3. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ 10.4.2017

Uncategorized

DIKRISH DIOIKHTIKVN DIAFORVN

Διοικητική Διαφορά

Η δικαστική διαμάχη που δημιουργείται μεταξύ διοικόυμενου και Δημοσίου λόγω  πράξης ή παράλειψης διοικητικής αρχής σε  έννομη σχέση δημοσίου δικαίου που χρήζει δικαστικής προστασίας και για το λόγο αυτό  άγεται ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου .

Στοιχεία της έννοιας

α) Πράξη ή παράλειψη διοικητικής  αρχής κατά διοικούμενου

β) Διατάραξη έννομης σχέσης δημοσίου δικαίου

γ) Ανάγκη παροχής δικαστικής προστασίας από Διοικητικό Δικαστήριο.

Συνεπώς όταν η διατάραξη προέρχεται μεν από διοικητική αρχή αλλά γίνεται σε έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου δεν πρόκειται για διοικητική διαφορά, αφού η υποκείμενη αιτία είναι έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου (θεωρία της υποκείμενης ).

Παραδείγματα

1.Πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής και αποζημιώσεως για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος .Υποκείμενη αιτία η κυριότητα (ΑΕΔ 7/87, 12/1992).Αντίθετα  υπάγονται στο ΣτΕ εάν αφορούν αποβολή απο αρχαιολογικό χώρο. (ΣτΕ ολομ. 88/11 Σπήλαιο Πετραλώνων).Και στα ΔΕΦ εάν αφορούν πρωτόκολλο αυθαίρετης κατασκευής (4479/11 Ε τμ. παρ. σε 7μ ).

2.Παραβάσεις του γειτονικού δικαίου  (1003-1032 ΑΚ) στα πολιτικά.

3.Πράξη πρόσληψης  υπαλλήλου σε ΝΠΙΔ κρατικής μετοχικής υπόστασης εφόσον δεν μεσολαβεί διοικητική διαδικασία. Διότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

4.Μικτή ταμειακή βεβαίωση με μεγαλύτερο το  βεβαιούμενο ποσό από αιτία οφειλής προς το κράτος από το  ιδιωτικό δίκαιο (ΑΕΔ 18/05). ΠΧ από μισθώματα.

5.Διαφορές για τον καθορισμό τιμής μονάδος επί απαλλοτριώσεως.

6.Μισθώσεις ακινήτων του δημοσίου.

7.Διαταγή πληρωμής δεν μπορεί να εκδοθεί από απαιτήσεις δημοσίου δικαίου (ΑΠ ολομ.1264/11). Η ανακοπή όμως του α.632 που ασκείται κατά μιας τέτοιας εσφαλμένης διαταγής πληρωμής παραδεκτά εκδικάζεται από τα Πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 18/85).Πλην όμως το πολιτικό δικαστήριο θα κάνει δεκτή την ανακοπή και θα ακυρώσει την διαταγή πληρωμής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων λόγω της φύσεως της διαφοράς (βλ. ΑΠ ολομ.1264/11).Στη περίπτωση αυτή ο ενδιαφερόμενος δικαιούχος θα πρέπει να ασκήσει αγωγή στα διοικητικά Δικαστήρια  ή εάν ήδη έχει επιτύχει αναγνωριστική τελεσίδικη απόφαση στα διοικητικά θα πρέπει να την τρέψει σε καταψηφιστική με αίτημα του προς τον Πρόεδρο του διοικητικού δικαστηρίου που εξέδωσε την αναγνωστική απόφαση, πληρώνοντας το σχετικό δικαστικό ένσημο. Ή τέλος εάν πρόκειται για απαίτηση από δημόσια σύμβαση να εκδώσει κατά το άρθρο 272Α του ΚΔΔ.

Η ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Οι διοικητικές διαφορές διακρίνονται σε ακυρωτικές και ουσίας.

Η διάκριση προβλέπεται ρητά στο Σύνταγμα μας. (βλ. αρθ. 94-95Σ).

Αντίθετα προβλέπεται ως εξαίρεση το σύστημα της ενιαίας δικαιοδοσίας (βλ. α. 94 παρ.3). Πχ διαφορές από ζημίες από αυτοκίνητα, τιμή μονάδος επι απαλλοτριώσεως, προσωρινή δικαστική προστασίας σε διαφορές από δημόσιες συμβάσεις που εμπίπτουν στα κατώφλια του ν. 3886/10, επι πιλοτικής δίκης το ΣτΕ μπορεί να δικάσει και ως δικαστήριο ουσίας.

Το Σύνταγμα όμως δεν θέτει κριτήρια διάκρισης. Δεν ορίζει πότε μια διαφορά είναι ακυρωτική και πότε ουσίας ή πότε είναι ιδιωτική και πότε διοικητική. Μόνο για τις υποθέσεις  Εκουσίας δικαιοδοσίας ρητά ορίζει ότι υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (α.94 παρ.2).

Το έδαφος λοιπόν είναι ασταθές αφού δεν έχουμε aprioriκριτήρια ώστε με ασφάλεια να γνωρίζουμε πότε  μία διαφορά είναι ακυρωτική ή ουσίας.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ ΤΑ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΣτΕ

Κατοχυρώνεται η ΓΕΝΙΚΗ ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΕ για όλες τις διαφορές για τις οποίες δεν έχει προβλεφθεί η υπαγωγή τους ενώπιον των ΤΔΔ με ένδικο βοήθημα ουσίας (ΑΕΔ 2/93, ΣτΕ 2039/1988).

Διαφορές ουσίας είναι εκείνες τις οποίες ρητά ή καθ’ ερμηνεία ο νομοθέτης έχει χαρακτηρίσει έτσι και έχει υπαγάγει καταρχήν στα ΤΔΔ με ένδικα βοηθήματα ουσίας.

 Ο Νομοθέτης όμως , συνεπεία της ως άνω γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας , καταρχήν δεν μπορεί να χαρακτηριστούν με γενικές ρήτρες συλλήβδην κατηγορίες ακυρωτικών διαφορών ως ουσίας (βλ. Ολ ΣτΕ 1094,95/1987 για τη αντισυνταγματικότητα του α.1 του ν.1406/83).

διακριση σε ακυρωτικεσ και ουσιασ

Δεν επιτρέπεται να οργανώνεται η αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ως εκτεινόμενη σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των κατηγοριών υποθέσεων που, κατ΄ εκτίμηση της φύσεως και της σπουδαιότητάς τους, επιτρεπτώς μεταφέρονται σε αυτά, αφαιρούμενα από την ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας στις συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων συνεπάγεται την υπεισέλευση της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική

επί θεμάτων για τα οποία είναι αυτή αποκλειστικώς αρμόδια: Α) Λόγω ρητής συνταγματικής προβλέψεως, όπως στην περίπτωση της προσβολής κανονιστικών διοικητικών πράξεων, δεδομένου ότι με αυτές αναγνωρίζονται δικαιώματα ή επιβάλλονται υποχρεώσεις ή ρυθμίζονται καταστάσεις απροσώπως και, συνεπώς, η μεταρρύθμισή τους από το δικαστή, συνεπαγόμενη τη διαμόρφωση των ρυθμιζόμενων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή καταστάσεων από το δικαστή, η οποία μόνον απροσώπως θα ήταν δυνατή, θα συνιστούσε θέσπιση νέας κανονιστικής διοικητικής πράξεως, για την οποία όμως αρμόδια είναι μόνο τα προβλεπόμενα από το άρθρο 43 του Συντάγματος όργανα της εκτελεστικής εξουσίας. Τούτου έπεται ότι η μετατροπή των διαφορών αυτών σε ουσιαστικές θα προσέκρουε στις συνταγματικές αυτές διατάξεις διότι θα είχε ως αποτέλεσμα την άσκηση της κανονιστικής αρμοδιότητας των ανωτέρω διοικητικών οργάνων από τα διοικητικά δικαστήρια. Ο έλεγχος, συνεπώς, των διοικητικών πράξεων, όταν προσβάλλονται ευθέως, είναι δυνατός μόνον ακυρωτικώς, κατ΄ αυτόν δε εξετάζεται α) αν η εξουσιοδοτική διάταξη είναι σύμφωνη προς συνταγματικές ή υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, β) αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από την εξουσιοδοτική διάταξη διαδικασία εκδόσεως της κανονιστικής πράξεως, γ) αν το περιεχόμενο της κανονιστικής ρυθμίσεως ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως και δ) αν η κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνη προς συνταγματικές ή υπερνοθετικής ισχύος διατάξεις. Και Β) ΄Όταν  εν όψει του κατά το νόμο αντικειμένου της προσβαλλομένης ατομικής διοικητικής πράξεως, των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή της και του χαρακτήρα της έρευνας βάσει της οποίας μπορεί να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών και των συνεπειών, τις οποίες θα επέφερε η μεταρρύθμιση της πράξεως, η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, όπως διαγράφεται στη σκέψη 4, θα παραβίαζε τα όρια της ανατιθέμενης αποκλειστικώς στα όργανα της Διοικητικής κρατικής εξουσίας βάσει της αρχής της διακρίσεως των λειτουργιών (π.χ. στις περιπτώσεις όπου τα αρμόδια διοικητικά όργανα έχουν προβεί σε τεχνικές κρίσεις και εκτιμήσεις).

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ

α) έκταση του ελέγχου των στοιχείων της διαφοράς

β) οι συνέπειες της απόφασης που εκδίδεται

γ) το αίτημα

δ) οι λόγοι

Ακυρωτικές διαφορές

1) Έλεγχος νομιμότητας (αρμονία με κ.δ. που διέπουν την έκδοσή της) διοικητικής πράξης ή παράλειψης έκδοσης διοικητικής πράξης (κανονιστικής, ατομικής, γενικής ατομικής)

2) Όχι έλεγχος πραγματικών περιστατικών

3) Συνέπειες μόνο ακύρωση  εν όλω ή εν μέρει της πράξης ή  παράλειψης

4) Αίτημα : μόνο ακύρωση

5) Προβαλλόμενοι λόγοι:  Μόνο σε σχέση με την εξωτερική ή εσωτερική νομιμότητα πράξης

6) Κατ΄ εξαίρεση, ελέγχονται πραγματικά περιστατικά από τα στοιχεία του φακέλου εάν ο αιτών επικαλείται κατά της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητικής πράξης υπέρβαση των  άκρων ορίων της  διακριτικής ευχέρειας, πλάνη περί τα πράγματα και προκύπτει κατά  τρόπο πρόδηλο ή όταν το δικαστήριο προσφεύγει στα διδάγματα της κοινής λογικής και πείρας.

Διαφορά Ουσίας

1) Έλεγχος νομιμότητας αλλά  και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών (πλήρης έλεγχος).

2) Αναγνώριση ύπαρξης δικαιώματος ή έλλειψης ή όρια υποχρέωσης καθώς και αιτημάτων αποζημίωσης.

3) Συνέπειες

α) ακύρωση διοικητικής πράξης  ή β) τροποποίηση  της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης ή  παράλειψης ή γ ) αναγνώριση ή  καταψήφιση αποζημίωσης οφειλομένων ποσών ή άλλης παροχής

4) Λόγοι

α) νομιμότητας αλλά και β) εκτίμηση πραγματικών περιστατικών ή γ) καταψήφιση  ή αναγνώριση  χρηματικής αξίωσης.

ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΕΦ

1. Υπαλληλικά  περ. α έως γ (εκτός από αποδοχές =αγωγή  ΔΠρ. Και πειθαρχικές ποινές ΥΚ= υπαλληλική)

Διορισμός (και μέσω ΑΣΕΠ) και εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ (π.χ. μετατάξεις, μεταθέσεις, προαγωγές).

Εξαιρούνται και μένουν στο ΣτΕ:

1) Δικαστικοί λειτουργοί και κύριο προσωπικό του ΝΣΚ,

2) Διορισμό και παύση «Καθηγητών πρώτης βαθμίδας της ανώτατης εκπαίδευσης (πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα)». ΜΟΝΟ ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΥΟ ΘΕΜΑΤΑ, ΤΑ ΑΛΛΑ ΔΕΦ.

3) Μετακλητοί ή επί θητεία ανώτατοι υπάλληλοι,

4) προαγωγή στο βαθμό του Πρέσβη, ΜΟΝΟ η προαγωγή όχι τα άλλα υπηρεσιακά θέματα των πρέσβεων.

5) Αρχηγός ΓΕ.Ε.Θ.Α., αρχηγοί των τριών κλάδων των ενόπλων δυνάμεων και αρχηγοί των σωμάτων ασφαλείας,

6) Γενικοί Διευθυντές και Προϊστάμενοι Γενικών Διευθύνσεων στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ,

7) απόλυση υπαλλήλου, εφόσον η αίτηση ακύρωσης είναι συναφής με υπαλληλική προσφυγή κατά πειθαρχικής ποινής οριστικής παύσεως και

8) επιβολή πειθαρχικής ποινής από συμβούλιο στο οποίο συμμετέχει δικαστικός λειτουργός κατ΄ εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο (άρθρο 89 παρ.2 Σ).

ΠΡΟΣΟΧΗ : Επί πειθαρχικών ποινών του Υπαλληλικού Κώδικα οι διαφορές είναι ουσίας και εισάγονται με υπαλληλική προσφυγή που εκδικάζεται κατά τα άρ. 41 επ. του πδ 18/89 σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο ΔΕΦ.

Ειδικά οι ποινές της απόλυσης και του υποβιβασμού  και η υπαλληλική προσφυγή που ασκεί ο Επιθεωρητής δημόσιας διοίκησης (ΣτΕ82/11, 7μ., 1670/13 7μ.) εκδικάζονται στο Γ’  Τμήμα του ΣτΕ σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.4 Σ. Μπορεί δε να συνεκδικαστούν και με την αίτηση ακυρώσεως κατά της διαπιστωτικής πράξης της απόλυσης ή του υποβιβασμού λόγω συνάφειας, ιδίως όταν γίνεται επίκληση ίδιων λόγων (ΣτΕ 327/12).

Πρόσληψη και κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ (ανεξάρτητα από τη φύση της έννομης σχέσης που το συνδέει), καθώς και του προσωπικού των ΝΠΙΔ, όταν η πρόσληψη αυτή γίνεται με βάση ειδική διοικητική διαδικασία.

Σύμφωνα με το α.50 του ν.3900/10  οι αιτήσεις ακυρώσεως που δεν έχουν συζητηθεί έως την 1-1-2011 παραπέμπονται στα ΔΕΦ.

