19. ΑΓΩΓΗ ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΝΟΨΗ. 6.2.2017 .

Σημειώσεις Προεγγραφές 2016

BANNER1

ΑΓΩΓΗ ΣΥΝΟΨΗ

α. Ενεργητική νομιμοποίηση (άρθ. 71 ΚΔΔ).

Ο έχων χρηματική αξίωση κατά του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. .

Η  ενεργητική νομιμοποίηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως , αλλά ο ενάγων οφείλει να αποδεικνύει την ιδιότητα υπο την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία πχ ιδιοκτήτες λατομείου που δεν απέδειξαν την ιδιότητα τους  ως ιδιοκτητών της έκτασης , απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτη (ΣτΕ 2543/10). 

-Οι εμμέσως ζημιωθέντες δεν νομιμοποιούνται παρά μόνο στα άρθρα 928,929 ΑΚ πχ τέκνα και σύζυγος  για στέρηση διατροφής θανόντος πατρός και συζύγου (ΣτΕ 3735/12) πέραν της ψυχικής οδύνης, ανεξαρτήτως εάν η οικογένεια του θανόντος δημιουργήθηκε μετά τις παράνομες πράξεις (ΣτΕ 3735/12). ‘Η πατέρας για αξιώσεις από παροχή εργασίας τέκνου σε περιοχή που συνηθίζεται αυτό και λόγω του τραυματισμού του τέκνου αναγκάστηκε να προσλάβει υπάλληλο.

Προσοχή εάν έχει ήδη εγερθείσα αγωγή  για χρηματική ικανοποίηση και αποβιώσει ο εναγών την δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι διότι η αγωγή έχει μετατραπεί σε περιουσιακό δικαίωμα (ΣτΕ 2463/97 , 7μ).

 Απαραίτητη προϋπόθεση: Η διαφορά να δημιουργείται με αιτία παράνομη πράξη σε  έννομη σχέση δημοσίου δικαίου.

ΠΧ. Αγωγή υπαλλήλου με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και την κατάταξη σε οργανική θέση με σύμβαση πάλι εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχουν χαρακτήρα διαφορών ιδιωτικού δικαίου (πρβλ. ΣτΕ 1444/08, Α.Π. 873/2002) για την επίλυση των οποίων είναι αρμόδια τα πολιτικά δικαστήρια (πρβλ. και Α.Ε.Δ. 3/2004). Η πρόβλεψη και παρεμβολή διοικητικού οργάνου , όπως του υπηρεσιακού συμβουλίου δεν προσδίδει στην σχέση χαρακτήρα διοικητικής διαδικασίας. Κατά την νομολογία εισάγεται εξαίρεση σε  σε ειδικές περιπτώσεις  όταν προβλέπεται ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπάρχει, μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς (Σ.τ.Ε. 4113/2005, βλ. και 2691/2005, 1894/2005 7μ.).

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΝΟΜΗ ΣΧΕΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΑΓΩΓΕΣ ΙΔΙΩΣ:

1.Από μισθώσεις και αγορές ακινήτων του δημοσίου ανεξαρτήτως του σκοπού τους διότι εφαρμόζεται κατά κανόνα καθεστώς που δεν αποκλίνει ουσιαστικώς από το κοινό δίκαιο περί μισθώσεων :

-¨Άρνηση εκμίσθωσης από τον ΟΚΑΑ ( Οργανισμός Κεντρικής Αγοράς ΑθηνώνΝΠΔΔ) καταστήματος στο χώρο της κεντρικής αγοράς (ΣτΕ 3940/05)

-Αγωγή  για ζημία από ανάκληση κατακύρωσης στον ενάγοντα εκμίσθωσης χώρου κατόπιν διαγωνισμού  του Αθλητικού Κέντρου Αγίου Κοσμά (ΝΠΔΔ) (ΣτΕ 2953/03)

-Άρνηση ΟΕΚ (οργανισμός εργατικής κατοικίας) παραλαβής αγορασθέντων διαμερισμάτων (ΣτΕ 3193/2006)

2.Όταν η αγωγή στρέφεται όχι κατά του δημόσιου αλλά του υπαιτίου ιδιώτη που ενήργησε ως ανάδοχος ή  υπάλληλος προστηθείς του δημοσίου:

-Από δημόσια έργα όταν η αγωγή στρέφεται κατά του αναδόχου του έργου και όχι κατά του Δημοσίου διότι η ευθύνη του δημοσίου είναι αυτοτελής (105 ΕισΝΑΚ) και δεν επηρεάζεται από την τυχόν από άλλες διατάξεις (914 Ακ) ευθύνη του αναδόχου (ΣτΕ 529/15,453/13).

– Αγωγή κατά υπαιτίων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους  υπαλληλιών προσωπικά , κατά δημάρχου προσωπικά, κατά Υπουργού προσωπικά  ασκείται στα πολιτικά δικαστήρια. ΠΡΟΣΟΧΗ  τα πολιτικά δικαστήρια εφόσον διαπιστώσουν και αυτεπαγγέλτως ότι ο εναγόμενος καλύπτεται από την αρχή του ανεύθυνου απορρίπτουν την αγωγή (ΑΕΔ 53/95,ΣτΕ 3107/09 α. 46πδ774/80 και 63 ΚΝΕΣ).

3.Αγωγές στρεφόμενες κατά κρατικών Νομικών προσώπων:

-Κρίσιμη η νομική μορφή τους κατά το χρόνο έκδοσης της παρανόμου πράξεως ή της παράνομης ενέργειας τους. Εάν ήταν ΝΠΙΔ τότε η διαφορά στα πολιτικά ανεξάρτητα του σκοπού τους ή της μεταγενέστερης μετατροπής τους σε ΝΠΙΔ (ΣτΕ 2467/93,5032-3/95, 382/10).

ΠΧ αγωγή κατά του Καζίνο Πάρνηθας που ανήκει στον ΕΟΤ (ΝΠΙΔ) για ζημία του ενάγοντα από παράνομες πράξεις κατά την διάρκεια του παίγνιου ρουλέτας υπάλληλων του καζίνο , αρμόδια τα πολιτικά (ΑΕΔ 10/2003)

-Εάν η νομολογία στη συγκεκριμένη παράνομη δράση τα χαρακτηρίζει διφυούς χαρακτήρα , δηλαδή ΝΠΔΔ τότε αρμόδια τα διοικητικά.

4. Αγωγές από δημόσιες συμβάσεις : καταρχήν εφόσον δεν έχουν τα τρία στοιχεία της διοικητικής σύμβασης (οργανικό κριτήριο για ένα αντισυμβαλλόμενο, κυριαρχικό συμβατικό καθεστώς υπέρ δημοσίου και δημόσιο σκοπό ) είναι  αρμόδια τα πολιτικά.

ΠΡΟΣΟΧΗ :

– Σε περίπτωση μεταβολής της φύσεως του νομικού προσώπου, το οποίο είναι κύριος του έργου, μεταβάλλεται η δικαιοδοσία των δικαστηρίων. Τοιουτοτρόπως, εάν η αρχική σύμβαση συνήφθη μεταξύ ν.π.δ.δ., ως κυρίου του έργου και του αναδόχου, με συνέπεια η σύμβαση αυτή να είναι διοικητική και να έχουν, κατ’ αρχάς, δικαιοδοσία τα διοικητικά δικαστήρια, τυχόν μεταγενέστερα μεταβολή στη φύση του νομικού προσώπου του κυρίου του έργου ή υποκατάσταση αυτού από ν.π.ι.δ., έχει ως συνέπεια η σύμβαση να μην είναι πλέον, διοικητική και να περιέρχεται η δικαιοδοσία στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 42/11).

-Δημόσιες συμβάσεις που ξεπερνούν τα κατώφλια του 3886/10 μεταβάλλουν τα κρατικά ΝΠΙΔ σε ΝΠΔΔ  για τις αποσπαστές πράξεις και αρμόδια καθίστανται τα Διοικητικά Εφετεία και ΣτΕ.

– Συμβάσεις του ιδιωτικού δικαίου όπως η εγγυητική επιστολή τράπεζας , εφόσον έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την διοικητική σύμβαση καθιστούν αρμόδιά τα διοικητικά δικαστήρια . Έτσι η κατάπτωση εγγυητικής επιστολής τράπεζας  για συμμετοχή σε διαγωνισμό για την σύναψη διοικητικής σύμβασης άδειας καζίνο (ΣτΕ 3493-4/05). Μάλιστα εδώ η αγωγή ασκείται στα πλαίσια της ενιαίας δικαιοδοσίας κατά το άρθρο 94 παρ. 3 Σ από το δημόσιο κατά της ιδιώτη.

– Διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τ.δ.δ., δημιουργούνται όχι μόνο από διοικητικές συμβάσεις για την εκτέλεση δημόσιων έργων, αλλά και από ζημιές που προξενούνται σε τρίτους από τις, κατά τη μελέτη και εκτέλεση δημόσιου έργου, πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κυρίου του έργου (Δημοσίου ή νπδδ) και όταν ακόμα η εκτέλεση του έργου έχει ανατεθεί από τη διοικητική σύμβαση σε ιδιώτη ανάδοχο (ΑΕΔ 14/93 Δ 26,521) Αγωγή από διοικητική σύμβαση στα τ.δ.δ. μπορεί να ασκήσει όχι μόνο ο ιδιώτης ανάδοχος αλλά και το Δημόσιο (ΣτΕ 1622/03 ΔιΔικ 16,630 με σχόλια Ε. Σπηλιωτόπουλου και Γ. Παπαγιαννόπουλου, ΣτΕ 3814/03 ΔιΔικ 16,1455, ΣτΕ 1528/04 ΔιΔικ 17,913, ΣτΕ 3493/05 ΔιΔικ 19,635

5. Αγωγή του δημοσίου κατά ιδιώτη εφόσον η έννομη σχέση είναι ιδιωτικού δικαίου.

Προσοχή όμως εάν η έννομη σχέση είναι δημοσίου δικαίου :

Τα όργανα του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου δεν έχουν εξουσία έκδοσης εκτελεστής διοικητικής πράξης, σε περίπτωση κατά την οποία κρίνουν ότι συμβολαιογράφος της οικείας περιφέρειας δεν συμμορφώνεται προς νόμιμη υποχρέωσή του για καταβολή εισπραχθέντων αναλογικών δικαιωμάτων στο Ταμείο του Συλλόγου, δεδομένου ότι ο νομοθέτης ρητά προβλέπει ότι, ειδικά στην περίπτωση αυτή, η διαφορά που γεννάται επιλύεται δικαστικά με άσκηση αγωγής από το Συμβολαιογραφικό Σύλλογο κατά του συμβολαιογράφου. Η διαφορά αυτή, που γεννάται μεταξύ του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου και του συμβολαιογράφου και η οποία κινείται στα πλαίσια σχέσης δημόσιου δικαίου, επιλύεται δικαστικά με άσκηση αγωγής ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 3640/03 ΕΕΝ 2005,433).

–  Κατά το άρθρο 119 Ν 2830/2000 για την είσπραξη των καθυστερούμενων αναλογικών δικαιωμάτων των «κρατικών» συμβολαίων και των ανάλογων τόκων υπερημερίας από τον συντάξαντα αυτά Συμβολαιογράφο ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος οφείλει να εφαρμόσει τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτη η αγωγή που ασκείται από το Συμβολαιογραφικό Σύλλογο για την είσπραξη τέτοιων δικαιωμάτων (ΤΔΠΑ 5834/09).

– Επί διοικητικών συμβάσεων.

Αντίθετα είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου :

Η διαφορές από σύμβαση μεταξύ φαρμακοποιού μέλους του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου και του Ο.Α.Π. ΔΕΗ  που έγινε βάσει συλλογικής σύμβασης μεταξύ του φορέα κοινωνικής ασφάλισής και τους ΠΦΣ , διότι δεν συνάγεται εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς (ΣτΕ 3740/12)

-Η σύμβαση ΙΚΑ και ιδιωτικού ιατρείου βάσει του α.8 παρ.2 του νδ 1204/72 για τον ίδιο ως άνω λόγο ( ΣτΕ 1372/07)

– Η πρόσληψη δικηγόρων από νπδδ υπάγεται στο δημόσιο δίκαιο, πλην όμως οι διαφορές των δικηγόρων αυτών με τα νπδδ, στα οποία προσλαμβάνονται και αφορούν τις αποδοχές τους υπάγονται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και τα διοικητικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας (ΣτΕ 1771/04 ΕΕΝ 74,659, ΣτΕ 3216/03)

5. Απαλλοτριώσεις. Πρέπει να διακρίνουμε :

– Εάν πρόκειται για παράνομες πράξεις της διοίκησης κατά την κτηματογράφηση  , ήτοι για σφάλμα στην κατάρτιση του κτηματολογικού πίνακα και κτηματολογικού διαγράμματος ή εν γένει σφάλμα κατά την διαδικασία της απαλλοτρίωσης , σφάλμα με αποτέλεσμα να μην συμπεριληφθούν στο κτηματολογικό πίνακα οι φυτείες ή τα παροδικώς φυτεμένα με σκοπό την  μεταπώληση (δεν είναι μεν συστατικά κατά 955 ΑΚ) αποζημιώνονται κατά το 105 ΕισΝΑΚ στα Διοικητικά αφού η παράλειψη τους ήταν αιτία να μην προσδιοριστεί για αυτά αποζημίωση στα πολιτικά (ΣτΕ 265/13).

 Αρμόδια τα διοικητικά. Πχ μη εγγραφή εκτάσεως στον κτηματολογικό πίνακα από λάθος των διοικητικών οργάνων (ΑΕΔ 13/92, ΣτΕ 700/03,1958/06).

-Αντίθετα εάν ο ενάγων παραπονείται όχι για σφάλμα κατά την διαδικασία της απαλλοτρίωσης , αλλά την αποδέχεται ως νόμιμη και παραπονείται για την τιμή μονάδας , ή για το χαρακτηρισμό τμήματος του ως αυταποζημιούμενου , δηλαδή όταν κατά βάση αποσκοπεί σε επιδίκαση μεγαλήτερης πλήρους αποζημίωσης , η διαφορά υπάγεται στα πολιτικά (ΣτΕ 3524/14,3517/14,3230/13).

Επίσης αρμόδια τα πολίτικά όταν ο εναγών ζητά να συμπεριληφθεί στην αποζημίωση και έκταση που του εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση , διότι δεν μπορεί πλέον να την αξιοποίηση πολεοδομικά. Στη περίπτωση αυτή καταρχήν τα διοικητικά όργανα δεν φέρουν ευθύνη διότι δεν παρανομήσαν αφού απαλλοτρίωσαν συγκεκριμένη έκταση ενώ δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν ότι η εναπομείνασα είναι πολεοδομικά μη αξιοποίηση, σε κάθε δε περίπτωση πρόκειται για διαφορά που αφορά την έννοια της πλήρους  αποζημίωσης επι της τιμής μονάδας  για την οποία αρμόδια είναι τα πολίτικά δικαστήρια (ΣτΕ 21/2010 , Α τμ. 7μ.).

Αρμόδια τα πολιτικά για θέματα μη καταβολής από το ταμείο παρακαταθηκών και δανείων της αποζημίωσης (ΑΕΔ 6/2001).

6.Πράξη καθορισμού αιγιαλού και παραλίας.  Σε περίπτωση που ο κύριος ακινήτου  το χάνει διότι εμπίπτει στην χάραξη των νεών ορίων έχει αξίωση αποζημίωσης στα πολιτικά  δικαστήρια είτε βάσει των διατάξεων περί απαλλοτρίωσης κατά το άρθρο 4 του αν 2344/40 είτε  κατά την τακτική διαδικασία, εάν παρέλθει το εξάμηνο  α.10 Ν 1271/01 (ΣτΕ 2895/13, 2543/13). Αντίθετα αρμόδια είναι τα διοικητικά όταν η αγωγή ερείδεται σε παρανομία της πράξης  του διοικητικού καθορισμού αιγιαλού ή παραλίας.

7. Διαφορές από τροχαία :  Αρμόδια με το σύστημα της ενιαίας δικαιοδοσίας τα πολιτικά από 2-4-2011 (ΑΠ 329/14). Βάση της αγωγής  είναι το άρθρο  105 ΕισΝΑΚ και όχι το 914 ΑΚ. Για άλλες ζημίες που προκαλούνται από άλλα αίτια και όχι από αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο ή σε πεζό, αλλά αφορούν οχήματα ή οδηγούς πχ επίθεσή  αδέσποτων σκύλων σε οδηγό μηχανής , πτώση οχήματος σε λακκούβα οδού  , παραμένουν αρμόδια τα Διοικητικά Δικαστήρια (ΣτΕ 3222/13 Α τμ.΄7μ).

ΠΡΟΣΟΧΗ : Οι οδηγούντες οχήματα του δημοσίου δεν ευθύνονται προσωπικά. Ενάγονται μόνο αναγωγικά από τον Γενικό Επίτροπο του ΕΣ στο Ελεγκτικό Συνέδριο και δεν έχουν δικαιοδοσία τα πολίτικά δικαστήρια. Συνεπώς η αγωγή του ζημιωθέντος από τροχαίο θα στραφεί μόνο κατά του Δημοσίου στα πολίτικά και θα στηρίζεται στο άρθρο 105, 106 ΕιΝΑΚ και όχι στο 914 ΑΚ.

8. Διαφορές από αξιώσεις που απορρέουν από παράνομές πράξεις που έχουν υποκείμενη αιτία τον δημοσιονομικό καταλογισμό ή την απονομή συντάξεως από το ΓΛΚ ( ΕΣ ΟΛΟΜ. 4316/14).

-Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγεται η αγωγή με την οποία δημόσιος υπόλογος διεκδικεί από το Δημόσιο χρήματα ως αχρεωστήτως καταβληθέντα, που είχαν καταλογιστεί σε βάρος του με πράξη καταλογισμού (ΣτΕ 1370/04)

-Αντίθετα η μη συμμόρφωση του δημοσίου σε απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγεται στα διοικητικά δικαστήρια διότι αιτία έχει την παράνομη άρνηση του δημοσίου να συμμορφωθεί στις δικαστικές αποφάσεις (ΣτΕ 3036/08 Ολομ).

