
1ο ΜΑΘΗΜΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΠΡΟΣ ΜΕΛΕΤΗ
- ΕΝΝΟΙΑ ΚΡΑΤΟΥΣ: Απρόσωπη και αυτοδύναμη μορφή εξουσίας, επί ενός λαού ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε ορισμένη χώρα.
- ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ: Κυριαρχία, Λαός και Επικράτεια.
- ΠΟΛΙΤΕΙΑ: Επιδίωξη του κοινού καλού ανεξάρτητα από τις σχέσεις εξουσίασης και καταναγκασμού. Προσοχή: Δεν δίνεται έμφαση στο εξουσιαστικό φαινόμενο αλλά στην κοινωνική συμβίωση.
- ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΛΑΣΙΚΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ: Αυτοδύναμη μορφή εξουσίας σε έναν λαό ο οποίος είναι εγκατεστημένος στην επικράτεια. Η μορφή αυτή εξουσίας είναι πρωτογενής και ασκείται από το νομικό πρόσωπο ενός λαού, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε ορισμένη χώρα.
- Δ. Τσάτσος: Πολιτεία είναι η εν λειτουργία συνένωση δικαίου και κοινωνίας.
- Αρ. Μάνεσης.: Κράτος είναι οργάνωση αυτοδύναμης εξουσίας, που διέπει τη συμβίωση του συνόλου των ανθρώπων που διαβιώνουν σε ορισμένη χώρα.
- ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ:
Α) ΕΘΝΟΤΗΤΑ:Πληθυσμός ο οποίος έχει χαρακτηριστικά έθνους αλλά δεν υφίσταται ή δεν αναγνωρίζεται ως αυτοτελή πολιτική κρατική οντότητα. Δες την έννοια του ετερογενούς κράτους. (ΠΧ. Το έθνος των Παλαιστινίων, των Κούρδων).
Β) ΕΘΝΙΣΜΟΣ:Η άποψη η οποία ενθαρρύνει την έκφραση και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης και παράλληλα αναγνωρίζει και σέβεται τις εθνικές διαφορές.
Γ) ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ:Η απόλυτη και με πάθος προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους, η οποία φτάνει ως τη περιφρόνηση και την εχθρότητα προς άλλα κράτη – έθνη. (αρνητική έννοια).
- ΛΑΟΣ ΕΝ ΣΤΕΝΗ ΕΝΝΟΙΑ (ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΩΜΑ)
- ΛΑΟΣ ΕΝ ΕΥΡΕΙΑ ΕΝΝΟΙΑ(Το σύνολο των πολιτών οι οποίοι διαμένουν σε μία χώρα και συνδέονται με το νομικό δεσμό της ιθαγένειας).
- ΕΘΝΟΣ: Συνιστά μη νομική έννοια. Ένα σύνολο πολιτών το οποίο χαρακτηρίζεται από κοινά συνεκτικά στοιχεία (κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία, ήθη, έθιμα, παραδόσεις), ανεξαρτήτως της ύπαρξης νομικού δεσμού με το κράτος στο οποίο διαμένει (ιθαγένεια). Επίσης, οι πολίτες αυτοί μπορούν να διαμένουν σε διαφορετικά κράτη αλλά να ανήκουν στο ίδιο έθνος. Τέλος, μπορεί να διαμένουν στην επικράτεια ενός άλλου κράτους όπου η κρατική εξουσία ασκείται από κάποιο άλλο έθνος. (ετερογενή κράτη).
ΠΡΟΣΟΧΗ: Το έθνος κατά τον Παντελή αποτελεί μια διαχρονική οντότητα η οποία αναφέρεται στον παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον).
Κατά τον Παντελή, στη σύγχρονη ιστορική και πολιτική πραγματικότητα, οι δύο έννοιες (λαός και έθνος) αλληλοσυμπληρώνονται και λειτουργούν συνθετικά.
