Αριθμός 1987/2015
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ, ΑΚΡΟΑΣΗ, ΑΝΑΙΡΕΣΗ, ΤΟ Α.12 ΤΟΥ Ν. 3900/10 ΔΕΝ ΑΝΤΙΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟ Α.95 ΤΟΥ Σ ΔΙΟΤΙ ΤΟ Σ. όπως, μάλιστα, η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της (βλ. πρακτικό 6/2000 διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας), ΠΕΡΙΕΧΕΙ επιφύλαξης νόμου αλλά και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου, δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. ΚΑΙ ΕΝΟΨΕΙ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΥΜΦΟΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΑΚΣΤΗΡΙΟΥ ΑΠΟ ΗΣΣΟΝΟΝ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ. ΕΠΙΣΗΣ ΔΕΝ ΑΝΤΙΚΕΙΝΤΑΙ ΣΤΟ 26 ΑΦΟΥ Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΣΤΡΑΦΕΙ ΜΕ ΝΕΟΤΕΡΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΝΟΜΟ ΟΠΩΣ ΑΒΑΣΙΜΑ ΙΣΧΥΡΙΖΕΤΑΙ Ο ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΩΝ.
Αριθμός 1987/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2013 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Ευστ. Σκούρα, Κ. Λαζαράκη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 2 Μαΐου 2012 αίτηση:
του Απόστολου Βοσκόπουλου του Χαραλάμπους, κατοίκου Γλυφάδας Αττικής (οδός Δημητσάνας αρ. 12), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γρηγόριο Μέντη (Α.Μ. 16463), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Πολυχρόνη Καραστεργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2804/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ευστ. Σκούρα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1216733-4, 3025983/12 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισάγεται στην επταμελή σύνθεση λόγω σπουδαιότητας, ζητείται η αναίρεση της 2804/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 7856/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή του και είχε ακυρωθεί το 79/15.10.2002 συμπληρωματικό φύλλο ελέγχου φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων οικονομικού έτους 1993 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ΙΓ΄ Αθηνών, που αφορούσε στον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματός του από ελευθέρια επαγγέλματα και ακίνητα και την επιβολή σε βάρος του επιπλέον κυρίου φόρου 89.551.065 δρχ και προσθέτου λόγω ανακρίβειας ποσοστού 290%, συνολικά δε 331.741.708 δρχ (ήτοι 973.563 ευρώ), μόνο κατά το μέρος που αφορούσε στα εισοδήματα αυτού από ακίνητα, ύψους 1.575.000 δρχ.
3. Επειδή, το άρθρο 95 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, πριν μεν από την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, όριζε ότι στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκει, μεταξύ άλλων, «η μετά από αίτηση αναίρεση των τελεσίδικων αποφάσεων των διοικητικών δικαστηρίων για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου», μετά δε την εν λόγω αναθεώρηση, όπως ήδη ισχύει, ότι στο ανώτατο αυτό δικαστήριο ανήκει «η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει». Κατά την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου «Οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει». Εξάλλου, το άρθρο 26 του Συντάγματος καθιερώνει την διάκριση των λειτουργιών της Πολιτείας, της νομοθετικής (παρ. 1), της εκτελεστικής (παρ. 2) και της δικαστικής (παρ. 3).
4. Επειδή, με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ως άνω ν. 3900/2010 (Α΄ 213) αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ.18/1989 (Α΄8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…».
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων, δηλαδή, εφόσον πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, απαιτείται αφενός το ποσό της να μην είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ και αφετέρου να προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, περιεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για νομικό ζήτημα που τίθεται στην κρινόμενη υπόθεση και είναι αναγκαίο για την επίλυσή της είτε ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου για νομικό ζήτημα που τίθεται, κατά τα ανωτέρω, στην κρινόμενη υπόθεση. Οι διατάξεις αυτές, κατά το μέρος που επιβάλλουν τους εν λόγω περιορισμούς, δεν αντίκεινται στο άρθρο 95 παρ.1 περ. β του Συντάγματος, όπως, μάλιστα, η διάταξη αυτή ισχύει μετά την αναθεώρησή της (βλ. πρακτικό 6/2000 διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας), γιατί, ενόψει της επιφύλαξης νόμου που περιέχεται σε αυτήν, αλλά και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου, δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι συγκεκριμένες, μάλιστα, στοχεύουν στην ανάγκη αποσυμφόρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο όγκο αναιρετικών υποθέσεων που είτε είναι μικρού χρηματικού αντικειμένου, είτε θέτουν νομικά ζητήματα τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο προορισμός αυτού ως ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου και να επιτευχθεί μεγαλύτερη ταχύτητα στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης, την στιγμή, άλλωστε, που υφίσταται τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διαφυλάσσεται έτσι το κατά το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας (πρβλ. ΣΕ 1304, 1479, 2214/1997, 4134/2000, Ολομ., κ.ά.). Εξάλλου, κατά το μέρος που για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως οι διατάξεις αυτές απαιτούν ειδικότερα την υποχρέωση προβολής ισχυρισμών περί ελλείψεως νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή περί αντίθεσης της προσβαλλομένης προς την νομολογία του, θεσπισθείσες ενόψει του ότι, κατά την οικεία αιτιολογική έκθεση, βασικός σκοπός του ανωτάτου δικαστηρίου είναι η ενότητα της νομολογίας και, εν τέλει, η ασφάλεια δικαίου, ναι μεν, στοχεύοντας, κατά τα ανωτέρω, στον περιορισμό του αριθμού των αιτήσεων αναιρέσεως, συνεπάγονται και τον περιορισμό των περιπτώσεων μεταστροφής της νομολογίας του, δεν την αποκλείουν, όμως, όταν το Συμβούλιο της Επικρατείας, επιλαμβανόμενο πάλι σχετικού ζητήματος που άγεται ενώπιόν του κατά νόμο, όπως όταν τα δικαστήρια της ουσίας δεν ακολουθούν την νομολογία του, είτε κατόπιν άσκησης αιτήσεως αναιρέσεως υπέρ του νόμου (ΣτΕ 3784/2012, 3009/2013) ή κατόπιν τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 1 του ν. 3900/2010, κρίνει ότι λόγω π.χ. μεταβολής των συνθηκών επιβάλλεται μια τέτοια μεταστροφή (βλ. ΣτΕ 4474/2013 -7λής, 4439/2012-7λής, 4987/2012).