Επίσης η διαφορά μεταξύ του Δημοσίου και υπαλλήλου του από την παρακράτηση από το Δημόσιο ποσού από τις αποδοχές του υπαλλήλου για συνταξιοδοτικούς λόγους, υπάγεται στη δικαιοδοσία των τ.δ.δ. και όχι του ΕλΣ (ΑΕΔ 28/04 ΔιΔικ 17,902)

9.Αγωγές  υπαγόμενες στο ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88παρ2 Σ. Αξιώσεις δικαστικών και συνταξιούχων δικαστικών καθώς και των λειτουργών του ΝΣΚ υ6πάγονται από 7.8.2002 στο ειδικό δικαστήριο του α,.88  και παραπέμπονται από τα ΤΔΔ βάσει του άρθρου 5παρ2 του Ν.3038/02.

ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

-Ευθεία αγωγή : Στην αγωγή αυτή ζητείται χρηματικό ποσό βάσει συγκεκριμένης διάταξης Νόμου ή σύμβασης, χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσει διοικητική πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια διοικητικού οργάνου. Απλώς η διοίκηση αρνείται ή παραλείπει να καταβάλει το ποσό που προβλέπει ο νόμος. Συνεπώς ζητείται ευθέως το ποσό και όχι αποζημίωση από παράνομη ενέργεια ή παράλειψη της διοίκησης. Συνεπώς με ευθεία αγωγή μπορεί να ζητήσω ποσό και από ενέργειες της διοίκησης που είναι νόμιμές πχ κατά το άρθρο 24παρ6 Σ. Ήδη με το άρθρο 19 του ν.3028/02 προβλέπεται ευθεία αγωγή και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 24παρ6Σ (ΣτΕ 4627/13).

Η πρακτική σημασία της διάκρισης από την αγωγή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ έγκειται : α) στο ότι επι συμβάσεων στην ευθεία αγωγή αρμόδιο είναι  το ΔΕΦ ενώ επι αδικοπραξίας του Διοικητικό Πρωτοδικείο, β) στο ότι πρέπει να περιγράφεται με ακρίβεια το ποσό των οφειλόμενο αποδοχών βάσει της διάταξης νόμου και γ) στην παραγραφή που είναι διετής εφόσον κατά κανόνα αφορά αποδοχές ή πάσης φύσεως απολαβές των δημοσίων υπαλλήλων.

– Εφόσον η αγωγή αποζημίωσης στηρίζεται σε παρανομία διοικητικών πράξεων, δεν μπορεί να επιδιωχθεί η ικανοποίηση της ίδιας αξίωσης με αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία ασκείται αν ελλείπουν οι προϋποθέσεις για την έγερση αγωγής από ζημία προκληθείσα από παράνομη διοικητική πράξη (ΣτΕ. 531/2007 – Α.Π. 222/2003). Επίσης δεν μπορεί να ζητηθεί αδικαιολόγητος από νόμιμη αιτία (ΣτΕ 318/12).

ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ (72)

Διάδικος εναγόμενος ενώπιον των τ.δ.δ. επί αγωγών του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ είναι αυτό τούτο το Ελληνικό Δημόσιο και όχι ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός. Το Ελληνικό Δημόσιο όταν διετέλεσε διάδικος ενώπιον των τ.δ.δ. σε αγωγή αποζημίωσης μπορεί να ασκήσει αναίρεση και να εκπροσωπηθεί από τον Υπουργό που το εκπροσώπησε ενώπιον των τ.δ.δ. έστω και αν αυτός δεν ήταν ο αρμόδιος (ΣτΕ 3743/95 Ολομ. ΔιΔικ 7,1361 – ΣτΕ 2047/01 ΔιΔικ 14,1456) .

-Εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως και εάν διαπιστωθεί ότι η παράνομη πράξη προέρχεται από όργανο άλλου νομικού προσώπου απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη (ΣτΕ 3282/11).

-Ο ενάγων θα πρέπει να προσδιορίζει με σαφήνεια ότι οι παράνομες πράξεις προέρχονται από συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο . Η τυχόν αλλαγή οργάνωσης του δημοσίου προ της δίκης  υποχρεώνει τον ενάγοντα να εντοπίσει την αλλαγή και να στραφεί κατά το νέου νομικού προσώπου. Με την ΣτΕ 2816/15 κρίθηκε ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να διευκολύνει ή να λάβει αυτεπάγγελτα  υπόψη την αλλαγή στο προσώπου του εναγομένου. Αντίθετα μετά την δίκη αλλαγή συνεπάγεται καθολική διαδοχή και οφείλει το Δικαστήριο να κλητεύσει το νέο πρόσωπο.

– ΠΡΟΣΟΧΗ  επι αποδοχών υπαλλήλων ΝΠΔΔ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΑΡΑ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ είναι το ΝΠΔΔ και όχι ο εποπτεύον υπουργός.

Άρθρο 73 : Περιεχόμενο δικογράφου

-Καθορισμός έννομης σχέσης  ως δημοσίου δικαίου: δεν απαιτείται όμως η επίκληση της νομικής βάση στο δικόγραφο και εν γένει των εφαρμοστέων κανόνων δίκαιου που παραβιάστηκαν από την διοίκηση (ΣτΕ 740/2001).

– Σαφής έκθεση πραγματικών περιστατικών και λόγοι στους οποίους θεμελιώνεται η αξίωση, ιδίως την παράνομή ενέργεια του δημοσίου.

ΠΡΟΣΟΧΗ:  δεν μπορεί να συναχθεί πραγματικός ισχυρισμός από τα παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΑ στο δικόγραφο ο ισχυρισμός πχ περί παράνομης ανάκληση της άδειας (ΣτΕ 4414/01). Επι παρανόμου παραλείψεως πρέπει να αναφέρονται αναλυτικά τα περιστατικά που συγκροτούν την παράλειψη (ΣτΕ 2202/14). Επι διαφυγόντος εισοδήματος πρέπει να αναφέρονται  τα περιστατικά προσδοκίας του εισοδήματος κατά την συνήθη πορεία τα προπαρασκευαστικά μέτρα και εν γένει οι ειδικές περιστάσεις που πιθανολογούν το διαφυγόν κέρδος (ΣΤΕ 11/10,1826/15, ΑΠ 20/92, ολομ).

ΠΡΟΣΟΧΗ : ο ενάγων εάν δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει συγκεκριμένους λόγους με την μορφή προσφυγής ή αιτήσεως ακυρώσεως , ΔΕΝ μπορεί  να τους προβάλλει με την α αγωγή (ΣτΕ 2260-1/13 Ολομ).

-ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ: δεν χρειάζεται να εξειδικεύεται όταν από τη φύση της παράνομης πράξης είναι δυνατό να προκληθεί τέτοια βλάβη (ΣτΕ 1732/05)

– Σαφώς καθορισμένο αίτημα. Δεν είναι απαραίτητο να είναι πανηγυρικό αρκεί να συνάγεται (ΣτΕ 1714/13). Όμως πρέπει να αναλύεται το ζητούμενο ποσό, άλλως από γενική αρχή που απορρέει από το άρθρο 216 του ΚΠολΔ ΤΟ ΔΙΚΌΓΡΑΦΟ ΕΊΝΑΙ ΑΌΡΙΣΤΟ (ΣτΕ 1/2013, αντίθετα το ΕΣ 4326/14 Ολομ, δεν δέχεται ότι υφίσταται τέτοια γενική αρχή στο διοικητικό δικονομικό δίκαιο).

ΠΡΟΣΟΧΗ : Αίτημα αγωγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων μπορεί να είναι μόνο η καταψήφιση της αξιούμενης χρηματικής παροχής ή η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης και όχι η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας έννομων σχέσεων δημόσιου δικαίου ή δικαιωμάτων κοινωνικής ασφάλισης που θα μπορούσαν να είναι αντικείμενο προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης (ΣτΕ 2112/95 ΕΔΚΑ ΛΖ’,601, ΤΔΠΑ 6226/04 ΕΔΚΑ ΜΣΤ’,782, ΣτΕ 3872/09).

-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 73 παρ. 1 του ΚΔΔ και 928 εδ. β, 1389 και 1390 του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτωσης συζύγου, στην αγωγή αποζημίωσης του άλλου συζύγου για την αποκατάσταση της ζημίας του από τη στέρηση του δικαιώματός του διατροφής πρέπει να μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, ο πιθανός χρόνος ζωής του υπόχρεου σε διατροφή συζύγου και το ποσό της καταβλητέας από αυτόν διατροφής ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής. Αντίθετα, δεν είναι στοιχείο της αγωγής η αποτίμηση της συνεισφοράς που θα παρείχε ο καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, η αποτίμηση δε αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξίωσης ισχυρισμό του εναγομένου (ΣτΕ 544/09 ΝοΒ 57,1485)

-Καταψηφιστική –αναγνωριστική αγωγή. Η δεύτερη δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης και τέμνει τη διαφορά, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, με δύναμη δεδικασμένου (ΣτΕ. 1083/2010).

Αγωγή υπό αίρεση – επικουρικές νομικές ή πραγματικές βάσεις αγωγής (άρθ. 74 ΚΔΔ).

Με την αγωγή αποζημίωσης μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση ή η καταψήφιση ζημιάς που έχει ήδη υποστεί ο ενάγων ως την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής , όχι και ζημιάς που αναφέρεται σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της αγωγής . Το άρθρο 69 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ δεν έχει εφαρμογή στη διοικητική δίκη (ΤΔΠΑ 7635/99 ΕΔΚΑ ΜΒ’,384 – ΔΕΑ 282/98 ΔιΔικ 10,733).

– Συνεπώς η ζημία πρέπει να έχει επέλθει κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και δεν μπορεί να εγερθεί αγωγή με την αίρεση επελεύσεως της ζημίας εως το χρόνο πρώτης συζητήσεως της (ΣτΕ 615-6/12). Είναι απαράδεκτη η αγωγή που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση ή την αναγνώριση μελλοντικής αξίωσης (ΔΕΑ 3319/05 ΔιΔικ 17,1149 = 18,1214)

-Ο ασφαλιστής εφόσον αποζημίωσε τον ασφαλισμένο υποκαθίσταται εκ του νόμου  (210 ΕΝ) και νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής . Μάλιστα δεν απαιτείται αναγγελία στο δημόσιο διότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΔΛ περί αναγγελίας εκχωρήσεως αφού εδώ πρόκειται για εκ του νόμου εκχώρηση και όχι για συμβατική (ΣτΕ 3691-2/05 7μ).

Αντίθετα εάν δεν τον έχει αποζημιώσει δεν νομιμοποιείται.

-Έτσι για το παραδεκτό της καταψηφιστικής αγωγής αποζημιώσεως από τον ειδικό διάδοχο του ζημιωθέντος απαιτείται να έχει επέλθει, κατά τον χρόνο της ασκήσεως της, το γεγονός που συνεπάγεται την ειδική διαδοχή και την υποκατάσταση στο δικαίωμα του ζημιωθέντος και δεν συγχωρείται η άσκηση αυτής υπό την αίρεση του γεγονότος αυτού και την πλήρωσή της μέχρι την πρώτη συζήτησή της». (ΣτΕ. 1487/2006).

Συνέπειες άσκησης αγωγής (άρθ. 75 ΚΔΔ).

Εκκρεμοδικία. Σε πρώτο βαθμό – σε δεύτερο βαθμό.

Έννομα αποτελέσματα κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Ποια είναι; Πότε επέρχονται; άρθ. 75 παρ. 2 όπως αντικαταστάθηκε από άρθ. 19 του ν. 3900/2010. 

Μεταβολή αιτήματος της αγωγής – απαράδεκτη. Μετατροπή (και όχι πλέον περιορισμός) αιτήματος. Σχετική νομολογία.

«Επειδή, από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας , από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής, και η επίδοση της αγωγής προς το καθ’ ου Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον όμως ο νόμος (άρθρο 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1944) δε διακρίνει, δε συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνον προς τη γένεση της επιδικίας, δε συντρέχει λόγος διαφοροποίησης ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου. Εξάλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή, της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό (πρβ. Σ.τ.Ε. Ολ.3141/2006). Μειοψήφησε η Σύμβουλος … στη γνώμη της οποίας προσχώρησε και ο Πάρεδρος Παναγιώτης Τ.: κατά τη γνώμη αυτή, έστω και αν η ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ/τος της 26.6/10.7.1944 δε διακρίνει μεταξύ καταψηφιστικής και αναγνωριστικής αγωγής, αναφέρεται στην έννοια της αγωγής, από απόψεως είδους αυτής, ως αυτή έχει διαπλασθεί υπό της νομολογίας. Κατά συνέπεια, ως αγωγή, από της επιδόσεως της οποίας οφείλονται τόκοι, νοείται, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η καταψηφιστική αγωγή, αίτημα της οποίας είναι η καταδίκη σε παροχή και σκοπός της η δημιουργία εκτελεστού τίτλου που επιτρέπει την αναγκαστική εκτέλεση, και όχι η απλή αναγνωριστική αγωγή, αίτημα της οποίας είναι μόνον η αναγνώριση υπάρξεως αξιώσεως και δεν ενέχει όχληση προς εκπλήρωση της παροχής». (ΣτΕ.  Ολομ. 833/2010). Παραπέμπει στο ΑΕΔ λόγω αντίθετης ερμηνείας από τον Άρειο Πάγο (10/2008) – βλ. την 7/2011 απόφαση του ΑΕΔ που υιοθετεί την άποψη της Ολομ. ΣτΕ. 833/2010.

-Συνέπειες επίδοσης: τοκοφορία και διακοπή παραγραφής.

Το άρθρο 75 παρ. 2 του ΚΔΔ δεν εφαρμόζεται επί προσφυγής. συνεπώς, ελλείψει αντίθετης διάταξης, η τοκοδοσία επιδικίας αρχίζει από την άσκηση της προσφυγής (ΣτΕ 1615/06 ΕΔΚΑ ΜΗ’,747, ΣτΕ 3981/06 ΕλΔ 48,1249).

ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΑΓΩΓΗΣ (76)

Πρέπει να πρόκειται για δυο αγωγές με ταυτότητα διαφοράς και αντικειμένου, δηλαδή να συμπίπτουν στο αίτημα, την ισοτρική και νομική τους αιτίας και το δικαίωμα εν γένει για τοποίο ζητείται ικανοποίηση  και να ε΄χουν ασκηθεί σε δικαστήριο της ίδιας δικαιοδοσίας (ΣτΕ 3840/09 Ολομ, 839/12). ¨Έτσι είναι διάφορη η δεύτερη αγωγή χρηματικής ικανοποίησής για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της υγείας από την παράνομη απόλυση σε σχέση με την πρώτη λόγω προσβολής της τιμής (ΣτΕ 3032/14). Το σχετικό απαράδεκτο δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις που δεν υπήρχε ταυτότητα ενδίκου βοηθήματος, δηλαδή τις περιπτώσεις που για την ικανοποίηση της αξίωσης έχουν ασκηθεί διαφορετικά ένδικα βοηθήματα ερειδόμενα επί διαφορετικής νομικής αιτίας (ΣτΕ. 3710/2010).

-Ενόψει του ότι στο διοικητικό δικονομικό δίκαιο ισχύουν οι αρχές της άπαξ άσκησης των ένδικων βοηθημάτων και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων – αρχές που αποτυπώνονται στις ρυθμίσεις που διέπουν τα εισαγωγικά ένδικα βοηθήματα (αίτηση ακύρωσης, προσφυγή) και τις δικονομικές προϋποθέσεις παραδεκτού που τίθενται για την άσκησή τους (ιδίως σύντομη προθεσμία άσκησης) – δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί ως προς το ένδικο βοήθημα της αγωγής, για το οποίο μάλιστα δεν προβλέπεται προθεσμία άσκησης, ή εκ νέου άσκησή του, όταν έχει απορριφθεί ήδη για πρώτη φορά για τυπικό λόγο. Συνεπώς, χάριν και της ομοιομορφίας της δικονομικής αντιμετώπισης των ένδικων βοηθημάτων στο πεδίο του δημόσιου δικαίου, ρυθμίσεις όπως η επίδικη του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΔΔ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία επιτρέπει υπό ορισμένες προϋποθέσεις τη θέσπιση δικονομικών ρυθμίσεων που αφορούν το παραδεκτό των ένδικων βοηθημάτων (ΣτΕ 3694/06 Ολομ.)

Σχετική νομολογία:

«Επειδή, με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97/17.5.1999) … ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης αγωγής, με το αυτό αντικείμενο, από τον ίδιο ενάγοντα» και με το άρθρο 285 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Από την έναρξη της ισχύος του Κώδικα καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη η οποία αναφέρεται σε θέμα ρυθμιζόμενο από αυτόν. 2. Κατ’ εξαίρεση, διατηρούν την ισχύ τους οι δικονομικού περιεχομένου διατάξεις: α) ως προς τις οποίες γίνεται ρητή επιφύλαξη στις επί μέρους διατάξεις του Κώδικα …». Εξ άλλου, με το άρθρο 8 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77/7.5.2008), … ορίζονται τα εξής: «1. Στο άρθρο 76 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προστίθεται παράγραφος 2 και η παράγραφος 2 αναριθμείται σε παράγραφο 3 ως εξής: “2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης αγωγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς. Η αγωγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης.” 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος υποθέσεις». Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το παραδεκτό δεύτερης αγωγής με το ίδιο αντικείμενο από τον ίδιο ενάγοντα, η οποία ασκείται μετά την έναρξη ισχύος του Κ.Δ.Δ., κρίνεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 76 αυτού και όχι με βάση γενικές ή ειδικές διατάξεις προγενέστερων νομοθετημάτων οι οποίες αναφέρονταν στο ίδιο θέμα, όπως είναι η παρ. 2 του άρθρου 29 του π.δ. 341/1978 (Α΄ 71), με την οποία ορίζεται ότι: «Μετά την άσκησιν της αγωγής και μέχρις εκδόσεως τελεσιδίκου αποφάσεως ή καταργήσεως της δίκης είναι απαράδεκτος ετέρα αγωγή περί της αυτής επιδίκου διαφοράς» τούτο, διότι, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 285 του Κ.Δ.Δ., οι διατάξεις αυτές έχουν καταργηθεί μετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα. Εξ άλλου, κατά γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, κάθε ζήτημα που αφορά τη νομιμότητα διαδικαστικής πράξης, όπως το ζήτημα του παραδεκτού της αγωγής, κρίνεται με βάση το δικονομικό νόμο που ισχύει το χρόνο κατά τον οποίο η πράξη αυτή επιχειρείται, δεδομένου ότι οι δικονομικές διατάξεις έχουν, κατ’ αρχήν, άμεση εφαρμογή, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδικές διατάξεις. Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3659/2008, η παρ. 1 του ίδιου άρθρου (με την οποία προστέθηκε παρ. 2 στο άρθρο 76 του Κ.Δ.Δ.) δεν καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεις. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται μόνον η μνημονευθείσα παρ. 1 του άρθρου 76 του Κ.Δ.Δ. η τελευταία αυτή διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256)».  ΣτΕ. 3013/2010.