2. Εκπαιδευτική νομοθεσία (δ-ε)

Εφαρμογή εκπαιδευτικής νομοθεσίας σε μαθητές, σπουδαστές, υπότροφους και μετεκπαιδευόμενους.

Εισαγωγή μαθητών των παραγωγικών σχολών, των υπαλλήλων Δημοσίου και ΝΠΔΔ και μεταβολές κατάστασης εφέδρων αξιωματικών

Διορισμός και υπηρεσιακή κατάσταση καθηγητών Πανεπιστημίου. Εξαιρείται και μένει στο ΣτΕ: διορισμός και παύση μελών ΔΕΠ (ή ΕΠ) της ανώτατης βαθμίδας.

Ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων

Το προσωπικό γενικά των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων και φροντιστηρίων.

3. Περιβαλλοντική/ πολεοδομική νομοθεσία (ζ-ι)

Οικοδομικές άδειες, άδειες για την κοπή δέντρων και σύνδεση των οικοδομών με τα κάθε είδους δίκτυα.

Χαρακτηρισμός αυθαιρέτων ή κατεδαφιστέων, εξαίρεση από κατεδάφιση. ΠΡΟΣΟΧΗ  Και τα πρόστιμα.

Χαρακτηρισμός έκτασης ως δάσους ή δασικής έκτασης και κήρυξη εκτάσεων ως αναδασωτέων. Προσοχή και οι σχετικές κανονιστικές πράξεις.

Εδώ υπάγονται πλέον μετά το Ν.3659/08 , α. 49, οι διαφορές του α. 114 του Ν.1892/90.

Πριν  η πράξη χαρακτηρισμού του κτίσματος εντός δασικής έκτασης υπαγόταν με αίτηση ακύρωσης  στο Πρόεδρο του Πρωτοδικείου και στο Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο οι προσφυγές  κατά του πρωτοκόλλου επιβολής αποζημίωσης για κατασκευή αυθαιρέτου σε δασική έκταση . Έτσι με το παλαιό καθεστώς είχε κριθεί  Νομολογιακά (ΣτΕ 5352/1995, 1159/1997, 3154/1999) ότι η διαφορά από την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Προέδρου του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου κατά της απόφασης νομάρχη για κατεδάφιση αυθαίρετου κτίσματος εντός δασικής έκτασης είναι ακυρωτική (άρ. 114, ν.1892/1990, άρ. 45 ν. 2145/1993).

Εφαρμογή πολεοδομικής μελέτης

Τακτοποίηση, προσκύρωση, αναλογισμός αποζημίωσης ακινήτων

Άδειες για υπαίθριες διαφημίσεις και επιγραφές

4. Αποσπαστές πράξεις  δημοσίων συμβάσεων  που εμπίπτουν στον ν. 3886/2010 αλλά και λοιπών Διοικητικών Συμβάσεων που δεν εμπίπτουν στο ΣτΕ.

Διαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, εφόσον η σύμβαση εμπίπτει στο Πεδίο εφαρμογής των Οδηγιών 2004/17/ΕΚ (L 134) και 2004/18/ΕΚ (L 134) ή στις διατάξεις, με τις οποίες οι εν λόγω Οδηγίες μεταφέρονται στην εσωτερική έννομη τάξη.

 Διαφορές που προκύπτουν από τις διαδικασίες ανάθεσης συμφωνιών-πλαισίων, συμβάσεων παραχώρησης δημοσίων έργων και δυναμικών συστημάτων αγορών.

ΛΟΙΠΕΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΕΣ

Εφαρμογή της νομοθεσίας περί Ο.Τ.Α. (ια)

Εξαιρούνται και μένουν στο ΣτΕ όσες διαφορές ανάγονται στην οργάνωση και την λειτουργία των υπηρεσιών τους.

Εφαρμογή της αθλητικής νομοθεσίας  (ιγ)

Εφαρμογή της νομοθεσίας περί συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων, δικαστικών επιμελητών, επιμελητών ανηλίκων, ορκωτών ελεγκτών-λογιστών, εκτελωνιστών και χρηματιστών. (ιε)

Χορήγηση αδειών για την άσκηση κάθε είδους επαγγελματικής δραστηριότητας, την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικών εγκαταστάσεων και την κυκλοφορία προϊόντων.(ιβ)ΠΡΟΣΟΧΗ  ΟΧΙ ΟΣΕΣ ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΥΠΑΧΘΕΙ ΣΤΑ ΤΔΔ ΟΥΣΙΑΣ.

Αποφάσεις που εκδίδονται επί αίτησης αναθεώρησης κατά αποφάσεων της ΡΑΕ (Ν. 4001/2011) εκτός από εκείνες που επιβάλλουν πρόστιμα. Η διαφορές σε πρώτο βαθμό  δικάζονται από το ΔΕΦ Αθηνών  εντός προθεσμίας δυο μηνών από την ημέρα κατάθεσης τους και η απόφαση εκδίδεται εντός τεσσάρων μηνών από την εκδίκαση. Ειδικά όμως οι αποφάσεις του α.5παρ.1 περ.π του ν.2773/99  εκδικάζονται από το ΣτΕ.

Αποφάσεις Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (α.25περ.β ν.3371/05)

Εξαίρεση: Οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο προσβάλλονται με προσφυγή ουσίας.

Ίδρυση υπεραγορών λιανικού εμπορίου (Ν. 2323/1995)

ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΔΙΟΙΚ. ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ

Διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί αλλοδαπών  εν γένει (ν. 3068/2002, άρ. 15§1)

Υπάγονται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ιδίως θέματα που αφορούν άδειες παραμονής, διοικητικές απελάσεις κ.τ.λ.

Εξαιρούνται και υπάγονται στο ΔΕΦ:

1) αναγνώριση αλλοδαπού ως πρόσφυγα και

2) κτήση/ απώλεια της ελληνικής ιθαγένειας.

3) Η έκδοση αλλοδαπού θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι λόγω σπουδαιότητας παραμένει στο ΣτΕ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΥΣΙΑΣ

Α. Με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής (βλ. αρθ. 1, Ν 1406/83 και άρθρο 7 ν. 702/77):  ΜΟΝΟ ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ :

1.Ασφαλιστικά ή διαφορές του α.7 ν.702/77 και αρ.1 του πδ 341/78 που μόνο εξακολουθεί να ισχύει. Τις σχετικές πράξεις μπορούν να προσβάλλουν και οι τρίτοι που έχουν έννομο συμφέρον.

κοινωνική ασφάλιση

προστασία αναπήρων και θυμάτων πολέμου

εργατική κατοικία

υγειονομική περίθαλψη των υπαλλήλων, ασφαλισμένων του Δημοσίου και των οικογενειών τους.

αποκατάσταση γεωργών και κτηνοτρόφων.

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ 1406/83.

Μπορούν τις σχετικές πράξεις να προσβάλλουν και τρίτοι εφόσον έχουν έννομο συμφέρον.

2.  Αποδοχές  δεδουλευμένες ή μη του προσωπικού του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ  (ΒΛ. ΑΕΔ 1/12).

3.  Ορισμένες κατηγορίες διοικητικών αδειών

άδεια λειτουργίας καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος

άδεια κυκλοφορίας οχημάτων

αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης (λεωφορείων, φορτηγών, επιβατηγών, βυτιοφόρων και λοιπών)

υπαίθριο εμπόριο και λαϊκές αγορές

άδειες εγκαταστάσεως και λειτουργίας πρατηρίων καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων και πλυντηρίων-λιπαντηρίων αυτοκινήτων

Παραχώρηση κοινοχρήστων χώρων σε καταστήματα προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας τους

4. Διοικητικές Κυρώσεις και όλα τα χρηματικά πρόστιμα . Η απαρίθμηση είναι πλέον ενδεικτική διότι με το α. 66 του ν.4055/12 ΟΛΕΣ ΟΙ διοικητικές κυρώσεις εκδικάζονται από τα ΤΔΔ ως ουσίας  εκτός από  τις εξής κυρώσεις που είναι ακυρωτικές :

ΠΡΟΣΟΧΗ:

α) Κυρώσεις πειθαρχικού χαρακτήρα που ενδεικτικά αναφέρονται στην παρ.2α του α.66 του ν.4055/12,

  β) Τα πρόστιμα  των αυθαιρέτων κτισμάτων και παρανόμων υπαιθρίων διαφημίσεων περ.η κα ι του α.1 του ν.702/77 που είναι ακυρωτικά στο ΔΕΦ.

γ) Κυρώσεις της Τράπεζας της Ελλάδας, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και των Ανεξάρτητων Αρχών.

Λοιπές διαφορές ουσίας

1.όρια εδαφικής περιφέρειας των δήμων και κοινοτήτων

2.στρατιωτικές ναυτικές και αεροπορικές επιτάξεις

3.Μεταλλεία και λατομεία

4.Σήματα Ν. 2239/1994: υπαγωγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο προσφυγών κατά των αποφάσεων της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων

5.Σχέσεις μεταξύ ΟΓΑ και ασφαλισμένων

6.κύρος των δημοτικών και κοινοτικών εκλογών

7.Νομοθεσία περί διαχείρισης υδάτινων πόρων

8.Κοινοτικές  ή εθνικές ενισχύσεις και επιδοτήσεις (α.48παρ. 2 ν.3900/10)

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ (ΠΡΟΣΟΧΗ)

Φορολογικές διαφορές (α. 1 ΚΦΔ που μόνο εξακολουθεί να ισχύει) .

 Η ατομική  πράξη πρέπει να επιβάλλει φορολογική υποχρέωση , πρόστιμο,  «εισφορά», κύρωση κλπ από : 

Δημοτική και  Κοινοτική φορολογία (έννοια των φορολογικών έν γένει διαφορών (ΣΤΕ Β΄ 7μ. 761/2014)

ΠΡΟΣΟΧΗ: Εάν ο κύριος Φόρος είναι εώς 60.00Ο€  Σε πρώτο βαθμό αρμόδιο το Μονομελές Διοικ. Πρωτοδικείο και σε Δεύτερο το Μονομελές ΔΕΦ. Εάν είναι ΑΠΟ 60.000,01 € ΕΏς 150.000 το ΤΔΠ και κατ΄έφεση το ΤΔΕΦ και απο 150.000,01 € και πάνω σε πρώτο και τελευταίο βαθμό το ΔΕΦ.

Από ανταποδοτικά τέλη.

Προεδρική Φορολογική Διαδικασία

1.άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ή βεβαιώσεως ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης για οποιαδήποτε αιτία

2.άρνηση θεώρησης φορολογικών βιβλίων και στοιχείων λόγω μη εκπληρώσεως ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών

3.προσωρινή παύση λειτουργίας επαγγελματικής εγκατάστασης επιτηδευματία λόγω φορολογικών παραβάσεων ή εν γένει οφειλών προς το Δημόσιο.

4.Αφαίρεση άδειας οχήματος (α.13 και 14 ν.2523/97).

5.Δέσμευση τραπεζικών καταθέσεων. (α.153 Ν.2960/01) και 6) εξασφαλιστικά μέτρα του άρθρου 4174/2013 αρθ.46 (βλ. πρώτην άρθρο 14 του Ν.2523/1997). Μάλιστα σε αυτή την περίπτωση με εγκύκλιο που εξέδωσε πρόσφατα η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, δεν προβλέπεται η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 63 του Ν. 4174/2013.

Β. Με το ένδικο βοήθημα της αγωγής:

Ευθύνη Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ 

Εξαιρέσεις:

1.διαφορές οι οποίες άγονται στο ΕλΣυν άρθ. 1 παρ. 1 στ α΄και δ΄ΠΔ  και α. 45  πδ 774/1980 .

2.ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητα Ν ΓπΝ` της 4/5 Δεκ. 1911 (ΤΡΟΧΑΙΑ) στα πολιτικά δικαστήρια μετά το ν.3900/10.

Γ. Με το ένδικο βοήθημα της ανακοπής

1.Αναγκαστική εκτέλεση μέσω Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)

Ένδικο βοήθημα: ανακοπή (άρθρα 217 επ. ΚΔΔικ)

Αρμοδιότητα: ΜονΔΠρωτ ανεξαρτήτως ποσού  (αρθρο 218 ΚΔΔικ)

Εξαίρεση: αναγκαστική εκτέλεση στο πλαίσιο διαφορών οι οποίες πηγαίνουν στο ΕλΣυν καθώς η υποκείμενη αιτία είναι δημοσιολογιστική.

Δ. Με το ένδικο βοήθημα της ένστασης

Στο πλαίσιο δημοτικών εκλογών (βλ. αρθ. 45επ, ν. 3852/2010)

Στο πλαίσιο αρχαιρεσιών ΝΠΔΔ. Εξ. Αρχαιρεσίες ΑΕΙ = ακυρωτική (ΣτΕ Ολομ. 982/12).

Διοικητικό Εφετείο  (με προσφυγή).
 Πρόκειται για διαφορές από ατομικές πράξεις.

1.Ερμηνεία – Εκτέλεση και Λύση  διοικητικών συμβάσεων

Ν. 1406/1983 και ΚΔΔικ 6§2 στ. ι και ν.3900/10 α.48 που αφορά και τους τρίτους.

ΣΟΣ, όταν το αίτημα είναι αμιγώς χρηματικό,  ασκείται αγωγή (βλ. αρθ. 2, παρ. 2 ν. 1406/83. Σε περιπτώσεις των άρθ. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και όπου αλλού το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εγείρεται από τον δικαιούμενο αγωγή. 

2.«Μεγάλες» φορολογικές και τελωνειακές διαφορές

 με αντικείμενο άνω των 150.000€ όπου το ΔΕΦ αποφαίνεται ανεκκλήτως, δηλαδή δεν ασκείται έφεση παρά μόνο αναίρεση ενώπιον του Β΄ Τμήματος του ΣΤΕ.

3.Κυρώσεις  για την παράβαση της νομοθεσίας που διέπει

α) την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας,

β) την ίδρυση και λειτουργία επαγγελματικής εγκατάστασης και

γ) την κυκλοφορία προϊόντων (εκτός αν έχουν υπαχθεί με άλλη διάταξη στην αρμοδιότητα του ΔΠρ).

