18.ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ: Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΙΑΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ

Σημειώσεις Γενική Παιδεία Δικαιοσυνη

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ:                           

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΑΙΑΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

Ιούνιος 2016

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) είναι το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της ελληνικής Πολιτείας σε θέματα προστασίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έχει συσταθεί με το Ν 2667/1998 σύμφωνα με κανόνες των Ηνωμένων Εθνών, τις «Αρχές των Παρισίων». Σε αυτήν μετέχουν πρόσωπα οριζόμενα από τριάντα δύο φορείς (ανεξάρτητες Αρχές, πανεπιστημιακές σχολές νομικών και πολιτικών επιστημών, συνδικαλιστικές οργανώσεις, ΜΚΟ, πολιτικά κόμματα και υπουργεία).

2

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ____________________________________________________________________ 5

Ι. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ: Η ΑΝΑΓΚΑΙΑ _

ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΔΥΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ______________________________________________ 8

Α. Ελευθερία της Πληροφορίας___________________________________________________ 8

α. Η ελευθερία της πληροφορίας ως ειδική έκφανση της ελευθερίας της γνώμης_____________ 9

β. Η ελεγκτική διάσταση της ενημέρωσης__________________________________________ 10

Β. Τεκμήριο Αθωότητας________________________________________________________ 12

α. Το τεκμήριο αθωότητας ως διαδικαστική εγγύηση υπέρ του κατηγορούμενου____________ 14

β. Το τεκμήριο αθωότητας ως έκφανση της προσωπικότητας του κατηγορούμενου και η _______

διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας____________________________ 15

II. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ: Η ΔΥΣΚΟΛΗ _

ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ________________________________ 19

Α. Οι περιορισμοί της ελευθερίας της πληροφορίας: εχέγγυο για το σεβασμό του τεκμηρίου ____

αθωότητας___________________________________________________________________ 20

α. Σεβασμός τεκμηρίου αθωότητας μέχρι την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης_ 27

β. Απαγόρευση χρησιμοποίησης της εικόνας προσώπων που θεωρούνται ύποπτα τέλεσης ______

αξιόποινων πράξεων_________________________________________________________ 36

γ. Απαγόρευση μαγνητοσκόπησης και τηλεοπτικής μετάδοσης προσώπου που οδηγείται ενώπιον _

των αρμόδιων ανακριτικών και λοιπών Αρχών_____________________________________ 36

δ. Διασφάλιση μυστικότητας προδικασίας και απαγόρευση υποκατάστασης αστυνομικών και ___

δικαστικών Αρχών___________________________________________________________ 38

ε. Προστασία ανηλίκων που φέρονται ως δράστες αξιόποινων πράξεων__________________ 41

Β. Η ανάγκη εμπέδωσης της υποχρέωσης σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας_____________ 42

α. Για την ενίσχυση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη γενικά:___________________________ 43

β. Για την εμπέδωση της υποχρέωσης σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας ειδικότερα:______ 44


 


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

«Ο κατηγορούμενος οδηγείται στο δικαστήριο για να δικαστεί σε μια δίκαιη δίκη, να αθωωθεί ή να καταδικαστεί, να τιμωρηθεί, αλλά όχι να διαπομπευθεί». Στη φράση αυτή συμπυκνώνεται η ανάγκη οριοθέτησης της ελευθερίας της πληροφορίας απέναντι στο επίσης θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Μιας οριοθέτησης που γνώμονά της οφείλει να έχει, αφενός, τη διασφάλιση της ελευθερίας του Τύπου και της ελεύθερης και αντικειμενικής πληροφόρησης της κοινής γνώμης και, αφετέρου, την προστασία της προσωπικότητας, της τιμής και της υπόληψης του κατηγορούμενου, ο οποίος πρέπει να προστατευθεί απέναντι στο ιδιότυπο τηλεοπτικό (ή και ηλεκτρονικό) ποινικό αρχείο που έχουν πια στη διάθεσή τους τα ΜΜΕ. Την πρακτική αυτή εναρμόνιση της ελευθερίας της πληροφορίας και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας στη συγκεκριμένη εφαρμογή τους επιχειρεί ο έλληνας νομοθέτης μέσα από μία σειρά νομοθετικών διατάξεων που οριοθετούν τη δεοντολογική υποχρέωση των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων να σέβονται το τεκμήριο αθωότητας. Μια σειρά περιορισμών που απ’ ό,τι φαίνεται στην πράξη δεν υπήρξαν αρκετοί για να προστατεύσουν αποτελεσματικά το τεκμήριο αθωότητας. 

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (εφεξής ΕΕΔΑ), στο πλαίσιο του θεσμικού της ρόλου ως το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της ελληνικής Πολιτείας σε θέματα προστασίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έχει διαχρονικά ασχοληθεί με τα ζητήματα που άπτονται τόσο, γενικότερα, της ελευθερίας έκφρασης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, όσο και, ειδικότερα, του τεκμηρίου αθωότητας, που έχει αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος γι’ αυτήν. 

Το παρόν προτεινόμενο πλαίσιο Συστάσεων που αναπτύσσει η ΕΕΔΑ, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ανεύρεσης της σωστής ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ελευθερία της πληροφορίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την αρχή της δίκαιης δίκης που προσδοκά ο κατηγορούμενος, φιλοδοξεί, αφενός, να ενισχύσει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη γενικά, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη ουσιαστικής και αποτελεσματικής εφαρμογής των δικαιωμάτων, των ελευθεριών και των αρχών που κατοχυρώνονται σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο για το σεβασμό και την προστασία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και, αφετέρου, να συμβάλει στην εμπέδωση της υποχρέωσης σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας ειδικότερα, με τη λήψη μιας σειράς μέτρων και πρωτοβουλιών που θα επιτρέψουν την αποτελεσματικότερη γενικοπροληπτική του λειτουργία.

 [2]

Ασφαλώς η διασφάλιση «ελεύθερων, αλογόκριτων και ανεπηρέαστων» Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (εφεξής ΜΜΕ) συνιστά έναν εκ των θεμελίων λίθων σε μια δημοκρατική κοινωνία[4]

 Η συνύπαρξη της ελευθερίας πληροφορίας και του τεκμηρίου αθωότητας, δυο φαινομενικά ανταγωνιστικών δικαιωμάτων, καθιστά αναγκαία τη συμφιλίωσή τους. Η δύσκολη αυτή συνύπαρξη των δύο δικαιωμάτων συνιστά επιλογή της κοινωνίας. Είναι άραγε δυνατό να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας πληροφορίας και του τεκμηρίου αθωότητας; Η ουσία της συνύπαρξής μεταξύ των δύο (βλ. πιο κάτω υπό Ι) ανοίγει τις πόρτες για τη διερεύνηση μιας αναγκαίας ισορροπίας μεταξύ τους (βλ. πιο κάτω υπό ΙΙ). 

Τα ερωτήματα αυτά έχουν απασχολήσει και στο παρελθόν την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (εφεξής ΕΕΔΑ), στο πλαίσιο του θεσμικού της ρόλου ως το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της ελληνικής Πολιτείας σε θέματα προστασίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία έχει από την ίδρυσή της επανειλημμένως γνωμοδοτήσει σχετικά με ζητήματα που άπτονται τόσο της ελευθερίας έκφρασηςΣυστάσεις ΕΕΔΑ:

Ελευθερία Πληροφορίας και Τεκμήριο Αθωότητας  

Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι ειδικότερα η σύγκρουση μεταξύ του τεκμηρίου αθωότητας, από τη μία, και της ελευθερίας του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι, από την άλλη, έχει αποτελέσει αντικείμενο διατύπωσης ειδικότερης γνώμης από την ΕΕΔΑ, σε συνέχεια δήλωσης του Υπουργού Δικαιοσύνης στη Βουλή με την οποία προέτρεπε τους εισαγγελείς Εφετών και Πρωτοδικών να προβαίνουν κατ’ εφαρμογή του Ν 3625/2007 στην έκδοση διάταξης που επιτρέπει τη δημοσιοποίηση των ονομάτων των εμπλεκόμενων στα εγκλήματα που αναφέρει ο νόμος7

                                                                                                                                                                  

6                      Βλ. ενδεικτικά ΕΕΔΑ,  άκελος ΕΕΔΑ: Το Δικαίωμα σε διερμηνεία και μετάφραση κατά την ποινική διαδικασία και το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (2015), Προτάσεις σχετικά με το σχέδιο νόμου «Δίκαιηικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικάκαι ποινικά δικαστήρια και στο ΕλεγκτικόΣυνέδριο»(2014), Παρατηρήσεις και προτάσεις σχετικά με το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης “για τηδίκαιηδίκη και την εύλογη διάρκεια αυτής”(2012), Παρατηρήσεις και προτάσεις σχετικά με το σχέδιο νόμου τουΥπουργείου Δικαιοσύνης “Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις”(2010), Η συμμόρφωση της διοίκησης προς τις εθνικές δικαστικές αποφάσεις(2009), Η δημοσιοποίηση δεδομένωνσχετικά με ποινικές διώξειςή καταδίκες(2008), Γνωμοδότηση επί του νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης γιατην ‘Παροχή νομικής βοήθειας σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος’(2003) κ.ά.

7                      ΕΕΔΑ, Η δημοσιοποίηση δεδομένων σχετικά με ποινικές διώξειςή καταδίκες(2008). 

Ελευθερία της Πληροφορίας και Τεκμήριο Αθωότητας: Η Αναγκαία Συνύπαρξη Δύο Δικαιωμάτων

Ι. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ: Η

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ ΔΥΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Η ελευθερία της έκφρασης έχει ένα ευρύτατο περιεχόμενο, στο οποίο εμπίπτει αναμφίβολα και η ελευθερία της πληροφορίας. Μια ελευθερία που προϋποθέτει, για την αποτελεσματική διασφάλισή της, την παρουσία των ΜΜΕ σε όλες τις φάσεις της ποινικής δίκης, ως κεκτημένο της σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας[7]

Οι προβληματισμοί που γεννώνται είναι εύλογοι. Δικαιολογεί, άραγε, η επιταγή ενημέρωσης της κοινής γνώμης για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας; Ή, αντίστροφα, η προστασία του τεκμηρίου αθωότητας νομιμοποιεί ένα γενικό και απόλυτο περιορισμό της ελευθερίας της πληροφορίας; Πριν απαντηθούν τα ουσιώδη αυτά ερωτήματα, είναι σημαντικό να προηγηθεί σύντομη παρουσίαση του περιεχομένου, του χαρακτήρα και των λειτουργιών που επιτελούν ξεχωριστά τόσο η ελευθερία της πληροφορίας (βλ. πιο κάτω υπό Α), όσο και το τεκμήριο αθωότητας (βλ. πιο κάτω υπό Β). 

Α. Ελευθερία της Πληροφορίας

Η ελευθερία της πληροφορίας περιέχει τόσο την ελευθερία του πληροφορείν το κοινό (ενεργητική ελευθερία της πληροφορίας), όσο και την ελευθερία του πληροφορείσθαι (παθητική ελευθερία της πληροφορίας), δηλαδή την ελευθερία αναζήτησης ή λήψης πληροφοριών, αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του δικαιώματος συμμετοχής καθενός στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας[9], ενώ η ελεγκτική διάσταση της λειτουργίας της είναι νευραλγικής σημασίας για τη λειτουργία της δημοκρατίας (βλ. πιο κάτω υπό β). 