Εξαιρέσεις :

-Εάν γίνει παραίτηση από την πρώτη αγωγή πριν την συζήτησή της (76παρ3).

-Τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης αγωγής για τυπικούς λόγους (76παρ2).

Παρεμπίπτουσα αγωγή (άρθ. 77 ΚΔΔ.).

 Έννοια – αίτημα.

-Παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της δίκης που ξέχασα ο ενάγων να ζητήσει πχ τόκοι (ΣτΕ 392/10) .

-Συμπληρωματικές αξιώσεις που γεννήθηκαν από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός μετά την έγερση της αγωγής και πριν την έκδοση οριστικής απόφασης πχ συνεχιζόμενες  ζημίες, υποτίμηση νομίσματος, διαφυγόντα εισοδήματα (ΑΠ 1877/11).

Απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση παρεμπίπτουσας αγωγής είναι να έχει ασκηθεί προηγουμένως αρχική – κύρια αγωγή και όχι προσφυγή. Πάντως η παρεπόμενη επιδίκαση τόκων που οφείλει το Δημόσιο σε ποσά επιστρεφόμενων φόρων αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας και μπορεί να επιδιωχθεί με σώρευσή της στην αρχική προσφυγή (ΤΔΠΠ 1301/04 ΔΦΝ 59,24)

 

Σχετική νομολογία ως προς την σχέση των παρεπομενών απαιτήσεων επι αγωγής και επι εφέσεως.

«Επειδή, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, δεν επιτρέπεται η μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς στο δεύτερο βαθμό, επιτρέπεται όμως η υποβολή αιτήματος για παρεπόμενες απαιτήσεις οι οποίες δημιουργήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση, ύστερα από την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 77 του ως άνω Κώδικα, με παρεμπίπτουσα αγωγή μπορεί να ζητηθεί, μεταξύ άλλων, συμπληρωματική της αρχικής παροχή, αν μετά την άσκηση της αγωγής διευρύνθηκε κατά οιονδήποτε τρόπο η αρχική αξίωση του ενάγοντος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι επιτρεπτή η υποβολή αιτήματος για ικανοποίηση παρεπόμενων, κατά τα ανωτέρω, απαιτήσεων,  εφόσον αυτές δημιουργήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό. Αντιθέτως, αίτημα που δεν αφορά τέτοιες παρεπόμενες απαιτήσεις αλλά παροχές συμπληρωματικές της αρχικής λόγω διευρύνσεως της τελευταίας μετά την άσκηση της αγωγής μπορεί να υποβληθεί είτε με νέα και αυτοτελή αγωγή είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή που ασκείται, κατ’  ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 114 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση. Συμφώνως προς τα ανωτέρω, οι απαιτήσεις α) ποσού 32.000 ευρώ (35.000 ευρώ κατά την αίτηση αναιρέσεως) λόγω απωλείας μισθωμάτων κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, β) ποσού 92.442 ευρώ (αφαιρουμένου του ποσού των 9.750.000 δραχμών) από διαφυγόντα κέρδη λόγω αδυναμίας εκμισθώσεως της κατοικίας καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που παρέμεινε ακατοίκητη και γ) ποσού 2.465.ευρώ ή 840.000 δραχμών (αφαιρουμένου του ποσού των 100.000 δραχμών) δεν συνιστούσαν απαιτήσεις παρεπόμενου χαρακτήρα αλλά συμπληρωματικές των απαιτήσεων που είχαν προβληθεί με την αγωγή και, επομένως, ορθώς απορρίφθηκαν από το διοικητικό εφετείο ως απαραδέκτως προβληθείσες με την έφεση της αναιρεσείουσας, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι αβάσιμα και απορριπτέα». (ΣτΕ. 3107/2009).

Σχέση αγωγής προς άλλα ένδικα βοηθήματα (άρθ. 78 ΚΔΔ).

Τα διοικητικά δικαστήρια, αν δεν υπάρχει δεδικασμένο ως προς τη νομιμότητα της εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης επί της οποίας θεμελιώνεται η αξίωση προς αποζημίωση, ελέγχουν παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης.

Αν κατά της φερόμενης ως παράνομης πράξης ή παράλειψης χωρεί άσκηση προσφυγής, ο έλεγχος γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 79 του Κ.Δ.Δ., αν χωρεί αίτηση ακύρωσης, ο έλεγχος γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 48 και 50 του π.δ. 18/1989, Α’ 8, (βλ. και άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 702/1977, Α’ 268). Στην τελευταία περίπτωση, τα αρμόδια για την εκδίκαση της αίτησης ακύρωσης δικαστήρια οφείλουν, αν κρίνουν ότι η παράλειψη είναι παράνομη, να την ακυρώσουν και να αναπέμψουν την υπόθεση στη Διοίκηση για να εκτελέσει αυτή την κατά νόμον οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Δεν μπορούν, όμως, υποκαθιστώντας τη Διοίκηση, να αποφανθούν για το ποιο έπρεπε να είναι το περιεχόμενο της διοικητικής πράξης, αν τέτοια πράξη έπρεπε, κατά νόμον, να εκδοθεί. Τέτοια εξουσία δεν έχουν ούτε τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια όταν δικάζουν αγωγή σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και κρίνουν παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της παράλειψης επί της οποίας θεμελιώνεται η αξίωση προς αποζημίωση. Στην περίπτωση αυτή, τα δικαστήρια μπορούν να επιδικάζουν αποζημίωση μόνο για ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με την παράνομη παράλειψη, δεν έχουν, όμως, εξουσία να επιδικάσουν αποζημίωση για ζημία η οποία προϋποθέτει ευνοϊκή για τον ενάγοντα πράξη, την οποία όφειλαν κατά νόμον να εκδώσουν τα αρμόδια διοικητικά όργανα (ΣτΕ 2803/06 ΝοΒ 55,737, ΔιΔικ 19,1135).

-Δεν είναι επιτρεπτός, κατά το Σύνταγμα, ο έλεγχος ούτε ευθέως ούτε παρεμπιπτόντως από το ΣτΕ και τα διοικητικά δικαστήρια των αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων των τακτικών ποινικών δικαστηρίων. Η αξίωση αποζημίωσης των αδίκως καταδικασθέντων ή στερηθέντων την ελευθερία τους, συνδεόμενη άρρηκτα με τη διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, ρυθμίζεται ειδικά από τις διατάξεις των άρθρων 533-545 ΚΠοινΔ. Ως εκ τούτου η αξίωση αυτή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί κατά τις περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝαΚ. Συνεπώς, οι σχετικές διαφορές δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας και δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία των τδδ (ΣτΕ 2574/06 ΕΔΚΑ ΜΗ’,843, ΔιΔικ 19,1126). Βλέπε όμως και 1501/14 Ολομ για πρόδηλη παρανομία δικαστών.

– ΠΡΟΣΟΧΗ στις φορολογικές διαφορές που καταλογίζουν φόρο ή εν γένει αφορούν την καταβολή ποσού από φορολογική αιτία  και Διοικητικές συμβάσεις όπου ασκείται προσφυγή.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΠΙ ΑΓΩΓΗΣ (80).

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 4741/2014, η Ολομέλεια εφάρμοσε αναλογικά τις διατάξεις του Ν. 4274/2014 που τροπ το α.50 παρ.3 του πδ 18/89 – που επιτρέπουν στον ακυρωτικό δικαστή να περιορίζει την αναδρομικότητα της ακύρωσης των παρανόμων διοικητικών πράξεων – στις αγωγές αποζημίωσης και στις διαφορές ουσίας, μέσω άκρως διασταλτικής ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3900/2010 περί πιλοτικής δίκης. Έκρινε, ειδικότερα, ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων περί περικοπών των αποδοχών μελών του ΔΕΠ των ΑΕΙ –την οποία αναγνώρισε– για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων μελών του ΔEΠ που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, αποδοχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσίευσης της απόφασης.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΑΓΩΓΗΣ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΕΙΣΜΑ

-ΣτΕ 980/2002, 1139/13, 1501/14 συνταγματικό έρεισμα της αγωγής στο  άρθρο 4§5 Σ.

-ΣτΕ 2938/2001, Αντισυνταγματική η  νομοθετική εξαίρεση της ευθύνης του Δημοσίου.

ΑΕΔ 5/1995 το δημόσιο ευθύνεται από κάθε παράνομη ενέργεια της δράσης του κατά την άσκηση των καθηκόντων του ακόμη και από υλικές ενεργείς, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες συνάπτονται με την οργάνωση ή λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Εξαίρεση εάν πρόκειται για πράξεις οργάνων του που έγιναν όμως εκτός της άσκησης των καθηκόντων τους και οφείλονται σε προσωπικό τους πταίσμα ή ανάγονται στην ιδιωτική διαχείριση .

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Α) Θετικές προϋποθέσεις για την ευθύνη:

Α.1. ΠΑΡΑΝΟΜΗ πράξη, παράλειψη, υλική ενέργεια από  όργανα του δημοσίου κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας. Η παράνομη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να τελεί σε  εσωτερική συνάφεια με την άσκηση της δημόσιας εξουσίας. ΣτΕ 2559/07 (αστυνομικός εκτός υπηρεσίας δήλωσε ότι ήταν αστυνομικός  ενεπλάκη σε συμπλοκή και έκανε χρήση του υπηρεσιακού του όπλου και συνεπώς ήταν σε συνάφεια η πράξη με τα καθήκοντα του αστυνομικού, βλ. και ενεργητική νομιμοποίηση). Η εσωτερική συνάφεια δεν πρέπει να συγχέεται με τον αιτιώδη σύνδεσμο. Στην εσωτερική συνάφεια σκεπτόμεθα εάν θα μπορούσε να δράσει το όργανο κατά τον τρόπο που έδρασε εάν δεν ήταν στην υπηρεσία του δημοσίου.

Σύμφωνα με πάγια νομολογία που ερμηνεύει τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη πρέπει να είναι παράνομη [ΣτΕ 1024/2005, 1011/2008, 322, 1512,3089/2009, 167, 201/2014]. Κατά την νομολογία το παράνομο ερμηνεύεται διασταλτικά  και συντρέχει όχι μόνο σε περίπτωση παράβασης κανόνων δικαίου, αλλά και κανόνων της επιστήμης και της τέχνης. Συνεπώς ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, υπάρχει όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία και τους οικείους κανονισμούς, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παρανομία με την μορφή της παραβίασης του υπηρεσιακού καθήκοντος. Το υπηρεσιακό καθήκον, η παραβίαση του οποίου συνιστά την παρανομία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αναζητείται από τη νομολογία μόνο σε συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου. Συνάγεται με διαπλαστικό, πολλές φορές τρόπο, από διάφορες χαλαρές, γενικής φύσεως, οργανωτικές διατάξεις, από γενικούς κανονισμούς, εγκυκλίους, άτυπες οδηγίες ή αόριστους δεοντολογικούς κανόνες που μερικές φορές επινοούνται σχεδόν από το δικαστήριο. Άλλοτε, πάλι, το διάχυτο αυτό υπηρεσιακό δέον αναζητείται, απλώς, στη φύση και αποστολή της συγκεκριμένης υπηρεσίας σύμφωνα με «τα διδάγματα της κοινής πείρας» και «την καλή πίστη» (ΣτΕ 3474776/19973632/2001,  1221/20022727/20032146/20042579/20062796/20061019/2008, 1183/2013). 

Γίνεται δεκτό ότι υπάρχει παρανομία εκ του ότι π.χ.: δεν τηρείται το ιδιαίτερο καθήκον του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς για ασφαλή διακίνηση και φύλαξη των εμπορευμάτων , δεν επιδεικνύεται η επιβαλλομένη ιδιαίτερη μέριμνα των στρατιωτικών υπηρεσιών να προβούν στις δέουσες ενέργειες για εκκαθάριση των δημόσιων χώρων και των στρατιωτικών εγκαταστάσεων  ή για την έγκαιρη διάγνωση της ασθένειας στρατιώτη, δεν τηρείται η υποχρέωση των δημοσίων και δημοτικών υπηρεσιών να συντηρούν, εις τρόπον ώστε να είναι ασφαλή για τους διερχομένους και το κοινό, δένδρα, οδοστρώματα, κοίτη ποταμών, φωτεινούς σηματοδότες, επίγειους και υποθαλάσσιους αγωγούς κ.λπ.  , δεν τηρούνται με σχολαστικότητα, τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας κατά τη διεξαγωγή εργασιών υφαλοχρωματισμού σε στεγανά διαμερίσματα πολεμικού πλοίου  κ.ο.κ. Γίνεται, επίσης, δεκτόν ότι υπάρχει παρανομία εκ της στερήσεως, αναδρομικώς από τον δέοντα χρόνο, αποδοχών, συντάξεων και πάσης φύσεως χρηματικών παροχών . Εκ του ότι δεν εκπληρώνεται το γενικό καθήκον και η αποστολή που έχει, κατά τα κοινώς γνωστά, η αστυνομία «να διασφαλίζει την απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών και την προστασία των ατομικών ελευθεριών και της ιδιοκτησίας»  ή όταν η υπηρεσία και τα όργανα του νοσοκομείου αμελούν να εκπληρώσουν τις ιδιαίτερες υποχρεώσεις και δεξιότητες που, κατά την κοινή πείρα, απορρέουν από τη φύση των καθηκόντων των, από τον Κώδικα Ασκήσεως του Ιατρικού Επαγγέλματος και τις «θεμελιώδεις αρχές της επιστήμης». Σε ορισμένες, μεμονωμένες, περιπτώσεις η παρανομία δεν αναζητείται καν στην παραβίαση του υπηρεσιακού καθήκοντος αλλά αυτό τούτο το γεγονός και μόνο ότι εκ της συγκεκριμένης δραστηριότητος της δημόσιας υπηρεσίας προέρχεται βλάβη υγείας ή φθορά ξένης ιδιοκτησίας, αρκεί για να χαρακτηρισθεί η δραστηριότητα αυτή της δημόσιας υπηρεσίας παράνομη 

Πράξεις οργάνων του Δημοσίου γενεσιουργοί ευθύνης είναι, βεβαίως, κατά πρώτον λόγο, οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι τυπικές, δηλαδή, νομικές πράξεις ή παραλείψεις  που εκδίδονται από συγκεκριμένα όργανα του Δημοσίου και αντίκεινται ευθέως στην κειμένη νομοθεσία. Όχι, όμως, μόνον αυτές: Ευθύνη γεννάται και από κάθε άλλου είδους πράξεις, παραλείψεις, ενέργειες και από την εν γένει συμπεριφορά των οργάνων της δημόσιας υπηρεσίας. Το Δημόσιο ευθύνεται για πράξεις θετικές και αρνητικές, ατομικές και κανονιστικές, για πράξεις εκτελεστές και μη εκτελεστές, για πράξεις απλώς διαπιστωτικές  , για απλές γνωμοδοτήσεις, προπαρασκευαστικές πράξεις  , για εγκυκλίους και οδηγίες κ.λπ. αρκεί, βεβαίως, από τις συγκεκριμένες αυτές πράξεις να προκαλείται ζημία.

Η ευθύνη του Δημοσίου δεν προϋποθέτει οριστικότητα της πράξεως από την οποία προέρχεται η ζημία. Υπάρχουν πράξεις που είναι μεν πλημμελείς, δεν είναι, όμως, τελειωτικές διότι υπόκεινται σε διοικητικές προσφυγές ή ενστάσεις και υπάρχει δυνατότητα να διορθωθούν ή και διορθώνονται τελικώς διά της διοικητικής ή δικαστικής οδού. Και από τις πράξεις αυτές, παρά την προσωρινότητα τους, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου στο μέτρο, βεβαίως, που προκαλείται από αυτές ζημία .

Η ευθύνη του Δημοσίου κατά τους όρους του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, δεν προϋποθέτει πράξη ή παράλειψη που υπόκειται, ως προς το κύρος της, σε ευθύ ακυρωτικό δικαστικό έλεγχο. Το Δημόσιο ευθύνεται, κατ’ αρχήν, και για πράξεις ή παραλείψεις που είναι ακυρωτικώς ανέλεγκτες, όπως είναι π.χ. οι λεγόμενες πράξεις κυβερνητικού χαρακτήρος, τα διατάγματα κατανομής βουλευτικών εδρών  και οι πράξεις οργάνων της Βουλής ή της δικαστικής λειτουργίας. Και τούτο, διότι στο νομικό μας σύστημα, η αποζημιωτική αξίωση είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής σε σχέση με την ακυρωτική ή οποιαδήποτε άλλη αξίωση δημοσίου δικαίου  . Ο δικαστής της αποζημιώσεως δεν εμποδίζεται να ελέγξει αυτοτελώς, παραμπιπτόντως, το κύρος μιας ζημιογόνου πράξεως για την οποία δεν προβλέπεται ευθύς ακυρωτικός δικαστικός έλεγχος . Κατά την ειδική γνώμη ως obiterdictum, ελλείψει αποζημιωτικών αιτημάτων που διατύπωσαν μέλη του Δικαστηρίου στις αποφάσεις ΣτΕ Ολ 3669/3006 και ΣτΕ Ολ 22/2007, ο αιτών που βάλλει κατά κυβερνητικής πράξης, όπως η εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης άρνηση άδειας αναγκαστικής εκτέλεσης κατά αλλοδαπού Δημοσίου, δεν στερείται του δικαιώματος δικαστικής προστασίας που προβλέπεται και κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος καθιερώνει την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών και, συνεπώς, επιτάσσει την αποκατάσταση της ζημίας, πλέον της συνήθους, που οποιοσδήποτε υφίσταται χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό εκάστοτε προσδιορίζεται από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας.

