2412/2009 ΣΤΕ ΑΓΩΓΗ, ΕΜΜΕΣΩΣ ΖΗΜΙΩΘΕΙΣ,ΖΗΜΙΑ, προς αποζημίωση υπάρχει για τους εμμέσως ζημιωθέντες μόνο εφόσον το προβλέπει ειδική διάταξη

ΣΤΕ

2412/2009 ΣΤΕ 
 
Ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ. Η ευθύνη καλύπτει και τη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, μόνον όμως του αμέσως ζημιωθέντος από την παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. Εκείνος που ζημιώθηκε εμμέσως από την αδικοπραξία, έχει αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, μόνον όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από διάταξη νόμου. Η αξίωση του ζημιωθέντος υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία δεν έχει ως θεμελιωτικό στοιχείο της την ύπαρξη υλικής ζημίας και για την έναρξη της παραγραφής απαιτείται να συντελεσθεί και η ηθική βλάβη, οπότε γεννάται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη η σχετική αξίωση. Λόγω της αυτοτελείας που εμφανίζει η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αξίωση για αποζημίωση λόγω περιουσιακής βλάβης, είναι δυνατή η κίνηση του χρόνου παραγραφής κάθε μιας από τις αξιώσεις αυτές από διαφορετικό χρονικό σημείο. Το δικάσαν εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, υπό την ιδιότητα του συζύγου της δεύτερης, η οποία είναι η αμέσως ζημιωθείσα από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της διοικήσεως, δεν είναι δικαιούχος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και ότι η αξίωση της δεύτερης για ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την καθυστερημένη καταβολή των μηνιαίων αποδοχών της, η οποία εγεννάτο στο τέλος κάθε έτους και υπέκειτο στην πενταετή παραγραφή, είχε παραγραφεί και δεν διακόπηκε η παραγραφή με την άσκηση ευθείας αγωγής της δεύτερης αναιρεσείουσας για καταβολή των καθυστερούμενων αποδοχών της. Ο πρώτος αναιρεσείων, επικαλούμενος την ιδιότητα του συζύγου της δεύτερης, είναι εμμέσως ζημιωθείς και δεν δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η ηθική βλάβη, την οποία η δεύτερη από τους αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκε ότι υπέστη, δεν στοιχειοθετείται συγχρόνως με την καθυστέρηση καταβολής μιας εκάστης των μηνιαίων αποδοχών της, αλλά με την πάροδο του χρόνου. Η κρίση του δικάσαντος εφετείου ότι η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής δεν είναι νόμιμη. Δεκτή η αναίρεση (αναιρεί την αριθ. 556/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών).

  
Αριθμός 2412/2009

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Στ. Χαραλάμπους, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και των αρχαιοτέρων του Συμβούλων, που είχαν κώλυμα, Μ. Καραμανώφ, Δ. Αλεξανδρής, Σύμβουλοι, Α. Σταθάκης, Φ. Γιαννακού, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος.

Για να δικάσει την από 3 Μαΐου 2004 αίτηση :

των : 1) …….. ….., ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. …….) και 2) ……… συζύγου ……. ………, κατοίκων Αθηνών, οδός ………… …, η οποία παρέστη με τον πιο πάνω δικηγόρο Μιχαήλ Γιαμαλάκη, που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Βασ. Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 556/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου A. Σταθάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πρώτο των αναιρεσειόντων ως δικηγόρο και ως πληρεξούσιο της δεύτερης αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1370609-610, 1832208, 1832442/2004 γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθ. 556/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθ. 8511/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση απερρίφθη αγωγή των αναιρεσειόντων, ασκηθείσα στις 6.12.1999, με την οποία, η μεν δεύτερη, υπό την ιδιότητα της μονίμου δημοσίου υπαλλήλου, ο δε πρώτος, υπό την ιδιότητα του συζύγου της δεύτερης, ζητούσαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 80.041,08 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπέστησαν από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου να καθυστερούν, συστηματικά, την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών της δεύτερης, καθ’ όλο το διάστημα της υπηρεσίας της στην Πρεσβεία της Βόννης (Απρίλιο 1985 έως Οκτώβριο 1989).