α. Η ελευθερία της πληροφορίας ως ειδική έκφανση της ελευθερίας της γνώμης

«Ένα από τα πολυτιμότερα δικαιώματα του ανθρώπου», σύμφωνα με τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789[11]

Η ελευθερία της γνώμης, ως ελευθερία έκφρασης και διάδοσης, γραπτά, προφορικά ή δια του Τύπου, των στοχασμών, κατοχυρώνεται στο άρθρο 14, παρ. 1, του Συντ.[13]. Για το λόγο αυτό, μάλιστα, η προστασία που παρέχεται από το ΔΣΑΠΔ, σύμφωνα με το Γενικό Σχόλιο αριθ. 34 της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ, όχι μόνο καλύπτει «[όλους τους τύπους των γνωμών], συμπεριλαμβανομένων των απόψεων για ένα πολιτικό, επιστημονικό, ιστορικό, ηθικό ή θρησκευτικό θέμα»[15]

Η σημασία της ελευθερίας της έκφρασης της γνώμης για την ολοκλήρωση του ατόμου και την ενδυνάμωση της δημοκρατικής κοινωνίας καταδεικνύεται περίτρανα και από το άρθρο 10, παρ. 1, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ), το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου στην ελευθερία έκφρασης[17] και περιλαμβάνει όχι µόνο πληροφορίες ή ιδέες, οι οποίες τυγχάνουν ευνοϊκής αποδοχής ή θεωρούνται µη προσβλητικές ή αδιάφορες, αλλά και όσες προσβάλλουν, σοκάρουν ή ενοχλούν, κατ’ επιταγή του πλουραλισµού και της ανεκτικότητας, χαρακτηριστικά χωρίς τα οποία δεν νοείται δηµοκρατική κοινωνία, όπως έχει κρίνει το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων (εφεξής Ε∆∆Α) ήδη από το 1976[19].

β. Η ελεγκτική διάσταση της ενημέρωσης 

Η ελευθερία της γνώμης δεν ανταποκρίνεται μόνο σε μια εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου, αλλά, ως συστατικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος, αποτελεί το θεμέλιο λίθο για κάθε ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία[21]. Η ελευθερία της γνώμης είναι αναγκαίος όρος για την πραγμάτωση των αρχών της διαφάνειας και της λογοδοσίας, για τον έλεγχο των δημόσιων πραγμάτων, τη διαμόρφωση γνήσιας κοινής γνώμης και την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Χωρίς αυτήν δεν είναι δυνατή καμιά δημοκρατική διαδικασία[23]. Ο καθοριστικής σημασίας ρόλος που διαδραματίζουν τα ΜΜΕ σε μια δημοκρατική κοινωνία έχει τονιστεί από το ΕΔΔΑ σε σειρά αποφάσεών του, στις οποίες δεν περιορίζεται μόνο στο να υπενθυμίζει την ανάγκη διασφάλισης των εγγυήσεων που πρέπει να παρέχονται στα ΜΜΕ σε κάθε δημοκρατική κοινωνία[25]

Με άλλα λόγια, το ΕΔΔΑ διαπιστώνει με έμφαση την ελεγκτική λειτουργία των ΜΜΕ[27], αναγνωρίζοντάς τους το ρόλο των δημόσιων φρουρών (“public watchdogs”), που στηλιτεύουν τα κακώς κείμενα με τη δημοσιοποίηση και δημόσια κριτική τους[29]δημοσιογραφική κάλυψη δικαστικών υποθέσεων που εκκρεμούν, η οποία, υπό την επιφύλαξη της τήρησης των ορίων που έχουν τεθεί με σκοπό τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων προσώπων, την προστασία της υπόληψής τους και την ορθή διοίκηση και απονομή της δικαιοσύνης, συνάδει με τις θεμελιώδεις αρχές της ΕΣΔΑ. Η μετάδοση, άλλωστε, των πληροφοριών και των ιδεών, όπως έχει γίνει δεκτό από το Δικαστήριο του Στρασβούργου, δεν συνιστά μόνο υποχρέωση των ΜΜΕ (ενεργητική ελευθερία της πληροφορίας). Είναι ταυτόχρονα και δικαίωμα της κοινής γνώμης (παθητική ελευθερία της πληροφορίας)[31]. Ασφαλώς, δέον είναι να τονιστεί στο σημείο αυτό, όπως άλλωστε επισημαίνεται εκτενώς και πιο κάτω, ότι η ελεγκτική αυτή διάσταση της λειτουργίας της ελευθερία της πληροφορίας σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται την ιεράρχηση της ελευθερίας της πληροφορίας σε βάρος του τεκμηρίου αθωότητας ή την υπεροχή των ΜΜΕ έναντι των δικαστικών Αρχών. Μετά τη σύντομη σκιαγράφηση των βασικών συστατικών της ελευθερίας της πληροφορίας, επιχειρείται η διερεύνηση του περιεχόμενου και της λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας. 

Β. Τεκμήριο Αθωότητας 

Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος έως ότου αποδειχθεί η ενοχή του. Η δίωξη, η σύλληψη και η κράτηση ενός προσώπου δεν προϋποθέτουν – πολλώ δεν μάλλον δεν αποδεικνύουν – την ενοχή του. Σε αυτές τις δυο φράσεις θα μπορούσε να συμπυκνωθεί το νόημα του τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο αποτελεί θεμελιώδη αρχή του σύγχρονου ποινικού δικαίου και conditio sine qua non για την προστασία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη[33]. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπονοείται κατά λογική ανάγκη τόσο από τις συνταγματικές εγγυήσεις της προσωπικής ασφάλειας και της απαγόρευσης επιβολής ποινής χωρίς νόμο (άρθρα 6 και 7 Συντ.), όσο και ως ειδικότερη εκδήλωση της προστασίας της προσωπικότητας και του απαραβίαστου του ιδιωτικού βίου (άρθρα 5 και 9 Συντ.)[35]. Σε κάθε, δε, περίπτωση, το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξη νόμου35, καθώς κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 6, παρ. 2, της ΕΣΔΑ οι διατάξεις του οποίου ορίζουν ότι «[κ]άθε πρόσωπο το οποίο κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο μέχρι της νόμιμης απόδειξης της ενοχής του». 

Για πρώτη φορά καθιερώθηκε στο άρθρο 9 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, δυνάμει του οποίου «[κ]αθένας τεκμαίρεται αθώος μέχρι να κηρυχθεί ένοχος»[37], 40, παρ. 2, ΔΣΔΠ[39]

Αξίζει να σημειωθεί ότι η φύση του τεκμηρίου αθωότητας είναι διττή40: αφενός, αποτελεί μια γενική αρχή της ποινικής διαδικασίας, και ειδικότερα μια διαδικαστική εγγύηση υπέρ του ύποπτου ή κατηγορούμενου για την τέλεση αξιόποινης πράξης προσώπου (βλ. υπό α), αφετέρου, έχει μια ευρύτερη προστατευτική εμβέλεια, αποσκοπώντας ταυτόχρονα στη διασφάλιση του σεβασμού της τιμής και της ακεραιότητας του διωκόμενου προσώπου (βλ. υπό β).

α. Το τεκμήριο αθωότητας ως διαδικαστική εγγύηση υπέρ του κατηγορούμενου 

Ως μια από τις θεμελιώδεις αρχές της ποινικής δίκης41 και αναπόσπαστο στοιχείο της δίκαιης δίκης σύμφωνα με το άρθρο 6, παρ. 1, της ΕΣΔΑ42, το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται πρωταρχικά ως μια διαδικαστική εγγύηση, η οποία παραβιάζεται όταν δικαστική κρίση στο πλαίσιο εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας υποδηλώνει ότι το ύποπτο ή κατηγορούμενο για τέλεση αξιόποινης πράξης πρόσωπο αντιμετωπίζεται ως ένοχο από το δικαστήριο παρά το γεγονός ότι το ίδιο δεν έχει επισήμως και οριστικά αποφανθεί σχετικά43. Πρόκειται για μια γενικότερη ρήτρα προστασίας των ατομικών και υπερασπιστικών δικαιωμάτων του ύποπτου ή κατηγορούμενου στην ποινική δίκη, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 6, παρ. 1 και 3, της ΕΣΔΑ, το Σύνταγμα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και αφορά κυρίως ζητήματα κατανομής του βάρους απόδειξης, εφαρμογής τεκμηρίων ενοχής του κατηγορούμενου, καθώς και τη διατύπωση προβληματικών κρίσεων από το δικαστήριο εκκρεμούσης της ποινικής διαδικασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Μαρτίου 2016 για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του

                                                 

40  Για τη διττή αυτή φύση του τεκμηρίου αθωότητας βλ. Ι. Ανδρουλάκης, Κριτήρια της δίκαιης ποινικής δίκης,

Εκδ. Π. Ν. Σάκκουλα, 2000, σελ. 19, Π. Βογιατζής, «Το τεκμήριο αθωότητας (άρθρο 6, παρ. 2, ΕΣΔΑ)», σε

Λ.Α. Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, op.cit., σελ. 252 επ., Γ. Κασιμάτης, Παρέμβαση, σε Εταιρία Δικαστικών Μελετών, Ένωση Ελλήνων Συνταγματολόγων, Η δημοκρατική νομιμοποίηση του δικαστή και το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1993, σελ. 130 επ., Γ. Τριανταφύλλου, «Τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου», σε Λ. Κοτσαλής, Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Ποινικό Δίκαιο. Ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1-10 ΕΣΔΑ, Νομική Βιβλιοθήκη, 2014, σελ. 471-472. Έχει διατυπωθεί και η αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί δικαίωμα του κατηγορούμενου και δεν πρέπει να αναχθεί σε γενική αρχή του δικαίου, γιατί κάτι τέτοιο μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του κατηγορούμενου. Βλ. έτσι Στ. Αλεξιάδης, «Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου», σε Εταιρία Δικαστικών Μελετών, Ένωση Ελλήνων

Συνταγματολόγων, Η δημοκρατική νομιμοποίηση του δικαστή και το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου, op.cit., σελ. 103 επ.

41  Βλ. σχετικά R. Badinter, «La présοmption d’innocence, histoire et modernité», σε Mélanges Catala: le droit privé français à la fin du XXe siècle, Paris, Litec, 2001, σελ. 133 επ., Π. Βογιατζής, op.cit., σελ. 252 επ. 

42  ΕΔΔΑ, Deweer κ. Βελγίου [αριθ. προσφ.: 6903/75], 27  εβρουαρίου 1980, παρ. 56, Minelli κ. Ιταλίας [αριθ. προσφ.: 8660/79], 25 Μαρτίου 1983, παρ. 27, Kamasinski κ. Αυστρίας [αριθ. προσφ.: 9783/82], 19 Δεκεμβρίου 1989, παρ. 62, Allenet de Ribemont κ. Γαλλίας [αριθ. προσφ.: 15175/89], 10  εβρουαρίου 1995, παρ. 35, Ismoïlov κ.ά. κ. Ρωσίας [αριθ. προσφ.: 2947/06], 24 Απριλίου 2008, παρ. 161, Lizaso Azconobieta κ. Ισπανίας [αριθ. προσφ.: 28834/08], 28 Ιουνίου 2011, παρ. 37.  43 Βλ. σχετικά Π. Βογιατζής, op.cit., σελ. 252-256. 

δικαιώματος παράστασης του κατηγορούμενου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, το τεκμήριο αθωότητας εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας από τη στιγμή που ένα πρόσωπο θεωρείται ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης ή εικαζόμενης αξιόποινης πράξης μέχρι την απόφαση για την τελική εκτίμηση του κατά πόσον το εν λόγω πρόσωπο διέπραξε τη σχετική αξιόποινη πράξη και μέχρι η εν λόγω απόφαση να καταστεί οριστική. 