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΥΠΑΙΤΙΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ:  Συνηθίζεται να γράφεται ότι η ευθύνη του δημοσίου κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ είναι αντικειμενική , δηλαδή υφίσταται εφόσον συντρέξουν αντικειμενικά οι θετικές και αρνητική προϋπόθεση που θέτει το ως άνω άρθρο , ανεξαρτήτως  της προθέσεως του δημοσίου οργάνου και των λόγων που προέβη στην παραβίαση των σχετικών κανόνων δικαίου.  Συνεπώς είναι αδιάφορο εάν το δημόσιο προβάλλει με αμυντικό ισχυρισμό στην έκθεση απόψεων του ότι δεν ενήργησε διότι δεν είχε τις σχετικές πιστώσεις να προσλάβει προσωπικό ή διότι δεν πίστευε ότι δεν θα επήρχετο το ζημιογόνο αποτέλεσμα.  Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το τυχόν πταίσμα του οργάνου που προξένησε την ζημία είναι αδιάφορο και δεν εξετάζεται ιδίως : α) όταν προβάλλεται από το δημόσιο η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος, β) όταν εξετάζεται το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης γ) όταν εξετάζεται η παρανομία αφού το υπαίτιο ενυπάρχει πάντα με το παράνομο. Το στοιχείο της υπαιτιότητος ενυπάρχει, αναγκαίως, στη νοηματική συγκρότηση της παρανομίας. Προσδιορίζει την έννοια της παρανομίας αλλά δεν ταυτίζεται με αυτήν υπο την έννοια ότι μπορεί μια συμπεριφορά να είναι παράνομη αλλά όχι υπαίτια (γνήσια αντικειμενική ευθύνη).

ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Ατομικές διοικητικές πράξεις:

-Ευθύνη από παράνομες ατομικές συστατικές δ.π.:

-περίπτωση καταβολής μειωμένου εφάπαξ,2952/2004  3755/2003

-Από παράνομη συνταξιοδότηση Φ.Κ.Α , ανάκληση ΣτΕ 2770/00

-1670/2004 ΣτΕ Καταβολή μειωμένης αποζημίωσης.

-2774/05 παράνομη απόσπαση στην αλλοδαπή.

-Αστική ευθύνη, δεν ασκεί επιρροή ο χαρακτήρας της πράξη ως διαπιστωτικής πράξης ( ΣτΕ 993/1998 7μ).

– λύση υπαλληλικής σχέσης 2277/03,

-χορήγηση φαρμακοεπιδόματος,

-κατάταξη στα μισθολογικά κλιμάκια.

-Απόρριψη αιτήματος χορήγησης εννεάμηνης άδειας ανατροφής τέκνου σε δικαστικό λειτουργό (ΣτΕ 1380/14,845/13 7μ).

-Τοποθέτηση φώτων αεροπλοΐας, σημάτων της τροχαίας κλπ σε ακίνητο ιδιώτη δεν συνιστά αναγκαστική απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου αλλά θεμιτό περιορισμό, πλην όμως παράνομα τελείται εάν δεν έχει προηγηθεί σχετική υπουργική απόφαση (ΔΠρΘεσκης 946/11).

Ευθύνη από ανάκληση : Το πρόβλημα υπάρχει όταν ανακαλείται νόμιμα παράνομη μεν αλλά επωφελής για το διοικούμενο πράξη. Εδώ την ζημία την προκαλεί η νόμιμη ανακλητική πράξη πλην όμως η παρανομία εστιάζεται στην επωφελή αλλά παράνομη πράξη που ανακλήθηκε.  Εδώ παραβιάζεται προσέτι εκ του αποτελέσματος η αρχή της προστατευμένης εμπιστοσύνης. Θα πρέπει να προσεχθεί ότι ο ενάγων καταρχήν ζητά ως αποζημίωση το αρνητικό διαφέρον , δηλαδή κάθε θετική και αποθετική ζημία από την διάψευση της εμπιστοσύνης του προς τις αρχές επειδή πίστευε ότι ενεργούν νόμιμα. Αντίθετα καταρχήν δεν μπορεί αν ζητήσει θετικό διαφέρον δηλαδή ζημίες  κυρίως με την μορφής διαφυγόντων κερδών από την δράση του βάσει της παρανόμου πράξεως , αφού αυτή δεν επιτρέπετο να εκδοθεί. Στο σημείο υπο η νομολογία όμως κάνει την διάκριση. Εάν η πράξη μπορούσε να εκδοθεί λόγω της φύσεως της πλημμέλειας  πχ εκδόθηκε παράνομα άδεια οικοδομής σε απόσταση 24 μέτρων από οδό που η διοίκηση θεώρησε επαρχιακή ενώ αυτή ήταν εθνική. Στη συνέχεια ανακαλείται η οικοδομική άδεια. Όμως εδώ εάν η διοίκηση ήταν επιμελής θα μπορούσε να εκδώσει την οικοδομική άδεια σε απόσταση 40 μέτρων από την επαρχιακή οδό , διότι έχει περιθώρια το οικόπεδο του ενάγοντα και άρα από η φύση της παρανομίας ήταν ευκολά διορθώσιμη, δηλαδή θα μπορούσε τελικά να εκδοθεί νόμιμη άδεια. Συνεπώς εδώ ο ενάγων μπορεί να ζητήσει διαφυγόντα εισοδήματα από την  μη λειτουργία της οικοδομής που επρόκειτο να ανεγερθεί  (ΣτΕ 3320/2012).

– H απόφαση ΣτΕ 7/2016 επαναλαμβάνει, συστηματοποιεί και διευκρινίζει περαιτέρω τις βασικές πτυχές της θεματικής σχετικά τόσο με την αστική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ από παράνομες πράξεις όσο και με το αντικείμενο της αγωγής αποζημίωσης. Κατ’αρχάς, υπενθυμίζει τις προϋποθέσεις θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του Δημοσίου και των νπδδ, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, ενώ αναλύει την έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ πράξης και ζημίας. Στη συνέχεια, εξειδικεύει το περιεχόμενο της αποζημίωσης, διευκρινίζοντας ότι όταν ο λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή νπδδ είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων έκδοσής της (όπως παράνομη οικοδομική άδεια), στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς ανυπαιτίως πίστεψε, η ευθύνη του Δημοσίου ή του νπδδ προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης), το οποίο περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στη θέση, στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νόμιμης πράξης (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε εξ άλλης αιτίας, αν αυτός δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη και, επομένως, στην εν λόγω περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου δεν νοείται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη (ΣτΕ 866/2011 7μ). Εν προκειμένω, η ευθύνη είναι ανάλογη προς την κατά τον Αστικό Κώδικα ευθύνη επί αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ.), την προσυμβατική ευθύνη (άρθρα 197 επ.) και την ευθύνη λόγω διάψευσης εμπιστοσύνης στο ότι καταρτίσθηκε έγκυρη δικαιοπραξία (άρθρα 132, 145, 153, 171 παρ. 2, 225, 231 παρ. 2, 234 κτλ).

-Από ΠΝΟΕ: Κρίσιμο στοιχείο της αγωγής . Πρέπει να γράφει ο ενάγων ότι η αρχή γνώριζε μετά από αίτημα τον κίνδυνο και παρέλειψε τα νόμιμα.

– Παράλειψη διορισμού σε δημόσια θέση 3629/01, 680/05 ,παράλειψη της ΔΕΗ να χορηγήσει σύνταξη, 1185/2013, παράλειψη έκδοσης πράξης για την έναρξη λειτουργίας καζίνο που είχαν δοθεί οι άδειες λειτουργίας.

-Πρέπει ο ενδιαφερόμενος να υποβάλλει αίτημα στις αρχές. Δεν υπάρχει ευθύνη από παράλειψη μεταφοράς οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη λόγω έλλειψης αιτήματος (ΣτΕ 339/12).

-Παράνομη παράλειψη της πολεοδομίας προς έγκαιρη ενημέρωση φακέλου οικοδομικής άδειας με παραβάσεις μικρής εκτάσεως που διορθώνοντο . Συνολικός χρόνιο ενημέρωσης μετά 1 χρόνο (ΣτΕ 3190/01).

-Παράλειψη διακετακομιδής κρατουμένου σε κρατητήριο στο νοσοκομείο παρά το ότι η αστυνομία γνώριζε το πρόβλημα υγείας του (ΔΕΦΑΘ 2153/04).

-Παράλειψη αστυνομίας να λάβει τα κατάλληλα μέτρα με αποτέλεσμα καύση περιουσιών υπο διαδηλωτών και λοιπών βανδαλοαναρχικών στοιχείων. Εδώ πρέπει να προσεχθεί ότι η ΕΛΑΣ έχει διακριτική ευχέρεια να λάβει τα κατάλληλα μέτρα πλην όμως τα άκρα όρια της ελέγχονται με βάση τα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας και ιδίως εκ του αποτελέσματος αλλά και με βάση τις πληροφορίες που είχε η αστυνομία για τον όγκο των διαδηλωτών , την προαναγγελία ή το τυχόν αυθόρμητο αυτής κλπ. (ΣτΕ 4283/14, 1677/08, 952/10). ¨Έτσι ασυνήθεις περιπτώσεις μη προβλεπόμενες αποτελούν γεγονός ανωτέρας βίας, όχι όμως και οι σταδιακά κλιμακούμενες βάνδαλες ενέργειες (ΣτΕ 952/10).

-Παράλειψη Δήμου να ελέγξει και αποτρέψει ανειδίκευτο συνεργείο υπαλλήλων να προκαλέσει πυρκαγιά κατά την διάρκεια οδικών εργασιών και παράλειψη εν συνεχεία ενημερώσεως των κατοίκων και λήψεως μέτρων  και συντονισμένων ενεργειών για την κατάσβεση της με αποτέλεσμα να καεί ομάδα εθελοντών που αυτοβούλως προσέτρεξε σε βοήθεια. Το αυτόβουλο δεν διασπά τον αιτιώδη σύνδεσμο διότι η συμπεριφορά αυτή είναι αναμενόμενη από κάθε υγιώς σκεπτόμενο κοινωνό, επιδοκιμάστε από την έννομη τάξη , δεν μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος του ορθώς πράξαντος που δεν έχει την ορθή πληροφόρηση ή δεν αποτρέπεται από τον Δημοτική αρχή λόγω του κινδύνου αλλά στην ουσία παρωθείται από αυτήν έμμεσα (ΣτΕ 3839/12).

-Θάνατος κρατουμένου σε ψυχιατρείο από άλλο κρατούμενο 9ΣτΕ 2271/2013).

-Θάνατος ανηλίκου κατά την διάρκεια προπόνησης σε κρατικό κολυμβητήριο. Πρέπει να υπάρχει συνεχώς επόπτης ασφάλειας (ΣτΕ 3595/12).

-Ευθύνη του Δήμου από ανήλικη που κρεμάστηκε σε σιδερένια πόρτα 100 κιλών σε παιδική χαρά με αποτέλεσμα να καταρρεύσει και την πλακώσει. Η παρουσία της γιαγιάς δεν ασκεί επιρροή διότι ο Δήμος πρέπει να φροντίζει και τους συνοδούς (ΣτΕ 1398/13).

-Θανατηφόρο δυστύχημα λόγω πλημμελούς συντήρησης πυροσβεστικού (ΣτΕ 4133/11).

-Αστική ευθύνη του ΙΚΑ διότι έχασε παραστατικά (αντίγραφα παραπεμπτικών) με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η καταβολή αμοιβής σε αντισυμβαλλόμενη εταιρία (ΣτΕ 3590/000).

– ΡΙΚΟΜΕΞ. Η πολεοδομικές υπηρεσίες διαπιστώνουν την πληρότητα της στατικής μελέτης και όχι την ακρίβεια των υπολογισμών. Τυχόν παραλείψεις  των πολεοδομικών αρχών ως προς την στατική επάρκεια αποτελούν πρόσφορη αιτία για την πρόκληση της κατάρρευσης του κτιρίου από σεισμό (ΣτΕ 2506/14, 1397/14 7μ, 2780/10 7μ).  Βλ. και κατάρρευση πολυκατοικίας ( ΣτΕ1299/14).

-Παράλειψη Δήμου να απομακρύνει παράνομα τοποθετημένη διαφημιστική πινακίδα δίπλα σε δρόμο με αποτέλεσμα να συγκρουστεί όχημα ή σε άλλη περίπτωση να συγκρουστεί όχι στην πινακίδα αλλά εξαιτίας της να χάσει την προσοχή του ο οδηγός (ΣτΕ Ολομ. 169/10).

-Παράλειψη Στρατού να λάβει καταλληλά προφυλακτικά μέτρα για εργαλειομηχανικό που εκτελούσε οικοδομικές εργασίες (ΣτΕ 1915/07).

-Παράλειψη χορήγησης προστατευτικών σε μεταπτυχιακό φοιτητή με αποτέλεσμα να χάσει την όραση του κατά την εκτέλεση πειράματος (ΔΠΑθ 4580/14).

-Παράλειψη κρατικού νοσοκομείο να αποκαταστήσει τεχνικά σημεία χειρουργικού θαλάμου με αποτέλεσμα να υποστεί εγκαύματα χειρουργούμενος. Το κοινωφελές έργο και η περιουσιακή κατάσταση του ΝΠΔΔ δεν συνιστούν μειωτικά στοιχεία της χρηματικής ικανοποίησης(ΣτΕ 939/14).

– Παράνομη Παράλειψη θεώρησης βιβλίων και στοιχείων από την Δ.Ο.Υ μισθωτή λόγω δήθεν απαγορευμένης χρήσεως του μίσθιου με αποτέλεσμα να μην συναφθεί η μίσθωση. συνιστά πραγματικό ελάττωμα του μίσθιου και ζημιώνεται όχι μόνο ο μισθωτής αλλά  ο εκμισθωτής διότι χάνει μισθώματα (ΣτΕ 3132/13).

– Από ΠΝΟΕ για έκδοση, παράλειψη διορισμού σε δημόσια θέση 3629/01, 680/05 παράλειψη της ΔΕΗ να χορηγήσει σύνταξη, 1185/2013 παράλειψη έκδοσης πράξης για την έναρξη λειτουργίας καζίνο που είχαν δοθεί οι άδειες λειτουργίας.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι επι ΠΝΟΕ υλικής ενέργειες δεν μπορεί  να ασκηθεί αίτηση ακύρωσης και ο μόνος τρόπος δικαστικής προστασίας είναι η άσκηση  αγωγής  580/06, άλλη περίπτωση 899/2012.

ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΣΗΣ :

Προσοχή θα πρέπει οι συνέπειες να επέρχονται από την παράνομη νομοθέτηση και να μην χρειάζεται πράξη της διοίκησης που να εφαρμόζει το Νόμο (ΣτΕ 3410/14 7μ).

-Από παράνομες κ.δπ. : Ενόψει της αρχής της νομιμότητας ως παρανομίας νοείται: α) …, β) ουσιαστική παρανομία, που εντοπίζεται στο περιεχόμενο της ρύθμισης που θεσπίζεται με την πράξη, μπορεί να αφορά είτε την ίδια την νομοθετική εξουσιοδοτική διάταξη (πλήρη ανυπαρξία της κδπ ή δεν είναι έγκυρη η κδπ, με αποτέλεσμα να μην έχει έρεισμα η αδπ) είτε την ίδια την πράξη. Όταν παρέχει εξουσία, θα ρυθμιστεί αυτή η σχέση μέχρι την έκδοση 28 παρ. 4 του Συντάγματος, 43 παρ. 2 του Συντάγματος ειδική και ορισμένη, ή να ρυθμίζει σαφώς την εξουσιοδοτική διάταξη. Εάν μια ρύθμιση λέει δεν θα μπορεί το κέρδος δεν θα μπορεί να είναι πάνω από το κόστος.

Προβλήματα στην ίδια την κδπ: Υπερβαίνει τη νομοθετική εξουσιοδότηση και παραβιάζει το περιεχόμενο του εξουσιοδοτικού νόμου. 1686/2002, αγορανομικός κώδικας που δεν ορίζει σαφώς τις προϋποθέσεις, αλλά μπορεί να ερμηνευτεί κατά το Σύνταγμα. Παράλειψη άσκησης κανονιστικής αρμοδιότητας (μπορεί να καθιστά ανενεργό το δικαίωμα και να ματαιώνεται η άσκησή του). Κάθε φορά ο νόμος ρυθμίζει το δικαίωμα, αλλά πρέπει να εκδοθεί μια κδπ για να καταστεί ενεργό. Επιβάλλεται εφόσον συντρέχουν οι νομοθετικές προϋποθέσεις ή τάσσεται ορισμένη προθεσμία για την (ενδεικτική ή αποκλειστική, όταν συναρτάται με την άσκηση δικαιώματος). ΣτΕ 211/2006 (Ν. 1158 καθιέρωνε δικαίωμα να ιδρύουν επαγγελματικές σχολές και όριζε ότι θα βγει  π.δ. για να ρυθμίσει τη διαδικασία και μετά από πολλά χρόνια δεν έβγαινε, με αποτέλεσμα να ματαιώνεται η άσκηση του δικαιώματος, σε άλλη περίπτωση ΣτΕ 2544/2013 αφορά τα επαγγελματικά δικαιώματα, άρθρο 16 και 1404/83, το π.δ. έχει ουσιαστικά θέσει κανονιστικού νόμου που δεν εκδιδότανε εν προκειμένω.

Όταν ο Νόμος τάσσει προθεσμία, τότε θα πρέπει να εκδωθεί ΚΥΑ και οι υπάλληλοι θα πάρουν ένα επίδομα ευθύνης των υπαλλήλων( ΣτΕ 900/2001, εδώ δεν μπορούσαν να το κάνουν επειδή ο Νόμος έλεγε ότι θα πάρουν το επίδομα αλλοδαπής, παραλείφθηκε η έκδοση αυτής της ΚΥΑ και ασκήθηκαν αγωγές. Πώς όμως θα προσδιοριστεί το ύψος; Εδώ, χρησιμοποιήθηκε το ύψος του επιδόματος για μια κατηγορία που έπαιρνε το επίδομα αυτό.

Περιπτώσεις παράλειψης νομοθέτησης  που δεν υπάρχει ΠΝΟΕ:

Υπόθεση λίμνης Κάρλα (ΣτΕ 898/14,4072/12).

-Η παράλειψη νουθέτησης αποκατάστασης  αποθετικής ζημίας δικαιούχων θερμικών λεωφορείων (ΣτΕ 754/11).

-Παράλειψη αναπροσαρμογής ύψους επικουρικής σύνταξης με κανονιστική πράξη 3901/13 ΣτΕ Δεν έχουμε ΠΝΟΕ¸ ο Υπουργός δεν υποχρεούται να αναπροσαρμόσει την επικουρική σύνταξη σε σχέση με την αναλογιστική μελέτη που εκπονήθηκε αλλά μπορεί να την λάβει υπόψη του κατά διακριτική ευχέρεια.

ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΑ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΑ. Δεν αποκλείεται ευθύνη του δημοσίου εάν εμπλέκονται υπηρεσίες του ιδίως η ΥΠΑ (ΣτΕ 4740/14). Παραλείψεις μπορεί αν είναι η πλημμελής μη ενδεδειγμένη  βοήθεια επαναπροσαντολισμού του αεροσκάφους, ο προσδιορισμός ακριβούς θέσης κλπ. (ΔΕΘΘΕΣκης 145/13). Πτώση ελικοπτέρου ΕΚΑΒ (ΣτΕ 1184/13).

-ΦΥΣΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ:  δεν συνιστούν ανωτέρα βία εάν υπήρξε έλλειψη προγραμματισμού και πλημμελής ενέργειες . Υπερχείλιση Κηφισού (ΔΕΑΘ 2424/14).

-ΔΙΟΙΚΗΤΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ -ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ:

Ο Ζημιωθείς μπορεί να αξιώσει αποζημίωση είτε κατά τα άρθρα 197 και 198 Ακ αναλόγως εφαρμοζόμενα  και άρα μόνο το αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον, μπορεί όμως να επιλέξει και το 105 ΕισΝΑΚ  (ΣτΕ 3040/1482/14).

-ΣΤΡΑΤΟΣ: πρέπει να υπάρξει αναφορά του στρατιώτη για το πρόβλημα υγείας και παράλειψη καταλλήλου αγωγής από τον ιατρό μονάδας. Απο το άρθρο 21§3 Σ δεν προκύπτει υποχρέωση του κράτους να τοποθετεί σε κάθε στρατιωτική μονάδα ειδικευμένους ιατρούς (ΣτΕ 2163/2013). Μη άμεση μεταφορά σε νοσοκομείο (ΣτΕ 1190/2014). Η περιουσιακή κατάσταση του κράτους δεν συνεκτιμάται ως μειωτικός ή αυξητικός παράγοντας του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (ΣτΕ 4988/12).

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: Δικαστική προστασίας θιγόμενου από Ζώνη οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ). Εδώ στην ουσία δεν υπάρχει παράνομη πράξη. Ο θιγόμενος ιδιοκτήτης μέχρι να εκδοθεί ειδικός νόμος αποζημιώσεως του από τη στέρηση της πλήρους χρήσεως της ιδιοκτησίας του έχει ευθεία αγωγή  χωρίς υποβολή σχετικής αίτησης στο Δημόσιο  (ΣτΕ 4283/13).

Ειδικά για την ευθύνη από νόμιμες πράξεις η Ολομέλεια στην 1501/14 απόφασή της  θέτει ως προϋπόθεση θεμελίωσης της ευθύνης από νόμιμες πράξεις την ιδιαίτερη και σπουδαία βλάβη «σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, συμφωνα με την οικεία νομοθεσία». Πρόκειται για την πάγια ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος που συνδέεται με τη θυσία των ελαχίστων και την υπέρβαση του εύλογου και ανεκτού ορίου αλληλεγγύης στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος. Τα κριτήρια της ιδιαίτερης και σπουδαίας βλάβης δεν εξειδικεύονται περαιτέρω, δεδομένου ότι η αναγνώριση της ευθύνης για νόμιμες ζημιογόνες πράξεις δεν συνδέεται, στη σχολιαζόμενη απόφαση, με την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς. Επιβάλλεται, πάντως, να τονισθεί ότι η απόφαση υιοθετεί πιο προοδευτική λύση από την πάγια νομολογία του ΔΕΚ σχετικά με την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας. Πράγματι, όπως επισημαίνεται με την απόφαση Fiamm [ ΔΕΚ της 9.9.2008, C-120/06, Fiamm, Συλλογή 2008, σ. Ι-6513, σκέψεις 108-110], η κοινοτική νομολογία καθιέρωσε, βάσει του άρθρου 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (νυν άρθρο 340 ΣΛΕΕ), την ύπαρξη του καθεστώτος εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας «λόγω παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της» και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του καθεστώτος αυτού. Αντίθετα, δεν προέβη στην αναγνώριση τέτοιου καθεστώτος σε περίπτωση που δεν υφίσταται παράνομη συμπεριφορά. Το Δικαστήριο περιορίσθηκε να διευκρινίσει ορισμένες από τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες μια τέτοια ευθύνη «θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί σε περίπτωση αποδοχής, στο κοινοτικό δίκαιο, της αρχής της ευθύνης της Κοινότητας εκ νομίμου πράξεως» [Στη σκέψη 18 της απόφασης της 15ης Ιουνίου 2000, C‑237/98 P, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑4549). Bλ. επίσης, με ανάλογη διατύπωση, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, 59/83, Biovilac κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1984, σ. 4057, σκέψη 28)]. Εάν λοιπόν γίνει αποδεκτό, επί της αρχής, ότι υφίσταται μια τέτοια ευθύνη –πράγμα που όμως δεν φαίνεται να έχει συμβεί ακόμη– η γένεση της ευθύνης αυτής θα απαιτούσε, τουλάχιστον, να πληρούνται τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις, που συνίστανται στο υποστατό της ζημίας, στην ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας αυτής και της οικείας πράξης, καθώς και στον ασυνήθη και ειδικό χαρακτήρα της ζημίας.

 Ενδιαφέρουσα είναι η ερμηνεία της «ασυνήθους και ειδικής ζημίας» –έννοιας παρεμφερούς προς αυτή της «ιδιαίτερης και σπουδαίας βλάβης»– στην οποία προέβη ο γενικός εισαγγελέας PoiaresMaduro, o οποίος πρότεινε τη διαμόρφωση καθεστώτος ευθύνης της Κοινότητας άνευ πταίσματος (“sansfaute”), διατυπώνοντας, στις προτάσεις του επί της υπόθεσης Fiamm, και τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησής της. Ο γενικός εισαγγελέας παρακίνησε το Δικαστήριο να κάνει ένα περαιτέρω βήμα, καθιερώνοντας την αρχή της άνευ πταίσματος ευθύνης της Κοινότητας και τη μετάβαση της σχετικής νομολογίας από το στάδιο του ενδεχομένου στο στάδιο της βεβαιότητας, από τη φάση των δισταγμών στη φάση των αποφάσεων. Οι σκέψεις του θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για την ελληνική νομολογία, η οποία φαίνεται ότι υιοθετεί την προσέγγισή του επί της αρχής. Κατά τον γενικό εισαγγελέα, η καθιέρωση της αρχής της άνευ πταίσματος ευθύνης της Κοινότητας, υπό την έννοια της έλλειψης παρανομίας της ζημιογόνου πράξης, θα μπορούσε να στηριχθεί στην αρχή της ισότητας των πολιτών ενώπιον των δημοσίων βαρών επί της οποίας το γαλλικό διοικητικό δίκαιο θεμελίωσε την ευθύνη από τη νομοθετική δράση. Ειδικότερα, επειδή κάθε δημόσια δραστηριότητα θεωρείται ότι ωφελεί το κοινωνικό σύνολο, είναι φυσικό οι πολίτες να φέρουν άνευ ανταλλάγματος τα βάρη που απορρέουν από αυτή. Εάν όμως, προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, οι δημόσιες αρχές προξενούν ιδιαιτέρως σοβαρή ζημία σε ορισμένα άτομα που την υφίστανται μόνα, προκαλείται ένα βάρος το οποίο αυτοί δεν είναι, κατ’ αρχήν, υποχρεωμένοι να φέρουν και για το οποίο πρέπει να αποζημιώνονται. Η αποζημίωση αυτή, η οποία βαρύνει το κοινωνικό σύνολο μέσω του φόρου, αποκαθιστά τη διαταραχθείσα ισότητα. Η ιδέα αυτή δεν απέχει πολύ από τη «Sonderopfertheorie» (θεωρία περί ιδιαίτερης θυσίας) του γερμανικού δικαίου, κατά την οποία τα άτομα τα οποία, λόγω νόμιμης επέμβασης των δημοσίων αρχών, υφίστανται «ειδική θυσία», δηλαδή ζημία που ισοδυναμεί με απαλλοτρίωση, δηλαδή στέρηση της ιδιοκτησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η αρχή της άνευ πταίσματος ευθύνης μπορεί να στηριχθεί ταυτόχρονα στη διατάραξη της ισότητας των πολιτών ενώπιον των δημοσίων βαρών και στην προστασία του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Επομένως οι μόνες ζημίες για τις οποίες η άνευ πταίσματος ευθύνη συνεπάγεται αποζημίωση είναι αυτές που έχουν ταυτόχρονα ασυνήθη και ειδικό χαρακτήρα [σημεία 62, 63 και 74 των προτάσεων στην υπόθεση Fiamm]. Ειδικότερα, όπως ακριβώς απολαύουν των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την οργάνωση της κοινωνικής ζωής και την επέμβαση των δημοσίων αρχών προς τον σκοπό αυτόν, όλοι οι ιδιώτες οφείλουν να φέρουν, άνευ ανταλλάγματος, και τα συνήθη μειονεκτήματα που απορρέουν από τις σχετικές ρυθμίσεις. Ακόμη και αν τα βάρη αυτά δεν πλήττουν ομοιόμορφα όλους τους πολίτες, δηλαδή είναι ασύμμετρα, δεν παρέχουν δικαίωμα αποζημίωσης και ο δικαστής δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει την τέλεια ισότητα. Δεν ισχύει το ίδιο όταν η δημόσια επέμβαση προξενεί ασυνήθη και ειδική ζημία. Η ασυνήθης ζημία είναι, κατ’ αρχάς, αυτή που υπερβαίνει τα όρια των οικονομικών κινδύνων που είναι σύμφυτοι με τις δραστηριότητες στον οικείο τομέα, δηλαδή που απορρέει από την πραγμάτωση κινδύνου τον οποίο το θύμα δεν μπορούσε ευλόγως να προβλέψει, κατά του οποίου δεν μπορούσε να ασφαλιστεί. Περαιτέρω, η ζημία πρέπει να είναι σοβαρή, για να μπορεί να προσομοιασθεί με απαλλοτρίωση, η οποία, για λόγους προστασίας του δικαιώματος ιδιοκτησίας, πρέπει να αποκατασταθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ζημία πρέπει να ισοδυναμεί με πλήρη και οριστική στέρηση της ιδιοκτησίας, αλλά να συνεπάγεται αρκούντως σοβαρή προσβολή των συστατικών στοιχείων του δικαιώματος της ιδιοκτησίας (usus, fructus και abusus [χρήση, κάρπωση, εκμετάλλευση]). Επιπλέον, για να δημιουργήσει δικαίωμα για αποζημίωση, η ασυνήθης κατά την ανωτέρω έννοια ζημία πρέπει να εμφανίζει και ειδικό χαρακτήρα, δηλαδή να αφορά μικρό αριθμό ιδιωτών ή, ακριβέστερα, να θίγει ειδική κατηγορία επιχειρηματιών κατά τρόπο δυσανάλογο σε σχέση με τους άλλους επιχειρηματίες. Πράγματι μόνο στην περίπτωση αυτή θίγεται η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών [σημείο 77 των προτάσεων στην υπόθεση Fiamm]. Με την ανωτέρω οριοθέτηση, οι προϋποθέσεις του ασυνήθους και του ειδικού χαρακτήρα της ζημίας είναι αρκούντως περιοριστικές, ώστε η δυνατότητα εφαρμογής της αρχής της ευθύνης από νόμιμες πράξεις δεν θίγει την πολιτική ελευθερία των θεσμικών οργάνων. Ο αριθμός εκείνων που μπορούν να προβάλουν ζημία που να πληροί τις προϋποθέσεις αυτές θα είναι πάντοτε πολύ περιορισμένος, οπότε το βάρος που μπορεί να συνεπάγεται για τον προϋπολογισμό της Ένωσης ενδεχόμενη αποζημίωση δεν μπορεί να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα όσον αφορά τη συμπεριφορά των πολιτικών κοινοτικών οργάνων.Τέλος, για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης της Ένωσης δεν χρειάζεται να απαιτηθεί και η συνδρομή της πρόσθετης προϋπόθεσης ότι η πράξη ή η συμπεριφορά που προξένησε τη ζημία δεν απέβλεπε στην εξυπηρέτηση γενικού οικονομικού συμφέροντος, υπό την έννοια ότι εάν η ζημιογόνος πράξη ή συμπεριφορά απέβλεπε στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και όχι στην ικανοποίηση συγκεκριμένων συμφερόντων, αποκλείεται αποκατάσταση της ζημίας. Πράγματι, η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών και η προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας επιτάσσουν οι επιχειρηματίες που υπέστησαν ασυνήθη και ειδική ζημία να λαμβάνουν αποζημίωση έστω και αν το μέτρο που προξένησε την εν λόγω ζημία ελήφθη προς εξυπηρέτηση γενικού οικονομικού συμφέροντος. Μολονότι, στην απόφαση της Ολομέλειας, το Συμβούλιο της Επικρατείας φαίνεται ότι εστιάζει στον ασυνήθη χαρακτήρα της βλάβης υπό την έννοια που του προσέδωσε ο γενικός εισαγγελέας στις προτάσεις του για την υπόθεση Fiamm, το στοιχείο της ειδικότητας εξυπακούεται, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, δεν θα επρόκειτο για θυσία ελαχίστων, οπότε δεν θα ετίθετο ζήτημα προσβολής της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών.

ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ: Πρέπει να μην υπάρχει ουσιαστικός  λόγος στην εμμονή της διοίκησης.

-συνεχείς αναπομπές της υποψήφιας μετά από ακύρωση του ΣτΕ και επαναλαμβανόμενες άνευ ουσιαστικής αιτιολογίας απολύσεις της (ο ωραίος λοχαγός) της Αεροπορίας (ΣτΕ 167/14).

-πενταετής καθυστέρηση νοσηλίων εξωτερικού (ΣτΕ 4990/12).

-πεζοδρόμηση οδού και τοποθέτηση κιγκλιδωμάτων , δεν επέφεραν ηθική βλάβη στην αιτούσα διότι οι συνθήκες διαβιώσεως της δεν επιδεινώθηκαν δεδομένου ότι προκάλεσε δυσκολία στην πρόσβαση της αλλά δεν την απέκλεισε (ΣτΕ 2175/12).

-Συγχρωτισμός  κρατουμένου με προσωπική κράτηση για χρέη στο δημόσιο με ποινικούς (ΣτΕ 1215/10).

-Παράλειψη ΙΚΑ να ενημερώσει Δικαστικές αρχές  για αδίκημα μη καταβολής εισφορών που είχαν καταβληθεί και παράνομη κατηγορία για υπεξαίρεσή (ΔΕΑθ 1570/12).

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΑΝΑΛΟΓΑ ΤΟ 105 ΕΙΣΝΑΚ.

1.ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ.

Στην κατηγορία των «arrêts de principe» έχει αναμφίβολα την προοπτική να ενταχθεί η απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014ΣτΕ  που συμπληρώνει το νομικό καθεστώς της αστικής ευθύνης του Δημοσίου. Η απόφαση θυμίζει την εμβληματική πλέον νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης (κυρίως του ΔΕΚ και τώρα πλέον του ΔΕΕ) για την καθιέρωση της ευθύνης των κρατών μελών, λόγω παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου ( Francovich  [ΔΕΚ της 19ηςΝοεμβρίου 1991, C-6/90 και 9/90, Francovich και Bonifaci, Συλλογή 1990, σ. Ι-5357], την ανάπτυξή της στις αποφάσεις Brasserie du Pêcheur [ΔΕΚ της 5ηςΜαρτίου 1996, C-46/93 και 48/93, Brasserie du Pêcheur, Συλλογή 1996, σ. Ι-1029], Hedley Lomas [ΔΕΚ της 23ης Μαΐου 1996, C-5/94, Ηedley Lomas, Συλλογή 1996, σ. Ι-2553] και Dillenkofer [ΔΕΚ της 8ης Οκτωβρίου 1996, C-178 και 179/94, Dillenkofer, Συλλογή 1996, σ. Ι-4845] και την εμβάθυνσή της με την απόφαση Köbler [ΔΕΚ της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C-224/01, Συλλογή 2003, σ. Ι-10239] που έθεσε τις προϋποθέσεις της ευθύνης από πράξεις των δικαιοδοτικών οργάνων των κρατών μελών, τις οποίες διευκρίνισε περαιτέρω και παγίωσε η απόφαση Traghetti [ΔΕΚ της 13ης Ιουνίου 2006, C-173/03, Traghetti del Mediterraneo SpA, υπό εκκαθάριση, κατά Repubblica italiana, Συλλογή 2006, σ. Ι-5177]. Η ευθύνη στοιχειοθετείται από παραβιάσεις οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, δηλαδή τόσο των διοικητικών, όσο και των οργάνων της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας. Ειδικότερα, για να ολοκληρώσει το οικοδόμημα της αστικής ευθύνης του κράτους λόγω παραβιάσεων του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο αναφέρθηκε ρητά και στα δικαιοδοτικά όργανα, κρίνοντας ότι η κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από τον εθνικό δικαστή στοιχειοθετεί την αποζημιωτική ευθύνη του κράτους έναντι των προσώπων στα οποία η εν λόγω παραβίαση προκάλεσε ζημία).

Επιβάλλεται, βεβαίως, η επισήμανση ότι τα δικαιοπλαστικά περιθώρια του Έλληνα δικαστή είναι περιορισμένα, δεδομένου ότι στην εθνική έννομη τάξη υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο, δηλαδή η διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, η οποία έχει ήδη ερμηνευθεί από πλούσια σχετική νομολογία.

Με την απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014, η Ολομέλεια επιλύει τρία ζητήματα, διευκρινίζοντας αλλά και εμπλουτίζοντας το νομικό καθεστώς της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου. Πρόκειται για το συνταγματικό έρεισμα της ευθύνης (Ι), την ευθύνη από νόμιμες πράξεις(ΙΙ) και την ευθύνη από πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας (ΙΙΙ).