Σύμφωνα με τη σκέψη 9 της υπ΄ αριθ. 350/2011 συνάγονται τα εξής:
- η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας βασίζεται μεν
στη βούληση του λαού, αλλά υπάρχει και ασκείται προς το συμφέρον του έθνους, οντότητος υπερβαίνουσας χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων και τα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους (άρθρο 1 παρ.3 Σ).
- το έθνος αναφέρεται τόσο στις παρελθούσες όσο και στις μέλλουσες γενεές, τα συμφέροντα των οποίων πρέπει να υπηρετεί η κρατική πολιτική (αρχή βιωσιμότητος άρθρο 24 Συντάγματος), απαρτίζεται δε και από τους Ελληνες της διασποράς (« … δυνάμεις του απανταχού ελληνισμού … » , άρθρο 108 του Συντάγματος), για τους οποίους πρέπει να είναι ενεργή η κρατική φροντίδα,
- ότι το δίκαιο της ιθαγενείας, η οποία καθιδρύει άρρηκτο, κατ` αρχήν, δεσμό του πολίτη με το Κράτος και γεννά δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (απαγόρευση αφαιρέσεως της ελληνικής ιθαγενείας και απελάσεως, δικαίωμα διπλωματικής προστασίας, πολιτικά δικαιώματα εκλέγειν-εκλέγεσθαι, συμμετοχής στις «δημόσιες λειτουργίες», καθήκον στρατεύσεως, άρθρο 4 παρ. 5 Σ), διαμορφώνεται αποκλειστικώς από το ελληνικό κράτος, κατά τρόπο κυριαρχικό, εντός των ορίων που τάσσουν οι κανόνες του διεθνούς δικαίου (πχ απαγόρευση δημιουργίας ανιθαγενών με αυθαίρετες πράξεις των κρατών ή πιθανότητα προσβολής ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Δεν τάσσονται από τους κανόνες του διεθνούς δικαίου δεσμευτικά κριτήρια για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας (ως προς τη διαδικασία της πολιτογράφησης) ούτε υφίσταται από την κείμενη νομοθεσία δικαίωμα του αλλοδαπού στην απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας,
· ότι το δίκαιο αυτό, εξ επόψεως εσωτερικών ορίων, πρέπει να μην προσβάλλει τις ως άνω συνταγματικές αρχές, δηλαδή ούτε να επιτρέπει την είσοδο στη λαϊκή κοινότητα (λαός) αλλοδαπών προσώπων χωρίς ουσιαστικό πραγματικό δεσμό με αυτή- ιδίως με την πρόβλεψη αθρόων πολιτογραφήσεων- εις τρόπον ώστε να συγκροτείται αυθαιρέτως το συνθετικό στοιχείο του Κράτους (λαός) και το ανώτατο όργανο αυτού (λαός- εκλογικό σώμα) και, εν τέλει, να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους, ούτε και να θέτει διατάξεις, που να επιτρέπουν την ευχερή αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας,
· ότι ο συνταγματικός νομοθέτης μεριμνά για τη συνέχεια του έθνους, επιτάσσοντας τον απλό νομοθέτη να οργανώνει εκπαίδευση, η οποία, μεταξύ άλλων, θα συμβάλλει στη ανάπτυξη εθνικής συνειδήσεως και να προβλέπει και να συντηρεί κοινωνικό δίκτυο υποστηρίξεως του θεσμού της οικογένειας, «ως θεμελίου της συντήρησης και προαγωγής του ΄Εθνους».