Παραμένει, δε, το τεκμήριο αθωότητας ισχυρό από το χρονικό σημείο της επίσημης γνωστοποίησης από την αρμόδια Αρχή ότι το άτομο τέλεσε ποινικό αδίκημα[41]. Το πεδίο εφαρμογής του, τέλος, εκτείνεται στο πλαίσιο οποιασδήποτε κατασταλτικής διαδικασίας κατά την οποία ο προσφεύγων ζητά την απαλλαγή του, επομένως και διοικητικής[43]. Όπως πολύ ορθά έχει επισημανθεί στη θεωρία, ο εμπλουτισμός αυτός του περιεχομένου του τεκμηρίου αθωότητας με μια νέα εξωτερική όψη αποβλέπει στην προστασία της υπόληψης του προσώπου που είναι ύποπτο ή κατηγορείται για την τέλεση αξιόποινης πράξης (reputation related aspect)[45]

Εάν η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης όπου κρίνεται η κατηγορία κατά του προσφεύγοντος είναι, σύμφωνα με την ερμηνεία που κάνει ο δικαστής του Στρασβούργου, αδιαμφισβήτητη, δεν ισχύει το ίδιο για τον κύκλο των προσώπων που δεσμεύονται από το τεκμήριο, καθώς η θεωρία φαίνεται να είναι διχασμένη στο θέμα αυτό. Ενώ δηλαδή, και υπό το φως των ανωτέρω επισημάνσεων, δεν αμφισβητείται ότι το τεκμήριο αθωότητας δεσμεύει εκτός από τον κρίνοντα ποινικό δικαστή και κάθε φορέα κρατικής λειτουργίας, είτε ασκεί καθήκοντα στην ποινική διαδικασία είτε όχι, η απάντηση στο ερώτημα αν μεταξύ των αποδεκτών του τεκμηρίου συγκαταλέγονται και ιδιώτες δεν είναι ευχερής. Πιο συγκεκριμένα, και με δεδομένη την παραδοχή ότι τα ΜΜΕ έχουν σήμερα εισβάλει στην ποινική διαδικασία και προβάλλουν την αξίωση να επηρεάζουν τον τρόπο διεξαγωγής και έκβασής της[47], ως ξένους προς το δικαστήριο παράγοντες, αμφισβητείται.   

Σύμφωνα με μια άποψη της θεωρίας, το τεκμήριο αθωότητας δεν εφαρμόζεται στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, κυρίως διότι ως διαδικαστική εγγύηση υπέρ του κατηγορούμενου προστατεύει μόνο εκείνον που είναι ύποπτος ή κατηγορείται για αξιόποινη πράξη και βρίσκεται σε στενή σχέση με το δικαίωμα αυτού να αποκρούσει τη σε βάρος του κατηγορία σε μια δίκαιη δίκη. Πολλώ δε μάλλον, όταν ο κατηγορούμενος έχει στη διάθεσή του ένα ολόκληρο πλέγμα συνταγματικών και άλλων νομοθετικών διατάξεων για την προστασία της προσωπικότητας. Σύμφωνα, δε, με την άποψη αυτή, έμμεσα μόνο μπορεί να προκύψει δέσμευση των ιδιωτών από το τεκμήριο αθωότητας, καθώς γίνεται δεκτό ότι το Κράτος έχει υποχρέωση να λαμβάνει θετικά μέτρα για τη διασφάλιση της τήρησης και του σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας από τους ιδιώτες και δη τα ΜΜΕ[49]. Η άποψη αυτή θεμελιώνεται με ευθεία αναφορά στο άρθρο 25, παρ. 1 γ΄, του Συντ. και τη θεωρία της άμεσης τριτενέργειας των ατομικών δικαιωμάτων[51]. Έχει δεχτεί, με άλλα λόγια, το ΕΔΔΑ ότι σε περίπτωση προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παρ. 2, της ΕΣΔΑ, από ιδιώτες (τα ΜΜΕ εν προκειμένω), η προσβολή αυτή καταλογίζεται στο Κράτος στο οποίο διεξάγεται η ποινική διαδικασία. 

Στην πραγματικότητα, η θεωρητική αυτή συζήτηση έχει μικρή πρακτική αξία, στο βαθμό που στην ελληνική έννομη τάξη το τεκμήριο αθωότητας κατοχυρώνεται ευθέως νομοθετικά από σειρά διατάξεων, που επιχειρούν να βρουν τη σωστή ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ελευθερία της πληροφορίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την αρχή της δίκαιης δίκης που προσδοκά ο κατηγορούμενος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ), άλλωστε, απορρίπτοντας αίτηση ακύρωσης απόφασης του Εθνικού Συμβουλίου  αδιοτηλεόρασης (εφεξής ΕΣ ), έχει δεχτεί ότι το τεκμήριο της αθωότητας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 6, παρ. 2, της ΕΣΔΑ, δεν είναι αντιτάξιμο μόνο έναντι των δημόσιων Αρχών, αλλά και έναντι ιδιωτών, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται τον περιορισμό της ελευθερίας του Τύπου να μεταδίδει ειδήσεις σχετικά με την τέλεση αξιόποινων πράξεων και να πληροφορεί το κοινό σχετικά με το θεωρούμενο από τις αρμόδιες Αρχές ως ένοχο ή ύποπτο τέλεσης των πράξεων αυτών57

Πόσο εύκολη όμως είναι η επίτευξη αυτής της ισορροπίας μεταξύ δύο δικαιωμάτων που φαινομενικά εκπληρώνονται μέσω εκ διαμέτρου αντίθετων εγγυήσεων: δημοσιότητα και εντυπωσιασμός για το πρώτο, μυστικότητα της προδικασίας, προστασία της προσωπικότητας και διασφάλιση του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής του κατηγορούμενου για το δεύτερο; Μήπως η δημοσιοποίηση και η έμμεση δημοσιότητα της ποινικής διαδικασίας από τα ΜΜΕ ακυρώνουν στην πράξη το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας ως θεμελιώδους προϋπόθεσης πραγμάτωσης της δίκαιης δίκης[53]. Στη διαπίστωση αυτή, που συμπυκνώνει την ανάγκη αμοιβαίας οριοθέτησής τους κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία και προώθηση και των δύο, εντοπίζεται η δυσκολία της επίλυσης της σύγκρουσης μεταξύ του δικαιώματος στην πληροφόρηση και του τεκμηρίου αθωότητας, καθώς και τα δυο αγαθά αξιολογούνται ως ιδιαίτερα σημαντικά σε ένα δημοκρατικό και ευνομούμενο Κράτος δικαίου. Άλλωστε, δεν είναι νέο το φαινόμενο. Ο σπουδαιότερος περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων, όπως συχνά επισημαίνεται στη θεωρία, προέρχεται από την ανάγκη αμοιβαίας οριοθέτησης των βιοτικών σχέσεων που ρυθμίζουν, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτή η υλοποίησή τους[55]. Στη φράση αυτή συμπυκνώνεται η ανάγκη οριοθέτησης της ελευθερίας της πληροφορίας απέναντι στο επίσης θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Μιας οριοθέτησης που γνώμονά της οφείλει να έχει, αφενός, τη διασφάλιση της ελευθερίας του Τύπου και της ελεύθερης και αντικειμενικής πληροφόρησης της κοινής γνώμης και, αφετέρου, την προστασία της προσωπικότητας, της τιμής και της υπόληψης του κατηγορούμενου, ο οποίος πρέπει να προστατευθεί απέναντι στο ιδιότυπο τηλεοπτικό (ή και ηλεκτρονικό) ποινικό αρχείο που έχουν πια στη διάθεσή τους τα ΜΜΕ. 

Η οριοθέτηση του ατομικού δικαιώματος της πληροφορίας, ως αναγκαία προϋπόθεση για την άσκησή του, θεμελιώνεται καταρχάς στο άρθρο 19, παρ. 3, ΔΣΑΠΔ, με την επιφύλαξη οι επιβαλλόμενοι περιορισμοί «να προβλέπονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι α. για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων, β. για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών». Οι περιορισμοί αυτοί, ακόμη και στις δύο περιοχές που ρητά καλύπτονται από το ΔΣΑΠΔ, πρέπει όχι μόνο να «προβλέπονται από το νόμο», αλλά και να είναι συμβατοί με τον αυστηρό έλεγχο της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας[57]. Ειδάλλως, τυχόν καταχρηστικοί ή υπερβολικά αυστηροί περιορισμοί κινδυνεύουν να εξοβελίσουν το ίδιο το δικαίωμα. Είναι πολύ σημαντικό, για το λόγο αυτό, «να μην ανατρέπεται η σχέση ανάμεσα στο δικαίωμα και τον περιορισμό, […] τον κανόνα και την εξαίρεση»[59]

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα, η οποία μετά την κύρωσή της από το Ν 2068/1992[61]. Ο σεβασμός και η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τις διωκτικές Αρχές, όπως κατοχυρώνονται από την εν λόγω Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης, εξειδικεύτηκαν περαιτέρω από την Επιτροπή Υπουργών με δύο Συστάσεις της: τη Σύσταση (87)15 για τη ρύθμιση της χρήσης προσωπικών δεδομένων από τις αστυνομικές Αρχές της 17ης Σεπτεμβρίου 1987[63]. Και τα δύο αυτά κείμενα, καίτοι στερούμενα δεσμευτικής ισχύος, έρχονται να συμπληρώσουν την προστασία του ιδιωτικού βίου του προσώπου σε περίπτωση που εκκρεμεί εις βάρος του ποινική δίωξη, προβλέποντας ότι η διάθεση πληροφοριών από τα ΜΜΕ για ύποπτους, κατηγορούμενους, καταδικασθέντες ή πρόσωπα που εμπλέκονται σε εκκρεμή ποινική υπόθεση πρέπει να σέβεται το δικαίωμά τους για προστασία της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Η προστασία, δε, αυτή εξειδικεύεται και ενισχύεται όταν τα προστατευόμενα πρόσωπα είναι ανήλικοι ή άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως θύματα, μάρτυρες ή μέλη των οικογενειών των φερόμενων ως δραστών εγκληματικών πράξεων. Αυτό που σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται με έμφαση και από την Επιτροπή Υπουργών συνίσταται στις επιβλαβείς επιπτώσεις που μπορεί να έχει η δημοσιοποίηση στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας του προσώπου. Όπως τονίζεται άλλωστε και στην εμπεριστατωμένη σχετική Εισηγητική Έκθεση της Σύστασης (2003)13, που εκπονήθηκε από τη Συντονιστική Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα ΜΜΕ, «η απλή αναγραφή του ονόματος του κατηγορούμενου ή καταδικασθέντος δύναται να αποτελέσει από μόνη της κύρωση πιο αυστηρή και από την ίδια την ποινική κύρωση που επιδικάζει το Δικαστήριο. Περαιτέρω, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την επανένταξη του ενδιαφερόμενου προσώπου στην κοινωνία»[65]. Προς το σκοπό αυτό μάλιστα και για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωσή του, γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο Προοίμιο της Απόφασης Πλαίσιο στην ανάγκη σύστασης από τα Κράτη μέλη Αρχών ελέγχου, οι οποίες θα είναι επιφορτισμένες με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που τυγχάνουν επεξεργασίας στο πλαίσιο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των Κρατών Μελών[67]. Για το σκοπό μάλιστα αυτό, η Οδηγία εστιάζει στην ανάγκη ενημέρωσης των δημόσιων Αρχών σχετικά με την υποχρέωσή τους να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τους την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας όταν παρέχουν ή διαδίδουν πληροφορίες στα ΜΜΕ. Σε κάθε περίπτωση, οι αρμόδιες Αρχές θα πρέπει να αποφεύγουν να εμφανίζουν τους ύποπτους ή τους κατηγορούμενους ως ενόχους, είτε στο δικαστήριο είτε δημόσια, μέσω της εφαρμογής μέτρων σωματικού περιορισμού, όπως χειροπέδων, γυάλινων κουβούκλιων, κλωβών και πέδων ποδιών[69]

Στο ελληνικό Σύνταγμα, οι περιορισμοί του δικαιώματος στην πληροφόρηση μπορούν να θεμελιωθούν κυρίως με την επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων» (άρθρο 5Α Συντ.), καθώς επίσης και με τη γενική επιφύλαξη τήρησης των νόμων του άρθρου 14, παρ. 1, του Συντ.[71]. Η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, εν προκειμένω, λειτουργεί ως ο απόλυτος «περιορισμός των περιορισμών» που επιβάλλονται σε έναν καταρχήν επιτρεπτό περιορισμό θεμελιωδών δικαιωμάτων, δηλαδή ως το κριτήριο με το οποίο θα αποφασιστεί κατά πόσο ο περιορισμός ενός θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος είναι συνταγματικά ανεκτός[73], καθώς ήδη, από την απόφαση Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 26 Απριλίου 1979, το Δικαστήριο του Στρασβούργου επεσήμανε την ανάγκη επίτευξης της σωστής ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας του Τύπου και της διασφάλισης της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας[75]. Oι δημοσιογράφοι έχουν καθήκον να σέβονται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και ιδίως το τεκμήριο αθωότητας των εμπλεκόμενων προσώπων σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις[77]

Τα όρια, δε, αυτά επιχειρεί το Δικαστήριο του Στρασβούργου να προσδιορίσει με μεγαλύτερη σαφήνεια, τονίζοντας ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να απέχουν από κάθε δημοσίευση που θα διακύβευε το δικαίωμα ενός προσώπου σε δίκαιη δίκη παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας, θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη του κοινού στο ρόλο των δικαστηρίων θέτοντας σε κίνδυνο το κύρος και την αμεροληψία της δικαιοσύνης ή θα αμφισβητούσε τον απόρρητο χαρακτήρα της ποινικής προδικασίας, ο οποίος εξυπηρετεί ουσιαστικά τη διευκόλυνση του έργου της ανάκρισης και την εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας τους ανακριτικού έργου[79]. Προκύπτει συνεπώς ξεκάθαρα από τη νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου ότι οι σχετικοί περιορισμοί της ελευθερίας της πληροφορίας δεν στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στην προστασία του κατηγορούμενου, της προσωπικότητας και των δικονομικών του δικαιωμάτων, αλλά αποβλέπουν ταυτόχρονα στην προστασία της ίδιας της κοινής γνώμης και της παροχής της έννομης προστασίας ως θεσμού και τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας της δικαιοσύνης[81]. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε το ΕΔΔΑ και στην υπόθεση Verlagsgruppe News GMBH κ. Αυστρίας, όπου σταθμίζοντας την προστασία της εικόνας ή της προσωπικής ζωής ενός προσώπου[83] και λαμβάνοντας υπόψη τη συμβολή μιας φωτογραφίας ή ενός άρθρου στο δημόσιο διάλογο, έκρινε ότι δυσχερώς συμβιβάζεται με το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης μια γενική και απόλυτη νομοθετική απαγόρευση δημοσίευσης φωτογραφίας ή άλλων πληροφοριών σχετικών με εκκρεμή ποινική υπόθεση στο πλαίσιο δημοσιογραφικής έρευνας[85]. Μια τέτοια απαγόρευση, όπως άλλωστε έχει γίνει δεκτό κι από το ΣτΕ «δεν επιτρέπει στα αρμόδια εθνικά όργανα να προβούν σε στάθμιση, αφενός, των προστατευόμενων από την εσωτερική νομοθεσία και αφορώντων την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης εννόμων αγαθών και, αφετέρου, των συμφερόντων του κοινού προς ενημέρωση επί ζητημάτων γενικού ενδιαφέροντος, τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ[87]

Πέραν της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, πάντως, και παρά την παραδοχή της αναγκαίας αμοιβαίας οριοθέτησης του δικαιώματος στην πληροφόρηση και του τεκμηρίου αθωότητας και τη διαπίστωση της δυσκολίας της επίλυσης της σύγκρουσης μεταξύ τους, σε επίπεδο κανονιστικού πλαισίου, τα κριτήρια για τη στάθμιση μεταξύ των δύο «συγκρουόμενων δικαιωμάτων» δεν αποτυπώνονται με τρόπο σαφή, ομοιόμορφο και δεσμευτικό. Κατά καιρούς, έχουν αξιοποιηθεί από τις αρμόδιες ανακριτικές ή δικαστικές Αρχές, ως κριτήρια που συνηγορούν υπέρ της ονομαστικής αναφοράς ενός υπόπτου ή της δημοσιοποίησης της εικόνας του προσώπου του, η βαρύτητα της πράξης, η ένταση της υποψίας, η ένταση του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης ή η ενδεχόμενη συμβολή της δημόσιας αναφοράς στη διαλεύκανση ενός εγκλήματος[89]. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ακόμη και όταν πράγματι υπάρχει δικαιολογημένο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση δεδομένων σχετικά με την τέλεση ποινικών αδικημάτων, για τη δικαιολόγηση της δημοσιοποίησης  πρέπει να λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένα κριτήρια, όπως η κοινωνική θέση και λειτουργία του ύποπτου ή κατογηρούμενου για την τέλεση αξιόποινης πράξης και πάντα να εξυπηρετούνται σκοποί εγκληματολογικής πολιτικής. 

Με σκοπό την προσφορότερη οριοθέτηση της ελευθερίας της πληροφορίας απέναντι στο επίσης θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, κάθε προσπάθεια χάραξης των ορίων οφείλει να λάβει υπόψη της το σύνολο των πτυχών της υποχρέωσης που υπέχουν τα ΜΜΕ έναντι του ύποπτου ή κατηγορούμενου για τέλεση αξιόποινης πράξης προσώπου και, πιο συγκεκριμένα, την υποχρέωση σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας μέχρι την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης (βλ. πιο κάτω υπό α), την απαγόρευση χρησιμοποίησης εικόνων των προσώπων που θεωρούνται ύποπτα τέλεσης αξιόποινων πράξεων (βλ. πιο κάτω υπό β), την απαγόρευση μαγνητοσκόπησης και τηλεοπτικής μετάδοσης των προσώπων που οδηγούνται ενώπιον των αρμόδιων ανακριτικών και λοιπών Αρχών (βλ. πιο κάτω υπό γ), τη διασφάλιση της μυστικότητας της προδικασίας και την απαγόρευση υποκατάστασης αστυνομικών και δικαστικών Αρχών (βλ. πιο κάτω υπό δ), καθώς επίσης και την ανάγκη προστασίας των ανήλικων προσώπων που φέρονται ως δράστες εγκληματικών πράξεων (βλ. πιο κάτω υπό ε). 

α. Σεβασμός τεκμηρίου αθωότητας μέχρι την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης 

Πέραν των διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη τόσο νομοθετικά, όσο και κανονιστικά. Πιο συγκεκριμένα, οι διατάξεις του άρθρου 3, παρ. 3, του Ν 1730/1987 σχετικά με την Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρία[91] και το δευτερογενές δίκαιο της ΕΕ[93]. Σήμερα, ο Κώδικας

Δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών (ΠΔ 77/2003)[95]. Η αρχή μάλιστα του τεκμηρίου αθωότητας εξειδικεύεται και ενισχύεται, ώστε να καθίσταται σαφές, με τρόπο ρητό και αδιαμφισβήτητο, ότι θεμελιώδης συνέπειά της είναι ο σεβασμός της προσωπικότητας, της τιμής, της υπόληψης και του ιδιωτικού βίου κάθε προσώπου που είναι ύποπτο τέλεσης εγκληματικής πράξης και η προστασία του από τη δημοσιοποίηση του ονόματος ή στοιχείων επαρκών για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του ή της εικόνας του από τα ΜΜΕ. Προς το σκοπό αυτό, απαγορεύεται ρητά όχι μόνο κάθε αναφορά με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς στο πρόσωπο του φερόμενου ως δράστη[97]

Η αρχή του σεβασμού της προσωπικότητας, της τιμής, της υπόληψης και του ιδιωτικού βίου κάθε «ύποπτου» τέλεσης αξιόποινης πράξης επιβεβαιώνεται και από την ιδιαίτερη προστασία που επιφυλάσσει η έννομη τάξη σε δεδομένα που αφορούν σε ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δεδομένα δηλαδή που δηλώνουν καταρχήν ιδιότητες και συμπεριφορές που η έννομη τάξη και το κοινωνικό σύνολο αντιμετωπίζουν με απαξία και κατ’ επέκταση εκθέτουν και στιγματίζουν ένα πρόσωπο κατά τρόπο μόνιμο και απόλυτο[99] και τους επιφυλάσσεται ιδιαίτερη μεταχείριση. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί, στο σημείο αυτό, ότι στο ιδιαίτερο αυτό status των «ευαίσθητων δεδομένων» προσώπων που είναι ύποπτα ή έχουν καταδικασθεί για την τέλεση αξιόποινων πράξεων έχουν επέλθει σημαντικές μεταβολές. Πιο συγκεκριμένα, επικαλούμενος την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου και τη διευκόλυνση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των αξιόποινων πράξεων, ο νομοθέτης προέβλεψε, στο άρθρο 2, περ. β΄, του Ν 2472/1997, τη δυνατότητα δημοσιοποίησης από τις Αρχές προσωπικών δεδομένων σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, αίροντας τη μέχρι τότε αυξημένη προστασία των δεδομένων αυτών ως «ευαίσθητων» και αποτυπώνοντας έτσι μια σημαντική αλλαγή στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων του. 

Με άλλα λόγια, ο νομοθέτης εισήγαγε στο Ν 2472/1997 τη δυνατότητα δημοσιοποίησης δεδομένων σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, εισάγοντας σοβαρή παρέκκλιση από το καθεστώς προστασίας των προσωπικών και μάλιστα ευαίσθητων δεδομένων. Κι αυτό παρότι, όπως έχει στο παρελθόν επισημάνει η ΕΕΔΑ, θα ήταν εύλογο η ρύθμιση αυτή να εισαχθεί στο άρθρο 7, παρ. 2, του Ν 2472/1997, το οποίο προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η, κατ’ εξαίρεση και ύστερα από άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (εφεξής ΑΠΔΠΧ), συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων[101]. Πολύ πριν άλλωστε από την υπόθεση των οροθετικών γυναικών, ήδη από το 2002, η ΑΠΔΠΧ είχε δεχθεί ότι για να επιτραπεί η ανακοίνωση ονόματος και λοιπών στοιχείων προσώπου που φέρεται ως ύποπτο ή έχει καταδικασθεί για την τέλεση αξιόποινων πράξεων, πρέπει να ικανοποιούνται σκοποί εγκληματολογικής πολιτικής, όπως ενδεικτικά είναι η σύλληψη του καταζητούμενου δράστη ή δραπέτη, ο εντοπισμός του φερόμενου ως συνεργού του συλληφθέντος ή η διακρίβωση του εγκλήματος[103]. Έτσι, λοιπόν, αν δεν συντρέχουν ειδικοί συγκεκριμένοι λόγοι,  η ανακοίνωση από τις Αρχές του ονόματος του συλληφθέντος ως φερόμενου δράστη αξιόποινης πράξης είναι κατά κανόνα παράνομη αφού δεν νοείται ότι ικανοποιεί εγκληματολογική πολιτική[105] και μάλιστα χωρίς την άδεια της ΑΠΔΠΧ, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 3, παρ. 2 εδ. β΄, του Ν 2472/1997, σύμφωνα με την οποία « [ο]ι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων η οποία πραγματοποιείται: […] β) από τις δικαστικές – εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων, που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο και ιδίως εγκλημάτων κατά της ζωής, κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας, κατά της ιδιοκτησίας, κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, επιβουλής της δημόσιας τάξης, ως και τελουμένων σε βάρος ανηλίκων θυμάτων». 