Το συνταγματικό έρεισμα της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου

Το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχεται ότι ο συνταγματικός κανόνας της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών που αποτυπώνεται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αποτελεί και το συνταγματικό έρεισμα της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του. Είναι ενδιαφέρον ότι, όπως στην παραπεμπτική ΣτΕ 2852/2012, η Ολομέλεια επιλέγει ως έρεισμα της ευθύνης την ειδική διάταξη του άρθρου 4 παρ. 5 και όχι τη γενικότερη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, η οποία δεν παρατίθεται ούτε επικουρικά, σε αντιδιαστολή προς προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου [ΣτΕ 1139/2013, 980/2002]. Ο περιορισμός του ερείσματος στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος οφείλεται προφανώς στο ότι η απόφαση ΣτΕ Ολ 1501/2014 ανάγει σε κανόνα την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου και σε περιπτώσεις νόμιμης κρατικής δράσης, η οποία πλήττει υπέρμετρα ορισμένους πολίτες έναντι άλλων, επαγόμενη ιδιαίτερη θυσία των ελαχίστων, κατά παράβαση ακριβώς της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών.

Το ΣτΕ έκρινε ότι το σφάλμα της δικαστικής αρχής πρέπει να είναι πρόδηλο περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, δηλαδή μη συγγνωστό (βλ. και ΣτΕ 48/16, 1330/16). Με την ΣτΕ 1047 /16 που παραπέμπει στην 7 μελη δέχθηκε ότι ο Σφος είναι βοηθητικό όργανο της δικαστικής εξουσίας.Το Δικαστήριο υιοθετεί άκρως διασταλτική ερμηνεία της έννοιας του δικαστικού οργάνου, εφόσον δέχεται ότι και οι  συμβολαιογράφοι, ως υπάλληλοι του πλειστηριασμού στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, ενεργούν ως όργανα εντεταγμένα στη δικαστική λειτουργία, ως πρόσωπα, δηλαδή, βοηθητικά κατά την παροχή δικαστικής προστασίας. Πράγματι, ναι μεν ο συμβολαιογράφος ενεργεί για λογαριασμό του επισπεύδοντος τον πλειστηριασμό δανειστή, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, ταυτόχρονα όμως ενεργεί ως δημόσιο όργανο, κατ ‘ ενάσκησηαρμοδιοτήτωνεντασσομένωνστοπλαίσιοτηςδικαστικήςλειτουργίαςκαι, επομένως, μπορείναθεμελιωθήαστικήευθύνητουΔημοσίουκατ’ανάλογηεφαρμογήτουάρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Κατάσυνέπεια, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των συμβολαιογράφων, όταν ενεργούν ως υπάλληλοι του πλειστηριασμού στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, η οποία (ζημία) μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο -εν όψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως- σφάλμα τους και εφόσον έχουν εξαντληθεί από τον ζημιωθέντα τα παρεχόμενα από τη νομοθεσία ένδικα μέσα και βοηθήματα προς προστασία των συμφερόντων του στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτελέσεως. Τούτο δε, ανεξαρτήτως της προβλέψεως στο άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ της ασκήσεως αγωγής κακοδικίας (σκέψη 8), για την οποία απαιτείται συνδρομή δόλου ή βαρείας αμελείας του συμβολαιογράφου. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στην 7μελή σύνθεση του Τμήματος, λόγω της σπουδαιότητας του θέματος.

Με την ΣτΕ 2574/2006 (Α΄Τμήμα) κρίθηκε ότι στις διατάξεις των άρθρων 533-545 του ΚΠΔ περιέχεται πλήρης ρύθμιση για την αποζημίωση των αδίκως καταδικασθέντων, ή προσωρινώς κρατηθέντων που τελικώς αθωώθηκαν, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος. Ειδικότερα, προβλέπεται, σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών, ότι αρμόδιο δικαστήριο για τη διάγνωση του άδικου ή παράνομου της προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης είναι αποκλειστικώς το ποινικό δικαστήριο (ή δικαστικό συμβούλιο) που αθώωσε ή απήλλαξε ή τιμώρησε με ελαφρότερη ποινή τον κατηγορούμενο. Τα δε πολιτικά δικαστήρια είναι αρμόδια, εφόσον το ποινικό δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, να καθορίσουν το ύψος αυτής που περιλαμβάνει, τόσο την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας του καταδικασθέντος ή κρατηθέντος, καθώς και των δικαιούχων διατροφής από αυτόν, όσο και την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο παρανόμως στερηθείς την ελευθερία του, με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως των αδίκως καταδικασθέντων ή στερηθέντων την ελευθερία τους, συνδεόμενη αρρήκτως με τη διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, ρυθμίζεται ειδικώς από τις διατάξεις των άρθρων 533 – 545 του ΚΠΔ. Ως εκ τούτου, η αξίωση αυτή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί κατά τις περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝAK. Συνεπώς, οι σχετικές διαφορές δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας κατά το άρθρο 1 παρ. 2, περ. η΄ του Ν. 1406/1983 και, επομένως, οι διαφορές αυτές δεν ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Η έλλειψη δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων επί των διαφορών αυτών επαληθεύεται και από το ότι με τις μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 26 του Ν. 2915/2001, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 533 – 545 του ΚΠΔ προς τον σκοπό, όπως εκτίθεται στην εισηγητική έκθεση του ίδιου νόμου, να καταστούν δικαιότερες και απλούστερες οι ουσιαστικές και οι δικονομικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση και την επιδίκαση της εν λόγω αποζημίωσης, ενόψει των απαιτήσεων της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου του Ο.Η.Ε. για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997, διατηρείται η αποκλειστική αρμοδιότητα του ποινικού δικαστηρίου να κρίνει αν συντρέχει υποχρέωση αποζημιώσεως εκείνων που κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν, είτε με ταυτόχρονη απόφαση, είτε με μεταγενέστερη. Αν αναγνωριστεί τέτοια υποχρέωση από το ποινικό δικαστήριο, το ύψος της αποζημιώσεως μπορεί να καθοριστεί, είτε από αυτό το ίδιο το ποινικό δικαστήριο, είτε, σε περίπτωση που ο δικαιούχος το θεωρεί ανεπαρκές ή το Δημόσιο υπερβολικό, από τα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ. του ΚΠΔ.

Επομένως, η αξίωση αποζημιώσεως των αδίκως καταδικασθέντων ή στερηθέντων την ελευθερία τους, οι οποίοι τελικώς κηρύχθηκαν αθώοι, δεν δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας, η οποία μεταφέρθηκε στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων με το Ν. 1406/1983, αλλά, συνδεόμενη αρρήκτως με την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, κατ’ επιταγήν των άρθρων 7 παρ. 4 και 96 παρ. 1 του Συντάγματος, παρέμεινε στη δικαιοδοσία των ποινικών και των πολιτικών δικαστηρίων, όπως εκτέθηκε ειδικότερα στην έβδομη σκέψη. Ο λόγος αυτός, αναγόμενος στην δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως κατ’ αναίρεση.

2. Παράνομες πράξεις εποπτείας ανεξάρτητης αρχής επιτροπής κεφαλαιαγοράς:

 ΣτΕ 3783/2014 7μ, το Α΄ Τμήμα του Δικαστηρίου αντιμετώπισε το ειδικότερο ζήτημα της αστικής ευθύνης του Δημοσίου για πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί των ασφαλιστικών εταιρειών. Έκρινε ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, διότι οι ιδιαιτερότητες του εποπτικού έργου της ασφαλιστικής αγοράς, σε συνδυασμό με το αβέβαιο του αποτελέσματος του εποπτικού ελέγχου, η διενέργεια του οποίου αποβλέπει πρωτίστως στην εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς με τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιρειών, αντανακλαστικά δε, μέσω αυτού, καταλήγει να προστατεύει εμμέσως και τους ασφαλισμένους, διαφοροποιούν ουσιωδώς την εποπτική λειτουργία της διοίκησης από τις λοιπές κρατικές δραστηριότητες  ( βλ. και σκέψη 29 της απόφασης ΣτΕ 3783/2014). Παγιώνεται, επίσης, η κρίση της ΣτΕ Ολ 1501/2014 περί του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος ως συνταγματικού ερείσματος της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου τόσο από παράνομες όσο και από νόμιμες πράξεις (σκέψη 28 της απόφασης ΣτΕ 3783/2014).

2) ΖΗΜΙΑ :

ΖΗΜΙΑ

Αποκαθίσταται τόσο η περιουσιακή ζημιά με τη μορφή αποζημίωσης οσο και η ηθική βλάβη (ψυχικός πόνος) με τη μορφή χρηματικής ικανοποίησης κατά κανόνα η αποζημίωση είναι χρηματική και όχι in naturam.

Θα πρέπει να προσεχθεί το είδος της ζημίας που ζητά ο ενάγων. Δηλαδή εάν πρόκειται για ζημία : α) Περιουσιακή , δηλαδή σε πράγματα οπότε εφαρμογή έχουν τα άρθρα 297,298,299 ΑΚ και 932 ΑΚ ή

Β) ζημία σώματος ή υγείας οπότε εφαρμογή έχουν τα άρθρα 929ΑΚ, 930, 931 εφόσον υπάρχει αναπηρία που επηρεάζει την μελλοντική κοινωνική συμμετοχή του ζημιωθέντος, 932 ΑΚ ή

Γ) Θάνατος προσώπου όποτε εφαρμογή έχουν τα άρθρα 928,930, 932 ΑΚ ή

Δ) ζημία στην προσωπικότητα , οπότε η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να αφορά είτε την προσβολή της προσωπικότητας με εφαρμογή των άρθρων 57 και 59 του αστικού κώδικα με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 932 του αστικού κώδικα ή

Ε) Πλουτισμός οπότε  η αγωγή μας έχει βάση το άρθρο 904 του αστικού κώδικα δηλαδή τον αδικαιολόγητο πλουτισμό οπότε δεν μπορεί να ζητηθεί και χρηματική ικανοποίηση κατά το άρθρο 932 ΑΚ.

Η αποζημίωση περιλαμβάνει την αποκατάσταση της θετικής και της αποθετικής ζημίας ( διαφυγόν κέρδος= διαφυγόντα εισοδήματα).

Η αποζημίωση μπορεί να συνίσταται είτε στην αποκατάσταση της ζημιάς με την μορφή του θετικού διαφέροντος είτε με τη μορφή του αρνητικού διαφέροντος, δηλαδή της ζημίας που υφίσταται κάποιος από την μη σύναψη της διοικητικής σύμβασης ή την μη έκδοση της διοικητικής πράξης. Λέγεται και διαφέρον εμπιστοσύνης ή διαφέροντος διάψευσης. Η αποζημίωση στην περίπτωση που έχουμε διάψευση της εμπιστοσύνης δηλαδή ζητάμε το αρνητικό διαφέρον περιλαμβάνει κατά κανόνα ως θετική ζημία καθετί που ξόδεψε ο δανειστής ο ζημιωθείς δηλαδή πιστεύοντας ότι θα συναφθεί σύμβαση ή ότι θα εκδοθεί η έγκυρη διοικητική πράξη επίσης περιλαμβάνει και διαφυγόντα εισοδήματα που θα αποκομίσει εάν δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης παραδείγματος χάριν εάν δεν είχε εκδοθεί η παράνομη πράξη αυτός θα είχε προσληφθεί σε άλλη εργασία και έτσι θα αποκόμιζε κατά πιθανολόγηση τα εισοδήματα της εργασίας αυτής κατά την αντίστοιχη περίοδο που εργάζεται ένας εργαζόμενος στη θέση αυτή.

Δεν επιτρέπεται όμως να ζητήσει ότι θα κέρδιζε εάν είχε εκδοθεί η διοικητική πράξη δηλαδή διαφυγόντα εισοδήματα από το θετικό διαφέρον. Με την λογική ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να είχε εκδοθεί στην περίπτωση τη συγκεκριμένη νόμιμη διοικητική πράξη και άρα δεν θα μπορούσε να έχει διαφυγόντα εισοδήματα από νόμιμη διοικητική πράξη. Παραδείγματος χάριν εξεδόθη παράνομα μία άδεια οικοδομής σε ζώνη α αρχαιολογική στην περίπτωση αυτή ανακαλείται η πράξη αλλά στο μεταξύ δικαιούχος έχει σημειωθεί γιατί έχει εκδώσει την οικοδομική άδεια και έχει χτίσει την οικοδομή. Μπορεί να ζητήσει μόνο τα έξοδα που έκανε για την οικοδομική άδεια και για την ανέγερση της οικοδομής δεν μπορεί όμως να αναζητήσει ως διαφυγόντα εισοδήματα χρήματα τα οποία θα κερδίζει από τη μίσθωση της της οικοδομής.

Η αρχή της μη επιδίκασης διαφυγόντων κερδών από θετικό διαφέρον έχει κριθεί από τη νομολογία ότι δεν αντίκειται ούτε στο σύνταγμα ούτε στο πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της ευρωπαϊκής σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου( ΣτΕ 866/2011,7μ).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσεχθεί η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας η οποία κάνει την διάκριση στην παρανομία της διοικητικής πράξης δηλαδή εάν η παρανομία είναι διορθώσιμη, δηλαδή εάν θα μπορούσε να εκδοθεί διοικητική πράξη χωρίς αυτήν τότε η νομολογία δέχεται ότι ο ζημιωθείς μπορεί να ζητήσει στα πλαίσια του αρνητικού της συμβάσεως διαφέροντος και διαφυγόντα εισοδήματα από την έκδοση της πράξεως κατά τρόπον έγκυρο , πιθανολογώντας δηλαδή τι θα κέρδιζε εάν η δ.πράξη είχε εκδοθεί  χωρίς να είχε εμφιλοχωρήσει η παρανομία ( ΣτΕ 1139/2013, 3320/2012,866/2011,7μ). Είναι πρόδηλο βέβαιο ότι στην περίπτωση αυτή ο ζημιωθείς δεν μπορεί να αναζητήσει και διαφυγόντα εισοδήματα από τη μη έκδοση της διοικητικής πράξης είναι θέμα δηλαδή επιλογής του στην βάση της αγωγής που θα καταθέσει.

Ειδικά στις περιπτώσεις όπου έχει γίνει περιορισμός στην ιδιοκτησία από πολεοδομικές ρυθμίσεις ή από άλλου τέτοιου τύπου όπως αρχαιολογικές δασικές ο ενάγων έχει αξίωση αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της η περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο δηλαδή αν είναι εντός ή  εκτός σχεδίου.  Στα εκτός σχεδίου η νομολογία που ίσχυε μέχρι το 2006 περίπου  ήταν αρνητική για  αποζημιώσεις σχετικά με την ανοικοδόμηση του ακινήτου,  δεδομένου ότι προέχει ο αγροτικός χαρακτήρας της έκθεσης στις υποθέσεις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις Κρήτης και Ζάντε Μαραθονήσι το ΕΔΔΑ έκρινε ότι αυτή η νομολογία αντίκειται στο πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έτσι η εγχώρια νομολογία άλλαξε και λαμβάνοντας υπόψη την αποζημίωση και άλλα στοιχεία όπως τη δυνατότητα αξιοποίησης της έκθεσης και ανοικοδόμησής της κατά τις διατάξεις εκτός σχεδίου συνεκτιμάται επίσης η ενδεχόμενη περιοριστική χρήση του ακινήτου, όπως η ένταξη  σε ζώνη ενεργού πολεοδομίας, ή σε  περιοχή που  έχει αγροτικές ή  κτηνοτροφικές χρήσεις και πάντως θα πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν τη δυνατότητα του να αξιοποιήσει την περιουσία του με βάση το αίτημα της αποζημίωσης π χ παραδείγματος χάριν ζητούσε αποζημίωση διαφυγόντων διότι θα ανήγειρε ξενοδοχείο θα πρέπει να του έχει δοθεί τέτοια άδεια . Άλλο παράδειγμα η περίπτωση που το ακίνητο εντάσσεται σε περιοχή που απαγορεύεται η ανοικοδόμηση ενώ πριν ήταν δυνατή η ανοικοδόμηση σε αυτή την περίπτωση μπορεί να ζητήσει τη διαφορά ανάμεσα σε ακίνητα που ανήκω δομούνται και σε ακίνητα που έχουν μόνον γεωργική χρήση.

Διαφυγόν κέρδος

Διαφυγόν κέρδος είναι εκείνο που προσδοκά ο ενάγων με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχε λάβει. Το δικαστήριο στηρίζεται σε πιθανολόγηση αφού το διαφυγόν κέρδος δεν είναι δεκτικό πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΣτΕ 1410/2006,7μ). Παραδείγματος χάριν απορρίπτεται το κονδύλιο του διαφυγόντος κέρδους από επίταξη ακινήτου για το χρονικό διάστημα κατά το οποίον το ακίνητο έχει ήδη απαλλοτριωθεί για σχολείο για ανέγερση σχολείου και άρα δεν είναι δυνατόν να έχει διαφυγόντα εισοδήματα από απώλεια μισθωμάτων(ΣτΕ 3230/2009).

Να προσεχθεί μία σύγχυση που υφίσταται στους κύκλους των νομικών τις έννοιες του διαφυγόντος κέρδους. Πολλοί νομικοί θεωρούν ότι το διαφυγόν κέρδος αφορά μόνον την αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, το ορθό όμως είναι ότι διαφυγόν κέρδος μπορεί να το συναντήσουμε και στην έννοια του αρνητικού διαφέροντος υπό την έννοια υπό την έννοια ότι ο ζημιωθείς ζητάει να αποκατασταθεί κάθε τι που θα κερδίζει εάν δεν είχε συναφθεί , εάν δεν είχε πιστέψει ότι έχει συναφθεί η διοικητική σύμβαση ή έχει εκδοθεί η διοικητική πράξη κάθε τι δηλαδή που θα κέρδιζε αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της παράνομης πράξης ή σύμβασης, πρόκειται για διαφυγόν κέρδος εξ άλλης αιτίας και όχι βεβαίως εκ της παρανόμου  πράξεως (ΣτΕ 866/2011,7μ).

Μελλοντική ζημία.

Μελλοντική ζημιά αποκαθίσταται εφόσον πιθανολογείται ότι η επέλευση της είναι βέβαιη  και μπορεί να προσδιοριστεί από τώρα όχι όμως όταν είναι ενδεχόμενη και υποθετική (ΔΕΑ 1055/2009), παραδείγματος χάριν : δεν μπορεί να ζητηθεί από την ενάγουσα σύζυγό του θύματος ανδρός της ζημιές από τον χρόνο μετά τη συνταξιοδότησή του συζύγου της δεδομένου ότι είναι ενδεχόμενο η σύνταξη μπορεί να υπολείπεται των αποδοχών ενεργείας δηλαδή του μισθού που λαμβάνει κατά τον χρόνο συνταξιοδότησης (ΔΑΘ 192/2009).