3. Επειδή στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ) ορίζεται ότι : «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών». Περαιτέρω, στα άρθρα 297, 298, 299, 929 και 932 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) ορίζονται και τα εξής : «΄Αρθρο 297. Διαφέρον. Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα …΄Αρθρο 298. Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος … ΄Αρθρο 299. Ζημία μη περιουσιακή. Για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. ΄Αρθρο 928. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα νοσήλια και τα έξοδα της κηδείας σ’ εκείνον που κατά το νόμο βαρύνεται μ’ αυτά. ΄Εχει επίσης την υποχρέωση να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο έχει δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. ΄Αρθρο 929. Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, ο,τιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά το νόμο δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται. ΄Αρθρο 932. Ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, σε συνδυσμό με τις ανωτέρω διατάξεις του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως και επί ευθύνης του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. η ευθύνη του Δημοσίου καλύπτει κάθε θετική ή αποθετική ζημία από την παράνομη δραστηριότητα των οργάνων του Δημοσίου, καθώς επίσης και τη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, δεδομένου ότι και η ηθική βλάβη συνιστά μορφή αδικοπραξίας (Σ.τ.Ε. 621/2007, 1732/2005 κ.α.), μόνον όμως του αμέσως ζημιωθέντος από την παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. Αντίθετα, εκείνος που ζημιώθηκε εμμέσως από την αδικοπραξία, δηλαδή εκείνος στον οποίο προκλήθηκε ζημία από την προσβολή έννομου αγαθού, περιουσιακού ή μη, άλλου προσώπου, έχει αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, μόνον όταν αυτό προβλέπεται ειδικά από διάταξη νόμου (βλ. άρθρα 928 εδάφιο β΄, 929 εδάφιο β΄, 932 εδάφιο γ΄ του Α.Κ.) (Σ.τ.Ε. 2796/2006 7μ., βλ. ΑΠ 900, 62/1991 κ.α.).

