ΣτΕ 3320/2012, Α τμ., ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΔΙΑΦΕΡΟΝ , ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΖΗΤΗΘΕΙ ΚΑΙ ΔΑΙΦΥΓΟΝ ΕΑΝ Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΟΡΘΩΣΙΜΗ , ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΔΕΙΑ

ΣΤΕ

   
   
   
   

Περίληψη

Μπορεί ο ζημιωθείς από την έκδοση ευνοϊκής γι’ αυτόν παράνομης πράξεως να ζητήσει τα διαφυγόντα κέρδη από την μη έκδοση πράξεως με το ίδιο περιεχόμενο, χωρίς την πλημμέλεια που την κατέστησε παράνομη• τούτο, εφόσον, λαμβανομένης υπ’ όψιν, της φύσεως της πλημμελείας, η έκδοση της πράξεως χωρίς αυτήν, ήταν από το νόμο επιτρεπτή.

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 3320/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2011, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Δ. Σκαλτσούνης, Σ. Μαρκάτης, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Β. Ανδρουλάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Κολιοπούλου.

Για να δικάσει την από 23 Ιουλίου 2003 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Χρ. Κοραντζάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του …, κατοίκου …. Αττικής (…), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Καμπίτση (Α.Μ. 6619), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 922/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Σ. Μαρκάτη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά τον νόμο η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 922/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Με την απόφαση εξαφανίσθηκε, κατόπιν μερικής αποδοχής εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, η 1070/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, και, στην συνέχεια, κατόπιν μερικής αποδοχής αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕΙΣΝΑΚ, να του καταβάλει ποσό 52.040 ευρώ προς αποκατάσταση μιας από τις ζημίες, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος υπέστη, κατά τους ισχυρισμούς του, από την έκδοση επ’ ονόματι αυτού οικοδομικής αδείας, η οποία ακυρώθηκε ως μη νόμιμη. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή είχε απορριφθεί στο σύνολό της.

3. Επειδή, στην περίπτωση που ο κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξεως παρά την έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων εκδόσεώς της, στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς ανυπαιτίως επίστευσε, η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης) που περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στην θέση, στην οποία θα ευρίσκετο αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νομίμου πράξεως (θετική ζημία) όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε εξ άλλης αιτίας, αν αυτός δεν είχε πιστεύσει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξεως (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται, αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη (πρβ ΣτΕ 866/2011 επτ.). Όμως, μπορεί ο ζημιωθείς από την έκδοση ευνοϊκής γι’ αυτόν παράνομης πράξεως να ζητήσει τα διαφυγόντα κέρδη από την μη έκδοση πράξεως με το ίδιο περιεχόμενο, χωρίς την πλημμέλεια που την κατέστησε παράνομη τούτο, εφ’ όσον, λαμβανομένης υπ’ όψιν, ιδίως, της φύσεως της πλημμέλειας, η έκδοση της πράξεως, χωρίς αυτήν, ήταν από το νόμο επιτρεπτή.