Η ΕΕΔΑ, μάλιστα, με το από 25 Μαΐου 2012 Δελτίο Τύπου της είχε κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας τη βαριά ευθύνη της Πολιτείας, αφενός, για τη βάναυση και εξευτελιστική μεταχείριση των γυναικών αυτών στο όνομα, δήθεν, της προστασίας της δημόσιας υγείας, αφετέρου, για τη βαρύτατη προσβολή της αρχής του Κράτους Δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που εκμηδενίζει την ανθρώπινη αξία, κλονίζει την κοινωνική συνοχή και υποβαθμίζει τον πολιτισμό μας[107] προστέθηκε στο άρθρο 2, περ. β΄, του Ν 2472/1997 πρόβλεψη για τη δυνατότητα προσφυγής, εντός 2 ημερών από τη γνωστοποίηση στον κατηγορούμενο ή κατάδικο, ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται εντός 2 ημερών. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα και μέχρι την έκδοση απόφασης, απαγορεύεται η εκτέλεση της διάταξης και η δημοσιοποίηση δεδομένων.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η κατ’ εξαίρεση επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, όπως επιτρέπεται ρητά υπό προϋποθέσεις από το άρθρο 7, παρ. 2, του Ν 2472/1997, πρέπει να περιβάλλεται από συγκεκριμένες εγγυήσεις διασφάλισης της προστασίας των εμπλεκόμενων προσώπων, όπως είναι ιδίως η αρχή της αναλογικότητας. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση της ΑΠΔΠΧ, με την οποία απάντησε στις καταγγελίες σχετικά με τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών και λοιπών προσδιοριστικών της ταυτότητας στοιχείων των οροθετικών γυναικών κατόπιν εισαγγελικής διάταξης, η οποία εστιάζει κυρίως στην αρχή της αναλογικότητας[109].

Εξάλλου, δεν είναι λίγες οι αποφάσεις εκείνες της ΑΠΔΠΧ, στις οποίες η Αρχή έχει επιμείνει, εκτός από την εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, στην ανάγκη αποφυγής της πλεοναστικής δημοσιοποίησης προσωπικών δεδομένων και ανωνυμοποίησης των στοιχείων των φυσικών προσώπων[111], ενόψει μάλιστα και των επαχθών συνεπειών της έκθεσης στη δημοσιότητα των εν λόγω δεδομένων[113], οι οποίες στις περισσότερες περιτπώσεις είναι μη αναστρέψιμες. Πιο συγκεκριμένα, η ΑΠΔΠΧ, επισημαίνει ότι όταν «από κανένα στοιχείο του φακέλου της υπόθεσης (ούτε καν από το επίμαχο δημοσίευμα) δεν προκύπτει ότι ο προσφεύγων κατέχει δημόσια θέση ή/και χρησιμοποιεί δημόσιο χρήμα ή ακόμα διαδραματίζει ρόλο στη δημόσια ζωή» και άρα δεν πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο που να δικαιολογεί την ανάγκη ενημέρωσης του κοινού για το ονοματεπώνυμό του, γίνεται δεκτό ότι η αναφορά σε ευαίσθητα δεδομένα σχετικά με ποινική δίωξη θίγει καίρια την «ιδιωτική ζωή του προσφεύγοντος, καθώς το δημοσίευμα αυτό μπορεί να συμβάλει στη διαπόμπευσή του και μάλιστα όσο εκκρεμεί ποινική δίκη, κάτι που έρχεται σε αντίθεση και με βασικές αρχές της ποινικής διαδικασίας, όπως το τεκμήριο της αθωότητας και η αρχή της εξωτερικής μυστικότητας της προδικασίας»123. Εξάλλου, όπως ορθά καταλήγει η ΑΠΔΠΧ, «[η] ανάγκη ενημέρωσης του κοινού για την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά ενός πολίτη θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με απλή και ανωνυμοποιημένη αναφορά στο συμβάν»[115]. Αναγνωρίζοντας με λύπη ότι «η προσπάθεια αύξησης της τηλεθέασης από ορισμένες τηλεοπτικές ενημερωτικές εκπομπές και δελτία ειδήσεων, με τρόπο που ξεφεύγει από τα όρια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, έχει αποκτήσει μια αρνητική δυναμική ανεξέλεγκτου ανταγωνισμού, έντασης, συγκρουσιακής αντιπαράθεσης, ανευθυνότητας, υπερβολής και έλλειψης ψυχραιμίας»[117] και καλεί σε διαρκή εγρήγορση απέναντι στον κίνδυνο «μετατροπής της [δίκης] σε ιδιόμορφο εμπόρευμα με ιδιωτικό οικονομικό όφελος και κοινωνικό κόστος την έκπτωση του νομικού πολιτισμού μας»[119], το οποίο, όπως καταδεικνύεται από το σύνολο των αποφάσεών του, είναι πλούσιο. Έτσι, έχει δεχτεί ότι οι αναφορές στο φερόμενο ως δράστη εγκλήματος απαγωγής ως «εγκέφαλου της απαγωγής» και «άνθρωπο που σχεδίασε και εκτέλεσε την απαγωγή» είναι ικανές, κατά παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας, να δημιουργήσουν τη βεβαιότητα ότι πρόκειται περί προσώπου που διέπραξε το έγκλημα[121] ή «μάνα έπνιξε το μωρό της που έπασχε από σύνδρομο Down»[123], αποβλέποντας στην αύξηση της τηλεθέασης μέσω του διασυρμού των φερόμενων ως δραστών και της οικογένειάς τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση εμπλοκής βουλευτή σε θανατηφόρο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ο οποίος είχε καταδικαστεί πρωτοβάθμια. Το ΕΣ  δέχτηκε προσβολή του τεκμηρίου της αθωότητας του φερόμενου ως δράστη, ο οποίος εμφανιζόταν από συγκεκριμένη τηλεοπτική εκπομπή ως ένοχος, κι αυτό μάλιστα παρά τη ρηματική αναφορά σεβασμού του τεκμηρίου, καθότι κρίθηκε ότι μέχρι την έκδοση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης ο κατηγορούμενος, καίτοι καταδικασθείς πρωτοβάθμια, εξακολουθεί να τεκμαίρεται αθώος[125]

Πράγματι, σε ό,τι αφορά στη χρονική έκταση ισχύος του, το τεκμήριο αθωότητας εφαρμόζεται όσο διαρκεί η προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων και μετά από αυτή μέχρι την έκδοση της απόφασης του ανώτερου δικαστηρίου, εφόσον τα ένδικα μέσα τελικά ασκηθούν. Συνεπώς, και εφόσον παρέχεται στον πρωτοδίκως καταδικασθέντα το δικαίωμα να αμφισβητήσει την ορθότητα της καταδίκης του, αυτός εξακολουθεί να τεκμαίρεται αθώος εωσότου (και εφόσον) η καταδίκη του καταστεί αμετάκλητη. Έτσι, λοιπόν, το ΕΣ , σε περίπτωση αναξιοπρεπών αναφορών τηλεπαρουσιαστή στο πρόσωπο του φερόμενου ως δράστη, ο οποίος ωστόσο είχε ασκήσει έφεση κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης, έκανε δεκτή την προσβολή του τεκμηρίου αθωότητας[127]. Ειδικότερα, το ΣτΕ έκρινε ότι η μη ευθεία αναφορά των στοιχείων της ταυτότητας του εν λόγω προσώπου, εφόσον μεταδόθηκαν παρόλα αυτά όλα τα στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να εντοπισθεί η ταυτότητά του, έστω και μόνο στο πλαίσιο του μικρού κύκλου των μαθητών, των καθηγητών και των γονέων των μαθητών του συγκεκριμένου σχολείου, συνιστά απαγορευμένη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας[129]

Τέλος, έχει γίνει δεκτή η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα ΜΜΕ στέκονται με έμφαση στην άσκηση νέας ποινικής δίωξης κατά προσώπου φερόμενου ως δράστη ορισμένης εγκληματικής πράξης, αποσιωπώντας επιμελώς ωστόσο την αθωωτική απόφαση επί της πρώτης κατηγορίας κατά του ίδιου προσώπου[131], γίνεται αναφορά σε καταδίκη προσώπου που έχει ήδη εκτίσει την ποινή του. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά στην τελευταία αυτή υπόθεση σεναρίου, το ΕΣ  έχει κρίνει ότι η ονομαστική αναφορά σε πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για την τέλεση εγκληματικής πράξης, παρά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είχε εκτίσει την ποινή του και είχε ήδη αποφυλακιστεί εδώ και πάνω από μία δεκαετία, παραβίασε τις κανονιστικές επιταγές του άρθρου 11, παρ. 3, ΠΔ 77/2003. Αφενός, γιατί δεν υπήρχε κανένας λόγος δημοσίου συμφέροντος που να νομιμοποιεί την αναφορά στο εν λόγω πρόσωπο, αφετέρου, γιατί ο σκοπός της ενημέρωσης του κοινού για μία σειρά από ειδεχθή εγκλήματα του παρελθόντος μπορούσε να εξυπηρετηθεί χωρίς απαραίτητα να γίνει αναφορά στο όνομα του συγκεκριμένου προσώπου, πολλώ δε μάλλον χωρίς να προβληθεί στην τηλεοπτική οθόνη το πρόσωπό του[133]. Το προστατευτικό, δε, αυτό πλαίσιο ενισχύεται από το άρθρο 11, παρ. 5, του ΠΔ 77/2003, το οποίο δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίηση της εικόνας προσώπων που θεωρούνται ύποπτα τέλεσης αξιόποινων πράξεων. 

Το ΕΣ , στο πλαίσιο της εκπλήρωσης των ελεγκτικών του αρμοδιοτήτων, έχει δεχτεί σχετικά ότι η προβολή της εικόνας προσώπου που φέρεται ως ύποπτο για την τέλεση εγκληματικής πράξης είναι ικανή να δημιουργήσει την εντύπωση βεβαιότητας για την τέλεση από το εν λόγω πρόσωπο αξιόποινης πράξης, σε ευθεία παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορούμενου μέχρι τη αμετάκλητη καταδίκη του[135].

γ. Απαγόρευση μαγνητοσκόπησης και τηλεοπτικής μετάδοσης προσώπου που οδηγείται

ενώπιον των αρμόδιων ανακριτικών και λοιπών Αρχών

Εκτός από τη χρησιμοποίηση της εικόνας προσώπου που θεωρείται ύποπτο τέλεσης εγκληματικών πράξεων, αυτοτελώς απαγορεύεται νομοθετικά, στο άρθρο 8, παρ. 2, του Ν 3090/2002[137][139]. Είναι σαφές, συνεπώς, ότι η κατάφωρη παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του προσαγόμενου ενώπιον των Αρχών προσώπου δεν θεραπεύεται με την ημικάλυψη, με το γνωστό «μωσαϊκό», των χαρακτηριστικών του προσώπου του. Τα ΜΜΕ οφείλουν να μην αναμεταδίδουν καθόλου τις εικόνες αυτές. 