4. Επειδή, περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 91 του Κώδικα περί Δημοσίου Λογιστικού (ν.δ. 321/1969, Α΄ 205) ορίζεται ότι «ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, είναι πέντε ετών, εφ’ όσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής», στο δε άρθρο 93 του ιδίου Κώδικα ότι «η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους, καθ’ ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις». Εξ άλλου, στο άρθρο 937 του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι «η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση …». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι κάθε αξίωση του ζημιωθέντος από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια οργάνων του Δημοσίου, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους είτε έχει ως αντικείμενο την ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, υπόκειται στην πενταετή παραγραφή των άρθρων 937 του Αστικού Κώδικα και 91 παρ. 1 του ν.δ. 321/1969, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 93 του ν.δ. 321/1969, αρχίζει, για όλες τις ανωτέρω επιμέρους αξιώσεις, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε κάθε μια από αυτές και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη, δηλαδή σύμφωνα με το άρθρο 937 του Αστικού Κώδικα, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου ο ζημιωθείς έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, καθ’ όσον όλες οι μερικότερες αυτές αξιώσεις έχουν, κατ’ αρχήν, ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία των οργάνων του Δημοσίου. Δεδομένου, όμως, ότι η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία δεν έχει ως θεμελιωτικό στοιχείο της την ύπαρξη υλικής ζημίας, για την έναρξη της παραγραφής της αξιώσεως αυτής δεν αρκεί η τέλεση της αδικοπραξίας, αλλά απαιτείται να συντελεσθεί και η ηθική βλάβη, όπως αυτή περιγράφεται από τον ζημιωθέντα, οπότε γεννάται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη η σχετική αξίωση. Επομένως, εν όψει της αυτοτελείας που εμφανίζει η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αξίωση για αποζημίωση λόγω περιουσιακής βλάβης, είναι δυνατή η κίνηση του χρόνου παραγραφής κάθε μιας από τις αξιώσεις αυτές από διαφορετικό χρονικό σημείο (βλ. Σ.τ.Ε. 1696/2003, Α.Π. 401/2008).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα εξής : Η δεύτερη αιτούσα, δικαστική υπάλληλος, αποσπάσθηκε, στις 4.3.1985, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Δικαιοσύνης, στο ιδιαίτερο γραφείο του Υπουργού Εξωτερικών, στη συνέχεια δε, με απόφαση του τελευταίου, αποσπάσθηκε στην Πρεσβεία της Ελλάδας στη Βόννη, όπου υπηρέτησε από 29.4.1985 έως 30.10.1989. Με την από 13.11.1991 αγωγή, η δεύτερη εκ των αιτούντων ζήτησε την καταβολή των αποδοχών εξωτερικού για τους μήνες Ιούλιο έως Οκτώβριο 1989, που δεν της είχαν καταβληθεί, καθώς και νόμιμους τόκους υπερημερίας, λόγω καθυστερημένης καταβολής όλων των μηνιαίων αποδοχών της από τον Οκτώβριο 1985 μέχρι τον Ιούνιο 1989. Τελικώς, με την υπ’ αριθ. 1694/1998 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η ανωτέρω αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, ήτοι μόνον ως προς τις αποδοχές εξωτερικού του μηνός Ιουλίου 1989, και επιδικάσθηκε στην δεύτερη εκ των αιτούντων το ποσό των 361.770 δραχμών. Με την κατατεθείσα στις 6.12.1999 αγωγή των οι αναιρεσείοντες ζήτησαν, η μεν δεύτερη υπό την ιδιότητα της μονίμου δημοσίου υπαλλήλου, ο δε πρώτος υπό την ιδιότητα του συζύγου της δεύτερης, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών το ποσό των 80.041,08 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, υπέστησαν από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου να καθυστερούν, συστηματικά, την καταβολή των μηνιαίων αποδοχών της δεύτερης, καθ’ όλο το διάστημα της υπηρεσίας της στην Πρεσβεία της Βόννης (Απρίλιο 1985 έως Οκτώβριο 1989). Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι η ηθική βλάβη τους συνίσταται : α) στην ανατροπή της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής σε βάθος χρόνου, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που προκλήθηκαν από τη συστηματική, επί μια πενταετία (1985-1989), καθυστέρηση στην καταβολή των μηνιαίων αποδοχών της δεύτερης εξ αυτών, β) στην προσβολή της αξιοπρεπείας τους από τον εξαναγκασμό τους σε συνεχή δανεισμό, προκειμένου να αντιμετωπίζουν τις καθημερινές ανάγκες και υποχρεώσεις τους, γ) στην πρόκληση άγχους από την προσπάθειά τους να εξυπηρετούν, επί πολλά έτη, και μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, ένα συνεχώς διογκούμενο χρέος που δημιουργήθηκε και διογκώθηκε, αποκλειστικά, λόγω των παρανόμων καθυστερήσεων καταβολής των αποδοχών της δεύτερης εξ αυτών και το οποίο, τελικώς, κατέστη αδύνατο να εξυπηρετηθεί, και δ) στην προσβολή της τιμής και της υπολήψεώς τους, λόγω της ασκήσεως, το έτος 1995, κατ’ αυτών αγωγής ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων από την δανείστρια τράπεζα για οφειλή ύψους 57.406 γερμανικών μάρκων, της οικονομικής αδυναμίας τους να εκπροσωπηθούν στη δίκη και της ερήμην καταδίκης τους, το έτος 1997, στην καταβολή του ανωτέρω ποσού. Η αγωγή απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 8511/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφαση. Συγκεκριμένα το δικάσαν εφετείο έκρινε τα εξής : Α) ΄Οτι ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες, υπό την ιδιότητα του συζύγου της δεύτερης, η οποία είναι η αμέσως ζημιωθείσα από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της διοικήσεως, δεν είναι δικαιούχος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Β) ΄Οτι η αξίωση της δεύτερης για ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την καθυστερημένη καταβολή των μηνιαίων αποδοχών της, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 93 του ν.δ. 321/1969, εγεννάτο στο τέλος εκάστου των ετών 1985, 1986, 1987, 1988 και 1989, και υπέκειτο στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ. 321/1969, είχε υποκύψει, στο σύνολό της, στην παραγραφή, δεδομένου ότι κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (6.12.1999), είχε παρέλθει πενταετία από το τέλος εκάστου των ετών 1985, 1986, 1987, 1988 και 1989. Γ) ΄Οτι η ανωτέρω παραγραφή, αφορώσα στην αυτοτελή αξίωση ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, δεν διεκόπη με την άσκηση της από 13.11.1991 ευθείας αγωγής της δεύτερης εκ των αναιρεσειόντων για καταβολή των καθυστερούμενων αποδοχών της.