Σύμφωνα με τη σκέψη 6 της υπ΄ αριθ. ΣΤΕ ΟΛ 460/2013 συνάγονται τα εξής:
Ο νομοθέτης έχει μεν την δυνατότητα να εκτιμά εκάστοτε τις συγκεκριμένες συνθήκες (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές) και να καθορίζει τις προϋποθέσεις κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας κατά τρόπο χαλαρότερο ή αυστηρότερο, αλλά, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό κράτος με συγκεκριμένη ιστορία και ότι ο χαρακτήρας αυτός είναι εγγυημένος τουλάχιστον από τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.3 του ισχύοντος Συντάγματος, τέλος δε και ότι το κράτος αυτό είναι εντεταγμένο σε υπερεθνική κοινότητα εθνικών κρατών με παρόμοιες συνταγματικές παραδόσεις (Ευρωπαϊκή ΄Ενωση), η οποία, μάλιστα, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, σέβεται την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με την θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή. Συνέπεια δε τούτων είναι ότι ελάχιστος όρος και όριο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ύπαρξη γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο, κοινότητα με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά με την βοήθεια μικρότερων κοινωνικών μονάδων (οικογένεια) και οργανωμένων κρατικών μονάδων (εκπαίδευση). Δύναται λοιπόν, κατ’ απόκλιση από την βασική αρχή του δικαίου της καταγωγής (ius sanguinis) ως αυτόματου τρόπου κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, να προβλέψει τρόπους κτήσεως της ιθαγενείας βάσει της αρχής του δικαίου του εδάφους (jus soli) και περαιτέρω, να θεσπίζει για τις περιπτώσεις αυτές και τυπικά κριτήρια, όπως είναι η νόμιμη παραμονή στην χώρα και η διάρκεια αυτής, αλλά θα πρέπει να τα συνδυάζει και με ουσιαστικά κριτήρια, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ο γνήσιος δεσμός του αλλοδαπού προς την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η ενσωμάτωσή του σε αυτήν υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια.
Επίσης όσον αφορά το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις εκλογές της για την ανάδειξη των οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης για τους αλλοδαπούς, η εν λόγω απόφαση απεφάνθη ότι από το άρθρο 102 παρ.2 Σ, δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να διευρύνει το εκλογικό σώμα με τη συμμετοχή και αλλοδαπών προσώπων με απλή διάταξη νόμου, παρακάμπτοντας τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης ενώ εντελώς διαφορετικό είναι το ζήτημα της συμμετοχής ενωσιακών υπηκόων στις εκλογές για την ανάδειξη των αρχών της τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς σε αυτή τη περίπτωση εφαρμόζεται ευθέως η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 της Συνθήκης για την λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που καθιερώθηκε το 1992 με την Συνθήκη του Maastricht και εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 του Συντάγματος, εφ’ όσον πρόκειται για περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας χάριν της συμμετοχής της ελληνικής δημοκρατίας ως μέλους της Ενώσεως (βλ Σ.τ.Ε 122/2008 επταμ.).
ΣΕ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υπάρχει νομικό ή επαρκές νομολογιακό πλαίσιο που να καθορίζει τα θέματα που αφορούν στην παραχώρηση της ιθαγένειας των κρατών μελών.[2], αφορούσε την ανάκληση της γερμανικής ιθαγένειας από πρόσωπο, που την απέκτησε με πολιτογράφηση στη βάση ψευδών στοιχείων, με αποτέλεσμα το πρόσωπο αυτό, επειδή δεν μπορούσε να επανακτήσει την αυστριακή ιθαγένειά του, να καταστεί ανιθαγενής και να στερηθεί την ιθαγένεια της Ένωσης. Στη σχετική Απόφαση, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπενθύμισε αφενός ότι «ο καθορισμός των προϋποθέσεων κτήσης και απώλειας της ιθαγένειας εμπίπτει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους», αφετέρου, όμως, διατύπωσε τη θέση ότι στις περιπτώσεις που οι κανόνες της εθνικής νομοθεσίας εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, «τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στον τομέα της ιθαγένειας, οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης..» Το ΔΕΕ γνωμοδότησε ακόμη ότι, αν και η πράξη ανάκλησης της ιθαγένειας πολίτη της ΕΕ, την οποία απέκτησε με σε απάτη, δεν απαγορεύεται, η πράξη αυτή θα πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας».
- ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΊΑΣ
Πρωτογενής, αυτοδύναμη, οργανωμένη και διαρκής μορφή εξουσίας.
Πρωτογενής: Το κράτος ασκεί την εξουσία μόνο του μέσω μίας πολιτικής διαδικασίας.
Αυτοδύναμη: Η εξουσία ασκείται από το κυρίαρχο κράτος με τα δικά του μέσα καταναγκασμού και εξουσίασης. (π.χ. τα μέσα διοικητικής εκτέλεσης τα οποία διαθέτει η φορολογική αρχή για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων κατά τον ΚΕΔΕ)
Οργανωμένη και Διαρκής: Είναι θεσποποιημένη, δηλαδή υπόκειται στο νόμο και εκδηλώνεται από απρόσωπους θεσμούς. Σχετίζεται με το Σύνταγμα.
Κατά τον Μάνεση: η κρατική εξουσία είναι η υπέρτατη ικανότητα του άρχειν (επιτάσσειν και εξαναγκάζειν σε συμμόρφωση).
- ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ :
Ο τόπος όπου εκδηλώνεται η έννομη τάξη ενός κράτους.
- ΠΟΥ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ
Στεριά, θάλασσα, αέρας, αιγιαλίτιδα ζώνη, υφαλοκρηπίδα, αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ).
Αιγιαλίτιδα Ζώνη: Η θαλάσσια περιοχή η οποία περιβάλλει το έδαφος ενός κράτους και των νησιών.
Υφαλοκρηπίδα: Θαλάσσιος βυθός και υποθαλάσσιο τμήμα όπου το κράτος έχει κυριαρχικά δικαιώματα εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων.
Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ): Περιλαμβάνει το θαλάσσιο βυθό και το υποθαλάσσιο τμήμα.
Καλύπτει τόσο τους ζωντανούς όσο και τους μη ζωντανούς πόρους. Τα κυριαρχικά δικαιώματα επί της ΑΟΖ, τα ασκεί το εκάστοτε κράτος κατόπιν διακήρυξης.
ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΚΡΑΤΩΝ
- ΕΝΙΑΙΟ ΚΡΑΤΟΣ
Συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας υπέρ ενός φορέα που την ασκεί σε όλη την επικράτεια μέσα από κεντρικά και περιφερειακά όργανα. Η εξουσία είναι κυρίαρχη. Μορφή του ενιαίου κράτους είναι και το αποκεντρωμένο κράτος όπου παρέχεται εκ του Συντάγματος ευρύτατη αυτονομία στις Περιφέρειες. (Ισπανία και Ιταλία).
- ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ
- ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ
- ιδρύεται με διεθνή συνθήκη και όχι με Σύνταγμα, και δεν αποτελεί κράτος, καθώς δεν αποτελεί υποκείμενο του διεθνούς δικαίου.
- τα κράτη που την απαρτίζουν εξακολουθούν να είναι υποκείμενα του διεθνούς δικαίου ενώ η συνομοσπονδία δεν αποκτά νομική προσωπικότητα,
- τα κράτη εξακολουθούν να είναι κυρίαρχα,
- οποιαδήποτε διένεξη μεταξύ των κρατών επιλύεται σε διπλωματικό επίπεδο,
- τα κράτη αντιπροσωπεύονται από την επιτροπή των αντιπροσώπων η οποία αποφασίζει με ομοφωνία,
- προβλέπεται αποχώρηση από την συνομοσπονδία
- Τα πλεονεκτήματα που παρατηρούνται σε ομοσπονδιακό κράτος συνοψίζονται στα εξής:
- Τα κράτη-μέλη διατηρούν το δικαίωμα της συνέχισης και τήρησης των παραδόσεων και των εθίμων τους.
- Διατηρείται η αυτονομία των κρατών μελών, ενώ παράλληλα ακολουθείται ενιαία διαχείριση επί των σπουδαιότερων ζητημάτων (π.χ. οικονομικά, αμυντικά, εξωτερικών σχέσεων κ.λπ.).
- Η δε συνοχή της κεντρικής διοίκησης εξασφαλίζει την πλήρη ενότητα μεταξύ των κρατών-μελών
- Τα μειονεκτήματα που παρατηρούνται σε ομοσπονδιακό κράτος συνοψίζονται στα εξής:
- Η εσωτερική νομοθεσία. Πολλές φορές, η εσωτερική νομοθεσία των κρατών, δεν είναι ομοιογενής με συνέπεια να δημιουργούνται τακτικά θέματα προστριβών ή συγκρούσεως δικαίων σε σχέση πάντα και με το δίκαιο του κεντρικού ομοσπονδιακού κράτους, και ειδικότερα σε θέματα συντρέχουσας αρμοδιότητας.
- Η διεθνής ευθύνη. Επειδή το Ομοσπονδιακό κράτος φέρει διεθνώς την πλήρη ευθύνη και για τις πράξεις των κρατών μελών, πολλές φορές συμβαίνει ν΄ αδυνατεί να παρέμβει σ΄ αυτές με συνέπεια να εκδηλώνονται έντονα προβλήματα.
ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΑ ΚΡΑΤΗ
ΗΠΑ, Γερμανία, Ελβετία, Ινδίες, Βραζιλία, Αργεντινή, Αλγερία, Μεξικό.
Τι νομικό μόρφωμα αποτελεί η Ευρωπαϊκή ένωση:
Γ. ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ
- ΚΑΘ΄ΥΛΗΝ
- ΚΑΤΑ ΤΟΠΟΝ΄
- ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΝ
- ΔΕΣΜΙΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ
- ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΕΥΧΕΡΕΙΑ
ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ
- ΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΕΜΜΕΣΑ:
- ΑΠΛΑ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΤΑ
- ΑΥΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΜΗ ΑΥΤΟΤΕΛΗ
- ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΟΝΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΑ
- ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΑ ΚΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ
- ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ, ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
- Ορισμός του κράτους και από ποια συστατικά στοιχεία αποτελείται;
- Ορισμός της Πολιτείας.
- Έννοια και χαρακτηριστικά της κρατικής κυριαρχίας.
- Ορισμός του λαού και του έθνους. (Να προσεχθεί η υπ΄ αριθ. ΣΤΕΟΛ 3353/2013).
- Ορισμός και στοιχεία της επικράτειας.
- Διακρίσεις κρατών.
- Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά του ομοσπονδιακού κράτους και της συνομοσπονδίας.
- Αναλύστε τη φράση « η Ευρωπαϊκή ένωση είναι κάτι περισσότερο από ομοσπονδία κρατών και κάτι λιγότερο από ομοσπονδιακό κράτος».
- Ποια ομοσπονδιακά κράτη γνωρίζετε;
- Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα ενός ομοσπονδιακού κράτους;
- Να απαριθμήσετε ορισμένα σύνθετα και μη αυτόνομα κρατικά όργανα.
- Οι δημόσιοι υπάλληλοι σε ποια κατηγορία κρατικών οργάνων ανήκουν. Η Βουλή και το δικαστικό σώμα;
Δ. ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΘΕΜΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Τυχόν μεταβολή ή αναθεώρηση της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντ., αλλά και των λοιπών συνταγματικών διατάξεων που αναφέρονται στο όριο ηλικίας των Δικαστικών Λειτουργών θα ήταν συμβατή προς το Ενωσιακό Δίκαιο;
Η μεταβολή ή αναθεώρηση της παρ. 5 του άρθρου 88 του Συντ., αλλά και των λοιπών συνταγματικών διατάξεων που αναφέρονται στο όριο ηλικίας των Δικαστικών Λειτουργών, εις τρόπον ώστε να μεταβληθεί ή/και να καταργηθεί η σχετική συνταγματική πρόβλεψη, θα ήταν σύμφωνη με τους κανόνες του Ενωσιακού Δικαίου. Και τούτο για τους ακόλουθους ιδίως λόγους:
Α) Πρώτον, διότι κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, παγίως γίνεται δεκτό (C-286/12, C-141/11, C-159/2010, C-160/2010) ότι τα κράτη-μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στον καθορισμό των μέτρων μέσω των οποίων θα εκπληρωθούν οι σκοποί δημοσίου συμφέροντος. Τέτοιο σκοπό δημοσίου συμφέροντος αποτελεί αναμφισβήτητα και η διασφάλιση της απονομής δικαιοσύνης δια της στελεχώσεως του δικαστικού σώματος με τα κατάλληλα πρόσωπα. Τούτου έπεται ότι κατ’ αρχήν κάθε κράτος- μέλος έχει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως αφενός να επιλέξει τον τύπο του κανόνα δικαίου (συνταγματικό ή νομοθετικό) που θα εκπληρώσει κατά τον βέλτιστο δυνατό τρόπο τον δημόσιο σκοπό και αφετέρου να καθορίσει το περιεχόμενο του σχετικού κανόνα δικαίου.
Β) Δεύτερον, διότι έκαστο κράτος-μέλος, έχον συνείδηση των ιδιαίτερων κοινωνικών, οικονομικών, δημοσιονομικών και εν γένει πολιτικών συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, δύναται να καταλείπει στον Συντακτικό ή, μέσω αυτού, στον Κοινό Νομοθέτη την εξουσία να ορίζει, να μεταβάλλει ή/και να καταργεί το όριο ηλικίας των Δικαστικών Λειτουργών, δίχως τούτο να αντίκειται στο Ενωσιακό Δίκαιο.
Γ) Τρίτον, διότι οι κανόνες του Ενωσιακού Δικαίου δεν υποβάλλουν ούτε τον τύπο αλλά ούτε και την ουσία ενός κανόνα δικαίου που ρυθμίζει το όριο ηλικίας των Δικαστικών Λειτουργών ενός κράτους-μέλους. Εφ’ όσον, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ιδιαιτέρων πολιτικών και ιστορικών χαρακτηριστικών του, ένα κράτος-μέλος ικανοποιεί τους σκοπούς του δια της μεταβολής ή αναθεωρήσεως του ορίου ηλικίας των Δικαστικών Λειτουργών ή δια της προβλέψεως του ορίου αυτού σε τυπικό νόμο, συμβαδίζει, κατ’ αρχήν, προς τις επιταγές του Ενωσιακού Δικαίου.
Δ) Τέταρτον, διότι ο καθορισμός του ορίου ηλικίας των Δικαστικών Λειτουργών, καίτοι δεν αντίκειται, κατ΄ αρχήν, στις οδηγίες 2000/43 και 2000/78, καθώς και στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της καταπολεμήσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας, συνιστά εντούτοις παρέκκλιση από την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας. Ως παρέκκλιση, λοιπόν, πρέπει να υπαγορεύεται από σκοπούς που συνδέονται με την κοινωνική πολιτική και δη με τους τομείς απασχολήσεως.
Ε) Πέμπτον, διότι, εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι εφ΄ όσον εκλείψει ή παραλλαχθεί ο σκοπός που καθιστούσε αναγκαία την επιβολή ορίου ηλικίας στους Δικαστικούς Λειτουργούς, είναι δυνατή και σύμφωνη με το Ενωσιακό Δίκαιο, η επανεκτίμηση του ζητήματος και ενδεχομένως, η αναθεώρηση της οικείας συνταγματικής διατάξεως.
[2]C‑135/08, ημερ. Απόφασης2 Μαρτίου 2010