4.Ρυθμιστικές διαφορές:

Ν. 3959/2011: υπαγωγή στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών προσφυγών κατά αποφάσεων της Επιτροπής Ανταγωνισμού

Ν. 3340/2005, 3371/2005: υπαγωγή στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδίδονται με βάση τα άρ. 23, 24 Ν. 3340/2005, άρ. 25 Ν. 3371/2005

Ν. 3431/2006: υπαγωγή στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών προσφυγών κατά αποφάσεων της ΕΕΤΤ

Ν.4001/2011: δικαστικός έλεγχος αποφάσεων ΡΑΕ (εκτός από τη χορήγηση αδειών που δημιουργεί ακυρωτική διαφορά ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου). Οι πράξεις με κανονιστικό χαρακτήρα προσβάλλονται ενώπιον του ΣτΕ με αίτηση ακυρώσεως.

5.Υπαλληλικές διαφορές

Ν. 2944/2001 αρ. 4:  υπαγωγή στο τριμελές διοικητικό εφετείο όλων των υπαλληλικών προσφυγών σε πρώτο και τελευταίο βαθμό εκτός από εκείνες που ευθέως εκ του Σ υπάγονται στο ΣτΕ

Ν. 3528/2007, Ν. 3584/2007: υπαγωγή στο Διοικητικό Εφετείο προσφυγών μονίμων υπαλλήλων Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κατά αποφάσεων δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου

Εξαιρούνται και υπάγονται στο ΣτΕ: προσφυγές μονίμων υπαλλήλων κατά αποφάσεων δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου που επιβάλλει τις ποινές του υποβιβασμού και της οριστικής παύσης

Λοιπές ΟΥΣΙΑΣ ΣΤΟ ΔΕΦ

Εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων.

Ν. 2289/1995: υπαγωγή στο Διοικητικό Εφετείο διαφορών που αφορούν εκμετάλλευση λατομείου

Ν. 2833/2000: υπαγωγής το Διοικητικό Εφετείο προσφυγών κατά πράξεων που αφορούν παράβαση διατάξεων για διαφημίσεις στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας

Α.  ΚΑΘ΄ΥΛΗΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

  1. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (95Σ)
  • Πρωτοδίκως ως ακυρωτικό δικαστήριο με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακυρώσεως.
  • Κατ΄ έφεση,  ακυρωτικές  διαφορές του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου και του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου.
  • Κατ΄  αναίρεσιν, ως δικαστήριο ουσίας, τελεσίδικη απόφαση τακτικού διοικητικού δικαστηρίου.
  • Επιλαμβάνεται της επεξεργασίας των προεδρικών διαταγμάτων τα οποία έχουν κανονιστικό χαρακτήρα (έχει γνωμοδοτική αρμοδιότητα).
  1. ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ
  • Φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές σε πρώτο βαθμό, των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει  το ποσό των  60.000.
  •  Χρηματικές διαφορές των οποίων το αντικείμενο δεν υπερβαίνει το ποσό των 60.000.
  •   Διαφορές του άρθρου 7 του Ν. 702/1977 οι οποίες δεν υπερβαίνουν το ποσό των 60.000.
  • Οι διαφορές από διοικητική εκτέλεση κατά τα άρθρα 217 και επόμενα του ΚΔΔ ανεξαρτήτως ποσού

3. ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ  ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ

  1. ΩΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Πρωτοδίκως ακυρωτικές διαφορές του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 3068/2002, πλην των περιπτώσεων του ασύλου καθώς και της κτήσης και της απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας.

  1. ΩΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΥΣΙΑΣ
  • Η σε πρώτο βαθμό εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στο τριμελές πρωτοδικείο.
  • Φορολογικές διαφορές, σε πρώτο βαθμό των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει τις μέχρι και του ποσού των 150.000.
  • Χρηματικές διαφορές άνω των 60.000.
  • Διαφορές του άρθρου 7 του Ν. 702/1977.

4.ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ  ΕΦΕΤΕΙΟ

  •   Η σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας οι οποίες  όμως εκδίδονται από το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο. (ισχύει για εφέσεις κατά αποφάσεων που θα δημοσιευθούν ένα έτος μετά τη δημοσίευση του νόμου 3900/2010,  ΦΕΚΑ΄ 213/17.12.2010,  ήτοι από 16/12/2011 και μετά.
  • ΩΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΟΥΣΙΑΣ
  • Η σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας οι οποίες έχουν εκδοθεί από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο.
  • Φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές σε πρώτο και τελευταίο βαθμό άνω των 150.000 .
  • Διαφορές από διοικητικές συμβάσεις σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

 ΩΣ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

  •  Διαφορές του άρθρου 1. παρ.1 του ν.702/1977.
  •  Οι διαφορές του άρθρου 15 του ν. 3068/2002 περί ασύλου, καθώς και κτήση και απώλεια ελληνικής ιθαγένειας από αλλοδαπούς.

6. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΕΚΔΙΚΑΖΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ

  • Διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή των άρθρων 13 και 14 του ν.2523/1997 περί  αναστολής λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων αλλοδαπών, αφαίρεση πινακίδων και αδειών κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων καθώς και τα μέτρα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων κατά οφειλετών του Δημοσίου. Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών αποφαίνεται ανεκκλήτως για τις εν λόγω διαφορές και εν συνεχεία ασκείται αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Β΄ Τμήματος του ΣΤΕ.
  • Διαφορές του άρθρου 46 παρ. 5 και 6 του ν. 4174/2013. Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών αποφαίνεται ανεκκλήτως για τις εν λόγω διαφορές και εν συνεχεία ασκείται αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Β΄ Τμήματος του ΣΤΕ.
  •   Διαφορές του άρθρου 1 παρ. 4 περιπτώσεις γ΄, δ΄ και ε΄ του ν. 1406/1983, όπως προστέθηκε με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν.3659/2008 (άρνηση χορήγησης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας, προσωρινή παύση λειτουργίας καταστήματος λόγω φορολογικών παραβάσεων, άρνηση θεώρησης φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, λόγω μη εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών. Ο Πρόεδρος Πρωτοδικών αποφαίνεται ανεκκλήτως για τις εν λόγω διαφορές και εν συνεχεία ασκείται αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Β΄ Τμήματος του ΣΤΕ.
  • ΠΔ: 361/2001: Κατανομή σε τμήματα των υποθέσεων του ΣΤΕ. Υπάρχουν  συνολικά έξι τμήματα.

           

  • ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Θεσμικό πλαίσιο :  το ΠΔ 18/1989 και εφόσον υπάρχει θέμα που δεν ρυθμίζεται από αυτό , εφαρμόζεται αναλογικά ο ΚΠολΔ (α.40 πδ 18/89).

Εάν δικάσει υπόθεση ουσίας επι πιλοτικής δίκης εφαρμόζει τον ΚΔΔ. Επίσης στην αναίρεση εφαρμόζει και τον ΚΔΔ για να διαγνώσει τυχόν δικονομικό λάθος της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης.

Δικάζει επι των εξής ενδίκων βοηθημάτων και μέσων:

1.Ακυρωτικό  ένδικο βοήθημα : Αίτηση ακύρωσης.

2.Ακυρωτικά ένδικα μέσα :

Α) Έφεση επι οριστικών αποφάσεων των πρωτοβάθμιων ακυρωτικών Δικαστηρίων (58).

Β)  Τριτανακοπή επι οριστικών ακυρωτικών αποφάσεων (51)

Γ) Αίτηση επανασυζητήσεως (27§5) .

Δ) Αίτηση κατά της εν συμβουλίω αποφάσεως του άρθρου 34Α και 34Β για επ΄ακροατηρίου συζήτηση (34Α §2, 34Β §2).

Ε) Αίτηση διόρθωσης και ερμηνείας των αποφάσεων ( 68και 69).

3. Ένδικα βοηθήματα ουσίας : υπαλληλική προσφυγή (41), προσφυγές αιρετών ΟΤΑ, προσφυγή του άρθρου 18§3 Σ.

4. Ένδικα μέσο επι διαφορών ουσίας : Αναίρεση κατά ανέκκλητων ή τελεσίδικων αποφάσεων των Δικαστηρίων ουσίας.

Οιονεί ένδικα βοηθήματα :

1.Αίτηση πρότυπης δίκης (α.1 Ν3900/10).

2.Αίτηση επιτάχυνσης (α.33Α πδ 18/89)

3.Αίτηση δίκαιης ικανοποίησης (52-55 ν.4055/12).

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΑΚΥΡΩΤΙΚΩΝ ΕΝΔΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ (17).

Περιεχόμενο δικογράφου αρ. 17 § 2

1) Όνομα αιτούντος, πατρώνυμο δεν απαιτείται. Σε κάθε περίπτωση εάν το όνομα δεν αναφέρεται αλλά προκύπτει από το δικόγραφο με βεβαιότητα η ταυτότητα του αιτούντος δεν είναι απαράδεκτο το δικόγραφο (υπόθεση τέως βασιλέα Κωνσταντίνου).

2) Διεύθυνση Κατοικίας

3) Χρονολογία : Δεν επιφέρει απαράδεκτο εφόσον βεβαιούται στο σώμα του δικογράφου από τον αριθμό καιχρονολογία καταθέσεως κατά αρ. 19 §1

4) Προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση.

Η αόριστη μνεία ότι ζητείται η ακύρωση σε κάθε συναφούς πράξης ή απόφασης δεν υποχρεώνει το δικαστήριο να ερευνήσει το αίτημα και είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας (αρ. 17 § 3)

5) Ιδιόχειρη υπογραφή από δικηγόρο διορισμένο σε πρωτοδικείο της χώρας, ενώ στην υπαλληλική μπορούσε να υπογράφει ο ίδιος ο αιτών εώς 23.12.2016, πλέον όχι. Τα δικόγραφα του δημοσίου  τα υπογράφει λειτουργός του ΝΣΚ ή και δικηγόρος, ενώ των ΝΠΔΔ και των ανεξάρτητων αρχών Δικηγόρος εφόσον δεν εκπροσωπούνται από το ΝΣΚ , άλλως και το ΝΣΚ (πχ ΙΚΑ).

ΠΡΟΣΟΧΗ

Εάν δεν υπάρχει υπογραφή, το δικόγραφο είναι απαράδεκτο, εκτός εάν υπάρχει υπογραφή στη πράξη κατάθεσης και προκύπτει με σαφήνεια η ταυτότητα και η σοβαρότητα της προθέσεως του καταθέντος να ασκήσει το ένδικο βοήθημα.

6) Συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως.

Τα ίδια ισχύουν και για τα λοιπά βοηθητικά ή επικουρικά μη αυτοτελή δικόγραφα (προσθετοί λόγοι,παρέμβαση,τριτανακοπή κλπ).

Αντίκλητος αρ. 18

Αντίκλητος είναι το φυσικό πρόσωπο που μπορεί να δέχεται επιδόσεις διαδικαστικών εγγράφων αντί και για λογαριασμό του διαδίκου.

Προυποθέσεις

1. Κάτοικος Αθηνών (απόρροια του ανακριτικού συστήματος)

2. Αναφορά διεύθυνσης

Τρόποι διορισμού

1. Δικόγραφο

2. Δήλωση στη Γραμματεία

3. Συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο

4. Ρήτρα σε σύμβαση

Αυτοδικαίως λογίζεται ο δικηγόρος  που υπογράφει το δικόγραφο, εφόσον να είναι διορισμένος στο Πρωτοδικείο Αθηνών ή Πειραιά. Άλλως πρέπει να διοριστεί πρόσωπο που κατοικεί στην Αθήνα. Ο Δικηγόρος ,που παραστάθηκε στο ακροατήριο είναι αντίκλητος αυτοδικαίως μέχρι και την έκδοση της οριστικής απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 21§2 περ.3 επί ακυρωτικής εφέσεως, παραδεκτώς η κοινοποίηση αυτής γίνεται στον δικηγόρο του εφεσίβλητου ιδιώτη που παραστάθηκε κατά την έκδοση της οριστικής απόφασης , εφόσον δεν έχει γνωστοποιηθεί στο Δικαστήριο αλλαγή του.

Οι κοινοποιήσεις γίνονται είτε στον διάδικο είτε στον αντίκλητο αρ. 18§5

ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΚΥΡΩΤΙΚΩΝ ΕΝΔΙΚΩΝ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΣΩΝ (Α. 17 ΚΑΙ 19)

Ο κανόνας είναι με αυτοπρόσπωη παρουσία του αιτούντος ή πληρεξουσίου του στη γραμματεία του ακυρωτικού Δικαστηρίου. Εάν πρόκειται για ένδικο μέσο στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέσωσε την απόφαση. Άλλοι τρόποιο όπως με συστημένη επιστολή , με εταιρία ταχυμεταφορών κλπ είναι απαράδέκτοι. Απο την κατάθεση και με΄τα την ευθύνη την φέρει το Δικαστήριο.

Ειδικά οι τρόποι ασκήσεως της αίτησης ακύρωσης και υπαλληλικής προσφυγής είναι τρείς :  α) κατάθεση στη γραμματεία του ακυρωτικού δικαστηρίου,

                β) κατάθεση σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή και

                γ) ηλεκτρονική κατάθεση ( ο τρόπος αυτός ισχύει και για τα άλλα ένδικα μέσα και βοηθήματα, αλλά ακόμη είναι σε δοκιμαστική εφαρμογή).

         Ειδικότερα :

α) Με αυτοπρόσωπη κατάθεση του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του Δικηγόρου (η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται) στη γραμματεία του ακυρωτικού Δικαστηρίου. Ο καταθέτης μπορεί να είναι και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τους ανωτέρω , άρα μπορεί και ο ασκούμενος δικηγόρος (αρ. 17 §1).

Ο καταθέτης πρέπει να παραδώσει στο γραμματέα το πρωτότυπο δικόγραφο που πρέπει να είναιυπογεγραμμένο από Δικηγόρο διορισμένο σε πρωτοδικείο της χώρας (αρ. 19 § 1).Η υπαλληλική προσφυγή μπορεί να υπογράφεται από και από τον ίδιο τον προσφεύγοντα (αρθ. 17§4). Συνεπώς δεν είναι δυνατή η άσκηση με συστημένη επιστολή ή η με άλλο τρόπο υποβολή του δικογράφου στη γραμματεία πχ με courier.