4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσίβλητος, δυνάμει της 974/17.5.1990 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Αργυρουπόλεως, άρχισε, στις 18.5.1990, τις οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση πενταόροφης οικοδομής με υπόγειο στις οδούς …. και … (…) του Δήμου …., αποτελούμενης στον υπόγειο όροφο από τρεις χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων και πέντε αποθήκες, στον ισόγειο όροφο από τρεις χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων και στους λοιπούς ορόφους από ένα διαμέρισμα 116,70 τ.μ . Με την 4247/1990 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως ιδιοκτήτη ομόρου ακινήτου, η ως άνω οικοδομική άδεια ακυρώθηκε ως παράνομη, διότι με αυτήν είχε επιτραπεί η τοποθέτηση της οικοδομής σε επαφή με το γειτονικό ακίνητο κατ’ εφαρμογή των αντικειμένων στο άρθρο 24 του Συντάγματος διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 3 του ν. 1577/1985, όπως αυτές είχαν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 1772/1988. Σε εκτέλεση δε της αποφάσεως αυτής του Συμβουλίου της Επικρατείας το ως άνω Πολεοδομικό Γραφείο με το 641555/86/30.1.1991 έγγραφό του προς το Αστυνομικό Τμήμα Τερψιθέας διέταξε την διακοπή των οικοδομικών εργασιών. Μεταγενεστέρως, το ίδιο ως άνω Πολεοδομικό Γραφείο με την 16320/96/4.7.1997 απόφασή του εξαίρεσε από την κατεδάφιση το μέχρι τότε ανεγερθέν τμήμα της οικοδομής και με την από 4/12/1997 πράξη αναθεωρήσεως της ως άνω άδειας επέτρεψε την ολοκλήρωση των υπολειπόμενων οικοδομικών εργασιών για την αποπεράτωση της οικοδομής. Ο αναιρεσίβλητος στις 22.12.1995, δηλαδή πριν από την αναθεώρηση της οικοδομικής αδείας, είχε ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ζητώντας, κατόπιν μετατροπής του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, την αναγνώριση της υποχρεώσεώς του να αποκαταστήσει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής α) την ζημία την οποία εξ αιτίας της ως άνω παράνομης και ακυρωθείσας οικοδομικής άδειας θα υφίστατο, κατά τους ισχυρισμούς του, από την αύξηση του κόστους κατασκευής των υπολειπομένων οικοδομικών εργασιών κατά το χρονικό διάστημα από την διακοπή τους (1.2.1991) μέχρι την έγερση της αγωγής (22.12.1995) και β) την αναγνώριση της ζημίας που είχε ήδη υποστεί από την ίδια ως άνω αιτία, συνισταμένης στα διαφυγόντα κέρδη από την αδυναμία εκμισθώσεως της οικοδομής από 1.10.1991, ήτοι από την ημερομηνία που θα αποπεράτωνε την οικοδομή, αν δεν είχε μεσολαβήσει η ως άνω παρανομία των οργάνων του Δημοσίου και μέχρι 31.12.1995. Εξ άλλου, ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του αξίωσε επικουρικώς, σε περίπτωση που τελικώς δεν θα του εχορηγείτο άδεια για αποπεράτωση της οικοδομής, την αναγνώριση και αποκατάσταση της δαπάνης στην οποία είχε ήδη υποβληθεί για την ανέγερση της οικοδομής μέχρι το στάδιο των οπτοπλινθοδομών, οπότε διακόπηκαν αναγκαστικά οι οικοδομικές εργασίες. Πρωτοδίκως η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη στο σύνολό της, δηλαδή τόσο ως προς το κύριο αίτημά της (αποζημίωση για αύξηση του κόστους ανεγέρσεως της οικοδομής και διαφυγόντα μισθώματα), με την αιτιολογία ότι δεν υφίστατο αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης οικοδομικής άδειας και της ζημίας, διότι η καθυστέρηση της ολοκληρώσεως των οικοδομικών εργασιών, συνεπεία της οποίας προέκυψε η ζημία, δεν οφειλόταν στην έκδοση της παράνομης οικοδομικής άδειας, αλλά στη διαταγή της πολεοδομικής αρχής περί διακοπής των εργασιών ανεγέρσεως σε εκτέλεση της ως άνω αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία ήταν πράξη νόμιμη, όσο και ως προς το επικουρικό αίτημα (αποζημίωση για τις πραγματοποιηθείσες ήδη δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής) με την αιτιολογία ότι, παρά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα ανεγερθέντα κτίρια ουδέποτε κατεδαφίστηκαν αλλά, αντιθέτως, η άδεια αναθεωρήθηκε και επιτράπηκε η ολοκλήρωση της οικοδομής και, ως εκ τούτου, δεν προέκυψε η ζημία αυτή. Με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση το διοικητικό εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορούσε τα διαφυγόντα μισθώματα.

Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ναι μεν η προαναφερθείσα ζημία οφειλόταν στην διακοπή ανεγέρσεως της οικοδομής με την 641555/86/30.1.1991 διαταγή του Πολεοδομικού Γραφείου Αργυρουπόλεως προς το Αστυνομικό Τμήμα Τερψιθέας, πλην η διακοπή αυτή είχε ως γενεσιουργό αιτία την παράνομη και ακυρωθείσα από το Συμβούλιο της Επικρατείας 947/1990 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Αργυρουπόλεως, και ότι, ως εκ τούτου, υφίστατο στην προκείμενη περίπτωση αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης οικοδομικής άδειας και της ζημίας (απώλεια μισθωμάτων) του αναιρεσιβλήτου. Ο σύνδεσμος δε αυτός, κατά το διοικητικό εφετείο, δεν διασπάσθηκε από την νόμιμη διαταγή της πολεοδομικής αρχής περί διακοπής των οικοδομικών εργασιών, διότι, ανεξαρτήτως του ότι και αυτή η πράξη αποτελούσε, πάντως, απόρροια της ακυρώσεως της παράνομης οικοδομικής άδειας, η διακοπή των οικοδομικών εργασιών θα επερχόταν και χωρίς την ρητή αυτή πράξη ως αναγκαίο επακόλουθο της ακυρώσεως από το Συμβούλιο της Επικρατείας της παράνομης οικοδομικής αδείας. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζοντας κατά το οικείο κεφάλαιο την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο ήταν υποχρεωμένο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., να ανορθώσει την ζημία που επήλθε στον αναιρεσίβλητο από την ως άνω παράνομη οικοδομική άδεια, συνιστάμενη στα διαφυγόντα μισθώματα, ήτοι στα μισθώματα που αυτός με πιθανότητα προσδοκούσε να αποκτήσει από την εκμίσθωση των οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής του μετά την αποπεράτωσή της, η οποία θα ελάμβανε χώρα εάν δεν μεσολαβούσε η κατά τα ανωτέρω διακοπή των οικοδομικών εργασιών. Περαιτέρω, το δικάσαν εφετείο έλαβε υπ’ όψιν και συνεκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων (μαρτυρικές καταθέσεις, μισθωτήρια συμβόλαια διαμερισμάτων γειτονικών οικοδομών ως και των διαμερισμάτων της ίδιας της επίμαχης οικοδομής κατά το έτος 2002, εκκαθαριστικά σημειώματα φορολογίας εισοδήματος ετών 1991-1997 του αναιρεσίβλητου), προσκομισθέντων είτε πρωτοδίκως είτε σε εκτέλεση της 1564/2001 προδικαστικής του αποφάσεως και αφού, τέλος, δέχθηκε ότι η επίμαχη οικοδομή θα ήταν έτοιμη προς αξιοποίηση στις 30.9.1992. Εν όψει αυτών το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι τα μισθώματα που θα εισέπραττε ο αναιρεσίβλητος μέχρι την άσκηση της αγωγής θα ανέρχονταν σε 25.332.000 δραχμές, αφού δε αφαίρεσε από το ποσό αυτό φόρους και φθορές σε ποσοστό 30%, αναγνώρισε, τελικώς, την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση ποσό 17.732.400 δραχμών (52.040 ευρώ), απορρίπτοντας ως αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση τόκων.

5. Επειδή, κατά τα εκτεθέντα, με την αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι αν η οικοδομική άδεια είχε εκδοθεί χωρίς την πλημμέλεια, η οποία την κατέστησε παράνομη και για την οποία ακυρώθηκε, η οικοδομή θα είχε αποπερατωθεί στις 30.9.1992 και, έκτοτε, θα απέφερε τα αναφερόμενα στην αγωγή μισθώματα, τα οποία ο αναιρεσίβλητος απώλεσε εξ αιτίας της παρανομίας της πράξεως και της δικαστικής ακυρώσεως αυτής. Με αυτό το περιεχόμενο ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου, συνοδευόμενος με τα παρατιθέμενα στην αγωγή συγκεκριμένα σχετικά στοιχεία, δεν ήταν αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, εν όψει της πλημμέλειας της οικοδομικής αδείας που την κατέστησε παράνομη στην συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή την τοποθέτηση της οικοδομής σε επαφή με όμορο ακίνητο, η έκδοση αδείας για την ανέγερση της ίδιας οικοδομής χωρίς την ως άνω πλημμέλεια δεν αποκλειόταν από τον νόμο άλλωστε, με την μεταγενέστερη πράξη της πολεοδομικής αρχής περί αναθεωρήσεως της αρχικής αδείας επιτράπηκε η αποπεράτωση της οικοδομής. Συνεπώς, ναι μεν, όπως εκτίθεται στην τρίτη σκέψη, επί παρανόμου πράξεως, ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα εξ αιτίας της παρανομίας της, δεν νοείται η εκ μέρους του αναζήτηση κερδών από την εκτέλεση αυτής, πλην, εφ’ όσον η ανέγερση της οικοδομής ήταν από τον νόμο επιτρεπτή βάσει οικοδομικής αδείας χωρίς την ως άνω πλημμέλεια, μπορούσε ο αναιρεσίβλητος να ζητήσει διαφυγόντα κέρδη από την μη έκδοση τέτοιας οικοδομικής αδείας, όπως ορθώς, αν και με διαφορετική αιτιολογία, δέχθηκε το δικάσαν δικαστήριο κρίνοντας νόμω βάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ο λόγος δε αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι σε κάθε περίπτωση παράνομης πράξεως ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα από την παρανομία της δεν είναι δυνατή, κατά το άρθρο 105 ΕΙΣ.Ν.Α.Κ., ελλείψει του αναγκαίου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρανομίας και ζημίας, η αναζήτηση των διαφυγόντων, λόγω της παρανομίας, κερδών είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

6. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση και

Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2012.

Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας Ν. Σακελλαρίου Α. Κολιοπούλου

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2012.

Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος Ν. Σακελλαρίου Β. Ραφαηλάκη

Πρόεδρος: Ν. Σακελλαρίου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

 

Δημοσίευση: ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Ετος: 2012
Τόμος: 56
Σελ.: 1055