Η αυστηρότερη αυτή αντιμετώπιση από το νομοθέτη δικαιολογείται από το γεγονός ότι η προσβολή της προσωπικότητας στην περίπτωση αυτή είναι εντονότερη, καθώς το άτομο απεικονίζεται συνήθως υπό συνθήκες μειωτικές – δέσμιο, συνήθως, οδηγείται για να λογοδοτήσει για την τέλεση ορισμένης αξιόποινης πράξης – και η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη διακριτική δύναμη[141].  Ακόμα όμως και στην υποθετική περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι μπορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις χάριν της πληροφορίας του κοινού για ένα ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος, είναι πάντως αναμφισβήτητο ότι υπάρχει σαφής υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου ενημέρωσης των τηλεθεατών από την επαναλαμβανόμενη προβολή πλάνων προσαγωγής των κατηγορούμενων με τη χρήση μάλιστα τεχνικών που καθιστούν ακόμα πιο ευκρινή στο κοινό τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους[143]. Ομοίως, το ΕΣ  διαπίστωσε ότι η μαγνητοσκόπηση και μετάδοση της εικόνας της προσαγωγής τριών συλληφθέντων προσώπων φερόντων χειροπέδες και οδηγούμενων από τις αστυνομικές στις εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, πέραν του ότι παραβιάζουν ευθέως το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 11, παρ. 1, ΠΔ 7/2003, συνιστά έγκλημα κατά τις διατάξεις του άρθρου 8, παρ. 3, του Ν 3090/2002. Επισημαίνεται, δε, από το ΕΣ  ότι το γεγονός ότι ο Προϊστάμενος του Πρωτοδικείου Αθηνών επέτρεψε την είσοδο των τηλεοπτικών συνεργείων εντός των δικαστικών μεγάρων δεν αίρει ουδόλως την υποχρέωση του τηλεοπτικού σταθμού να σεβαστεί το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου[145], αφετέρου, προς το σκοπό της αποτελεσματικότερης εκπλήρωσης του ανωτέρω στόχου, κατοχυρώνουν τη μυστικότητα της ποινικής προδικασίας, απαγορεύοντας κάθε δημοσιοποίηση εγγράφων ή άλλων στοιχείων που γίνονται γνωστά στις αρμόδιες Αρχές κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, της έκτακτης προανάκρισης και γενικότερα της ποινικής προδικασίας[147]

Το ΣτΕ, έχει χαρακτηριστικά δεχθεί ότι «η αυτόκλητη ανάμιξη των ΜΜΕ στις εκκρεμείς ποινικές δίκες και ιδίως στο στάδιο της ανάκρισης παραβιάζει κατάφωρα το τεκμήριο αθωότητας και προσβάλλει την προσωπικότητα του στιγματιζόμενου κατηγορούμενου, οδηγεί δε ταυτόχρονα σε μια όχι δίκαιη δίκη»[149], το ΕΣ  δέχεται σε σειρά αποφάσεών του ότι το τεκμήριο αθωότητας προσβάλλεται με τη δημοσιοποίηση από τα ΜΜΕ εγγράφων της ποινικής προδικασίας[151]. Στις ανωτέρω υποθέσεις, μάλιστα, το ΕΣ  έκρινε ότι τα επίμαχα δελτία ειδήσεων που αποκάλυψαν τα στοιχεία της ανακριτικής έρευνας επιχείρησαν να υποκαταστήσουν τις ανακριτικές αρχές, παρουσιάζοντας τα γεγονότα «χωρίς αίσθημα ευθύνης και σεβασμού προς τη δικαιοσύνη και τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία συγχύσεως στο κοινό περί του ποιος τελικά είναι αρμόδιος να αποφανθεί περί των αιτίων του θανάτου του προαναφερθέντος προσώπου»[153]

Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση κατά τη οποία σε εκπομπή προβλήθηκαν αυτούσια αποσπάσματα από την έκθεση των διορισθέντων ως πραγματογνωμόνων ψυχολόγου και ψυχιάτρου, η οποία συνιστούσε μέρος της προανακριτικής δικογραφίας. Στο εν λόγω απόσπασμα, μάλιστα, του πορίσματος της ψυχολόγου όχι μόνο αναφέρονταν τα ονόματα των εμπλεκομένων στην υπόθεση ανηλίκων, αλλά στο πρόσωπό τους γίνονταν και συγκεκριμένες αξιολογικές κρίσεις και αναφορές[155]

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ακόμη κι όταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή άλλοι λόγοι επιβάλλουν τη δημοσίευση είτε του ονόματος του φερόμενου ως δράστη ορισμένης αξιόποινης πράξης, είτε συγκεκριμένων στοιχείων της ποινικής προδικασίας, δεν δικαιολογείται η αναφορά άλλων προσωπικών δεδομένων, ούτε ασφαλώς η απεικόνιση του προσώπου του. Όπως ορθά αναφέρεται στη θεωρία, η μετάδοση της εικόνας του προσώπου που φέρεται ως ο δράστης αξιόποινων πράξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί συνεισφορά σε ένα θέμα γενικού ενδιαφέροντος κυρίως γιατί συνήθως εξαντλεί τη χρηστική αξία της στην ικανοποίηση της νοσηρής περιέργειας του κοινού[157]

ε. Προστασία ανηλίκων που φέρονται ως δράστες αξιόποινων πράξεων

Ο νομοθέτης, τέλος, λαμβάνει μέριμνα και για την προστασία των ανήλικων προσώπων πoυ φέρovται ως ενεχόμενα ή ύποπτα για την τέλεση εγκληματικών πράξεων. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, παρ. 3 (δ), του Ν 1730/1987 «[ο]ι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, για γεγονότα που σχετίζονται με αξιόποινες πράξεις, […οφείλουν] να μην αναφέρουν ονόματα ή μεταδίδουν εικόνες ανηλίκων εγκληματιών ή ανήλικων που είναι θύματα εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής». Διαπνεόμενο από το ίδιο πνεύμα προστασίας των ανήλικων δραστών, το άρθρο 10, παρ. 2, του ΠΔ 77/2003 πάει ένα βήμα πιο πέρα και εισάγει απόλυτη απαγόρευση κάθε παρουσίασης ανηλίκου ως δράστη εγκληματικών ενεργειών ή ως υπαιτίου δυστυχήματος. 

Στην ανάγκη πρόβλεψης ενός ειδικού προστατευτικού πλαισίου για επιμέρους ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι ανήλικοι, εστιάζει η Σύσταση (2003)13 σχετικά με τη διάθεση πληροφοριών από τα ΜΜΕ σχετικά με ποινικές διαδικασίες της 10ης

171, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της προστασίας του ιδιωτικού βίου του

Ιουλίου 2003

προσώπου σε περίπτωση που εκκρεμεί εις βάρος του ποινική δίωξη. Ειδικότερα, η Σύσταση, μετά τη γενική πρόβλεψη ότι η διάθεση πληροφοριών από τα ΜΜΕ για ύποπτους, κατηγορούμενους, καταδικασθέντες ή πρόσωπα που εμπλέκονται σε εκκρεμή ποινική υπόθεση πρέπει να σέβεται το δικαίωμά τους για προστασία της ιδιωτικής ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, εξειδικεύει και αναφέρεται στην ανάγκη λήψης ειδικότερων μέτρων προστασίας όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα είναι ανήλικα[159]. Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης εμφανίστηκε μόνο η πλάτη των ανηλίκων δεν αίρει σε καμία περίπτωση την ευθύνη του τηλεοπτικού σταθμού, δεδομένου ότι και μόνο η αναφορά των μικρών ονομάτων τους και της φωνής τους η ταυτότητά τους είχε καταστεί πασιφανής[161], ενώ η διαπόμπευση την οποία υφίστανται, προς παραδειγματισμό τρίτων, οι αναφερόμενοι ως δράστες αξιόποινων πράξεων υπερβαίνει συχνά σε σκληρότητα ακόμη και την τελικώς επιβληθείσα από το αρμόδιο δικαστήριο ποινή[163]. Ο φόβος που εύλογα υπάρχει είναι τα ΜΜΕ να αναλάβουν ένα ρόλο «τιμωρού», θέτοντας εν αμφιβόλω έτσι το μονοπώλιο του ποινικού καταναγκασμού που έχει ανατεθεί στο Κράτος[165]. Επισημαίνοντας ότι απειλείται η μεταβολή των ΜΜΕ σε βήμα αυτόκλητων κατηγόρων της δημοκρατικής έννομης τάξης της Χώρας και των θεσμικών οργάνων της, προειδοποιεί ότι «αν δεν επικρατήσει η σύνεση, η αυτοσυγκράτηση και η στοιχειώδης τήρηση κανόνων δεοντολογίας, θα κυριαρχήσει ο εκχυδαϊσμός του χώρου της ενημέρωσης και μάλιστα με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο που προσβάλει βαθύτατα όχι μόνο τη μνήμη των θυμάτων και περιφρονεί το πένθος και τον πόνο των συγγενών τους, αλλά και το δημοκρατικό χαρακτήρα της κοινωνίας μας»181

Λαμβανομένης, συνεπώς, υπόψη της ανάγκης ανεύρεσης της σωστής ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων που συνδέονται με την ελευθερία της πληροφορίας και των δικαιωμάτων που απορρέουν από την αρχή της δίκαιης δίκης που προσδοκά ο κατηγορούμενος, η ΕΕΔΑ συνοψίζει και απευθύνει τις εξής συστάσεις:

α. Για την ενίσχυση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη γενικά:

  • Η Πολιτεία οφείλει να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για την εμπέδωση και την ουσιαστική και αποτελεσματική εφαρμογή των δικαιωμάτων, των ελευθεριών και των αρχών που κατοχυρώνονται σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο για το σεβασμό και την προστασία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
  • Ειδικότερα, η Πολιτεία οφείλει να λάβει κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση επαρκούς βαθμού εμπιστοσύνης στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, κατοχύρωσης του δικαιώματος αποτελεσματικού μέσου ένδικης προστασίας, ενίσχυσης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματικής εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας και των δικαιωμάτων της υπεράσπισης.
  • Προς το σκοπό αυτό, δεν αρκεί μόνο η εξασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης εντός των δικαστικών αιθουσών. Πρέπει να καλλιεργηθεί στην κοινωνία ένα κλίμα σεβασμού για τη δικαστική λειτουργία και κατανόησης της δυσκολίας και του βάρους του έργου των δικαστικών λειτουργών και του συνόλου των παραγόντων της δίκης.
  • Η ΕΕΔΑ υπενθυμίζει ότι, για την ενίσχυση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, είναι νευραλγικής σημασίας η κατεπείγουσα αντιμετώπιση του συστημικού και χρόνιου προβλήματος της μακράς διάρκειας των δικών, που θίγει το κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα, διεθνείς συνθήκες προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το δίκαιο της ΕΕ, θεμελιώδες δικαίωμα σε αποτελεσματική δικαστική προστασία, επισύροντας σωρεία καταδικών της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ. Επανέρχεται, για το λόγο αυτό, στις συστάσεις που έχει επανειλημμένως διατυπώσει στο παρελθόν αναφορικά με το δικαίωμα σε δίκαιη δίκηΗ ΕΕΔΑ θεωρεί ότι το ήδη υπάρχον προστατευτικό νομοθετικό πλαίσιο είναι ικανό να διασφαλίσει το σεβασμό της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας. Συνεπώς, δεν εμμένει στην ενίσχυση ή αυστηροποίησή του. Κρίνει αναγκαία, ωστόσο, την εμπέδωση της εφαρμογής του και ενδεχομένως τη λήψη μέτρων και πρωτοβουλιών που θα επιτρέψουν την αποτελεσματικότερη γενικοπροληπτική του λειτουργία. Προς το σκοπό αυτό, μάλιστα, η ΕΕΔΑ επισημαίνει την προθυμία της, στο πλαίσιο του θεσμικού της ρόλου ως το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας σε θέματα προστασίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, να συνδράμει με τον προσφορότερο τρόπο στην προσπάθεια αυτή εμπέδωσης της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας και διαβεβαιώνει για την ετοιμότητά της να συνεργαστεί με τους αρμόδιους φορείς, δημοσιογραφικές ενώσεις και εκπροσώπους τηλεοπτικών σταθμών, για τη διάχυση και περαιτέρω επικοινωνία των αρχών, δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνουν το σεβασμό και την προστασία του τεκμηρίου αθωότητας. 
    • Συστήνεται επίσης η ενίσχυση του ΕΣ  στο απαιτητικό γνωμοδοτικό, ελεγκτικό και κυρωτικό έργο του, ώστε να επικουρηθεί, αφενός, στην οριοθέτηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των ΜΜΕ, αφετέρου, στη διασφάλιση επαρκούς βαθμού εμπιστοσύνης στο σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, την περιφρούρηση της μυστικότητας της προδικασίας και την απαγόρευση υποκατάστασης αστυνομικών και δικαστικών Αρχών. Εκφράζεται παράλληλα η ευχή για την επαναδραστηριοποίησή του και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του.
    • Η ΕΕΔΑ υπογραμμίζει για ακόμη μία φορά την ανάγκη αμοιβαίας οριοθέτησης των πεδίων των δύο δικαιωμάτων, του δικαιώματος στην πληροφόρηση και του τεκμηρίου αθωότητας, και επίλυσης της σύγκρουσης μεταξύ τους με αφετηρία τη θεμελιώδη παραδοχή της τυπικής νομικής ισοδυναμίας τους, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η προστασία και προώθηση και των δύο.
    • Με ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να αντιμετωπίζεται και η απεικόνιση και μετάδοση σκηνών από τη σύλληψη ή προσαγωγή ύποπτων στις αρμόδιες Αρχές, δεδομένης της εντονότερης προσβολής που υφίσταται η προσωπικότητα του ενδιαφερόμενου ατόμου. Το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει ήδη αυστηρές ποινές, οπότε η ΕΕΔΑ επισύρει την προσοχή στην ανάγκη εγρήγορσης απέναντι στον κίνδυνο προσβολής της τιμής και αξιοπρέπειας του προσώπου, υπό το πρίσμα δημιουργίας εντυπώσεων και της αύξησης της τηλεθέασης, σε μια δραματική μάλιστα στιγμή της ζωής του. 
    • Συστήνεται, επίσης, η ενίσχυση του ήδη προβλεπόμενου προστατευτικού νομοθετικού πλαισίου για τις ευάλωτες ομάδες δραστών και τα ανήλικα πρόσωπα που φέρονται ως δράστες εγκληματικών πράξεων.  
    • Τέλος, σε ό,τι αφορά ειδικότερα στην εισαγγελική δυνατότητα της δημοσιοποίησης προσωπικών δεδομένων σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες του άρθρου 2, περ. β΄, του Ν 2472/1997, η ΕΕΔΑ επανέρχεται στα σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας της εν λόγω ρύθμισης με την ΕΣΔΑ, λαμβανομένων υπόψη ιδίως της αμφισβητούμενης αναγκαιότητας και της αμφίβολης αποτελεσματικότητας του μέτρου της δημοσιοποίησης σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και προτείνει τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της σχετικής διάταξης στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η ανακοίνωση «ευαίσθητων δεδομένων» προσώπου, που φέρεται ως ύποπτο ή έχει καταδικασθεί για την τέλεση αξιόποινων πράξεων, ικανοποιεί σκοπούς εγκληματολογικής πολιτικής.  