Άλλο παράδειγμα ένας ανήλικος που τραυματίστηκε μπορεί να ζητήσει ως μελλοντική ζημιά τα εισοδήματα που θα κερδίζει από εργασία που θα έκανε εάν αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να πιθανολογείται ότι θα ασχολείτο με το συγκεκριμένο επάγγελμα π.χ του απεκόπη το χέρι αλλά φοιτούσε στο τελευταίο έτος του Ωδείου για δίπλωμα πιανίστα . Επίσης μπορεί να ζητηθεί με νέα αγωγή συμπληρωματική χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης από μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες στην υγεία εφόσον όμως δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την άσκηση της αγωγής και δεν λήφθησαν υπόψη κατά τον υπολογισμό της χρηματικής(ΣτΕ 1072/2011).

Αποζημίωση επι βλάβης σώματος ή  υγείας αρθρο (929 αστικού κώδικα)

Περιλαμβάνει τα νοσήλια τα οποία ζητά ο ζημιωθείς κατά του δημοσίου η ν. π δ. δ. ακόμα και αν οι αποδείξεις για αυτά δείχνουν ότι τα έχει καταβάλει τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα δεν μπορεί να τα αναζητήσει όμως  το τρίτο πρόσωπο που τα κατέβαλε διότι δεν είναι άμεσα ζημιωθείς.

Σύμφωνα με το άρθρο 930 παράγραφος 3 η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διαστρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Εφόσον όμως το δημόσιο ήδη κατέβαλε το ποσό της αποζημίωσης των νοσηλίων απευθείας στους δικαιούχους τρίτους δεν μπορεί να το αναζητήσει η ενάγουσα διότι το δημόσιο δεν είναι τρίτος κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου αλλά είναι ο ζημιώσας (ΣτΕ 1018/2008).

Επίσης αποκαθίσταται κάθε άλλη ζημιά του θετική όπως σε περίπτωση που έχει υποστεί τραυματισμό που δικαιολογεί βελτιωμένη διατροφή. Προσοχή: βελτιωμένη διατροφή δεν δικαιούται οποιοσδήποτε τραυματισμός, αλλά  συνήθως θα πρόκειται για κατάγματα ή  ειδικές πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις.  Στην βελτιωμένη διατροφή δεν είναι αναγκαίο να προσκομιστεί ιατρική βεβαίωση το δικαστήριο μπορεί να το συνάγει και από τα διδάγματα της κοινής πείρας όπως και μπορεί να απορρίψει το κονδύλιο με βάση τα ίδια διδάγματα παρά την ύπαρξη ιατρικής βεβαίωσης.  Θα πρέπει όμως ο ενάγων να επικαλείται το ημερήσιο κόστος διατροφής του, καθώς η βελτιωμένη θα υπολογιστεί επ’  αυτού δεν πρόκειται βεβαίως για πιθανολόγηση αλλά για δικανική πεποίθηση που σχηματίζεται με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΔΕΦΑΘ 2401/2012).

Αποκαθίσταται επίσης και η λεγόμενη πλασματική ζημιά δηλαδή το ποσό που θα πληρώνει ο ζημιωθείς σε νοσοκόμο διότι η κατάσταση του τραυματισμού του τον καθιστούσαν ικανό να επιμεληθεί των υποθέσεών του και χρειαζόταν νοσοκόμα και την παροχή υπηρεσιών εν γένει από τρίτο πρόσωπο πλην όμως δεν πληρώσει αυτή τη δαπάνη διότι την θέση της νοσοκόμου πήρε η σύζυγός του ή άλλο πρόσωπο αφιλοκερδώς διατιθέμενο. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί ο ζημιώσας να επωφεληθεί του γεγονότος αυτού και άρα εφόσον ο ενάγων επικαλεστεί και προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν τι ποσό καταβάλλεται παραδείγματος χάρη συλλογική σύμβαση εργασίας νοσοκόμας αποκλειστικής , το δικαστήριο να επιδικάσει το ποσό αυτό υπέρ του ζημιωθέντος παρά το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν το κατέβαλε.

Σε περίπτωση που το δημόσιο ήδη καταβάλλει στον παθόντα ειδική δαπάνη με τη μορφή επιδόματος αυτή θα αφαιρεθεί από το ποσό της αγωγής που ζητάει ο ενάγων για την συνεχή επίβλεψη και περιποίηση από τρίτο πρόσωπο αφιλοκερδώς όπως οι γονείς του.  δηλαδή θα γίνει συμψηφισμός του επιδόματος ανικανότητας με την αιτηθείσα αποζημίωση για πλασματική ζημιά( ΣτΕ 3732/2012).

Επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημιά

Σύμφωνα με το άρθρο 931 σε συνδυασμό με τα άρθρα 298 299 914 929 και 932 του Αστικού Κώδικα εφόσον υπάρχει αναπηρία η παραμόρφωση στον παθόντα ενάγοντα μπορεί να επιδικαστεί και αυτοτελής αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του δηλαδή στην επαγγελματική οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του. Αρκεί πιθανολόγηση κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πήρα από εκείνα που απαιτούνται για την θεμελίωση αξιώσεων με βάση το άρθρο 929 και 932 του αστικού κώδικα τα οποία θα πρέπει να συνθέτουν την έννοια της επίδρασης της αναπηρίας στο μέλλον του παθόντος.  Δηλαδή να είναι ιδιάζοντα περιστατικά που περιγράφονται στην αγωγή από τα οποία να προκύπτει ότι στο μέλλον ο ενάγων εξαιτίας της παραμόρφωσης η της βλάβης της υγείας του στον και θα έχει προβλήματα στον κοινωνικό και οικονομικό του μελλοντικό βίο. Το δικαστήριο θα επιδικάσει αυτοτελές κονδύλιο με τη μορφή εύλογου χρηματικού ποσού χωρίς να το συνδέει με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημιά το ακριβές ύψος του καθορίζεται όπως και στην περίπτωση του άρθρου 932 του αστικού κώδικα δηλαδή το δικαστήριο ελεύθερα και κρίνοντας με βάση τα κριτήρια του 932 δηλαδή τα αναλογικά κριτήρια του πταίσματος του παθόντος, της οικονομικής του κατάστασης, της σφοδρότητας της βλάβης που υπέστη, της υπαιτιότητας του δημοσίου , μπορεί να επιδίκασει ένα εύλογο ποσό διάφορο βεβαίως της χρηματικής ικανοποίησης που αναζητάτε αμιγώς με το 932 (ΣτΕ 1352/2011,ΔΕΦΑΘ 2401/12). Παραδείγματος χάρη ενάγουσα που τραυματίστηκε από χημική έκρηξη σε εργαστήριο κρατικού νοσοκομείου ζητά με το 931 το ποσό τον 100 χιλιάδων ευρώ διότι το πρόσωπό της έχει παραμορφωθεί για πάντα κατά τέτοιο τρόπο που θα είναι αδύνατον να παντρευτεί και εν γένει θα έχει προβλήματα στην γυναικεία φύση της.

Ζημία πού προήλθε από την παράνομη δράση περισσοτέρων προσώπων

Εφαρμόζονται τα άρθρα 926,927,481 και 482 ΑΚ .Έτσι εφόσον την ζημιά προκάλεσε ιδιώτης και το δημόσιο μαζί ευθύνονται εις ολόκληρον, αλλά δικονομικά δεν συνενώνονται στο ίδιο κλάδο δικαιοδοσίας, αφού  το δημόσιο θα εναχθεί στα διοικητικά,  διότι η ευθύνη του είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από του ιδιώτη. Ο ζημιωθείς μπορεί να εγείρει δύο αγωγές μια στα διοικητικά και μια στα πολιτικά. Δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου δεδομένου ότι πρόκειται περί διαφορετικών δικαιοδοσιών.

Ο τυχόν συμβιβασμός που θα συνάψει ο δανειστής με έναν από τους εις ολόκληρον οφειλέτες ενεργεί καταρχήν υποκειμενικά και δεν περιορίζει την ευθύνη του μη συμβαλλόμενου συνοφειλετη ,εκτός εάν συμφωνήθηκε με τέτοιο σκοπό η συνομολογήθηκε ως άφεση χρέους και σε σχέση με τον μη συμβαλλόμενο συνοφειλέτη. Η καταβολή όμως που έγινε στα πλαίσια ενός τέτοιου συμβιβασμού για τη μερική ή ολική εξόφληση της ζημιάς ενεργεί αντικειμενικά . Ωφελεί  δηλαδή και των συνοφειλέτη που δεν συμμετείχε στο συμβιβασμό.  Στην περίπτωση αυτή ο συνοφειλέτης που δεν συμμετείχε έχει υποχρέωση να καταβάλλει μόνον το υπόλοιπο της ζημιάς που δεν περιελήφθη στο συμβιβασμό ( ΣτΕ 3343,3196,4740/2014).

Συμψηφισμός ζημιάς και κέρδους

Πολλές φορές από το ζημιογόνο γεγονός ζημιωθείς δεν υφίσταται ζημιά αλλά εξαιτίας αυτού και ωφέλεια η ωφέλεια βεβαίως δεν πρέπει να στηρίζεται σε διαφορετικά γεγονότα και οι αιτίες πρέπει να έχει βάση τη ζημιογόνο πράξη. Σε περίπτωση ωφέλειας επιβάλλεται ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε εκτός αν αυτός αντίκειται στην καλή πίστη. Συνήθως το δημόσιο θα πρέπει να προβάλει τον ισχυρισμός (ένσταση καταχρηστική ) με επάρκεια στην έκθεση απόψεων του και όχι στα υπομνήματα, αλλά γίνεται δεκτό από την νομολογία ότι μπορεί να ληφθεί και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημιάς έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης( ΣτΕ 866/20011).

Έχει κριθεί ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην παράνομη αποβολή του ενάγοντα από το πυροσβεστικό σώμα και στα εισοδήματα που αυτός κερδίσει εργαζόμενος ως σερβιτόρος και υπάλληλος νοσοκομείου κατά το διάστημα της παράνομης απομάκρυνσης του. Η οφειλή αυτή δεν προήλθε από την παράνομη απομάκρυνση αλλά από την προσωπική του βούληση και δραστηριότητα να συντηρηθεί κατά το διάστημα της απομάκρυνσής τους απορρέει από την ελευθερία δράσεως και αποτελεί αυτοτελή λόγο κτίσεως και διατηρήσεως πικέρμι σας του(ΣτΕ 3606/2012).

Αντίθετα παραδεκτά προτείνεται η ένσταση από το δημόσιο ότι πρέπει να αφαιρεθούν από τα εισοδήματα αυτά ο φόρος εισοδήματος και οι νόμιμες κρατήσεις από τις μισθωτές υπηρεσίες,  στην περίπτωση που ο ενάγων  ζητάει διαφυγόντα εισοδήματα από την παράνομη απομάκρυνση  ( ΣτΕ 1792/2007, ΑΕ 33/1999). Επίσης δεν δικαιούται και τα επιδόματα ανεργίας τα οποία δίδονται στους αξιωματικούς  και υπαλλήλους λόγω των ειδικών συνθηκών εργασίας , εφόσον το δημόσιο προβάλλει σχετική ένσταση ισχυριζόμενο ότι κατά το διάστημα εκείνο ο ενάγων δεν τελούσε υπό τις ειδικές συνθήκες για τις οποίες δίδονται αυτά τα επιδόματα(ΣτΕ 920/2009).

Συντρέχον πταίσμα

Το άρθρο 300 του Αστικού Κώδικα εκφράζει γενική αρχή δικαίου επεκτεινόμενη πέραν του ενοχικού δικαίου και πέραν του ιδιωτικού δικαίου εφαρμόζεται δηλαδή τόσο επί συμβατικής όσο και επί προσυμβατικής και έξωσυμβατικής ευθύνης . Σύμφωνα με τη γενική αρχή αυτή το γενικό συμφέρον επιβάλλει να αποφεύγονται κατά το δυνατόν οι ζημιές συνεπώς θα ήταν αντικοινωνικό αν ο ζημιωθείς παρέλειψε να μειώσει την ζημία του εφόσον μπορούσε(ΣτΕ2320/2003).

Η ένσταση εξετάζεται εφόσον όμως ο ζημιωθείς έχει ικανότητα καταλογισμού. Αντίθετα εάν στερείται τέτοιας ικανότητας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η γενική αυτή η αρχή δεδομένου ότι ο παθών δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη σημασία των πράξεων. Παραδείγματος χάριν όταν πρόκειται για πρόσωπο με νοητική καθυστέρηση  ή ανήλικο κατά τις διατάξεις του 915 ΑΚ(ΣτΕ 2320/2003,2539/2008).

Το συντρέχον πταίσμα αποτελεί νομική έννοια και ελέγχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας όταν δικάζει κατ’ αναίρεση με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας. Το δικαστήριο της ουσίας έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια να κρίνει το ποσοστό του συντρέχοντος πταίσματος και να επιδικάσει ολόκληρη την αποζημίωση ή να την μειώσει στο προσήκον μέτρο φτάνοντας μέχρι και το να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση . Η κρίση του αυτή δεν ελέγχεται από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 2359/2008, 1408/2006). Εξυπακούεται ότι η ένσταση αυτή εξετάζεται μόνον εάν το δικαστήριο έχει δεχθεί ότι υπάρχει παρανομία του δημοσίου , άλλως δεν ερευνάται (ΣτΕ 85/2006).

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσεχθεί μια σειρά λαθών που παρατηρούνται στη νομική σκέψη πολλών εφαρμοστών και θεωρητικών του δικαίου. Πρόκειται για την σύγχυση ανάμεσα στην αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και το συντρέχον πταίσμα.

Όταν το εναγόμενο δημόσιο επικαλείται ότι δεν παρανόμησε καθώς ή ότι την παράνομη πράξη την τέλεσε άλλο πρόσωπο πχ ΟΤΑ ή ότι δεν παρανόμησε διότι αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο παθών για λόγους που παραθέτει, τότε πρόκειται για αιτιολογημένη άρνηση και μπορεί να προταθεί ακόμη και με το υπόμνημα αντίκρουσης.

Αντίθετα εάν το δημόσιο αποδέχεται σιωπηρά έστω τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης και λέγει ότι αποκλειστικά υπαίτιος ή κατά ποσοστό 95% ή 99% δεν έχει καμία σημασία το ποσοστό , υπαίτιος είναι ο ζημιωθείς , τότε πρόκειται για ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και πρέπει να προτείνεται με την έκθεση των απόψεων του. Η διαφορά των δυο περιπτώσεων είναι εμφανής  στη άρνηση το δημόσιο δεν δέχεται το παράνομο ενώ στο συντρέχον πταίσμα συνήθως σιωπηρά αποδέχεται το παράνομο και μετά θεωρεί υπεύθυνο τον ενάγοντα.

Το κρίσιμο λοιπόν είναι η αποδοχή της παρανομίας από πλευράς εναγομένου χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός του ποσοστού συνυπαιτιότητας  του ενάγοντος, αφού αυτό επαφίεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Τα πραγματικά όμως περιστατικά που συγκροτούν την ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος θα πρέπει να προτείνονται από το εναγόμενο δημόσιο με πληρότητα και με σχετικό αίτημα διότι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ Ολ.1115/1986). Θα πρέπει δηλαδή να αναφέρονται και να συντρέχουν α ) η σιωπηρή παραδοχή της παρανομίας του και η συνακόλουθη υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση β) η συμβολή του ζημιωθέντος στην  επέλευση της ζημιάς και γ) αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στην συμπεριφορά του ζημιωθέντος και την έκταση ή την επέλευση της ζημιάς. Η παράνομη συμπεριφορά του ζημιωθέντος μπορεί να εκδηλώνεται είτε πριν είτε κατά τη διάρκεια της παρανόμου πράξεως του δημοσίου είτε μετά την γέννηση της ζημιάς (ΑΠ 370/2010).

Η νομολογία έχει δεχθεί ότι η παράλειψη του κρατούμενου να υποβάλλει αντιρρήσεις για την παράνομη κράτηση του για ένα εξάμηνο αποτελεί παράγοντα περιορισμού του αιτήματός του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης . Θεωρεί δηλαδή ότι υπήρξε συντρέχον πταίσμα όπως και η περίπτωση εταιρείας η οποία υπέβαλε αίτηση και πήρε η οικοδομική άδεια ενώ γνώριζε ότι δεν μπορούσε να οικοδομήσει στον επίμαχο χώρο (ΣτΕ 1215/2010 2328/2003).

3)  ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΘΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΤΟΥ.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν κατάγματα της κοινής πείρας η παράνομη πράξη ή παράλειψη του δημοσίου είναι πρόσφορη και κατά την κοινή και συνήθη πορεία των πραγμάτων επιφέρει αυτού του είδους ζημία, παραδείγματος χάριν αστυνομικός χτυπά κατά λάθος  έναν διερχόμενο με την αστυνομική ράβδο θεωρώντας τον σαν παράνομο διαδηλωτή, όμως ο τραυματιστείς έπασχε από την καρδιά του και πεθαίνει. Η ευθύνη εδώ του δημοσίου είναι μόνον για σωματικές βλάβες και όχι για θάνατο (ΣτΕ 4741/2014, 1397/2014,7 μ). Εάν η διοίκηση εξέδωσε παράνομη πράξη την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε μετά από ακύρωση ή με απόφαση δικαστηρίου φαίνεται να διασπάται ο αιτιώδης σύνδεσμος πλην όμως η αρχικώς εκδοθείσα παράνομη πράξη εφόσον έχει εφαρμοστεί για ορισμένο χρονικό διάστημα δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης πράξης εξακολουθεί να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος και συντρέχει η προϋπόθεση αυτού κατά την έννοια του άρθρου 105 (ΣτΕ 1571/2012).

Ο αιτιώδης σύνδεσμος δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι το δημόσιο ενεργεί με διακριτική ευχέρεια δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή ελέγχεται από το δικαστήριο που δικάζει την αγωγή ή τυχόν υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δημοσίου (ΣτΕ 3320/2003).

Γίνεται πολλές φορές λάθος από τους ενάγοντες στην περίπτωση που μία απόφαση ακυρώνει δυσμενή πράξη διορισμού τους χωρίς όμως να υποχρεώνει τη διοίκηση  και να διορίσει τον  συγκεκριμένο ενάγοντα αλλά σε αυτή την περίπτωση η διοίκηση έχει υποχρέωση να επαναξιολογήσει τους διαγωνιζόμενους ή τον ενάγοντα μάλιστα αυτό μπορεί να συμβαίνει και μετά από επανειλημμένες ακυρωτικές αποφάσεις (ΣτΕ 1771/2012).

Διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου έχουμε όταν γεγονότα ή συμπεριφορές τρίτων προσώπων επενεργούν ή έχουν ήδη επενεργήσει στην αιτιώδη σχέση μεταξύ παράνομη πράξης του δημοσίου και ζημίας και την έχουν διακόψει αλλάζοντας έτσι την ιστορική διαδρομή των γεγονότων αλλά πολλές φορές και το είδος της ζημίας. Προσοχή, όταν την διαδρομή της παράνομης πράξης του δημοσίου προς την ζημία την διακόπτει η συμπεριφορά του ενάγοντα , τότε πρόκειται για συντρέχον πταίσμα.

Γίνεται συχνά το λάθος να μιλάμε για διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου χωρίς όμως να λαμβάνουμε υπόψη το είδος της ζημίας. Θα πρέπει να προσεχθεί ότι άλλο αιτιώδη σύνδεσμο έχουμε επι καταστροφής πράγματων και άλλο επι θανάτου  ή βλάβης σώματος. Παραδείγματος χάριν : Πυροσβέστες για να σώσουν αγαθά και καλλιέργειες από φωτιά στο κάμπο των Ιωαννίνων εκτρέπουν ύδατα ιχθυοτροφείου και σβήνουν την φωτιά αλλά καταστρέφουν τον γόνο . Ο ιδιοκτήτης εγείρει αγωγή και ζητά την αξία του γόνου ο οποίος σε 5 μήνες θα πωλείτο ως ψάρια στην αγορά. Το δημόσιο αποδεικνύει όμως ότι ο γόνος ήδη είχε προσβληθεί από νόσο και σε λίγες μέρες μετά την φωτιά θα ψοφούσε. Εδώ η νόσος αιτιωδώς διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο και άρα και να μην μεσολαβούσε η εκτροπή των υδάτων ο ενάγων θα πάθαινε την ίδια ζημιά λόγο της νόσου και αρά το δημόσιο δεν ευθύνεται σε αποζημίωση. Αντίθετα ο αστυνομικός από λάθος πυροβολεί και σκοτώνει τον Β . Οι συγγενείς εγείρουν αγωγή για ψυχική οδύνη. Από την νεκροψία προκύπτει ότι ο Β είχε προσβληθεί από ανίατο νόσο και θα πέθαινε λίγες μέρες μετά το συμβάν. Εδώ δεν υπάρχει διακοπή διότι δεν πρόκειται για αιτιώδη σύνδεσμο σε σχέση με ζημία σε πράγμα. Η αξία του ανθρώπου δεν υπολογίζεται και συνεπώς δεν μπορεί να πούμε ότι το δημόσιο δεν προκάλεσε την ψυχική οδύνη αφού ούτως ή άλλως ήταν ο αποβιώσας «τελειωμένος».

  Επίσης θα πρέπει να διακριθεί η περίπτωση που η ζημία επέρχεται από την δράση παράλληλη ή συντονισμένη δυο προσώπων μεταξύ των οποίων και το δημόσιο , οπότε εφαρμόζεται το 926 ΑΚ και δεν τίθεται θέμα διακοπής.

Διακοπή επέρχεται  και όταν την αρχική παράνομη πράξη ανακαλεί αναδρομικά νόμιμη. Επίσης όταν η παράνομη πράξη ή παράλειψη του δημοσίου τελικά διακόπτεται από την πράξη άλλου προσώπου , που δεν ήταν επιβαλλόμενη , αλλά έγινε αυτοβούλως (ΣτΕ 3839/12). Προσοχή έαν επιβάλλεται η διακόπτουσα πράξη από κοινωνικό καθήκον  ή άλλου παρόμοιο , δεν υπάρχει διακοπή

Θα πρέπει όμως η πράξη αυτή που μεσολαβεί και διακόπτει τον  αιτιώδη σύνδεσμο να μην προκλήθηκε εξαιτίας της παράνομης πράξης του δημοσίου , ήτοι να μην αποτελεί λογική ή κοινωνικά αναμενόμενη αντίδραση στην παράνομη ενέργεια του δημοσίου. Κρίθηκε έτσι  ότι ο αποβιώσας από πυρκαγιά  συγγενής των εναγόντων που αυτοβούλως προσπάθησε να βοηθήσει συνανθρώπους του που βρισκόντουσαν εν μέσω φωτιάς από πυρκαγιά που ξέσπασε εξαιτίας άτυπου συνεργείου του δήμου δεν διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο, διότι έχει κοινωνική υποχρέωση όπως και κάθε άλλος παρευρισκόμενος σε τέτοιες περιστάσεις κοινωνός να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια (ΣτΕ 3839/2012).

Το τυχόν συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο εφόσον το όργανο του δημοσίου θα προέβαινε ούτως ή άλλως στην ενέργεια αυτή η οποία είναι παράνομη. Παραδείγματος χάρη,  συνοριοφύλακας πυροβολεί λαθρομετανάστη ο οποίος δεν σταμάτησε να υποστεί τον αστυνομικό έλεγχο επιχειρώντας να διαφύγει (ΣτΕ 877/2013,7μ).

Οι τυπικές παρανομίες της πράξεως καταρχήν δεν αναιρούν τον αιτιώδη σύνδεσμο καθόσον δεν είναι ικανές να διασπάσουν αυτών παραδείγματος χάρη πλημμελής αιτιολογία της πράξεως  (ΣτΕ 300/2010).

Β) Αρνητική προϋπόθεση: Ο παραβιαζόμενος κανόνας να μην τέθηκε αποκλειστικά χάριν του δημοσίου συμφέροντος.

Η ευρύτητα και η ελευθεριότητα, με την οποία η νομολογία προσεγγίζει την έννοια της παρανομίας συνεπάγεται, αντίστοιχα, χαλαρότητα στην εφαρμογή των κανόνων της δικονομίας. Ιδίως στο θέμα της αποδείξεως, βλέπομε να εντείνεται το ανακριτικό σύστημα και να διευρύνεται ο αυτεπάγγελτος έλεγχος του δικαστηρίου. Το παραβιαζόμενο υπηρεσιακό καθήκον και το στοιχείο της υπαιτιότητας ή τυχόν συνυπαιτιότητας αναζητούνται, με απλουστευτικό πολλές φορές τρόπο, στα διδάγματα της κοινής πείρας, χωρίς να τηρούνται πάντοτε οι κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας σχετικά με το βάρος αποδείξεως και χωρίς καν να αφήνεται στο Δημόσιο καμία ουσιαστική δυνατότητα να ισχυρισθεί και να αποδείξει το τυχαίον του συμβάντος προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη.

Ο παράνομος χαρακτήρας της συμπεριφοράς των οργάνων και η ευθύνη του Δημοσίου κάμπτεται για ορισμένους μόνο λόγους που και αυτοί ερμηνεύονται στενά και εφαρμόζονται ακόμη περιοριστικότερα. Προβλέπεται π.χ. στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ κάμψη της ευθύνης σε περίπτωση παραβάσεως νομοθεσίας κειμένης χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ωστόσο η νομολογία, ερμηνεύοντας στενά την, ούτως ή άλλως, αινιγματική αυτή διάταξη, σπανίως αποδέχεται ότι οι παραβιαζόμενες διατάξεις υπάρχουν αποκλειστικώς χάριν του δημοσίου συμφέροντος και δεν γεννούν αξιώσεις για τους ιδιώτες και σπανίως αναγνωρίζει απαλλαγή του Δημοσίου από της ευθύνης για αυτό το λόγο.

ΘΑ πρέπει να ερευνάται εάν ο κανόνας έχει τεθεί και χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, όπως δέχεται στις περισσότερες των περιπτώσεων η νομολογία, ερμηνεύοντας άκρως συσταλτικά την προϋπόθεση αυτή . ¨Ετσι ο Ν1841/84 «οργανισμός Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως « τέθηκε και χάριν προστασίας της περιουσίας των πολιτών (ΣτΕ 1677/08).

ΣΩΡΕΥΣΗ ΤΩΝ ΩΣ ΑΝΩ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ :

3124/11, 322/09 7μ ΣτΕ οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, εάν δεν συντρέχει μια από τις σωρευτικές ή δεν συντρέχει μια από τις αρνητικές, τότε   δεν υπάρχει αστική ευθύνη του δημοσίου.

-ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΔΗΜΟΣΙΟΥ :  δηλαδή δεν ερευνά το δικαστήριο το λόγο για τον οποίο το δημόσιο προέβη στην παράνομη πράξη. Αρκεί ότι προέβη , η υπαιτιότητα του οργάνου είναι αδιάφορη. Άλλο το θέμα ότι η υπαιτιότητα του οργάνου θα ερευνηθεί από πλευράς κριτηρίων  ηθικής βλάβης εφόσον  την επικαλείται ο εναγών.

ΣτΕ 1185/2013, 809/12, 1215/2010, ΑΕΔ 1, 13/2006: αντικειμενική ευθύνη του δημοσίου ανεξάρτητη από πταίσμα του οργάνου.

ΛΟΓΟΙ ΑΡΣΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ

Ο παράνομος χαρακτήρας των ενεργειών των δημοσίων οργάνων κάμπτεται επίσης, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας. Δεν θεωρείται, όμως, ότι συνιστούν ανωτέρα βία οι έκτακτες καιρικές συνθήκες, η κλοπή, ούτε η πυρκαϊά έστω και αν οφείλεται σε εμπρησμό. Η υποψία έστω και ελαφράς αμέλειας αποκλείει την ανωτέρα βία . ΠΧ η πιθανή βλάβη του συστήματος λιπάνσεως του κινητήρα με αποτέλεσμα το κράτημα του ως πιθανή αιτία πτώσεως του ελικοπτέρου (ΔΕΑΘ 1107/95). Πλημμύρες με ασυνήθη ένταση δεν είναι ανωτέρα βία αλλά οι ζημίες που προκάλεσαν οφειλόταν σε πλημμελή προγραμματισμό των αντιπλημμυρικών έργων (ΔΕΑΘ 2400/11). Πτώση δένδρου υπεύθυνος ο Δήμος για την συντήρηση (ΜΔΠΑΘ 379/2014).  Αντίθετα η ανταπάντηση αστυνομικών σε πυρά ληστών και ο τραυματισμός διερχόμενου πολίτη ήταν γεγονός αναπάντεχο και ανωτέρα βίας (ΣτΕ 950/14).

Κάμψη,  του παράνομου χαρακτήρα των πράξεων ή παραλείψεων των δημοσίων οργάνων έχομε και σε περίπτωση καταστάσεως ανάγκης οπότε, όμως, συντρέχει αξίωση ευλόγου αποζημιώσεως κατά το άρθρο 286 ΑΚ. Θανάτωση ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας, για την κατασκευή φράγματος από την πυροσβεστική για κατάσβεση φωτιάς στο κάμπο των Ιωαννίνων (ΣτΕ 2774/99).

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ

Εφαρμογή έχει το άρθρο 140 του Ν.4270/14 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης -Δημόσιο Λογιστικό (ΔΛ) ΦΕΚ 134/28.6.14) που επαναλαμβάνει το α΄ρθρο 90 επ. του Ν 2362/95 ΚΔΛ.  Η παραγραφή είναι 5 έτη εφόσον ειδική διάταξη δ εν ορίζει άλλως.  Η έναρξη της παραγραφής είναι το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση του ιδιώτη κατά του δημοσίου και ήταν δικαστικά επιδιώξιμη (ΣτΕ 1800/13,1703/10).

-Οι αποδοχές από οποιαδήποτε αιτία των εργαζομένων στο δημόσιο με οποιαδήποτε σχέση παραγράφονται στη διετία από τότε που η κάθε αποδοχή κατέστη απαιτητή. Η διαφοροποίηση αυτή από την πενταετία που ισχύει όταν το δημόσιο είναι οφειλέτης του ιδιώτη κρίθηκε ότι δεν αντίκεινται στην αρχή της ισότητας και στο 1ΠΠΕΣΔΑ (ΑΕΔ 1,2/2012).

-Οι αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό παραγράφονται στην τριετία από την αχρεώστητη καταβολή.

-Εάν οι συνέπειες επέρχονται εξακολουθητικώς  και η επέλευση τους δεν μπορεί να προβλεφθεί τότε η παραγραφή άρχισε με την πρώτη συνέπεια και δεν ανανεώνεται, εκτός εάν οι μεταγενέστερες συνέπειές δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά την συνήθη πορεία (ΣτΕ 988/12 Ολομ).

– Η παραγραφή ηθικής βλάβης έχει αυτοτέλεια σε σχέση με την αποζημίωση (ΣτΕ 2412/09, 1696/2003).

-Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο ουσίας εφόσον προκύπτει από τα πραγματικά στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 2152/10). Εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διέλαβε κρίση για την παραγραφή το δευτεροβάθμιο δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να την λάβει υπόψη (ΣτΕ 4664/84 ολομ).

-Η παραγεγραμμένη απαίτηση δεν αντιτάσσεται σε συμψηφισμό (α.144 ΔΛ).

ΔΙΑΚΟΠΗ:  ΒΛ. άρθρο 143 δλ ΚΑΙ 93 κδλ. Δεν εφαρμόζεται το α.263 ΑΚ (ΣτΕ 1314/14,4024/10). Εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (ΣτΕ 2152/10).

Διακοπτικά γεγονότα :

-Η υποβολή της υποθέσεως σε δικαστήριο ή διαιτησία,  ακόμη και του παρεμπίπτοντος θέματος (ΑΠ 1327/86 Ολομ).

-Η άσκηση αίτησης ακύρωσης  (ΣτΕ΅1287/13,1214/02) η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη.

-η υποβολή αιτήσεως ή εξωδίκου στην αρμόδια δημόσια αρχή. Εάν δεν απαντήσει τότε αρχίζει νέα παραγραφή από την πάροδο έξη μηνών από την χρονολογία υποβολής της αίτησης.

-Η υποβολή αίτησης στο ΝΣΚ για την αναγνώριση απαίτησης εώς και την έγκριση ή μη του πρακτικού του ΝΣΚ από τον Υπουργό (ΣτΕ 3170/81).

-Η προθεσμία αναστέλλεται κατά το άρθρο 142 ΔΛ για όσο χρόνο ο ενάγων εμποδίστηκε από ανωτέρα βία να ασκήσει την αξίωση του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο της παραγραφής (ΣτΕ 4024/10).

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΑΞΙΩΣΕΩΝ ΝΠΔΔ

-Πενταετής από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η αξίωση και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη (48 ΝΔ 496/74).

-Οι αποδοχές εντός δυό ετών  από το τέλος του έτους που κατέστησαν απαιτητές.

-αδικαιολόγητος τριετία από το τέλος του έτους.

Με την ΑΕΔ 9/2009 κρίθηκε η ρύθμιση συνταγματική ενώ το ΕΔΔΑ την έκρινε  στην Ζουμπουλίδης  κατά Ελλάδας αντίθετη στο 1ο πρόσθετο πρωτ. ΕΣΔΑ.

-Επί καταρρεύσεως κτιρίου (ΡΙΚΟΜΕΞ) η παραγραφή άρχισε από τον θάνατο του προσώπου και όχι από τον χρόνο έκδοσης των οικοδομικών αδειών από την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (ΣτΕ 2506/14).

-Επί θανάτου λόγω μεταγγίσεως με μολυσμένο αίμα λόγω AIDS από την διάγνωση του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΣτΕ 2463/98 7μ).

ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΦΟΡΕΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Είναι 5 έτη από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατόν να επιδιωχθεί δικαστικά (α.137(Β) Ν3625/08). Πριν από την ρύθμιση αυτή οι ΦΚΑ είχαν εξαιρεθεί από την εφαρμογή του νδ 496/74  και εφαρμοζόταν το άρθρο 937 του ΑΚ και άρα η παραγραφή δεν λαμβανόταν αυτεπαγγέλτως υπόψη αλλά έπρεπε να την επικαλεστεί ο ΦΚΑ (ΣτΕ 2854/02).

 ¨Ετσι για την διακοπή της παραγραφής εφαρμοζόταν το άρθρο 261 ΑΚ.

-ΟΓΑ : ο ΟΓΑ, ο οποίος υπάγεται στους φορείς κοινωνικών ασφαλίσεων, αρμοδιότητας εποπτείας του πρώην Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 του 1558/1985, που ίσχυαν κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν.1902/1990), στην εποπτεία του οποίου υπουργείου οι φορείς αυτοί είχαν υπαχθεί με τις διατάξεις του άρθρου 36 παρ. 7 του                ν.δ. 1/1968 (ΦΕΚ 270 Α΄), έχει αποσυνδεθεί από το Λογιστικό των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και με την επανάληψη της διατύπωσης του ν.4169/1961, έχουν παρασχεθεί σ’ αυτόν τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, όπου στην έννοια των ανωτέρω δικαστικών προνομίων δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι νοούνται τα δικονομικά προνόμια -εφόσον αυτά αναφέρονται ήδη ρητά στο νόμο και συνεπώς ο νομοθέτης κατά λογική ακολουθία δεν μπορεί να θέλησε να αναφέρει το ίδιο είδος προνομίων δύο φορές- αλλά περιλαμβάνονται τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου (πρβλ. και αποφ. ΑΠ 21/2008, 1/2014), εκείνα δηλαδή που συνδέονται με ζητήματα του ουσιαστικού δικαίου, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνο του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των συνταξιούχων, πρώην τακτικών υπαλλήλων του, έναντι αυτού, που ρυθμίζεται από τα άρθρα 90 παρ. 5 και 91 του νόμου 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247), για τις απαιτήσεις των συνταξιούχων τέως υπαλλήλων έναντι του Δημοσίου (ΣτΕ 1366/09, ΕΣ Ολομ 2926/15).

-ΙΚΑ ΕΤΑΜ και ΕΤΕΑΜ: Δεν εφαρμόζεται  το άρθρο 137 του Ν.3655/08.  Ισχύει η ειδική διάταξη του άρθρου 40§6 του ΑΝ 1846/51 και ισχύει η πενταετής παραγραφή πλην των αξιώσεων των παροχών εις χρήμα της ασφάλισης ασθένειας που παραγράφονται σε 6 μήνες από τότε που κατέστησαν απαιτητές. Πρόκειται για γνήσια παραγραφή και δεν λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη (ΣτΕ 2297/11). Αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη σύμφωνα με το α.251 ΑΚ, το δε άρθρο 253 Ακ δεν έχει εφαρμογή (ΣτΕ 1327/09).