.002 δρχ. Στη δήλωση αυτή διατύπωσε ρητή επιφύλαξη των άρθρων 107 παρ. 3 και 61 παρ. 5 του ν. 2238/1994, προβάλλοντας ότι η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2579/1998 αντίκειται στην αρχή της ισότητας των δημοσίων βαρών και στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος και ότι δεν όφειλε φόρο με βάση την πιο πάνω διάταξη. Επί της ανωτέρω επιφυλάξεως δεν δόθηκε απάντηση από την αρμόδια φορολογική αρχή. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα άσκησε στις 3.7.2001 ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων ένδικο βοήθημα τιτλοφορούμενο «προσφυγή-αγωγή», με το οποίο ζήτησε την επιστροφή του ανωτέρω φόρου ποσού 53.207.002 δρχ., ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, νομιμοτόκως, μέχρι την εξόφληση. Με την απόφαση 36/2006 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χανίων το ανωτέρω ένδικο βοήθημα της αναιρεσείουσας ερμηνεύθηκε ως προσφυγή και απερρίφθη ως εκπρόθεσμη, διότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση εξήντα ημερών από την τεκμαιρόμενη, με την πάροδο τριμήνου, στις 29.7.1998, σιωπηρή απόρριψη από τον Προϊστάμενο της Α΄ ΔΟΥ Χανίων της επιφύλαξης που είχε διατυπώσει η αναιρεσείουσα στην από 29.4.1998 δήλωση απόδοσης φόρου του άρθρου 8 του ν. 2579/1998. Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 
6. Επειδή, ειδικότερα, το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι, προκειμένου περί αξιώσεων φορολογικού περιεχομένου, η αγωγή είναι απαράδεκτη και μπορεί να ασκηθεί μόνο το ένδικο βοήθημα της προσφυγής και, συνεπώς, δεν έσφαλε το πρωτοδικείο που ερμήνευσε το από 3.7.2001 δικόγραφο της αναιρεσείουσας ως προσφυγή και το απέρριψε ως εκπρόθεσμο, αφού είχε ασκηθεί μετά την παρέλευση 60 ημερών από την επομένη (30.7.1998) της λήξης του τριμήνου, εντός του οποίου όφειλε η φορολογική αρχή να αποφανθεί επί της επιφυλάξεως της αναιρεσείουσας, ενώ ακόμα κι αν αίτημα της προσφυγής ήταν η επιστροφή του ένδικου φόρου ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, η προσφυγή ήταν και πάλι απορριπτέα ως εκπρόθεσμη, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995, η κατά του Δημοσίου απαίτηση του φορολογουμένου για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος χρηματικού ποσού (φόρου) παραγράφεται μετά τρία έτη από την καταβολή του, εν προκειμένω δε κατά τον χρόνο ασκήσεως του ένδικου βοηθήματος (3.7.2001), είχε παρέλθει τριετία από την καταβολή του ένδικου φόρου εισοδήματος για τα αφορολόγητα αποθεματικά με την σχετική από 29.4.1998 δήλωση της αναιρεσείουσας. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επαναφέροντας τους κατ’ έφεση προβληθέντες ισχυρισμούς της, προβάλλει ότι το ένδικο βοήθημα που άσκησε ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου αποτελούσε αγωγή αποζημιώσεως, διότι με αυτό ζητούσε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό του φόρου των 53.207.002 δρχ., που κατέβαλε αχρεώστητα, ως αποζημίωση από την αδικοπραξία των οργάνων του, καθώς και, επικουρικώς, με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, και όχι ένδικο βοήθημα προσφυγής, στρεφόμενο κατά της σιωπηρής απόρριψης της επιφύλαξης που διατύπωσε επί της από 29.4.1998 δήλωσης. Συνεπώς, κατά τα περαιτέρω προβαλλόμενα, μη νομίμως το δικάσαν εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία το εν λόγω δικόγραφο, ερμηνευόμενο ως προσφυγή, απερρίφθη ως εκπρόθεσμο. Ο ανωτέρω, όμως, λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη, για την επίλυση των διαφορών που αφορούν την επιστροφή φόρων, μπορεί να ασκηθεί μόνον το ένδικο βοήθημα της προσφυγής και όχι εκείνο της αγωγής. Επίσης, προβάλλεται ότι η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης περί εκπροθέσμου της προσφυγής, λόγω παραγραφής, δεν είναι νόμιμη, διότι το διάστημα εντός του οποίου όφειλε η φορολογική αρχή να αποφανθεί επί της επιφυλάξεως που διατύπωσε η αναιρεσείουσα στην από 29.4.1998 δήλωση, δεν έληγε στις 29.7.1998 αλλά στις 29.7.2001 και, συνεπώς, η προσφυγή είχε ασκηθεί, στις 3.7.2001, εμπροθέσμως. Και ο λόγος, όμως, αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, διότι, όπως προβάλλεται, δεν πλήσσει την προεκτεθείσα σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, και υπό την εκδοχή ότι αίτημα της προσφυγής της ήδη αναιρεσείουσας ήταν η επιστροφή σε αυτήν του ένδικου φόρου, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, η προσφυγή ήταν και πάλι απορριπτέα, διότι η αξίωσή της για επιστροφή του εν λόγω φόρου είχε υποπέσει, κατά το άρθρο 90 παρ. 2 του ν. 2362/1995, σε παραγραφή, λόγω παρέλευσης τριετίας κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής από την καταβολή του. 
7. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Απορρίπτει την αίτηση. 
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και 
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2014 
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος                         Η Γραμματέας 
  
  
    Ε. Γαλανού          Α. Ζυγουρίτσα 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Ιουνίου 2015. 
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος        Η Γραμματέας 
  
  
  Ι. Γράβαρης          Κ. Κεχρολόγου