Επομένως, τα προβαλλόμενα περί αντίθεσης του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.3900/2010 προς το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η νομολογία ανάγεται σε πηγή δικαίου, ανατροπή της µπορεί να γίνει µόνο µε πράξη του νοµοθετικού οργάνου και δεν χωρεί μεταστροφή της, καθώς και προς το άρθρο 95 παρ.1 περ. β του Συντάγματος, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Τέλος, για τους ως άνω λόγους, οι διατάξεις αυτές του άρθρου 12 παρ.1 του ν.3900/2010 δεν αντίκεινται ούτε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 19ης Δεκεμβρίου 1997, 155/1996/774/975, Brualla Gómez de la Torre κατά Ισπανίας, ΣτΕ 196, 2471, 3784, 4439, 4987/2012 κ.ά.).
5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει τα 40.000 ευρώ, προβάλλεται αφενός ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που να έχει κρίνει το ζήτημα της προηγούμενης ακρόασης ως παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος, αλλά μόνο ως παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, και αφετέρου ότι, εν προκειμένω, ο αυτεπάγγελτα εξεταστέος λόγος της νομικής πλημμέλειας της μη κλήσης του ήδη αναιρεσείοντος σε προηγούμενη ακρόαση, συνεπαγόμενης την ακυρότητα της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης, τον οποίο απέρριψε η αναιρεσιβαλλομένη, ήταν λόγος οψιγενής, διότι ανέκυψε το πρώτον μετά τη δημοσίευση της 2370/2007 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, μετεστράφη η νομολογία και, επομένως, παραδεκτώς προβλήθηκε το πρώτον κατ’ έφεση. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί είναι απορριπτέοι. Και τούτο, αφενός διότι η νομολογία έχει ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος της έλλειψης προηγούμενης ακρόασης και ως παραβίασης συνταγματικού δικαιώματος, δεχόμενη ότι η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος «δεν συνεπάγεται υποχρέωση των δικαστηρίων να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως την τήρηση του συνταγματικού αυτού κανόνα από μέρους των διοικητικών αρχών, καθώς υποχρέωση αυτεπάγγελτου ελέγχου το Σύνταγμα επιβάλλει στα δικαστήρια, στο άρθρο 93 παρ. 4 αυτού, μόνον σε σχέση με την εξέταση της συμφωνίας του εφαρμοστέου, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, νόμου προς το Σύνταγμα, που αφορά στον έλεγχο του κύρους του κανόνα δικαίου, όχι δε και στο διαφορετικό ζήτημα του ελέγχου της τηρήσεως των εφαρμοστέων συνταγματικών κανόνων κατά την έκδοση διοικητικών πράξεων» (βλ. ΣτΕ 3718/2003- 7λής, 921/2012 -7λής κ.ά.). Και αφετέρου διότι, πέραν του ότι κατά τον χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου (στις 8.11.2007) είχε ήδη δημοσιευθεί (στις 17.9.2007) η 2370/2007 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία επικαλείται ο αναιρεσείων, πάντως, αυτή δεν αφορά το τιθέμενο εν προκειμένω ζήτημα της προηγούμενης ακρόασης επί υποθέσεως φορολογίας εισοδήματος, αλλά άλλη περίπτωση, της επιβολής προστίμου του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.
6. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου και 26 Νοεμβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Μαΐου 2015.
Ο Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Ο Γραμματέας του Β΄ Τμήματος
Φ. Αρναούτογλου Ι. Μητροτάσιος
1
-1-
Αριθμός 1987/2015
./.
Α.Β. (Δ)
./.
./.
./.