6. Επειδή, η κρίση του δικάσαντος εφετείου ότι από την προβαλλομένη ως παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου αμέσως ζημιωθείσα είναι μόνον η δεύτερη από τους αναιρεσείοντες και ότι, κατά συνέπεια, ο πρώτος εξ αυτών, επικαλούμενος την ιδιότητα του συζύγου της δεύτερης, είναι εμμέσως ζημιωθείς και δεν δικαιούται, υπό την ιδιότητα αυτή, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στηρίζεται σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που παρατίθενται στην 3η σκέψη της παρούσης αποφάσεως, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

7. Επειδή, όπως έγινε δεκτό στην 4η σκέψη της παρούσης αποφάσεως, λόγω της αυτοτελείας που εμφανίζει η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αξίωση για αποζημίωση λόγω περιουσιακής βλάβης, για την έναρξη της παραγραφής της πρώτης από τις ανωτέρω αξιώσεις δεν αρκεί η τέλεση της αδικοπραξίας και η επέλευση της περιουσιακής ζημίας, αλλά απαιτείται να συντελεσθεί και η ηθική βλάβη, οπότε γεννάται και είναι δικαστικά επιδιώξιμη η σχετική αξίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα δικόγραφα της αγωγής και της εφέσεως, η ηθική βλάβη, την οποία η δεύτερη από τους αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκε ότι υπέστη, δεν στοιχειοθετείται, κάθε φορά, συγχρόνως με την καθυστέρηση καταβολής μιας εκάστης των μηνιαίων αποδοχών της, κατά το διάστημα των ετών 1985 έως 1989, αλλά εμφανίζεται να έχει μεν ως αιτία την καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών, και μάλιστα τον εξακολουθητικό χαρακτήρα της καθυστερήσεως, να στοιχειοθετείται, όμως, και να επιτείνεται με την πάροδο του χρόνου (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1696/2003). Εν όψει των ισχυρισμών αυτών, η κρίση του δικάσαντος εφετείου ότι η αξίωση της δεύτερης των αναιρεσειόντων για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είχε παραγραφεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, θεμελιούμενη στην ερμηνευτική εκδοχή ότι η κίνηση της παραγραφής της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου, έχει, πάντοτε, ως αφετηρία το χρόνο τελέσεως της προβαλλομένης ως παράνομης συμπεριφοράς, δεν στηρίζεται σε ορθή ερμηνεία των διατάξεων που παρατίθενται στην 4η σκέψη της παρούσης αποφάσεως. Για το λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βάσιμα, η υπό κρίση αίτηση, καθ’ ό μέρος ασκείται από την αναιρεσείουσα ……….. ……… πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί, ως προς αυτήν, η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί, ως προς την ανωτέρω, στο εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση. Διά ταύτα

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση καθ’ ο μέρος αυτή ασκείται από τον αναιρεσείοντα ………. ………..,

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση καθ’ ο μέρος αυτή ασκείται από την αναιρεσείουσα ……… ……… .,

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 556/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καθ’ ο μέρος αυτή αφορά στην αναιρεσείουσα……… ………. και παραπέμπει, ως προς αυτήν, την υπόθεση στο ανωτέρω δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση, σύμφωνα με το αιτιολογικό,