Ο γραμματέας προβαίνει σε άμεση καταχώριση σε ειδικό βιβλίο στο οποίο υπογράφει και ο καταθέτων. Υπερισχύει η χρονολογία του βιβλίου σε περίπτωση αμφισβήτησης. Αν το δικόγραφο που κατατέθηκε δεν είναι υπογεγραμμένο από δικηγόρο είναι καταρχήν απαράδεκτο. Μπορεί όμως να αναπληρωθεί η έλλειψη υπογραφής εάν ο Δικηγόρος εμφανιστεί κατά την συζήτηση της αιτήσεως ακυρώσεως και επιδείξει την σοβαρή πρόθεση να συζητηθεί η υπόθεση οπότε διασώζεται το δικόγραφο εφόσον προκύπτει ότι έχει υπογράψει στο ειδικό βιβλίο καταθέσεως δικογράφων.

          Β) Κατάθεση σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή (19§2).

Πάλι απαιτείται αυτοπρόσωπη κατάθεση του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του Δικηγόρου (η πληρεξουσιότητα τεκμαίρεται) και το αρμόδιο όργανο  συντάσσει πράξη καταθέσεως η οποία ενσωματώνεται στο δικόγραφο ή επισυνάπτεται αν δεν υπάρχει χώρος στο δικόγραφο σε ιδιαίτερο έγγραφο (αρ. 19 § 7).  ΠΧ κατάθεση της αίτησης  ακύρωσης που απευθύνεται στο ΣτΕ στο Αστυνομικό τμήμα, στο Ειρηνοδικείο, στην 16η Μεραρχία, στη Γραμματεία του Καποδιστριακού. Προσοχή όχι σε εσωτερικές γραμματείες , όπως πχ στην γραμματεία του πρυτάνεως. Πρέπει να είναι αρχή που έχει εξωτερική επαφή με το κοινό. Πχ Σε ΚΕΠ (νπδδ).

Εάν την αίτηση ακύρωσης την ασκεί δημόσια αρχή πχ ΟΤΑ δεν επιτρέπεται να γίνει κατάθεση στη γραμματεία του. Πρέπει να καταθέσει σε άλλη δημόσια αρχή. (δηλαδή όχι κατάθεση στην αρχή η οποία εξέδωσε την πράξη.  Αντίθετα ο διάδικος εφόσον είναι ιδιώτης, μπορεί να καταθέσει το δικόγραφο και στην δημόσια αρχή που εξέδωσε την πράξη.

Η δημόσια αρχή πρέπει να καταχωρίσει το πρωτότυπο δικόγραφο στο πρωτόκολλο της δίδοντας του αύξοντα αριθμό και χρονολογία κατάθεσης.  Εν συνεχεία θα πρέπει να συντάξει πάνω στο κατατεθέν πρωτότυπο την πράξη κατάθεσης ή ένα δεν υπάρχει χώρος να την συντάξει σε ιδιαίτερο έγγραφο που θα επισυνάψει νομοτύπως στο πρωτότυπο. Η αρχή θα πρέπει να στείλει εν συνεχεία υπηρεσιακώς το πρωτότυπο στο ακυρωτικό Δικαστήριο προς το οποίο αυτό απευθύνεται. Σε κάθε περίπτωση εάν η αρχή δεν το περάσει στο πρωτόκολλο η ακυρότητα δεν μπορεί να αντιταχθεί στον αιτούντα διότι είναι εκτός της σφαίρας της επιρροής του.

Η πράξη κατάθεσης πρέπει να φέρει :

1. Τον αριθμό πρωτοκόλλου, αν δεν φέρει αριθμό πρωτοκόλλου αναπληρούται από το αριθμό που αναγράφεται  στο  πρωτόκολλο εισερχομένων

2. Χρονολογία , αν δεν φέρει χρονολογία  δεν είναι άκυρο εφόσον προκύπτει από το πρωτόκολλο εισερχομένων. Η χρονολογία του πρωτοκόλλου υπερισχύει σε περίπτωση διαφοράς με την χρονολογία της πράξης κατάθεσης.

3.Υπογραφή καταθέτη. Εάν ελλείπει αναπληρούται από την υπογραφή του επί του δικογράφου .

4. Υπογραφή του δημοσίου οργάνου που παρέλαβε το δικόγραφο.

Οι ελλείψεις στην πράξη κατάθεσης δεν μπορεί να οδηγούν σε ακυρότητα του δικογράφου εάν οφείλονται σε λάθος της δημόσιας αρχής ( Κούτρας κατά Ελλάδος ακώλυτη άσκηση δικαιώματος και πρόσβαση στη δικαστική προστασία 6 § 1 ΕΣΔΑ).

Ειδικά η κατάθεση ακυρωτικής έφεσης (19§5): Μεκατάθεση ΜΟΝΟ στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την οριστική ακυρωτική εκκαλουμένη απόφαση. Συντάσσεται έκθεση σε ιδιαίτερο βιβλίο ενδίκων μεσών και υπογράφει ο καταθέτων.

Ειδικά η αναίρεση (19§6): κατατίθεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συντάσσεται πάνω στο πρωτότυπο του δικογράφου της αναίρεσης  πράξη κατάθεσης.

          Γ) Με ηλεκτρονικό μέσο που φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή (19§8).

Μετά την κατάθεση

Κατά το ανακριτικό σύστημα το Δικαστήριο προσχωρεί στις εξής ενέργειες :

Ο Πρόεδρος σε εύλογο χρόνο εκδίδει πράξη αρ. 20 για ορισμό εισηγητή και ορισμό δικασίμου, η οποία σημειώνεται και στο πινάκιο και δίνει εντολή να ανακοινωθεί η δικογραφία στον εισηγητή.

Κοινοποίηση (αρ. 21).

Γίνονται κατόπιν εντολής του Προέδρου με  επιμέλεια της Γραμματείας προς τον καθού κοινοποίηση αντιγράφου του δικογράφου και της πράξης του προέδρου του αρ. 20. Τουλάχιστον 20 ημέρες πρίν την δικάσιμο.

Εξαίρεση στην αναίρεση που τις κοινοποιήσεις τις κάνει ο αναιρεσείων αρ. 21 § 4. Αλλά και τους προσθέτους λόγους και την παρέμβαση.

Το άρθρο δεν προβλέπει κοινοποίηση στον αιτούντα αν και στην πράξη η γραμματεία κοινοποιεί. Πάντως έχει κριθεί ότι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας  καθώς ο αιτών έχει εύλογο ενδιαφέρον και πρέπει να ενδιαφέρεται για το ένδικο μέσο που άσκησε και το πότε αυτό θα συζητηθεί.

Εξαίρεσεις όπου το δικαστήριο έχει υποχρέωση κοινοποίησης στον αιτούνται για:

I. νέα συζήτηση (πχ επι αιτήσεως επανασυζητήσεως αρ. 27§5)

II. περαίτερω συζήτηση (αρ. 21 § 5)

III. παραπομπών στο αρμόδιο δικαστήριο ή τμήμα (νομολογία).

Εφόσον υπάρχει υποχρέωση κοινοποίησης και δεν έγινε από την γραμματεία τότε υπάρχει ανωτέρα βία κατά άρθρο 27 § 5 και μπορεί να ασκηθεί αίτηση επανασυζήτησης.

 Εφόσον  δεν κατοικούν στην Αθήνα ούτε ο αιτών ούτε ο αντίκλητος, δεν υπάρχει υποχρέωση κοινοποίησης κατά την νομολογία.

Θεραπεία ελλείψεως κοινοποίησης αν παρίσταται και δεν αντιλέγει ο διάδικος αρ. 21 § 6.

Οι κοινοποιήσεις γίνονται για να μπορέσει να ασκήσει το δικαίωμα ακροάσεως. Αν δεν αντιλέγει, σημαίνει οτι παραιτείται ad hoc από το δικαίωμά του.

Αν δεν παρασταθεί ο διάδικος, τότε θεωρείται ότι αντιλέγει. Αν αντιλέξει ο διάδικος τότε κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση και αναβάλλεται η συζήτηση σε νέα δικάσιμο.

Οι διατάξεις ως προς τις κοινοποιήσεις λαμβάνονται υπόψιν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Σε ποια πρόσωπα πρέπει να γίνου οι κοινοποιήσεις (αρ. 21§2)

1. Εφόσον προσβάλλεται πράξη του δημοσίου , τότε αντίδικος είναι ο καθύλην  αρμόδιος Υπουργός. Αν  γίνει σε αναρμόδιο υπουργό, είναι απαράδεκτη η συζήτηση, οπότε  αναβολή και νέα δικάσιμος. Από το άρθρο αυτό, προκύπτει ότι αντίδικος στην ακυρωτική δίκη είναι ο καθύλην υπουργός για κάθε πράξη οργάνων του υπουργείου του και όχι γενικά το Ελληνικό Δημόσιο.

2. Πράξη ΝΠΔΔ  στο ΝΠΔΔ και στον εποπτεύονται Υπουργό (μπορεί να παρέμβει και υπερ. και κατά του κύρους της πράξης επ΄ακροατηρίου χωρίς κατάθεση δικογράφου)

3. Πράξη ΝΠΔΔ που εγκρίθηκε με πράξη εποπτεύοντος οργάνου στο ΝΠΔΔ και αρμόδιο Υπουργός που προΐσταται του   εποπτεύοντος όργανου.

4. Πράξη υπηρεσιακού συμβουλίου κρίσης υπαλλήλων ΝΠΔΔ στο νπ που υπηρετεί ο υπάλληλος και στον Υπουργό που προΐσταται του οργάνου.

5. Έφεση στον εφεσίβλητο ιδιώτη είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε αίτηση ακύρωσης ή παρέστη στη συζήτηση

Πότε δεν χρειάζεται κοινοποίηση.

1. Αν εκείνος που άσκησε το ένδικο μέσο και ο αντίκλητός του δεν κατοικούν στην διεύθυνση που δηλώθηκε αρχικά ή μεταγενέστερα

2. Αν δεν έγινε διορισμός αντικλήτου αρ. 18§3

3. Αν αντίκλητος και αιτών δεν κατοικούν στην Αθήνα

Εξουσίες  Εισηγητή (αρ. 22 §§2-3)

Μπορεί να ζητεί από τους διαδίκους να προσκομίσουν όλα τα χρήσιμα, κατά την εκτίμησή του, αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα, εκθέσεις αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνες κλπ), Οι δημόσιες αρχές έχουν υπηρεσιακή  υποχρέωση να αποστέλλουν τα στοιχεία και τις πληροφορίες που τους ζητούνται.(αποστολή του διοικητικού φακέλου). Ο ιδιώτης έχει απλώς δικονομικό βάρος

 ΣτΕ 4600/05 –> υποχρέωση αποστολής και των απόρρητων εγγράφων. Αυτά τα έγγραφα μπορούν να δικαιολογήσουν τον περιορισμό της αρχής της ελέυθερης πρόσβασης του διαδίκου στα στοιχεία του φακέλου, δεν μπορούν όμως επουδενί να δικαιολογήσουν τη μη διαβίβαση στο δικαστήριο των στοιχείων που η διοίκηση χαρακτηρίζει ως απορρήτων.

ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΑ

Για τον επιτιθέμενο (αιτούντα , εκκαλούντα , προσφεύγοντα , αναιρεσείοντα κλπ) είναι βοηθητικά διαδικαστικά έγγραφα και δεν επιτρέπεται να διευρύνουν  το αντικειμένου της δίκης ούτε κατά το πραγματικό ούτε κατά το νομικό μέρος. Συνεπώς είναι απαράδεκτοι νέοι λόγοι ακυρώσεως, εφέσεως κλπ ή νέοι ισχυρισμοί, ή διόρθωση της αοριστίας του εισαγωγικού δικογράφου. Με το υπόμνημα απλώς ο επιτιθέμενος μπορεί να επικαλεστεί πρόσθετα επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά περιστατικά σε σχέση με του προβαλλομένους λόγους του στο κυρίως ένδικο βοήθημα ή τους προσθετούς λόγους ή να επικαλεστεί αποδεικτικά στοιχεία των λόγων και ισχυρισμών του ή να αντικρούσει ισχυρισμούς του αντιδίκου. Επιτρέπεται επίσης  ο περιορισμός του αντικειμένου της δίκης (αφαίρεση, περιορισμός, παραίτηση από λόγους ακυρώσεως).

Εξαιρέσεις όπου το υπόμνημα μπορεί να περιέχει νέους ισχυρισμούς :

I. Όταν η έκθεση της Διοίκησης αποκρούει λόγους ακυρώσεως και άρα έχει εκ των πραγμάτων νέους ισχυρισμούς (οψιγενείς).

II. Όταν υποβάλλεται μετά από προδικαστική απόφαση για προσκόμιση νέων αποδεικτικών και περαιτέρω συζήτησης (αρ. 21§5) μπορεί με το υπόμνημά του να αντικρούσει τα νέα στοιχεία με νέους ισχυρισμούς.

III. Επί ενδοστρεφούς δίκης, αφού ο καθ’ου δεν έχει δυνατότητα έκθεσης απόψεων .

Λόγοι που λαμβάνονται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο μπορεί να προταθούν το πρώτον με το υπόμνημα απαραδέκτως μεν αλλά ως “ευχή” προς το δικαστήριο για να τους λάβει αυτεπάγγελτα υπόψη (πχ παραδεκτό, δικαιοδοσία, ακυρότητες, αντισυνταγματικότητας κλπ).

Αντίθετα το υπόμνημα του αμυνόμενου είναι το εισαγωγικό του αμυντικό δικόγραφο και μπορεί να προτάξει το πρώτον ισχυρισμούς και πραγματικά περιστατικά προς αντίκρουση των λόγων ακύρωσης που βεβαίως .ομως θα πρέπει να ερείδονται επι της εκθέσεως απόψεων της διοίκησης.

Τρόπος άσκησης: Με κατάθεση στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εκκρεμεί το κυρίως δικόγραφο υπογραφόμενα από Δικηγόρο 6 πλήρεις ημέρες πριν την συζήτηση. Στην ίδια προθεσμία πρέπει να κατατεθούν (προαποδεικτικά ) και όλα τα επικαλούμενα στο υπόμνημα ή το κυρίως δικόγραφο  αποδεικτικά μέσα. ¨Άλλως είναι απαράδεκτα.

Επίσης με άδεια του Προέδρου, μπορούν σε προθεσμία που θα ορίσει αυτός να κατατεθούν και υπομνήματα αντικρούσεως των ισχυρισμών που αναπτύχθηκαν στο ακροατηρίου από κάθε διάδικο που θα το συζητήσει.