[2] Η ακριβής φράση του Ronald Dworkin είναι η ακόλουθη: «η κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και η ίδια έννοια του δικαιώματος θα ήταν κενή περιεχομένου αν ο σεβασμός τους δεν σήμαινε και την αποδοχή κάποιων κινδύνων» (“Rights would be worthless – and the idea of a right incomprehensible – unless respecting rights meant taking some risk”). Βλ. R. Dworkin, «Terror and the Attack on Civil Liberties », The New York Review of Books, 6.11.2003.  

[4] Έτσι Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Εκδ. Π. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2007, σελ. 227 επ.

[6] Γεγονός που για μερίδα της θεωρίας αποτελεί «αμφιλεγόμενο νομικό πρόβλημα». Βλ. έτσι Ν. Λίβος, «Η ποινική δίκη ως αποικία των ΜΜΕ», Δικαιοσύνη και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, Πρώτο Νομικό Συνέδριο, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1995, σελ. 75.

[8] Ο Π. Παραράς μάλιστα υποστηρίζει ότι η παθητική πλευρά της ελευθερίας της πληροφορίας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και σαν κοινωνικό δικαίωμα, απαίτηση, ώστε το ίδιο το Κράτος με θετικές ενέργειες, όπως πχ. τακτικές ανακοινώσεις από τον Τύπο, το ραδιόφωνο ή την τηλεόραση, να ενημερώνει τους πολίτες καθημερινά για τα γεγονότα εκείνα που ασκούν επιρροή στο δημόσιο βία της Χώρας. Βλ. έτσι Π. Παραράς, Σύνταγμα και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 2001, σελ. 84. 

[10] «La libre communication des pensées et des opinions est un des droits les plus précieux de l’Homme : tout Citoyen peut donc parler, écrire, imprimer librement, sauf à répondre de l’abus de cette liberté dans les cas déterminés par la Loi», Déclaration des Droits de l’Homme et du Citoyen de 1789, άρθρο 11. 

[12] «Kαθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του Τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Kράτους». 

[14] Βλ. έτσι Human Rights Committee, General comment No. 34-Article 19: Freedoms of opinion and expression, op.cit., παρ. 9.

[16] Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Τ. Σταυρινάκη, «Άρθρο 10 – Ελευθερία έκφρασης», σε Λ.Α. Σισιλιάνος, Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, Εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, σελ.

[18] ΕΔΔΑ, Handyside κ. Ηνωμένου Βασιλείου [αριθ. προσφ.: 5473/72], 7 Δεκεμβρίου 1976, παρ. 49.

[20] Idem, παρ. 2. 

[22] Βλ. έτσι Π.Δ. Δαγτόγλου, op.cit., σελ. 488.

[24] ΕΔΔΑ, Jersild κ. Δανίας [αριθ. προσφ.: 15890/89], 23 Σεπτεμβρίου 1994, παρ. 37; Worm κ. Αυστρίας [αριθ. προσφ.: 22714/93] 29 Αυγούστου 1997, παρ. 47; Özgür Gündem κ. Τουρκίας [αριθ. προσφυγής 23144/93], 16 Μαρτίου 2000, παρ. 43. 

[26] Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το ίδιο το ΕΔΔΑ παρατηρεί ότι, παρότι οι αρχές αυτές διατυπώνονται κυρίως σε σχέση με τα έντυπα μέσα ενημέρωσης, αναμφίβολα ισχύουν και για τα οπτικοακουστικά μέσα. Βλ. έτσι ΕΔΔΑ, Jersild κ. Δανίας [αριθ. προσφ.: 15890/89], 23 Σεπτεμβρίου 1994, παρ.

[28] ΕΔΔΑ, Jersild κ. Δανίας [αριθ. προσφ.: 15890/89], 23 Σεπτεμβρίου 1994, παρ. 31, 35; Bladet Tromsø και Stensaas κ. Νορβηγίας [αριθ. προσφ.: 21980/93], παρ. 59; Dalban κ. Ρουμανίας [αριθ. προσφ.: 28114/95], 28 Σεπτεμβρίου 1999, παρ. 49; Bergens Tidende και άλλοι κ. Νορβηγίας [αριθ. προσφ.: 26132/95], 2 Αυγούστου 2000, παρ. 49, 57; Thoma κ. Λουξεμβούργου [αριθ. προσφ.: 38432/97], 29 Μαρτίου 2001, παρ. 45; Colombani και άλλοι κ. Γαλλίας [αριθ. προσφ.: 51279/99], 25 Σεπτεμβρίου 2002, παρ. 55, 65; Stoll κ. Ελβετίας [αριθ. προσφ.: 69698/01], 10 Δεκεμβρίου 2007, παρ. 110, 128, 154; Fatullayev κ. Αζερμπαϊτζάν [αριθ. προσφ.:

[30] ΕΔΔΑ, Worm κ. Αυστρίας [αριθ. προσφ.: 22714/93] 29 Αυγούστου 1997, παρ. 50, News Verlags GmbH και Co.KG κ. Αυστρίας [αριθ. προσφ.: 31457/96] 11 Απριλίου 2000, παρ. 56, Egeland και Hanseid κ. Νορβηγίας [αριθ. προσφυγή: 34438/04], 16 Ιουλίου 2009, παρ. 49. 

[32] Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, Εκδ. Π. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2007, σελ. 227 επ.

[34] Βλ. έτσι ενδεικτικά ΣτΕ 3336/2007, ΣτΕ 1380/2005. 

[36] «Tout homme étant présumé innocent jusqu’à ce qu’il ait été déclaré coupable, s’il est jugé indispensable de l’arrêter, toute rigueur qui ne serait pas nécessaire pour s’assurer de sa personne doit être sévèrement réprimée par la loi», Déclaration des Droits de l’Homme et du Citoyen de 1789, άρθρο 9. 

[38] «[…] τα Συμβαλλόμενα Κράτη επαγρυπνούν ιδιαίτερα ώστε : β. Κάθε παιδί ύποπτο ή κατηγορούμενο για παράβαση του ποινικού νόμου να έχει τουλάχιστον δικαίωμα στις ακόλουθες εγγυήσεις: ι. Να θεωρείται αθώο μέχρι να αποδειχθεί νόμιμα η ενοχή του […]», άρθρο 40, παρ. 2, ΔΣΔΠ.  

[40] ΕΔΔΑ, Deweer κ. Βελγίου [αριθ. προσφ.: 6903/75], 27  εβρουαρίου 1980, παρ. 46. 

[42] Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στις περιπτώσεις όπου ο προσφεύγων έχει την ιδιότητα του κατηγορούμενου στο πλαίσιο μίας ποινικής δίκης. Βλ. έτσι ΕΔΔΑ, Öztürk κ. Γερμανίας [αριθ. προσφ.: 22479/93], 21  εβρουαρίου 1984, Lutz κ. Γερμανίας [αριθ. προσφ.: 9912/82], 25 Αυγούστου 1987, παρ. 55-57, Βασίλειος Σταυρόπουλος κ. Ελλάδας [αριθ. προσφ.: 35522/04], 27 Δεκεμβρίου 2007, παρ. 28, Μαμιδάκης κ. Ελλάδας [αριθ. προσφ.: 35533/04], 11 Απριλίου 2007, παρ. 20-21. 

[44] Γ. Τριανταφύλλου, «Τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου», op.cit., σελ. 470-471. Βλ. έτσι και ΕΔΔΑ, Allen κ. Ηνωμένου Βασιλείου [αριθ. προσφ.: 25424/09], 12 Ιουλίου 2013, παρ. 94.  49 Π. Βογιατζής, op.cit., σελ. 257. 

[46] Η. Αναγνωστόπουλος, «Η ποινική προστασία της προσωπικότητας έναντι των μέσων μαζικής επικοινωνίας (Επίκαιρα ζητήματα)», ΝοΒ, Τόμ. 57, Τεύχ. 1, 2009, σελ. 43. 

[48] Για την άποψη αυτή βλ. Ι. Μυλωνάς, Πτυχές του τεκμηρίου αθωότητας, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1994, σελ. 93, 95, 101 επ., Στ. Αλεξιάδης, «Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου», op.cit., σελ. 115, Δ. Πρωτοπαπάς, Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου στην ποινική δίκη, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2006, σελ. 202-203, Γ. Κάβουρας, Το τεκμήριο Αθωότητας. Η έκταση ισχύος και η λειτουργία του – Η δικονομική θέση του κατηγορούμενου στο σύστημα δικαίου, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2003, σελ. 125-126. 

[50] Ενώ μερίδα της θεωρίας δέχεται την ενεργοποίηση της ισχύος του τεκμηρίου αθωότητας έναντι των ιδιωτών χωρίς απαραίτητα να τη θεμελιώνει στην αρχή της τριτενέργειας των δικαιωμάτων. Βλ. πχ. έτσι Ι. Ανδρουλάκης, Κριτήρια της δίκαιης ποινικής δίκης, op.cit., σελ. 28. 

[52] Στα ερωτήματα αυτά έχει επιχειρήσει να δώσει απαντήσεις η ΕΕΔΑ και σε παλαιότερες Παρατηρήσεις της, όπου σχολίασε την τελευταία τροποποίηση του Ν 2472/1997 με το Ν 3625/2007 για την Κύρωση, εφαρμογή του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία και άλλες διατάξεις ( ΕΚ Α΄ 290/24.12.2007), επισημαίνοντας με έμφαση τον περιορισμό της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Βλ. ΕΕΔΑ, Η δημοσιοποίηση δεδομένων σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες(2008). 

[54] Π.Δ. Δαγτόγλου, op.cit., σελ. 132. Κ. Χ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2002, σελ. 102-103. 61 ΣτΕ Ολομ., 292/1984, ΤοΣ 1985, σελ. 511 επ. Βλ. έτσι και Π.Δ. Δαγτόγλου, op.cit., σελ. 132. Κ. Χ. Χρυσόγονος, op.cit., σελ. 102-103. 62 Κ. Σταμάτης, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων. Εισαγωγή στη μεθοδολογία του Δικαίου, 1997, σελ. 345, Π.Δ. Δαγτόγλου, op.cit., σελ. 132.

[56] ΟΗΕ, Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Vladimir Velichkin κ. Λευκορωσίας [υπόθ. αριθ. 1022/2001], 20 Οκτωβρίου 2005, UN Doc. CCPR/C/85/D/1022/2001 (2005), παρ. 7.3.  

[58] Βλ. έτσι Human Rights Committee, General comment No. 34-Article 19: Freedoms of opinion and expression, op.cit., παρ. 21 και General comment No. 27 on article 12, Official Records of the General Assembly, Fifty-fifth Session, Supplement No. 40, vol. I (A/55/40 (Vol. I)), annex VI, sect. A. 

[60] ΕΚ Α΄ 118/9.7.1992. 

[62] Council of Europe, Committee of Ministers, Recommendation No R(87)15 of the Committee of Ministers to member states regulating the use of personal data in the police sector, 17 September 1987. 

[64] Council of Europe, Steering Committee on the Mass Media, Draft Explanatory Memorandum to Recommendation Rec (2003)13 on the provision of information through the media in relation to criminal proceedings, CM(2003)85, 12 Ιουνίου 2003, Παράρτημα IV, Αρχή 8.  73 Βλ. έτσι Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, Εκδ. Σάκκουλα, 2012, σελ. 118-119. 

[66] Βλ. ειδικότερα Προοίμιο, σκ. 33, Απόφασης Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της ΕΕ. 

[68] Βλ. έτσι Προοίμιο, σκ. 20 και άρθρο 5, παρ. 1. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό προβλέπεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εφαρμογή μέτρων σωματικού περιορισμού επιβάλλεται για συγκεκριμένους λόγους που αφορούν είτε την ασφάλεια, μεταξύ άλλων προκειμένου να εμποδιστούν οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι να βλάψουν τους εαυτούς τους ή άλλους ή να καταστρέψουν κάποιο αντικείμενο, είτε την παρεμπόδιση των ύποπτων ή των κατηγορούμενων να φυγοδικήσουν ή να έλθουν σε επαφή με τρίτα πρόσωπα, όπως μάρτυρες ή θύματα. Βλ. έτσι Προοίμιο, σκ. 20 και άρθρο 5, παρ. 2. 

[70] «Kαθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του Τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Kράτους». 

[72] Στο ίδιο πλαίσιο άλλωστε, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων επιδιώκει την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει με εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, ορίζοντας ότι δε νοείται περιορισμός στην άσκηση δικαιώματος ή ελευθερίας αν δεν προβλέπεται ρητά από το νόμο και δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 52, παρ. 1, ΧΘΔ), ενώ το άρθρο 29, παρ. 2, ΟΔΔΑ ορίζει ότι «[σ]την άσκηση των δικαιωμάτων του και στην απόλαυση των ελευθεριών του κανείς δεν υπόκειται παρά μόνο στους περιορισμούς που ορίζονται από τους νόμους, με αποκλειστικό σκοπό να εξασφαλίζεται η αναγνώριση και ο σεβασμός των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων, και να ικανοποιούνται οι δίκαιες απαιτήσεις της ηθικής, της δημόσιας τάξης και του γενικού καλού, σε μια δημοκρατική κοινωνία».

[74] ΕΔΔΑ, Sunday Times κ. Ηνωμένου Βασιλείου [αριθ. προσφ.: 6538/74], 26 Απριλίου 1979. 

[76] ΕΔΔΑ, Worm κ. Αυστρίας [αριθ. προσφ.: 22714/93], 29 Αυγούστου 1997, παρ. 50. 

[78] ΕΔΔΑ, Worm κ. Αυστρίας [αριθ. προσφ.: 22714/93], 29 Αυγούστου 1997, παρ. 50, Tourancheau και July κ. Γαλλίας [αριθ. προσφ.: 53886/00], 12 Απριλίου 2006, παρ. 66, Campos Dâmaso κ. Πορτογαλίας [αριθ. προσφ.:

[80] Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, op.cit., σελ. 151. 

[82] Άρθρο 8 ΕΣΔΑ. 

[84] ΕΔΔΑ, Verlagsgruppe News GMBH κ. Αυστρίας (αριθ. 2) [αριθ. προσφ.: 10520/02], 14 Μαρτίου 2007, παρ.

[86] ΣτΕ 891/2015. 

[88] Βλ. σχετικά Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, op.cit., σελ. 141επ. 96 Idem, σελ. 143.

[90] ΕΚ Α΄ 145/18.8.1987.  99  ΕΚ Α΄ 159/3.8.1995. 

[92] Οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 3ης Οκτωβρίου 1989 για το συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (L 298/17.10.1989, σελ. 23-30).

[94] ΕΚ Α΄ 75/28.3.2003. 

[96] Άρθρο 11, παρ. 1 εδ. β΄, ΠΔ 77/2003. 

[98] Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, op.cit., σελ. 118. 

[102] Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα κατά το οποίο συλλαμβάνεται ο ύποπτος ανθρωποκτονίας και επιδιώκεται η ανεύρεση και σύλληψη του άμεσου συνεργού του οποίου λοιπά στοιχεία δεν γνωρίζει η αστυνομία, ελπίζει όμως ότι θα ανεύρει με τη συνδρομή τρίτων που τυχόν θα προσδιορίσουν τον άγνωστο συνεργό, διότι γνωρίζουν τον αποκλειστικό συνεργάτη του συλληφθέντος. Βλ. έτσι ΑΠΔΠΧ, Απόφαση αριθ.

[104] Βλ. έτσι ΑΠΔΠΧ, Απόφαση αριθ. 67/2002, 12.6.2002, σελ. 2-3.

[108] Την οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση, «τυγχάνει αυτονόητο ότι οι εισαγγελικές αρχές, κατά την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητάς τους, ως εγγυητές της τήρησης του Συντάγματος και του νόμου, θα εφαρμόζουν». Βλ. έτσι ΑΠΔΠΧ, Απόφαση αριθ. 128/2012, σελ. 8. 

[110] Στα στοιχεία αυτά των φυσικών προσώπων συμπεριλαμβάνονται σύμφωνα με την ΑΠΔΠΧ ονοματεπώνυμα, διευθύνσεις, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε εμμέσως να προκύψει η ταυτότητα των φυσικών προσώπων. Βλ. έτσι ΑΠΔΠΧ, Γνωμοδότηση αριθ. 2/2006, 3.8.2006, σκ. 7. 

[112] Πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για «ευαίσθητα» προσωπικά δεδομένα.  123 ΑΠΔΠΧ, Απόφαση αριθ. 8/2010, 22.2.2010, σκ. 9. Βλ. έτσι και ΑΠΔΠΧ, Απόφαση 26/2007, 22.3.2007, σκ.

[114] ΑΠΔΠΧ, Απόφαση αριθ. 8/2010, 22.2.2010, σκ. 9.

[116] ΕΣ , Σύσταση αριθ. 1/18.9.2002, σελ. 1. 

[118] ΕΣ , Οδηγία 1/2003, 28  εβρουαρίου 2003, σελ. 1. 

[120] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 198/8.4.2013, σελ. 41. 

[122] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 324/4.7.2006, σελ. 14. Βλ. έτσι και αναφορές τηλεπαρουσιάστριας σε κατηγορούμενο ως «παιδοκτόνο» και «δολοφόνο», με λεζάντες αντίστοιχου περιεχομένου να προβάλλονται κατά τη μετάδοση των επίμαχων δελτίων ειδήσεων. ΕΣ , Απόφαση αριθ. 247/14.7.2015, σελ. 9. 

[124] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 190/28.4.2009, σελ. 24. Βλ. έτσι και Απόφαση 296/3.6.2008, σελ. 5-6. 

[126] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 140/20.3.2007, σελ. 6.  137 ΣτΕ 4157/2015. 

[128] ΣτΕ 3336/2007, σκ. 8, ΣτΕ 891/2015, σκ. 11. 

[130] ΕΣ , Αποφάσεις αριθ. 397/29.7.2013, σελ. 4 και 489/9.10.2007, σελ. 3. 

[132] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 249/14.7.2015, σελ. 11-12, Απόφαση 269/30.7.2015, σελ. 13-14. 

[134] ΕΣ , Απόφαση 292/17.9.2015, σελ. 16-17, Απόφαση 269/30.7.2015, σελ. 13, Απόφαση αριθ. 258/22.7.2015, σελ. 20, Απόφαση αριθ. 247/14.7.2015, σελ. 9, Απόφαση αριθ. 124/17.3.2015, σελ. 6. 

[136] Ν 3090/2002 για τη Σύσταση σώματος επιθεώρησης και ελέγχου των καταστημάτων κράτησης και άλλες διατάξεις ( ΕΚ Α΄ 329/24.12.2002).  

[138] Σύμφωνα με το οποίο «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι δεν εμφανίζονται ως ένοχοι, σε δικαστήριο ή δημόσια, μέσω της χρήσης μέτρων σωματικού περιορισμού». 

[140] Τ.Ε. Συνοδινού, Η εικόνα στο δίκαιο, Εκδ. Σάκκουλα, 2007, σελ. 273. Υποστηρίζεται βέβαια από μερίδα της θεωρίας ότι η μετάδοση από τα ΜΜΕ εικόνων από σύλληψη-προσαγωγή προσώπων φερόμενων ως δραστών αξιόποινων πράξεων μπορεί δυνητικά να εκπληρώνει την αποστολή της ενημέρωσης, όταν η παρουσίαση της είδησης γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να ασκείται κριτική στις μεθόδους και τις συμπεριφορές των αστυνομικών δυνάμεων. Βλ. σχετικά Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, op.cit., σελ. 148. 

[142] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 270/30.7.2015, σελ. 10-11, Απόφαση αριθ. 258/22.7.2015, σελ. 20, Απόφαση αριθ. 246/14.7.2015, σελ. 12, Απόφαση αριθ. 247/14.7.2015, σελ. 13, Απόφαση αριθ. 248/14.7.2015, σελ. 13-14. Οι τηλεοπτικοί σταθμοί οφείλουν, κατά το ΕΣ , να μεταδίδουν τις εικόνες αυτές φροντίζοντας για την τεχνική επεξεργασία των στοιχείων του προσώπου της κατηγορούμενης. Βλ. ενδεικτικά ΕΣ , Απόφαση αριθ. 292/17.9.2015, σελ. 17.

[144] ΕΣ , Αποφάσεις αριθ. 459/10.10.2006, αριθ. 460/10.10.2006, αριθ. 461/10.10.2006, αριθ. 462/10.10.2006, αριθ. 463/10.10.2006, αριθ. 464/10.10.2006, αριθ. 465/10.10.2006, αριθ. 466/10.10.20062. 

[146] Άρθρο 11, παρ. 6, ΠΔ 77/2003

[148] ΣτΕ 152/2004. 

[150] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 397/29.7.2013, σελ. 4, Απόφαση αριθ. 489/9.10.2007, σελ. 3. 

[152] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 433/16.9.2013, σελ. 15.

[154] ΕΣ , Απόφαση αριθ. 426/31.7.2007, σελ. 3.  166 ΣτΕ 891/2015, σκ. 6 και 8.  167 Ibidem168 ΣτΕ 891/2015, 4153/2015. 

[156] Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, op.cit., σελ. 148. 

[158] Αρχή 8. Βλ. έτσι και Council of Europe, Steering Committee on the Mass Media, Draft Explanatory Memorandum to Recommendation Rec (2003)13 on the provision of information through the media in relation to criminal proceedings, CM(2003)85, 12 Ιουνίου 2003, Παράρτημα IV, Αρχή 8.

[160] ΕΣ , Απόφαση 313/20.6.2006, σελ. 4-5.  175 Η. Αναγνωστόπουλος, «Η ποινική προστασία της προσωπικότητας έναντι των μέσων μαζικής επικοινωνίας (Επίκαιρα ζητήματα)», op.cit., σελ. 43-44. 

[162] Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, op.cit., σελ. 155-156. 

[164] Λ. Μήτρου, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, op.cit., σελ. 153. 

[166] Βλ. ιστοσελίδα ΕΕΔΑ, διαθέσιμες σε: http://www.nchr.gr/index.php/20130403102348/20130403103024.