Πληρεξουσιότητα του αρ. 27

Τρόποι Παροχής της αρ. 27 § 1

Ι. Από φυσικό πρόσωπο

α) Γενική ή ειδική συμβολαιογραφική πράξη

Γενική συμβολαιογραφική πράξη ισχύει για 5 χρόνια αρ. 97 § 3 ΚΠολδ (αναλογική εφαρμογή δυνάμει των άρθρων 40 του Π.Δ.18/1989  και 97 παρ. 3 του ΚΠολδ.

β) Συνυπογραφή από τον ιδιώτη στο δικόγραφο. Θεωρείται ως βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής. Πρέπει όμως να παρασταθεί ο δικηγόρος στο ακροατήριο για να αποδείξει την δικηγορική του ιδιότητα (ΟλΣτΕ 1570/2001). Αν δεν παρασταθεί, πρέπει να προσκομισθεί συμβολαιογραφική πράξη είτε να εμφανισθεί ο διάδικος στο ακροατήριο να τον νομιμοποιήσει είτε να παρασταθεί ο διάδικος με άλλο δικηγόρο. Αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτο ως ανομιμοποίητο. Στην πράξη δίνεται αναβολή από το ΣτΕ για νομιμοποίηση κατ’ αίτηση του διαδίκου ή εμφανιζόμενου ως πληρεξουσίου (αρ. 27 § 3)

γ) Προφορική δήλωση του διαδίκου στο ακροατήριο

ΙΙ. Από νομικό πρόσωπο

α) Γενικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο  και η άδεια του ΔΣ , αν δεν υπάρχει άδεια οργάνου τεκμαίρεται οτι ο νόμιμος αντιπρόσωπος ενεργεί με την άδεια του οργάνου, δεν αφορούν το δικαστήριο οι εσωτερικές σχέσεις του νπ.

β) Ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο πρέπει να περιέχει εντολή για τη συγκεκριμένη δίκη (αρ. 27 § 1).

γ) Προφορική δήλωση στο ακροατήριο

ΠΡΟΣΟΧΗ : απαιτείται πάντα η προσκόμιση του τελευταίου Καταστατικού του ΝΠ για να προκύπτει ο νόμιμος εκπρόσωπος.

Αναδρομικότητα πληρεξουσίου αρ. 27 § 2. Τεκμαίρεται οτι το πληρεξούσιο ισχύει αναδρομικά και καλύπτει πράξεις προδικασίας και υπογραφή αιτήσεως ακυρώσεως ακόμη και από άλλο δικηγόρο.

Μεταγενέστερη προσκόμιση στοιχείων νομιμοποίησης με αίτηση του διαδίκου αρ.(27 § 3)

Ο Δικηγόρος που παραστάθηκε στο ακροατήριο χωρίς πληρεξούσιο μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο κατά την συζήτηση της υπόθεσης να προσκομίσει το πληρεξούσιο οπότε το δικαστήριο μπορεί  :  α) να αναβάλει τη συζήτηση, ή β) να τάξει  εύλογη προθεσμία που δεν παρατείνεται , για να το προσκομίσει στην γραμματεία. Εάν δεν προσκομιστεί τότε θεωρείται ότι ο δικηγόρος δεν παραστάθηκε και δικάζεται ερήμην ο διάδικος. Στη περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο εξετάζει την νομιμοποίηση του υπογράφοντος δικηγόρου που γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που πρέπει να ισχύει κατά την συζήτηση (εντός της τελευταίας πενταετίας) και εάν δεν υπάρχει τότε το δικόγραφο  απορρίπτεται ως απαράδεκτο (ανομιμοποίητο).

Κλήση για συμπλήρωση στοιχείων νομιμοποίησης μέσα σε εύλογη προθεσμία εφόσον (αρ. 27 § 3 και 33 § 3).

Προϋπόθεση να υπάρχει πληρεξουσιότητα αλλά με ελλείψεις.  Αποτελεί ευχέρεια του εκτιμητική ευχέρεια δικαστηρίου

Διάρκεια ισχύος του γενικού πληρεξουσίου – χρόνος νομιμοποίησης (αρ. 27 § 6)

Γενικό πληρεξούσιο η ισχύς του οποίου έχει παύσει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τοάρθρο 97 § 3 ΚπολΔ, δεν λαμβάνεται υπόψιν για τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου, έστω και ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου ( Ο ν. 4055/12 υιοθέτησε την άποψη της μειοψηφίας ΟλΣτΕ 607/2002). Αν έχει περάσει η 5ετία από την χορήγηση του γενικού πληρεξουσίου πρέπει να δοθεί νέο. To πληρεξούσιο ισχύει απεριόριστα για το παρελθόν και για 5 έτη για το μέλλον (αρ. 27 §§ 2, 6).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Με το άρθρο 27 παρ.6 του Ν.4055/2012, εάν το γενικό πληρεξούσιο ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο κατάθεσης του δικογράφου αλλά όχι κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, τότε το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο ενώ πριν την ισχύ του νόμου 4055/2012, εάν το γενικό πληρεξούσιο είχε παύσει να ισχύει κατά την συζήτηση της υπόθεσης, τότε η υπόθεση δικαζόταν ερήμην του αιτούντος.

Πληρεξουσιότητα επι παραπομπής αρ. 34 § 2 Ν 1968/1991

Η κρίση περί νομιμοποίησης ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο. Άρα τυχόν νομιμοποίηση που έγινε στο αναρμόδιο δεν ωφελεί τον αιτούντα. Θα πρέπει να νομιμοποιηθεί εκ νέου.

Θάνατος διαδίκων αρ. 31

Αν κάποιος διάδικος πεθάνει

1) Η δίκη συνεχίζεται αν ο διάδοχος ή ο καθ’ ου κάνει δήλωση συνεχίσεως

2) Αν δεν γίνει δήλωση, η δίκη αναβάλλεται για εύλογο χρόνο μέχρι κάποιος να κάνει δήλωση

3) Αν όχι, καταργείται η δίκη

Κατάργηση της δίκης μετά από ανάκληση, ακύρωση και λήξη ισχύος (αρ.

32)

32 § 1 : Δυσμενείς πράξεις που ανακλήθηκαν ex tunc, ακυρώθηκαν ή εξαφανίστηκαν καταργούν την δίκη.

32 § 2 : Πράξεις με περιορισμένη χρονική ισχύ ή που λόγω ex nunc ανάκλησης έπαυσαν να ισχύουν, εφόσον έληξαν μετά την αίτηση ακυρώσεως, καταργούν την δίκη εκτός αν αποδειχθεί ιδιαίτερο, άμεσο, έννομο, υλικό ή ηθικό συμφέρον. Και επι ατομικών και επι κανονιστικών. Το ιδιαίτερο αυτό έννομο συμφέρον αναφέρεται κυρίως στο γεγονός οτι τα εξ αυτών απορρέοντα αποτελέσματα δεν έχουν εξαφανιστεί εξ υπαρχής (ex tunc), αλλά συνεχίζουν να προκαλούν δυσμενείς διοικητικές συνέπειες στον διοικούμενο.

Η δήλωση συνέχισης ασκείται

α) Με ιδιαίτερη γραπτή δήλωση στο δικαστήριο ως την πρώτη συζήτηση-> αναφέρει κ΄ ιδιαίτερο έννομο συμφέρον

β) Με δήλωση στο ακροατήριο του ιδιαιτέρου εννόμου συμφέροντος και ανάλυση με το υπόμνημα πχ ιδιαίτερο έννομο συμφέρον για  συνταξιοδοτικά δικαιώματα .

32 § 3 : α) Αν μια δυσμενής πράξη με περιορισμένη χρονική ισχύ έπαυσε να υπάρχει μετά την αίτηση, δεν καταργείται η δίκη αν εκδόθηκε νέα πράξη ομοίου δυσμενούς περιεχομένου. Ο αιτών πρέπει να αποδείξει ιδιαίτερο έννομο συμφέρον και να καταθέσει δικόγραφο 6 πλήρεις μέρες πριν από την συζήτηση. Το δικόγραφο δεν χρειάζεται να επιδοθεί, θα μπορούσε να είχε τον τίτλο “υπόμνημα συνεχίσεως”. Δηλώνεται και με αίτηση στο ακροατήριο. ΠΡΟΣΟΧΗ. Η κατάθεση του υπομνήματος να έχει λάβει χώρα εξι ημέρες πριν διότι συνιστά αντικειμενική προϋπόθεση του παραδεκτού. (ΣΤΕΟΛ 3175/2014)

Β) Αν μια διοικ. πράξη και ανακλήθηκε ex tunc και βγήκε και νέα ομοίου περιεχομένου (συνδυασμός §§1, 3) τότε εφαρμόζεται η § 3 (ΟλΣτΕ 31/2013)

Αν η πράξη ίσχυε κατά την συζήτηση σε τμήμα του ΣτΕ, τότε δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης της δίκης αν μετά παραπέμφηκε στην Ολομέλεια

Υπόθεση “Γιαννούσης κατά Ελλάδος” : Το ΣτΕ έκρινε οτι επι προσβολής με αίτηση ακυρώσεως της ανακλητικής της πράξης περιορισμένης χρονικής ισχύος η δίκη καταργείται γιατί δεν μπορεί ο αιτών να επικαλεστεί επιτυχώς ιδιαίτερο έννομο συμφέρον. Η αίτηση ακυρώσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αλυσιτέλειας διότι ακόμη και να ακυρωθεί η ανακλητική πράξη, η διοικητική πράξη δεν μπορεί να αναβιώσει γιατί θα έχει λήξει η ισχύς της. Το ΕΔΔΑ θεώρησε στην υπόθεση “Γιαννούσης κατά Ελλάδος” την πρακτική αυτήως “νομικό τέχνασμα” αντίθετο στο 6 ΕΣΔΑ καθώς στοχεύει στο να αποφύγει το ΣτΕ να εξετάσει την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης.

Αίτηση ακυρώσεως αρ. 45 πδ

ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ

Έννομο συμφέρον

 Ιδιαίτερος δεσμός του αιτούντος, ιδιότητα ή κατάστασή του που τον συνδέει  με την πράξη και επίκληση και απόδειξη υλικής ή ηθικής βλάβης από την πράξη (αρ. 47§1).

Πρέπει να είναι έννομο δηλαδή να μη αντιτίθεται στο δίκαιο ώστε να είναι άξιο  έννομης προστασίας.

Δεν υπάρχει στις εξής περιπτώσεις :

1. Αλυσιτελής αίτηση ακύρωσης : όταν  δεν θα έχει ο αιτών καμία ωφέλεια από την ακύρωση ή δεν συντρέχουν νόμιμες προϋποθέσεις ικανοποίησης αιτούντος. Λόγοι που είναι αλυσιτελείς σχετικά με τηνσύνθεση ή συγκρότηση οργάνου είναι σωρευτικώς:

α. δέσμια αρμοδιότητα οργάνου

β. μη αμφισβήτηση πραγματικών περιστατικών

γ. ούτως ή άλλως δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοση πράξης με το περιεχόμενο που

θέλει ο διοικούμενος

2. Ευνοική πράξη

3. Ανυπόστατη πράξη

4. Ακύρωση, ανάκληση, εξαφάνιση πράξεως μετά την άσκηση (αρ. 32§1 πδ) ex tunc

Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό.

Χαρακτηριστικά του εννόμου συμφέροντος :

1. Άμεσο δηλαδή η βλάβη να αφορά απευθείας τον αιτούντα.

2. Προσωπικό να το επικαλείται και να αφορά τον ίδιο τον αιτούντα με δεσμό ιδιαίτερο λόγω σχέσης ή ιδιότητας. Στα νομικά πρόσωπα πρέπει να προκύπτει από το σκοπό που περιγράφεται στο καταστατικό τους. Εάν είναι επαγγελματικά σωματεία τότε μπορεί να αφορά κάποιο μέλος τους υπό τον όρο να είναι προσωπικό ως προς το μέλος αυτό και να μην έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των υπολοίπων μελών.  

3. Ενεστώς : δηλαδή παρόν ώστε το δικαστήριο να το εντοπίζει ως συνεχόμενο σε τρία χρονικά σημείαΠρέπει να συντρέχει σε τρία χρονικά σημεία  σωρευτικά: Α)  κατά την έκδοση πράξης, β) άσκησης αίτησης και γ) συζήτησης της αίτησης. Αντίθετα για την  παρέμβαση αρκεί να υπάρχει κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης αυτής.

Απόδειξη από το φάκελο της υπόθεσης  ή απο στοιχεία που προσκομίζει ο αιτών προαποδεικτικώς (αρ.33§1 πδ)

 Λόγοι εκλείψεως του εννόμου συμφέροντος :

1. αιτών έχασε την ιδιότητα

2. ανάκληση, ακύρωση ή κατάργηση πράξης αρ. 32§2

3. παύει να υφίσταται το αντικείμενο της πράξης ή παράλειψης

4. αποδοχή πράξης  σαφής και ανεπιφύλακτη ή να συνάγεται από αναμφισβήτητες πράξεις

ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ(46)

60 ( ή 90 ημέρες εάν ο αιτών διαμένει στην αλλοδαπή) από την πλήρη γνώση της ατομικής πράξης ή από την δημοσίευση της (ένα είναι δημοσιευτέα ) για τους τρίτους. Εάν δεν προκύπτει πλήρης γνώση τότε από την επομένη της κοινοποίησης. Στις ατομικές γενικού περιεχομένου από την επομένη της δημοσίευσης , εκτός εάν αφορά ιδιοκτήτες απαλλοτριωμένων ή ακινήτων που περιλαμβάνονται στον καθορισμό οριογραμμής αιγιαλού οπότε γι΄αυτούς από την κοινοποίηση.

Στις κανονιστικές από την επομένη της δημοσίευσης με βάση την πραγματική κυκλοφορία του ΦΕΚ.

Η προθεσμία διακόπτεται εάν μέσα σε αυτήν ασκηθεί απλή προσφυγή ή εμπρόθεσμη ειδική.

Να προσεχθεί η αναστολή της προθεσμίας κατά το διάστημα των καλοκαιρινών διακοπών, από 1η Ιουλίου έως και 15 Σεπτεμβρίου. (άρθρο 11 του Κώδικα των Νόμων Περί Δικών του Δημοσίου, ΕΔΔΑ Υπόθεση Πλατάκου Κατά Ελλάδος).

ΦΥΣΗ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΠΡΑΞΗΣ (45)

Η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να είναι διοικητική πράξη.

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΑΣΚΗΣΗ ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ (45§2)

Προσβάλλεται πάντα η ενδικοφανής απάντηση ή η σιωπηρή απόρριψη που ενσωματώνει την αρχική διοικητική πράξη. Εάν είναι εκπρόθεσμη η ενδικοφανής είναι εκπρόθεσμη και η αίτηση ακύρωσης, εκτός εάν η διοίκηση έδωσε λάθος πληροφορίες για την προθεσμία ή για την ύπαρξη ενδικοφανούς που όμως κατά το Νόμο δεν προβλεπόταν.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Η διοικητική πράξη να μην προσβάλλεται από άλλα ένδικο βοήθημα που παρέχει ισοδύναμη ακυρωτική προστασία με την αίτηση ακύρωσης. Η ανακοπή του α.217 ΚΔΔ κατά πράξεων εκτελέσεως δεν είναι παράλληλη προσφυγή.

ΛΟΓΟΙ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΑΡ. 48

i) ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ

•Καθ’ ύλην, κατά τόπο και κατά χρόνο

•Δημοσιευτέες πράξεις, αρμοδιότητα κατά την έκδοση και κατά την δημοσίευση

• Έλλειψη ικανότητας του διοικητικού οργάνου να εκδώσει την πράξη εφόσον άλλο όργανο είναι αρμόδιο. Αν άλλο όργανο δεν είναι αρμόδιο τότε η πράξη είναι ανυπόστατη.

Ανυπόστατη πράξη υπάρχει όταν εκδίδεται:  

Α) Κανένα διοικητικό όργανο δεν είναι αρμόδιο.

β) Κλαδική αναρμοδιότητα, όταν όργανο άλλου υπουργείου είναι αρμόδιο.

γ) Νόσφιση εξουσίας , όταν ιδιώτης εκδίδει κατ’ επίφαση διοικητική πράξη

δ) Όταν δεν φέρει την μορφή της διοικητικής πράξης, τα εξωτερικά τυπικά στοιχεία πχ είναι ανυπόγραφη.

ε) Όταν εξεδόθη με ανωτέρα βία.

II) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΥΣΙΩΔΟΥΣ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

Όταν παραβιάστηκε η μορφή και η διαδικασία εκδόσεως της διοικητικής πράξης πχ είναι χωρίς χρονολογία ή δεν δημοσιεύτηκε ή δεν ακολουθήθηκε σωστά η διαδικασία της γνωμοδότησης ή εκδύθηκε από συλλογικό όργανα με κακή σύνθεση.

Ουσιώδης τύπος, δηλαδή δεν άγει σε ακυρότητα η παράβαση κάθε τύπου:

α) έντονη προστατευτική λειτουργία (πχ δικαίωμα ακροάσεως, πρόσβαση στα έγγραφα)

β) συμβολή στην τήρηση της αρχής της νομιμότητας (πχ σύνθεση οργάνου, λήψη γνώμης)

γ) δημόσιο συμφέρον

Ειδικά στη παράβαση της προηγούμενης ακρόασης πρέπει να την επικαλείται ο αιτών στο δικόγραφο καθώς και τους λόγους που θα πρότεινε στην διοίκηση εάν τον καλούσε σε ακρόαση (λυσιτέλεια). Το δικαστήριο θα κρίνει αν αυτά που θα έλεγε είναι λυσιτελή (ΣτΕ 4447/2012).

Αν η αιτιολογία της απόφασης πρέπει να εμπεριέχεται βάσει ειδικής διάταξης νόμου στο σώμα της διοικητικής πράξης αποτελεί παράβαση τύπου. (Να προσεχθεί το θέμα της αιτιολογίας).

• λήψη υπόψιν γνώμης

μη σύνταξη πρακτικού συνεντεύξεως στις προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων.

III) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΝΟΜΟΥ

Ο συνηθέστερος λόγος και ο ποιο εκτεταμένος. Η διοικητική πράξη παραβίασε άμεσα ή έμμεσα ουσιαστικό Νόμο από κάθε βαθμίδα της πυραμίδας των κανόνων δικαίου.

πχ

• επί παραλείψεως οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας

• παραβίαση αρχής αναλογικότητας

• εσφαλμένη νομικός χαρακτηρισμός

• εσφαλμένη υπαγωγή

• Παράβαση δεδικασμένου αρ. 90§5 Σ, 50§§4-5 πδ

• Άκρα όρια διακριτικής ευχέρειας

• Πλάνη περι τα πράγματα

• Έλλειψη και γενικότερα πλημμέλειες αιτιολογίας εκ του φακέλου της πράξης όχι εκ του σώματος της πράξης αν όμως απαιτείται να ναι στο σώμα είναι ουσιώδης τύπος

IV) ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Φέρει η πράξη όλα τα στοιχεία της νομιμότητας, γίνεται όμως για σκοπό καταδήλως άλλον από αυτόν για τον οποίο ετέθη. Πρέπει να κατονομάζεται και να αποδεικνύεται. Σπάνια γίνεται δεκτό.

Αλυσιτελείς λόγοι ακυρώσεως

 Απορρίπτονται γιατί και αληθείς υποτιθέμενοι δεν άγουν σε ακύρωση της πράξης.  Η νομολογία έχει κρίνει τις εξής περιπτώσεις :

i) Σε σχέση με τη μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση αποφασιστικού οργάνου ο λόγος είναι αλυσιτελής όταν η πράξη εκδίδεται με:

• δέσμια αρμοδιότητα μετά από αίτημα διοικουμένου

• δεν  αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά και συνεπώς ούτως ή άλλως και νόμιμη να ήταν η σύνθεση του οργάνου δεν θα ήταν  κατά νόμο δυνατή η έκδοση διαφορετικής πράξης.

ii) Παράβαση δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως από τη διοίκηση και δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα. Πρέπει να προβάλλει ο αιτών τους ισχυρισμούς που θα προέβαλε στην ακρόαση και θα οδηγούσαν σε διαφορετική απόφαση (ΟλΣτΕ 4447/12)

iii) Προσβολή ανακλητικής πράξης περιορισμένου χρόνου (βλέπε Γιαννούσης κατά Ελλάδος)

IV) ¨Όταν προσβάλλονται μερικές από τις περισσότερες αιτιολογίες της διοικητικής πράξης.

ΑΚΥΡΩΤΙΚΑ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ

ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ


ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ

Είναι το ένδικο μέσο με το οποίο τρίτος μη διάδικος, που κατά τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως  δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του κύρους της πράξης , διότι δεν είχε   λάβει νόμιμα γνώση της δίκης, προσβάλλει , μετά την έκδοση της , την οριστική ακυρωτική απόφαση με σκοπό την εξαφάνιση της με σκοπό να αναβιώσει η ακυρωτική δίκη και να συμμετάσχει  σε αυτήν ως παρεμβάς (αρθ. 51 πδ 18/89, 106 ΚΔΔ, 118-121 πδ 1225/81). Με την άσκηση της τριτανακοπής  οι διάδικοι επανέρχονται στην  αρχική δικονομική κατάσταση τους.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ

Έννομο συμφέρον:   Τριτανακοπή ασκεί μόνο ο πραγματικά τρίτος μη διάδικος που εάν γνώριζε τη δίκη θα ασκούσε παρέμβαση. Θα πρέπει όχι μόνο να μην συμμετείχε προσωπικά  στη δίκη,  αλλά και να μην διατελεί με κάποιον από τους διαδίκους σε τέτοια νομική σχέση ώστε να θεωρηθεί ότι ο διάδικος αυτός εκπροσώπησε στη δίκη και το συμφέρον του τριτανακόπτοντος (ΣτΕ 856/2009,1129/08). Έτσι το έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντα συμπίπτει με το έννομο συμφέρον του παρεμβάντος. Συνεπώς θα πρέπει να υφίσταται καταρχήν κατά το χρόνο που θα μπορούσε ,εάν γνώριζε τη δίκη, ν’ ασκήσει την παρέμβαση , κατά την συζήτηση της αίτησης ακύρωσης, κατά τον χρόνο άσκησης της τριτανακοπής και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής(ΣτΕ ολομ. 2173/2002, 2597/05). Θα πρέπει ο τριτανακόπτων να αποδείξει ότι υφίσταται βλάβη από την ακύρωση της διοικητικής πράξης και ότι έχει έννομο συμφέρον να αναβιώσει η ακυρωθείσα διοικητική πράξη (ΣτΕ Ολο. 2179/04). Η βέβαιη βλάβη θα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση (ΣτΕ 3100/97). Συνεπώς δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει τριτανακοπή ούτε από το άρθρο 576 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το 40 του πδ 18/89 ο ασκήσας την αίτηση ακύρωσης ή ο τρίτος που ωφελείται από την αποδοχή της  (ΣτΕ3037/01).

Στερείται όμως του δικαιώματος ν’ ασκήσει τριτανακοπή ο τρίτος στον οποίο είχε νομίμως κοινοποιηθεί με επιμέλεια του εισηγητή 20 πλήρεις ημέρες πριν την συζήτηση αντίγραφο της αίτησης ακύρωσης με σημείωση δικασίμου(51παρ.2). Στη δίκη ουσίας η κοινοποίηση πρέπει να γίνει κατά τους ορισμούς του άρθρου 114 παρ.1 ΚΔΔ. Α contrario  συνάγεται ότι οποιοσδήποτε άλλος τρόπος γνώσης της δίκης δεν στερεί το δικαίωμα τριτανακοπής. Εκ περισσού η παρ. 2 του αρθ. 51 αναφέρει ότι στερείται και όποιος ήδη άσκησε και απερρίφθη παρέμβαση, αφού αυτό είναι αυτονόητα πρόδηλο λόγω του δεδικασμένου.

          Προθεσμία: 60 ή 90 ημέρες ,εάν ο τριτανακόπτων διαμένει στην αλλοδαπή, που αρχίζουν από την επομένη της πλήρους γνώσεως της ακυρωτικής απόφασης ή της κοινοποιήσεως αυτής. Η δημοσίευση της απόφασης  καταρχήν δεν εκκινά την προθεσμία. Η προθεσμία αναστέλλεται κατά το διάστημα 1/7 έως 15/9 αλλά και για λόγους ανωτέρας βίας, ενώ δεν προβλέπεται δυνατότητα διακοπής της.

          ΟΡΙΣΤΙΚΗ –ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΉ ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ :   Άρα ασκείται  κατά οριστικών αποφάσεων των πρωτοβάθμιων ακυρωτικών Δικαστηρίων ή των τμημάτων του ΣτΕ ακόμη και εάν κρίνουν ως εφετεία με τελειωτική τελεσίδικη απόφαση. Δεν υπόκεινται σε τριτανακοπή οι μη οριστικές αποφάσεις έστω και εάν περιέχουν και οριστικές κρίσεις περί του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως, αφού μόνο με την έκδοση της οριστικής απόφασης κρίνεται η τελική τύχη της αιτήσεως ακυρώσεως. Τώρα εάν ο παρεμβάς άσκησε παρέμβαση σε μεταγενέστερη συζήτηση από την έκδοση της εν μέρει οριστικής απόφασης, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή και κατά της οριστικής , αλλά μόνο για τα κεφάλαια εκείνα που ενσωμάτωσε την προγενέστερη μη οριστική απόφαση για την οποία δεν επιτρέπετο δικονομικά να ασκήσει τριτανακοπή τότε. Αντίθετα η τώρα τριτανακοπή του δεν επιτρέπεται να θίγει τα κεφάλαια της οριστικής απόφασης στα οποία ήδη ο τριτανακόπτων άσκησε  παρέμβαση (ΣτΕ Ολομ.3468/07 μειοψ.).

Τριτανακοπή χωρεί και κατά οριστικής ακυρωτικής απόφασης που εκδόθηκε  κατόπιν αποδοχής προηγούμενης τριτανακοπής άλλων ανακοπτόντων (ΣτΕ 2700/06).

Η τριτανακοπή  είναι απαράδεκτη όταν στρέφεται κατά αποφάσεων αναιρετικών επί διαφορών ουσίας  ή  απορριπτικών της αιτήσεως ακυρώσεως. Δεν ασκείται όμως παραδεκτά τριτανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως  ως απαράδεκτή σε σχέση με έναν ομόδικο ενώ ασκείται παραδεκτά κατά της οριστικής απόφασης που δέχθηκε την αίτηση για τους υπόλοιπους ομοδίκους και ακύρωσε την διοικητική πράξη (ΣτΕ 856/09).

ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ-ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ : Εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί αιτήσεως ακυρώσεως, όμως το δικόγραφο δεν μπορεί να το υπογράψει ο τριτανακόπτων αλλά ενόψει της ρητής διάταξης του άρθρου 17 παρ.4 μόνο δικηγόρος. Η τριτανακοπή είναι αυτοτελές ένδικο μέσο και δεν σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την αίτηση ακυρώσεως (ΣτΕ 2251/72). Σε περίπτωση σώρευσης το Δικαστήριο  θεωρεί ότι παραδεκτώς ασκήθηκε το προτασσόμενο ένδικο μέσο (ΣτΕ 2251/72). Πάντως παραδεκτώς προσβάλλονται δυο συναφείς αποφάσεις με το αυτό δικόγραφο  τριτανακοπής (ΣτΕ 170/85).

Παρέμβαση υπέρ της τριτανακοπής είναι απαράδεκτη (ΣτΕ 1059/82) ενώ υπέρ της τριτανακοπτομένης απόφασης  δεν λογίζεται αφού ο παρεμβάς αιτών είναι διάδικος , τυχόν δε παρέμβασή  του θα αναγνωσθεί ως υπόμνημα (Στε167/82).

Προσθέτως πρέπει να καταβληθεί παράβολο σύμφωνα με το άρθρο 36. Η τριτανακοπή στρέφεται τόσον κατά της ακυρωτικής απόφασης όσο και κατά των διαδίκων οι οποίοι κλητεύονται με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου κατά την συζήτησή της και παρίστανται υποβάλλοντας σχετικά υπομνήματα. Εφόσον η τριτανακοπή  γίνει δεκτή το Δικαστήριο συζητά αμέσως την υπόθεση εκ νέου και ο  τριτανακόπτων  καθίσταται διάδικος προσθέτως παρεμβάς  υπέρ του κύρους της πράξης. Το δικαστήριο όμως  κρίνει την υπόθεση με βάση το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο της αρχικής εκδικάσεώς της. Αντίθετη εκδοχή θα ήγε στο άτοπο συμπέρασμα να τίθεται ο τριτανακόπτων σε διαφορετική μοίρα από τον νομίμως παρεμβάντα, ενώ η τριτανακοπή, που αποβλέπει στο ίδιο με την παρέμβαση αποτέλεσμα, δηλαδή την διατήρηση σε ισχύ της προσβαλλομένης πράξεως, σκοπεί ακριβώς να καλύψει την έλλειψη παροχής έννομης προστασίας σε πρόσωπο που ανυπαιτίως δεν μπόρεσε να παρέμβει στην δίκη (ΣτΕ 595/02).

Το περιεχόμενο της τριτανακοπής θα πρέπει να περιέχει :  α) Όλα τα στοιχεία που βάλλουν κατά της ακυρωτικής απόφασης. Δηλαδή πλήρη παράθεση   και απόδειξη του παραδεκτού της τριτανακοπής  ( ιδιότητα του τριτανακόπτοντως ως τρίτου, ότι δεν έλαβε νομότυπα γνώση της συζήτησης της αιτήσεως ακυρώσεως ώστε να ασκήσει παρέμβαση κλπ βλ. παραπάνω) ώστε να προκύπτει ότι η ακυρωτική απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί και β) Όλους τους ισχυρισμούς υπέρ του κύρους της ακυρωθείσης πράξης και κατά της αίτησης που κανονικά θα έπρεπε να προβάλλει με την παρέμβασή του.

Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι της τριτανακοπής που δεν στρέφονται κατά σφαλμάτων της απόφασης αλλά κατά της νομιμότητας διοικητικών πράξεων(ΣτΕ 107/85). Ομοίως οι προβαλλόμενοι δια του υπομνήματος λόγοι είναι απαράδεκτοι.

Δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και δεν μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναστολής του άρθρου 52 διότι αυτή προβλέπεται μόνο κατά διοικητικών πράξεων και όχι κατά δικαστικών αποφάσεων ( ΔΕφΑθ 27/07, 36/90).

Στη δίκη παρίστανται , ακόμη και χωρίς  δικόγραφο, οι αρχικοί διάδικοι.

Αρμόδιο είναι το τμήμα που  εξέδωσε την απόφαση. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της τριτανακοπτομένης απόφασης.

                          

ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ

Είναι το  συνταγματικά κατοχυρωμένο (αρθ.95παρ.3Σ) τακτικό ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται πρωτοβάθμια ακυρωτική οριστική απόφαση ενώπιον του ΣτΕ από τον ηττηθέντα διάδικο με σκοπό την εξαφάνιση της. Μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 επιτρέπεται καταρχήν στο νομοθέτη να ορίσει ως ανέκκλητες ελάσσονος σημασίας ακυρωτικές διαφορές (ΣτΕ πρακτ. ολομ.4/01).

Με το άρθρο 14 παρ.9 του Ν. 3659/08 προστέθηκε παρ.4 στο άρθρο 58 , ήτοι η έφεση υπέρ του νόμου που ασκείται και σε ανέκκλητες αποφάσεις. Η έφεση αυτή δεν αποτελεί γνήσιο ένδικο μέσο , αλλά ιδιόρρυθμη δικαστική προσφυγή για την άρση νομικών σφαλμάτων χάριν της ομοιόμορφης ερμηνείας των κανόνων δικαίου και δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τους διαδίκους (ΣτΕ 1309/08). Ως εκ της φύσεως της δεν απαιτείται να γίνει κλήτευση των διαδίκων, μπορεί όμως όποιος διάδικος θέλει να παρασταθεί (ΣτΕ Ολομ. 3542/03).

          Έννομο συμφέρον :  Ο  διάδικος που ηττήθηκε στη πρωτόδικη δίκη . Επομένως και ο προσθέτως παρεμβάς εφόσον άσκησε την παρέμβαση  (ΣτΕ 1786/06). Ακόμη και ο νικητής εάν βλάπτεται από το αιτιολογικό της απόφασης (ΣτΕ 2892/08). Το έννομο συμφέρον πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως , ασκήσεως της εφέσεως και συζητήσεως αυτής (ΣτΕ 1186/86). Εάν ο διάδικος συμμορφώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση δεν σημαίνει ότι και την αποδέχθηκε γιατί η έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα  (ΣτΕ 7/71). Συνεπώς η αποδοχή της απόφασης και η συνακόλουθη παραίτηση από αυτήν πρέπει να δηλώνεται ρητώς ή να συνάγεται αναμφίβολα.

 Εάν ως διάδικος στο πρωτοβάθμιο ακυρωτικό παραστάθηκε αναρμόδιος Υπουργός ή αναρμόδιο νπδδ, χωρίς ν’ αποβληθεί, νομιμοποιείται ν’ ασκήσει έφεση.Όμως στην έφεση αυτή το ΣτΕ αυτεπαγγέλτως και ασχέτως με τους προβαλλόμενους λόγους εξετάζει  ένα και μόνο ζήτημα : εάν ο καθ’ ύλη αρμόδιος υπουργός ή το νπδδ είχε κληθεί νομότυπα να λάβει μέρος στην πρωτοβάθμια ακυρωτική δίκη κατ΄άρθρα 21 και 28 πδ 18/89. Αν διαπιστωθεί ότι είχε κληθεί απορρίπτεται η έφεση , εάν όχι τότε γίνεται δεκτή και η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του ΔΕΦ ώστε να κληθεί και παρασταθεί ο καθύλην αρμόδιος Υπουργός (ΣτΕ 238/08,634/07).

Ως γνωστό στην ακυρωτική δίκη διάδικος είναι ο αρμόδιος καθύλην υπουργός (αρθ.21παρ.2 πδ 18/89) και όχι το όργανο  του Υπουργείου που εξέδωσε την πράξη. Εάν λοιπόν παρασταθεί στην ακυρωτική δίκη το όργανο και όχι ο Υπουργός, τότε αυτό αποβάλλεται ως μη επέχον θέση διαδίκου (ΣτΕ 929/08), εκτός εάν άλλως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις . Έτσι κατά πράξεων κατεδάφισης αυθαιρέτων εντός δασικής έκτασης η εκπροσώπηση ανατίθεται από το άρθρο 114 του ν. 1892/90 στο ΓΓΠεριφέρειας και η σχετική πρωτόδικη ακυρωτική απόφαση επιδίδεται τόσο στον ΓΓΠ όσο και στον Υπουργό Οικονομικών . Συνεπώς το Δημόσιο νομίμως ασκεί έφεση εκπροσωπούμενο τόσο από το ΓΓΠ όσο και από τον Υπουργό Οικονομικών (ΣτΕ 2958/08, 971/07).

Οι Ανεξάρτητες Αρχές μετά το ν. 3051/02 (ισχύς 20-9-02) έχουν ικανότητα δικαστικής παράστασης, το δε ΣτΕ ως εφετείο ερευνά και αυτεπαγγέλτως εάν η ΑΔΑ κλητεύθηκε πρωτοδίκως, εάν όχι  εξαφανίζεται η απόφαση και αναπέμπεται η υπόθεση στο ΔΕΦ (ΣτΕ 819/08, 2236/07).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ :  Ένα (1) έτος από την επομένη δημοσίευσης της οριστικής  πρωτοβάθμιας ακυρωτικής απόφασης. Η προθεσμία αυτή δεν εξαρτάται από κάποια ενέργεια των διαδίκων και άρα δεν αναστέλλεται ούτε λόγω ανωτέρας βίας (ΣτΕ 369/10, 1811/08, 426/04 αντίθετη η 1801/92) ούτε λόγω δικαστικών διακοπών (ΣτΕολομ.1780/06) , ούτε είναι δεκτική παρεκτάσεως (ΣτΕ 417/05 μειοψ.). Με την ΣτΕ ΕΑ 276/07 κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 58 παρ.3 δεν έρχεται σε αντίθεση με διάταξη του αρθ.94παρ.2 του ΚΔΔ και 518παρ.2 ΚΠολΔ διότι αυτές αφορούν δικαστικές αποφάσεις διαφορετικού χαρακτήρα.

Ή εξήντα (60) ημέρες από την επομένη επιδόσεως της αποφάσεως εφόσον η επίδοση έγινε εντός έτους από την δημοσίευση της απόφασης. Στις διαφορές του άρθρου 114 του ν.1892/90 η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση στον ΓΓΠ και όχι από την μεταγενέστερη στον Υπουργό Οικονομικών (ΣτΕ 971/07). Με την ΣτΕ Ολομ 3030/08 κρίθηκε ότι η πενθήμερη προθεσμία ασκήσεως της αίτησης ακυρώσεως που προβλέπετο στις διαφορές του άρθρου 114 του ν1890/92 είναι αντισυνταγματική και έτσι ισχύει η 60νθήμερη προθεσμία του αρθ.46 πδ 18/89.

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΟΥ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΥ:

Καταρχήν θα πρέπει να επισημανθεί ότι το τεκμήριο  της γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας το έχει το ΣτΕ, συνεπώς απαιτείται ειδικός νόμος που να μεταβιβάζει συγκεκριμένες ακυρωτικές υποθέσεις στα λοιπά διοικητικά δικαστήρια.

Θα πρόκειται είτε για απόφαση του ΔΕΦ από τις ακυρωτικές διαφορές που του έχουν μεταβιβαστεί με βάση το άρθρ. 1 επ. του ν. 702/77 , είτε για απόφαση του Διοικ. Πρωτοδικείου από διαφορές σχετικά με τους αλλοδαπούς (εκτός από την μη αναγνώριση προσφυγικού ασύλου και την ιθαγένεια) , είτε τέλος για διαφορά του άρθρου 114 του ν. 1892/90 για την κατεδάφιση αυθαιρέτου κτίσματος εντός δασικής εκτάσεως που με το ν. 3659/08 έχει υπαχθεί πλέον στο ΔΕΦ. Οι οριστικές αυτές αποφάσεις εκδίδονται πάντα μετά από αίτηση ακυρώσεως κατά ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ενώ αντίθετα για Κανονιστικές πράξεις με ίδιο περιεχόμενο αρμόδιο είναι το ΣτΕ.

 Σε περίπτωση συνάφειας όπου προσβάλλεται αφενός πράξη αρμοδιότητας του ΔΕΦ και πράξη αρμοδιότητας του ΣτΕόπως π.χ επί αιτήσεως ακυρώσεως, στρεφόμενη κατά της πράξεως αναθεωρήσεως οικοδομικής αδείας υπάγεται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, και στρεφόμενη  κατά της συμπροσβαλλομένης ΚΥΑ, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή και λειτουργία του  κτιριακού συγκροτήματος Ελαιώνα (γήπεδο ΠΑΟ), εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα του ΣτΕ και άρα το ΣτΕ κρατεί και δικάζει την αίτηση ακυρώσεως και για τις δύο πράξεις (ΣτΕ ολομ. 3059/09 όπου μάλιστα αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ασκήσει αίτηση ακύρωσης για περιβαλλοντικά θέματα και οικολογική ένωση προσώπων).

Αντίθετα εάν οι πράξεις δεν είναι συναφείς τότε το ΣτΕ κρατεί για την ακυρωτική και διατάσσει τον χωρισμό για αυτή της αρμοδιότητας του ΔΕΦ παραπέμποντας σύμφωνα με το άρθρο 45παρ.6 του πδ 18/89 (ΣτΕ 51/2009). Πάντως το ΣτΕ δεν μπορεί να δικάσει ακυρωτική υπόθεση που υπάγεται ανέκκλητα σε πρωτοβάθμιο ακυρωτικό , διότι τότε θα υπερέβαινε την εξουσία του.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ  ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ – ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ (ΆΡΘΡΟ 67 ΤΟΥ ΠΔ. 18/1989)

Ι. Εισαγωγή στο ΣΤΕ υπόθεσης αρμοδιότητας Διοικητικού Εφετείου

Εάν το ΣΤΕ κρίνει ότι:

Α) η υπόθεση που εισήχθη ενώπιον του αποτελεί διαφορά αρμοδιότητας του Διοικητικού Εφετείου κατά τον ν. 702/1977 παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του αρμοδίου Διοικητικού Εφετείου.

Β) κάποιες από τις προσβαλλόμενες για ακύρωση πράξεις που εισήχθησαν ενώπιον του γεννούν διαφορές αρμοδιότητας του Διοικητικού Εφετείου κατά τον Ν. 702/1977 μπορεί ή

1.να δικάσει την αίτηση ακυρώεσως ως προς τις πράξεις οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητά του και να παραπέμψει κατά τα λοιπά στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο

2. να δικάσει την αίτηση ακυρώσεως στο σύνολο της, εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος και η διαφορά είναι εκκλητή και δεν ανήκει στις περιπτώσεις του α.5Σ του Ν. 702/77 (ΣΤΕ 173/2007).

ΙΙ. ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΣΤΕ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ

Το Συμβούλιο της Επικρατείας εάν δεχθεί αίτηση ακυρώσεως μετά από παραπομπή από το Διοικητικό Εφετείο, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 702/1977, αποφασίζει για την αρμοδιότητά του και εάν κρίνει ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου, μπορεί  ή

  1.  να την αναπέμψει ή
  2. . να την κρατήσει και να την δικάσει κατ΄ουσίαν.

ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ (ΆΡΘΡΑ 68, 69 ΠΔ 18/1989)

Ι. ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Εάν από παραδρομή ή κατά τη σύνταξη της απόφασης παρεισέφρεισαν

Α) λάθη γραφικά ή αριθμητικά (ΣΤΕ 2425/2010)

Β) ή το διατακτικό της απόφασης διατυπώθηκε ελλειπώς ή ανακριβώς (ΣΤΕ 2139/2003), το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να προβεί στη διόρθωση με απόφαση του αυτεπαγγέλτως σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 2 (ΣΤΕ 3179/2010, ΣΤΕ 741/2005, ΣΤΕ 3455/2004) ή μετά από αίτηση των διαδίκων. (ΣΤΕ ΟΛ 1561/2001).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η αίτηση πρέπει να αναφέρει σαφώς τα λάθη ή τις παραλείψεις ή τις ανακρίβειες των οποίων ζητείται διόρθωση (ΣΤΕ 2139/2003).

Ι. ΔΙΟΡΘΩΣΗ

Σε διόρθωση ή ερμηνεία υπόκεινται όλες οι δικαστικές αποφάσεις, ακόμα και οι μη οριστικές (ΣΤΕ 3579/1997) και οι αποφάσεις της Επιτροπής Αναστολών (ΣΤΕ ΕΑ 320/2006, ΄ΣΤΕ 146/2002).

Για την προδικασία, συζήτηση και έκδοση απόφασης διόρθωσης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του αντίστοιχου ενδίκου μέσου.

Ο Πρόεδρος ορίζει αυτεπαγγέλτως δικάσιμο προς συζήτηση. Η διορθωτική απόφαση σημειώνεται στο πρωτότυπο της απόφασης που διορθώνεται (ΣΤΕ 3535/2010).

Απαράδεκτοι οι λόγοι με τους οποίους επιδιώκεται κατ΄ ουσίαν αλλοίωση του περιεχομένου και μεταβολή του διατακτικού της απόφασης (ΣΤΕ 2566/2010, ΣΤΕ 3811/2009).

ΙΙ. ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Εάν η διατύπωση της απόφασης γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το ΣΤΕ μπορεί να την ερμηνεύσει κατόπιν αίτησης από τους διαδίκους. Για την προδικασία, συζήτηση και έκδοση απόφασης ερμηνείας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του αντίστοιχου ένδικου μέσου. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει σαφώς τα αμφίβολα σημεία ή τις ασάφειες των οποίων ζητείται η ερμηνεία.

Η ερμηνευτική απόφαση δεν μπορεί να μεταβάλλει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται (ΣΤΕ 1244/2005, 3/1995). Η ερμηνευτική απόφαση σημειώνεται στο πρωτότυπο της απόφασης που ερμηνεύεται.

ΕΝΑΡΞΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ (ΑΡΘΡΟ 70 ΠΔ 18/1989)

       

        ΠΡΟΣΟΧΗ:

  1. Όπου στις διατάξεις της ακυρωτικής δικονομίας αναφέρεται ως αφετηρία της προθεσμίας η κοινοποίηση ή επίδοση ή η δημοσίευση, νοείται η αμέσως επόμενη ημέρα από την κοινοποίηση, ή επίδοση ή δημοσίευση.
  2. Όπου αναφέρεται ως αφετηρία της προθεσμίας η γνώση του ενδιαφερομένου, νοείται η πλήρης γνώση αυτού.

Με την υπ΄ αριθ. 9/2008 απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καταρτίστηκε ο Κανονισμός του ΣΤΕ στο ΦΕΚ Β’ 2323/13.11.2008.

SOS ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

  • Αίτηση ακυρώσεως επί κανονιστικών διοικητικών πράξεων: εξήντα ημέρες (60) από την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευση στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εάν η ημέρα δημοσίευσης στο ΦΕΚ δεν είναι η ίδια με την ημέρα πραγματικής κυκλοφορίας, τότε αφετηρία της 60μερης προθεσμίας είναι η επόμενη ημέρα από την πραγματική κυκλοφορία στο ΦΕΚ.
  • Αίτηση ακυρώσεως επί ατομικών διοικητικών πράξεων: Για τον άμεσο ενδιαφερόμενο, η προθεσμία είναι εξήντα ημέρες από την επόμενη ημέρα της κοινοποίησης ή της γνώσης της ατομικής διοικητικής πράξης. Εάν ο διοικούμενος διαμένει στην αλλοδαπή, η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημέρες.
  • Επί παράλειψης νόμιμης οφειλόμενης ενέργειας, η εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως, άρχεται από την επόμενη ημέρα της συμπλήρωσης του τριμήνου (εντός του οποίου συντελείται η παράλειψη) από την υποβολή της σχετικής αίτησης, εφόσον δεν ορίζεται από το νόμο άλλη ειδική προθεσμία εντός της οποίας η Διοίκηση οφείλει να απαντήσει.
  • Διακοπή Προθεσμίας: Κατά τη παρ. 2 του άρθρου 46, κάθε διοικητική προσφυγή εκτός από εκείνη που προβλέπεται στη παράγραφο 2 του άρθρου 45 καθώς και η απλή αίτηση θεραπείας δια αναφοράς στην αρχή που έχει εκδώσει την πράξη ή στη προϊσταμένη αρχή, διακόπτει τη προθεσμία για την αίτηση ακυρώσεως για το χρονικό διάστημα που ορίζεται για την έκδοση της σχετικής πράξης, ή εάν τέτοιο χρονικό διάστημα δεν ορίζεται, για τριάντα (30) ημέρες ή έως την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση της απάντησης της διοίκησης, εφόσον αυτές πραγματοποιήθηκαν πριν παρέλθουν οι προθεσμίες αυτές.(ΔΕΦ 1068/2007).
  • ΠΑΡΕΚΤΑΣΗ: Η παρ. 3 του άρθρου 46, ορίζει ότι η διάταξη του άρθρου 41 παρ. 3 για την παράταση εφαρμόζεται και στην εξηκονθήμερη προθεσμία για την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως. Η παρ. 3 του άρθρου 41 ορίζει, ότι η εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης της προσφυγής, παρεκτείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες, όταν ο προσφεύγων διαμένει στην αλλοδαπή.
  • ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ:

εξήντα ημέρες (60) από την επομένη της επίδοσης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 5 (παρ.2 και 11) του Ν. 702/1977 και 40 του ΠΔ 18/1989, το οποίο μεταξύ άλλων, ως προς τις κοινοποιήσεις, παραπέμπει στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, συνάγεται ότι για την έναρξη της εξηκονθήμερης προθεσμίας, η οποία τρέχει εντός του έτους από τη δημοσίευση της απόφασης του διοικητικού εφετείου, για την άσκηση έφεσης ενώπιον του ΣΤΕ εκ μέρους του Δημοσίου, απαιτείται προηγούμενη κοινοποίηση της απόφασης προς αυτό, με επιμέλεια κάποιου από τους λοιπούς διαδίκους της πρωτόδικης ακυρωτικής δίκης. Η κοινοποίηση αυτή γίνεται κατά τα άρθρα 122 (παρ. 1 και 2) και 123 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δηλαδή με δικαστικό επιμελητή και μετά από παραγγελία που δίδεται προς αυτόν από τον ίδιο τον διάδικο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του.

– ετήσια:  Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 58, η έφεση μπορεί να ασκηθεί, ανεξαρτήτως της  κοινοποίησης, νόμιμης ή μη, εντός έτους από την δημοσίευση της απόφασης. Η ετήσια αυτή προθεσμία, αρχίζει από την δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης και δεν εξαρτάται από κάποια ενέργεια των διαδίκων, όπως είναι η κοινοποίηση η οποία αποτελεί την αφετηρία για την κίνηση της πρώτης προθεσμίας, τίθεται δε για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και για την σταθερότητα των διοικητικών καταστάσεων. Η εν λόγω προθεσμία είναι καταχρηστική, ούτε αναστέλλεται κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών (όταν η δημοσίευση της απόφασης λαμβάνει χώρα από 1η Ιουλίου έως και 15 Σεπτεμβρίου) ούτε και παρεκτείνεται. Δεν στοιχειοθετείτααι αντίθεση της ετήσιας προθεσμίας προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ενόψει της

τριετούς προθεσμίας της έφεσης για τις διαφορές ουσίας και την έφεση σε ιδιωτικές διαφορές(άρθρα 94 παρ. 2 του ΚΔΔ και το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠλοΔ) λόγω του ότι η θέσπιση ετήσιας προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, αποβλέπει στη διαφύλαξη της σταθερότητας στις σχέσεις διοίκησης και διοικουμένων και δεν αντίκειται στη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας.Διότι οι τελευταίες αυτές διατάξεις, αφορούν πάντως δικαστικές αποφάσεις διαφορετικού χαρακτήρα, δηλαδή ουσιαστικές διαφορές και σε κάθε περίπτωση, δεν παρεμποδίζεται η παροχή δικαστικής προστασίας.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΟΧΗ: ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ 60ΜΕΡΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ (1/7-15/9)

    Η προθεσμία αναστέλλεται κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών από 1/7 έως και 15/9, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 3514/2006 που αντικατέστησε το άρθρο 11 ΒΔ 26.6/10.7.1944 «Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου».

  SOS: Έως τον Ν. 3514/2006 η νομολογία δεχόταν ότι η προβλεπόμενη από το νόμο για το Δημόσιο αναστολή των προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων καθ΄ όλη την διάρκεια των δικαστικών διακοπών ισχύει και για τους ιδιώτες για λόγους δικονομικής ισότητας των διαδίκων (20 παρ.1Σ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1Σ).

Πρακτικά τούτο σημαίνει, ότι εάν ο διοικούμενος λάβει γνώση της  διοικητικής πράξης ή του κοινοποιηθεί εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, αναστέλλεται η εξηκονθήμερη προθεσμία της αίτησης ακυρώσεως ή της έφεσης μέχρι  και  τις  15  Σεπτεμβρίου και άρχεται εκ  νέου  από τις 16 Σεπτεμβρίου.

Να διαβαστεί η απόφαση  Πλατάκου Κατά Ελλάδος.

Η νομολογία δέχεται παγίως πλέον ότι είναι αντισυνταγματική η προνομιακή μεταχείριση του Δημοσίου ως προς την αναστολή των προθεσμιών κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών. (ΟΛ Α.Π. 12/2002, 447/2007, ΟΛ ΣΤΕ 2807/2002). Τα ελληνικά δικαστήρια σε μία σειρά αποφάσεων τους (ΣΤΕ 2606/2001, 497/2002) αναγνωρίζουν πλέον την πλήρη αντίθεση του δικονομικού προνομίου της αναστολής των προθεσμιών με τα αρ. 4 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου από τα οποία εκπορεύεται η αρχή της ισότητας των διαδίκων. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Πλατάκου Κατά Ελλάδος: Η Πλατάκου είχε στην κυριότητά της ένα οικόπεδο με ένα νεοκλασικό κτίσμα στη Σπάρτη. Το Δημόσιο προχώρησε σε αναγκαστική απαλλοτρίωση αυτού, προκειμένου να στεγάσει το μουσείο Σπάρτης. Το δικαστήριο όρισε πολύ μικρή προσωρινή τιμή μονάδος και στη συνέχεια η Πλατάκου προσέφυγε ενώπιον του Εφετείου ζητώντας οριστικό προσδιορισμό. Από λάθος όμως του δικαστικού επιμελητή, η αίτηση της κοινοποιήθηκε εκπρόθεσμα στους αντιδίκους με αποτέλεσμα να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αντίστοιχα απορρίφθηκε και η αίτηση του Δημοσίου για οριστικό προσδιορισμό, αλλά για το Δημόσιο αναγνωρίστηκε ότι η προθεσμία είχε ανασταλεί κατά τις καλοκαιρινές διακοπές. Στη συνέχεια, τόσο ο Άρειος Πάγος όσο και το Εφετείο απέρριψαν για τυπικούς λόγους την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Ακολούθως, η Πλατάκου προσέφυγε στο Ε.Δ.Δ.Α., το οποίο αφού εξέτασε και τους λοιπούς ισχυρισμούς της, την δικαίωσε με την εν λόγω απόφαση του.

ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Ειδική Επιτροπή (άρθρο 72 ΠΔ. 18/1989)

Η Ολομέλεια του ΣΤΕ εν συμβουλίω συγκροτεί κάθε 2 ετία, ειδική επιτροπή από τους Αντιπροέδρους και 1 Σύμβουλο από κάθε δικαστικό σχηματισμό η οποία:

1: καταρτίζει ευθύς, μετά το τέλος κάθε έτους ειδική έκθεση για τις δραστηριότητες του ΣΤΕ,

2: παρακολουθεί εάν συμμορφώνεται η Διοίκηση στις αποφάσεις του ΣΤΕ. Στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτής, η Επιτροπή επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, σε κάθε περίπτωση που δεν εκτελείται  ακυρωτική απόφαση (Ν. 3068/2002, πδ 61/2004), και εάν διαπιστώσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης προς τα κριθέντα, συντάσσει ιδιαίτερο πρακτικό. Το πρακτικό υποβάλλεται στον Πρωθυπουργό και γνωστοποιείται στον αιτούντα.

Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της διοικητικής πράξης ή της δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης. (άρθρο 77 παρ. 5) (Βλ. ΣΤΕ 471/2008, ΣΤΕ ΟΛ 654/1993).

ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

  (ΑΡΘΡΟ 52)

ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΟ ΑΝΑΣΤΑΛΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ (άρθρο 52Α ΠΔ 18/1989)

 

Ι. Το αυτοδίκαιο αποτέλεσμα της αίτησης ακυρώσεως άδειας δόμησης εκτός σχεδίου.
Όταν ασκείται αίτηση ακυρώσεως κατά άδειας οικοδομής που εκδόθηκε κατ΄ εφαρμογήν των διατάξεων για την εκτός σχεδίου δόμηση, η εκτέλεση της προσβαλλόμενης άδειας αναστέλλεται για διάστημα 60 ημερών (αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα) το οποίο αρχίζει από την κοινοποίηση της αίτησης ακυρώσεως στην αρχή που εξέδωσε την πράξη.

Το αυτοδίκαιο ανασταλτικό αποτέλεσμα αίρεται:

  1. και πριν παρέλθει το εξηκονθήμερο, εάν εντός του χρονικού αυτού διαστήματος απορριφθεί η τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναστολής.
  2. από τον Πρόεδρο μετά από αίτηση εκείνου που δικαιούται να ασκήσει παρέμβαση ή της αρμόδιας αρχής εφόσον η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.

 

Η αίτηση αναστολής κατά διοικητικών πράξεων για τις οποίες ισχύει εκ του νόμου αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα απορρίπτονται ως αλυσιτελείς.(ΣΤΕ ΕΑ 56/2006).

Κοινοποίηση της αίτησης ακυρώσεως με επιμέλεια του αιτούντος στην αρχή που εξέδωσε την πράξη.

 

 

       

 

 

 

ΝΟΜΙΚΟ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗ

ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΑΥΣΤΗΡΑ Η ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ. ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΜΟΝΟ Η ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΧΡΗΣΗ  ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗ ΜΑΣ. ΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ ΦΕΡΕΙ ΑΟΡΑΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΟ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΕΚΤΥΠΩΣΕΩΝ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΤΥΧΟΝ ΜΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΟΥΣ ΤΡΙΤΟΥΣ ΧΡΗΣΤΕΣ. Η ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΕΡΩ ΟΡΟΥ ΣΥΝΕΠΑΓΕΤΑΙ ΑΣΤΙΚΕΣ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΣΧΕΤΙΚΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ.