6. ΤΡΙΤΟ Μάθημα Συνταγματικού – 12/04/2017

Uncategorized

             BANNER1

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΩΝ

 

           α) Τυπικό Σύνταγμα:

Γραπτός θεμελιώδης νόμος που έχει αυξημένη τυπική δύναμη σε σχέση με τους άλλους νόμους του κράτους και που δεν μπορεί να τροποποιηθεί παρά με έναν ειδικό, δυσκολότερο απ’ ότι οι κοινοί νόμοι, τρόπο που το ίδιο έχει ορίσει μέσω των διατάξεων της αναθεώρησης του.

Το τυπικό Σύνταγμα, είναι γραπτό σε κείμενο (ενιαίο)  ή κείμενα (μη ενιαίο) και  αυστηρό, υπό την έννοια ότι  δεν αναθεωρείται με τη συνήθη διαδικασία που απαιτείται για τους τυπικούς νόμους. Ο βαθμός αυστηρότητας του συναρτάται από ποικίλα  άλλα κριτήρια, όπως ειδικό όργανο επιτρεπτό ή όχι αναθεώρησης , χρόνος , διαδικασία, σκληρός πυρήνας  κλπ.

Είδη αυστηρών συνταγμάτων :

 

•  Απολύτως αυστηρά :   

Δεν επιτρέπουν ρητά ή σιωπηρά την αναθεώρηση.

 

•  Σχετικώς αυστηρά :  

Επιτρέπουν  κατ΄ αρχήν την αναθεώρησή τους, αλλά με κυμαινόμενο βαθμό δυσκολίας, πάντως με δυσκολότερο τρόπο από αυτόν της θέσπισης των απλών τυπικών νόμων .

β) Μετά τις διευρύνσεις της ύλης του, ως ουσιαστικό Σύνταγμα,  θα μπορούσε να οριστεί το σύστημα των θεμελιωδών αρχών και κανόνων που, ανεξάρτητα από την τυπική τους δύναμη και την ενσωμάτωση τους ή μη στο τυπικό Σύνταγμα:

  • είτε καθορίζουν την οργάνωση, τις λειτουργίες ή τις πολιτικές ενός συγκεκριμένου κράτους ( ή μιας Πολιτείας),
  • είτε ορίζουν την καταστατική και αυτόνομη υποκειμενική θέση του προσώπου μέσα στην Πολιτεία κατοχυρώνοντας τα θεμελιώδη δικαιώματά του,
  • είτε διέπουν τη ρύθμιση των έννομων σχέσεων που προκύπτουν από την άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του.

Ο Μάνεσης θεωρεί ως την πιο ολοκληρωμένη έννοια του Συντάγματος την σύνθετη, την τυπική και ουσιαστική μαζί, και το ορίζει ως το κείμενο που έχει, ως θεμελιώδης νόμος, αυξημένη τυπική δύναμη και στο οποίο περιέχονται οι θεμελιώδεις αρχές και κανόνες που διέπουν κατά βάση την συγκρότηση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας και της εν γένει κοινωνικής συμβίωσης, διασφαλίζοντας την πολιτική ενότητα μιας δεδομένης κοινωνίας. Πάντως η διάκριση ουσιαστικού και τυπικού Συντάγματος,  δεν έχει χάσει ούτε τη σημασία της, ούτε την πρακτικής της αξία.

 

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΟΡΙΣΜΟΣ:

Τροποποίηση ή κατάργηση ή αντικατάσταση ή προσθήκη ή αυθεντική ερμηνεία συνταγματικών διατάξεων η οποία ενεργείται στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος.

Διαδικασία αναθεώρησης:

110 Σ.

Έννοια του σκληρού πυρήνα του Συντάγματος:

110 παρ.1 Σ

Διαδικασία αναθεώρησης (110 παρ.2 Σ):

Υπάρχει συνεργασία μεταξύ της Βουλής η οποία έχει την αναθεωρητική πρωτοβουλία (προτείνουσα Βουλή) και της αναθεωρητικής βουλής. Η πρώτη Βουλή προσδιορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις, χωρίς όμως να μπορεί να τις αναθεωρήσει, ενώ η δεύτερη βουλή (αναθεωρητική Βουλή) προσδιορίζει το περιεχόμενο της αναθεώρησης, χωρίς ωστόσο να μπορεί να αναθεωρήσει  άλλες διατάξεις από αυτές που αποφάσισε η πρώτη Βουλή η οποία  είχε την αναθεωρητική  πρωτοβουλία.

110 παρ. 6 Σ:

Όχι νέα διαδικασία πριν παρέλθουν πέντε έτη από την περάτωση της προηγούμενης αναθεώρησης. Αποτέλεσμα: Αποτροπή συχνών και ευκαιριακών αναθεωρήσεων, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο το κράτος δικαίου και την ασφάλεια δικαίου.

ΑΥΣΤΗΡΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ:

Δεν αναθεωρείται παρά μόνο με ειδική διαδικασία, από ειδικό όργανο και εντός των ορίων που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα.

Το ελληνικό Σύνταγμα χαρακτηρίζεται ως αυστηρό.

Δεν αναθεωρείται η διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1 Σ, δηλαδή ο σκληρός πυρήνας του ελληνικού συντάγματος. Μπορεί όμως να αναθεωρηθεί το άρθρο 110 παρ. 2 Σ, δηλαδή η διαδικασία της αναθεώρησης.

Η αναθεώρηση είναι αφενός το αποτέλεσμα ιστορικής και πολιτικής εξέλιξης, και αφετέρου εκδήλωση της ίδιας της κρατικής εξουσίας,  με στόχο τη διατήρηση της ενότητας και της ταυτότητας του Συντάγματος, με την ταυτόχρονη ωστόσο ποιοτική προσαρμογή στις απαιτήσεις της σύγχρονης πραγματικότητας.

Το ισχύον Σύνταγμα, είναι απολύτως αυστηρό ως προς τις θεμελιώδεις διατάξεις του (110§1Σ) και σχετικώς αυστηρό ως προς τις υπόλοιπες με την έννοια ότι η αναθεώρησή τους γίνεται από ειδικό όργανο και με ειδική διαδικασία. (110§§2-5Σ.)

Ως κανόνας καθιερώνεται το αναθεωρήσιμο των συνταγματικών διατάξεων και ως εξαίρεση η απαγόρευση αναθεώρησης. Πάντως η απαγόρευση αυτή δεν αναφέρεται στη γλωσσική διατύπωση, στο γράμμα των διατάξεων αλλά στο νόημα τους, στο κανονιστικό τους περιεχόμενο και στους συνταγματικούς κανόνες που συνάγονται από την ερμηνεία τους.

1) ΡΗΤΑ  ΟΡΙΑ:

α)Ουσιαστικά

β) Διαδικαστικά

2)ΣΙΩΠΗΡΑ Ή ΕΓΓΕΝΗ

Ρητά όρια

α. Ουσιαστικά όρια

Το  110§1  του  Συντάγματος οριοθετεί μια περιοχή του, η οποία καθίσταται παντελώς απρόσβλητη από κάθε εξουσία, και την αναθεωρητική. Μορφοποιείται έτσι ένας πρωτογενής σκληρός πυρήνας (ο Μανιτάκης τον αποκαλεί «υπερσύνταγμα»), ο οποίος περιλαμβάνει δύο κατηγορίες διατάξεων:

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις διατάξεις που «καθορίζουν τη βάση και τη μορφή το πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας». Η βάση του πολιτεύματος ταυτίζεται με τη μορφή του κράτους (:Συστηματικός τρόπος με τον οποίο συγκροτείται η κρατική εξουσία και καθορίζεται ο φορέας ή η έδρα της κυριαρχίας).

Περιλαμβάνει:

  • Την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας
  • Το αντιπροσωπευτικό σύστημα διακυβέρνησης (έμμεση δημοκρατία)
  • Τους θεσμούς ημιάμεσης και άμεσης δημοκρατίας
  • Τον πολυκομματισμό
  • Τους θεσμούς συμμετοχικής δημοκρατίας

Ως μορφή του πολιτεύματος, νοείται η μορφή διακυβέρνησης (:συστηματικός τρόπος με τον οποίο κατανέμεται η κυριαρχία στα διάφορα κρατικά όργανα και ασκείται ως κρατική εξουσία από αυτά). Περιλαμβάνει:

  • Το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης (αρχή της δεδηλωμένης, κοινοβουλευτική αρχή, κτλ)
  • Το αιρετό του αρχηγού του κράτους και μάλιστα την έμμεση από το Κοινοβούλιο εκλογή του.
  • Την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης που συνδυάζεται με το πολιτικό ανεύθυνο του ΠτΔ
  • Την απαγόρευση στέρησης των παγιωμένων ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του ΠτΔ.
  • Την απαγόρευση της υπέρμετρης ενίσχυσης αυτών των αρμοδιοτήτων και του θεσμικού ρόλου του ΠτΔ καθώς και της άμεσης εκλογής του από το Λαό που ευνοεί τη δημιουργία προεδρικού ή ημιπροεδρικού κυβερνητικού συστήματος.
  • Τη δικαιοκρατική μορφή του πολιτεύματος (τυπική υπέροχη του Συντάγματος, αρχή της νομιμότητας, ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, συνταγματική προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων)
  • Την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, η οποία προστατεύεται και ρητά στο 110§1 Σύνταγμα.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει 8 ρητά απαριθμούμενες διατάξεις οι οποίες συστηματικά ερμηνευόμενες, καλύπτουν ουσιαστικά  το περιεχόμενο όλων των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων:

i. Η αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου αποτελεί τη μήτρα, την κανονιστική κοιτίδα όλων, παλαιών και νέων, δικαιωμάτων και ελευθεριών. (άρθρο 2 παρ.1 Σ).

ii. Με την αναφορά στην «ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας» όλα τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα συμμετοχής καθώς και κοινωνικά δικαιώματα εντάσσονται με τη μορφή ιδίως του «κοινωνικού κεκτημένου» στην κατηγορία των συνταγματικών δικαιωμάτων που ο νομοθέτης  δεν δικαιούται να καταργήσει  ή  να υποβαθμίσει.

Επιπλέον, η συνταγματική πραγματικότητα, η νομοθετική, νομολογιακή και διοικητική πρακτική,  έχουν διαμορφώσει ένα σύμπλεγμα κανόνων που έχει ενσωματωθεί στο πραγματικό Σύνταγμα ως «συνταγματικό κεκτημένο» προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων. Αυτό το κεκτημένο, ανάγεται σε θεμελιώδες αποκλείοντας κάθε εκμηδένιση ή υποβάθμισή του από τον αναθεωρητικό  νομοθέτη, ο οποίος όμως διατηρεί τη δυνατότητα διαρρύθμισης του τρόπου απόλαυσης ή άσκησης ενός κοινωνικού ή ατομικού δικαιώματος. Τέλος όσα «νέα» δικαιώματα κατοχυρωθούν συνταγματικά, δεν μπορούν να καταργηθούν ούτε να σχετικοποιηθεί η προστασία τους σε μεταγενέστερη αναθεώρηση  του Συντάγματος.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Μη αναθεωρητέο είναι ολόκληρο το σύστημα συνταγματικής προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και το καθένα ξεχωριστά ως προς το κύριο ή βασικό ή «αξιωματικό» περιεχόμενό τους.

β. διαδικαστικά όρια ή δεσμεύσεις

  Συνίστανται:

1. στην ύπαρξη ειδικού οργάνου

2. στην καθιέρωση ειδικής διαδικασίας

3. στην πρόβλεψη ειδικής προθεσμίας

4. στη θέσπιση ειδικού νόμιμου τύπου

1) Αποκλειστικός φορέας της αναθεωρητικής λειτουργίας είναι η αναθεωρητική Βουλή που αποφασίζει, κυριαρχικά, μετά την ειδική εντολή του εκλογικού σώματος, για το περιεχόμενο της αναθεώρησης, με δική της αυτοτελή πράξη, χωρίς τη συμμετοχή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο της εκτελεστικής εξουσίας.

2) Η αναθεώρηση εξελίσσεται στα εξής στάδια:

        

          Πρώτη φάση (110§2 Σύνταγμα ):

  • Πρόταση 50 βουλευτών, συγκρότηση ειδικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος η οποία υποβάλλει έκθεση.
  • Απόφαση της Βουλής που πρέπει να συγκεντρώνει τρεις τυπικές προϋποθέσεις.
  • Πλειοψηφία 180 – ή 151 βουλευτών
  • Διεξαγωγή δύο ονομαστικών ψηφοφοριών, με θετικό αποτέλεσμα, που να απέχουν μεταξύ τους έναν τουλάχιστον μήνα.
  • Καθορισμός ειδικά (δηλ. αριθμητικά) των αναθεωρητέων διατάξεων.
  • Μεσολάβηση εκλογών: Σημαντική διαδικασία, διότι ενεργοποιείται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και συμμετέχει, έμμεσα, ο λαός στην αναθεωρητική διαδικασία.

          Δεύτερη φάση (110§§3-5).

Η νεοεκλεγμένη Αναθεωρητική Βουλή διαθέτει την εξουσία κατά την πρώτη σύνοδό της να απορρίψει ή να αποδεχθεί ολικά ή μερικά την πρόταση αναθεώρησης και να διατυπώσει το οριστικό κείμενο των αναθεωρητικών διατάξεων. Δεσμεύεται απολύτως από την απόφαση της προηγούμενης Βουλής ως προς το εύρος ή την έκταση και όχι ως προς το περιεχόμενο της αναθεώρησης. Το 110§4 Σύνταγμα, προβλέπει για πρώτη φορά τη δυνατότητα της αντιστροφής των πλειοψηφιών μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης Βουλής:

  • Απόφαση για την ανάγκη αναθεώρησης από την πρώτη Βουλή
  • Απόφαση για την αναθεώρηση από την αναθεωρητική Βουλή  Πλειοψηφίες 180 βουλευτές, 151 βουλευτές, 151 βουλευτές 180 βουλευτές.

Με τις εναλλακτικές πλειοψηφίες,  διευκολύνεται η κατάληξη της αναθεωρητικής  διαδικασίας και οι δύο Βουλές συμμετέχουν ισότιμα και ισοδύναμα σ΄ αυτήν.

     ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΗ

Κατά το 110§6 Σύνταγμα, απαγορεύεται η κίνηση νέας διαδικασίας για την αναθεώρηση  του Συντάγματος πριν παρέλθει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης (προθεσμία ώριμου χρόνου ή διασκέψεως).Το τελικό κείμενο του αναθεωρημένου Συντάγματος δημοσιεύεται με εντολή του Προέδρου της Βουλής στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης μέσα σε δέκα μέρες αφότου επιψηφιστεί σε ισχύ με ειδικό της ψήφισμα.

Σιωπηρά όρια

Είναι τα λογικά αναγκαία εμπόδια της αναθεωρητικής λειτουργίας τα οποία απορρέουν λογικά από την ταυτότητα του πολιτεύματος και από την συνολική λογική του Συντάγματος  και  της αναθεώρησής του. Περιλαμβάνει:

  • τη μη προσβολή του απολύτως αυστηρού χαρακτήρα του (110§1 Σύνταγμα)
  • το μη αναθεωρήσιμο χαρακτήρα της διαδικασίας της αναθεώρησης (110§§ 2-6 Σύνταγμα) αν με την τροποποίηση των διατάξεων απειλείται με αναίρεση ο αυστηρός χαρακτήρας της αναθεωρητικής διαδικασίας ή το Σύνταγμα από αυστηρό κινδυνεύει να γίνει ήπιο.
  •   τον διάχυτο και παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων
  •    το πραγματικό Σύνταγμα, που νοείται ως το σύμπλεγμα των θεμελιωδών αρχών ή αξιών και κανόνων που ανεξάρτητα αν είναι ρητά αποτυπωμένοι στο Σύνταγμα συγκροτούν τα ουσιώδη εκείνα στοιχεία της συνταγματικής τάξης που της προσδίδουν ταυτότητα, της εξασφαλίζουν τη συνέχεια και την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεών της και τέλος χαρίζουν ερμηνευτική ενότητα στο σύνολο της έννομης τάξης.

Ο δικαστικός έλεγχος της Αναθεώρησης

Η τήρηση των διαδικαστικών ορίων ή κανόνων της αναθεώρησης ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στην αναθεωρητική  Βουλή. Ως προς τα ουσιαστικά της όρια όμως την μη ευθύνη της μη παραβίασής τους την έχει και η δικαστική εξουσία. Η αναθεωρητική εξουσία ως εξουσία συντεταγμένη οφείλει να ενεργεί «καθ’ ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα». Έτσι ο δικαστής υποχρεούται, κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας της αναθεώρησης να εξετάζει την ενδεχόμενη προσβολή θεμελιώδους αρχής του Συντάγματος από την πράξη της αναθεωρητικής  εξουσίας, δηλ. από συνταγματική διάταξη. Η εξουσία του αυτή θεμελιώνεται στο 87§2 Σύνταγμα (στο 93§4 υποστηρίζει ο Βενιζέλος) και η νομιμοποίηση της εξαντλείται από τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος που απαγορεύει την αναθεώρηση των θεμελιωδών διατάξεων, καθώς και από την ίδια τη φύση της δικαιοδοτικής αποστολής του, που του επιτρέπει να εφαρμόζει ισχύοντες νόμους κατά την επίλυση δικαστικών διαφορών. Στο ελληνικό Σύνταγµα, η έννοια του δηµοψηφίσµατος, η οποία ορίζεται στο άρθρο 44  είναι συνυφασµένη µε την έννοια του νοµοθετικού  δηµοψηφίσµατος.  Ωστόσο, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, προβλέπεται η δυνατότητα εφαρµογής συντακτικού δηµοψηφίσµατος από τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας, ο οποίος µπορεί να προκηρύσσει δηµοψήφισµα:

α) για  κρίσιµα  εθνικά θέµατα και

β) για ψηφισµένα νοµοσχέδια που ρυθµίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτηµα. Εξ αυτών και σε συνδυασµό µε το άρθρο 110 του Συντάγµατος, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρµογής και τη διαδικασία αναθεώρησης των συνταγµατικών διατάξεων, συνάγεται ότι δεν προβλέπεται καταρχήν στο Ελληνικό Σύνταγµα η δυνατότητα τροποποίησης των διατάξεών του µε δηµοψήφισµα, δηλαδή µε άµεση προσφυγή στο εκλογικό σώµα και ευθεία εκδήλωση της λαϊκής βούλησης. Ωστόσο, το γεγονός ότι η αναθεώρηση των συνταγµατικών διατάξεων εκτελείται από το Νοµοθετικό σώµα, το οποίο έχει, ήδη, εκλεγεί από το λαό, καθιστά τον τελευταίο έµµεσα και όχι άµεσα ενεργό απέναντι στο δηµοψήφισµα.  Έτσι, η εκλογή των µελών του κοινοβουλίου από το λαό αποκτά, κατ` αυτό τον τρόπο, χαρακτήρα συνταγµατικού δηµοψηφίσµατος.

Σε σχέση µε τους ουσιαστικούς περιορισµούς που θέτει το άρθρο 110 του Συντάγµατος, προβλέπεται η καταρχήν δυνατότητα αναθεώρησης των συνταγµατικών διατάξεων, ενώ στη συνέχεια απαγορεύεται η αναθεώρηση ορισµένων εξ αυτών. Ο εν λόγω περιορισµός, αφορά διατάξεις που προασπίζουν τους θεσµούς της άµεσης δηµοκρατίας. Εποµένως, δεν είναι δυνατή η αναθεώρηση των διατάξεων µε τις οποίες εκφράζεται η λαϊκή κυριαρχία, εάν τη συµπεριλάβουµε  στους δηµοκρατικούς  θεσµούς.

 

 

 

 

ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΕΠΙΛΥΣΗ

  • Είναι συνταγματικά θεμιτή η αναθεώρηση του Συντάγματος με δημοψήφισμα;

Η αναθεώρηση του Συντάγματος με συνταγματικό δημοψήφισμα, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή, διότι μία τέτοια διαδικασία δεν εναρμονίζεται με την μη αναθεωρήσιμη αντιπροσωπευτική μορφή του πολιτεύματος. Ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας της σύγχρονης δημοκρατίας, ως θεμελιώδες χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτεύματος, δεν μπορεί να καταργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 1 Σ. Το συνταγματικό δημοψήφισμα, όμως καταργεί την Αναθεωρητική Βουλή ή πάντως εκμηδενίζει την αποφασιστική αρμοδιότητά της, καθώς η τελευταία παύει να είναι ο ουσιαστικός φορέας της αναθεωρητικής λειτουργίας και μετατρέπεται σε έναν από τους παράγοντες στην απλουστευμένη και σχηματοποιημένη δημοψηφισματική διαδικασία. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μία τέτοια συρρίκνωση της αντιπροσωπευτικής αρχής η οποία θίγει τα όρια του άρθρου 110 παρ. 1Σ  και συνεπώς δεν είναι επιτρεπτή. Τέλος, το ίδιο το άρθρο 44 παρ.2 Σ, δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την υιοθέτηση του συνταγματικού δημοψηφίσματος ως παράλληλης διαδικασίας αναθεώρησης, αφού με τις διατάξεις του καθορίζονται περιοριστικά δύο μόνο τύποι δημοψηφισμάτων (ένα για κρίσιμα εθνικά θέματα) και (ένα για σοβαρά κοινωνικά ζητήματα) και τυποποιούνται αυστηρά τα θέματα για τα οποία μπορεί να προκηρυχθεί δημοψήφισμα. Το συνταγματικό δημοψήφισμα αποτελεί ιδιαίτερη κατηγορία δημοψηφίσματος και δεν μπορεί να ενταχθεί ούτε στα κρίσιμα εθνικά θέματα, όπως είναι ενδεικτικά  τα  θέματα εξωτερικής πολιτική και εθνικής  άμυνας της χώρας, ούτε βέβαια να χαρακτηρισθεί « ψηφισμένο νομοσχέδιο που να ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα».

  • Καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου μέσω της αναθεωρητικής οδού

Η καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου μέσω της αναθεωρητικής οδού συνιστά αμφιλεγόμενο ζήτημα. Η κρατούσα στη θεωρία άποψη,  υποστηρίζει ότι δεν θα ήταν επιτρεπτή  η ίδρυση του διότι στην Ελλάδα ισχύει ο διάχυτος και παρεμπίπτων έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Η εξουσία του εθνικού δικαστή να εξετάζει την μη αντίθεση του εφαρμοστέου κανόνα προς τις επιταγές του καταστατικού χάρτη, αντιμετωπίζεται ως λογική συνέπεια του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος, του οποίου ταυτόχρονα αποτελεί και αναγκαία κύρωση. Η ανάθεση λοιπόν της αρμοδιότητας του ελέγχου συνταγματικότητας αποκλειστικά σε ένα και μοναδικό Συνταγματικό Δικαστήριο, θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της αντίστοιχης εξουσίας καθενός δικαστή ανεξαρτήτως αρμοδιότητας  και βαθμού και συνεπώς θα επιφέρει τη θεσμική υποβάθμιση των δικαστηρίων της χώρας.

  • Θα ήταν επιτρεπτός ο δικαστικός έλεγχος της αναθεώρησης του Συντάγματος;

 

Δεδομένης  της αυξημένης τυπικής δύναμης και της ιδιαίτερης νομικής και πολιτικής σημασίας του Συντάγματος σε σχέση με τους κοινούς νόμους, θεωρείται εύλογο και αναγκαίο να ελέγχεται από τα δικαστήρια εάν το περιεχόμενο ενός νομοθετήματος είναι σύμφωνο ή όχι με τους συνταγματικούς κανόνες. Αντιθέτως, η εξουσία των δικαστηρίων να αποφανθούν για την συνταγματικότητα διατάξεων του ίδιου του Συντάγματος που προέκυψαν από την αναθεώρηση, δεν βρίσκει ανάλογο θεσμικό έρεισμα. Σύμφωνα, λοιπόν με την παραπάνω άποψη, τα δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να προβαίνουν σε έλεγχο των αναθεωρημένων διατάξεων προς το άρθρο 110Σ, και είναι υποχρεωμένα να εφαρμόζουν όλες τις διατάξεις που υιοθετεί ο αναθεωρητικός νομοθέτης. Εντούτοις, η προφανής και έκδηλη υπέρβαση των ουσιαστικών ορίων της αναθεώρησης είναι ελέγξιμη δικαστικά, καθώς η νομιμοποιητική της βάση απορρέει από τον ίδιο τον αυστηρό χαρακτήρα του εθνικού συντάγματος και όχι από το άρθρο 93 παρ.4 Σ.

Είναι δυνατή σήμερα η θέσπιση νέων συντακτικών πράξεων και ψηφισμάτων σε έκτακτες (ή μη) περιπτώσεις;

Οι συντακτικές πράξεις και τα ψηφίσματα έχουν χαρακτήρα ειδικό και αποσπασματικό, με την έννοια ότι στο ρυθμιστικό αντικείμενο τους ανήκουν ορισμένα μόνο συνταγματικά ζητήματα και όχι το σύνολο των θεμάτων που υπάγονται στην κλασική ύλη ενός τυπικού Συντάγματος. Επιπλέον, η διάρκεια τους είναι κατά τεκμήριο χρονικά περιορισμένη, στο μέτρο που η έκδοση τους συνδέεται με την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών σε συνταγματικά μεταβατικές περιόδους. (Συντακτική πράξη της 1ης Αυγούστου 1975 περί αποκαταστάσεως της δημοκρατικής νομιμότητας και ρυθμίσεως θεμάτων του δημοσίου βίου, της  5ης Οκτωβρίου 1974 περί εκλογής καθηγητών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ως βουλευτών, Γ΄ ψήφισμα της 24ης Δεκεμβρίου 1974 με το οποίο η Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή ρύθμισε το θέμα σύστασης ειδικής επιτροπής και κατάρτισης ειδικού κανονισμού των εργασιών της για την αναθεώρηση και συμπλήρωση του Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952). Είναι αυτονόητο ότι δεν νοείται όσο ισχύει ένα Σύνταγμα, έκδοση συντακτικών πράξεων από όργανα συντεταγμένης εξουσίας χωρίς αυτά να αποβάλλου ταυτόχρονα τη νόμιμη ιδιότητά τους. Μόνο οι defacto κυβερνήσεις νομιμοποιούνται να ασκούν συντακτική εξουσία και να εκδίδουν συντακτικές πράξεις.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση συντακτικών πράξεων και ψηφισμάτων από δημοκρατικά  σχηματισμένη κυβέρνηση καθώς μία τέτοια ενέργεια θα συνεπαγόταν κατάλυση της ισχύουσας συνταγματικής τάξης και άσκηση πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας. Μάλιστα σήμερα ψήφισμα υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1975/1986/2001/2008 προβλέπεται μόνο από το άρθρο 110 παρ. 5 Σ για την θέση σε ισχύ των διατάξεων που αναθεωρούνται.

 

Το Σύνταγμα και η Δικαιοπαραγωγική διαδικασία

Πηγές του Συνταγματικού Δικαίου: Είναι κατά κυριολεξία οι νομικοί τύποι υπό τους οποίους εκδηλώνονται όλοι οι υποδεέστεροι του Συντάγματος κανόνες δικαίου(νόμοι, προεδρικά διατάγματα, διεθνείς συμβάσεις κτλ), μέσα στους οποίους μπορεί να εντοπίσει κανείς και κανόνες του ουσιαστικού Συντάγματος, που δεν ανήκουν όμως στο τυπικό Σύνταγμα.  Στη δικαιοπαραγωγική  διαδικασία ανήκει:

 

Αναδρομική ισχύς των νόμων

Το Σύνταγμα περιέχει σχετικά τρεις ειδικές διατάξεις:

α. Το αρ.7§1 Σ.απαγορεύει την αναδρομική ισχύ των ουσιαστικών ποινικών νόμων.

β. Κατά το 78§2 Σ: Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. Κατά κυριολεξία δεν πρόκειται για απαγόρευση αλλά για οριοθέτηση της ενδεχόμενης αναδρομικής ισχύος του φορολογικού νόμου. γ. γ. Το 77§2 Σ. απαγορεύει την αναδρομική ισχύ των «ψευδοερμηνευτικών» νόμων.

Σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία άποψη, η ύπαρξη των τριών ειδικών απαγορευτικών διατάξεων του Σ. οδηγεί εξ αντιδιαστολής στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης μπορεί να προσδώσει στις διατάξεις που θεσπίζει αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσκρούουν:

  • Στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών.
  • Στην αρχή της ισότητας (δηλ. οι διατάξεις πρέπει να έχουν γενικό χαρακτήρα).
  • Στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας ή σε άλλο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα.

 

Η κανονιστική αρμοδιότητα της Διοίκησης

α. Μπορεί να εκδηλωθεί ως αυτόνομη κανονιστική αρμοδιότητα της διοίκησης (: υπάρχει όταν η εκτελεστική εξουσία έχει ευθέως εκ του Σ. την αρμοδιότητα να ρυθμίσει απευθείας- χωρίς τη μεσολάβηση του κοινού νομοθέτη- ορισμένα θέματα με κανονιστικές διοικητικές πράξεις) στις εξής περιπτώσεις: 

Εκτελεστικά κανονιστικά διατάγματα (43§1 Σ):

Ο ΠτΔ εκδίδει διατάγματα που θεσπίζουν λεπτομερειακούς κανόνες αναγκαίους για την εκτέλεση των νόμων. Οι κανόνες αυτοί είναι μόνο δευτερεύοντες και συμπληρωματικοί και δεν μπορούν να αναστείλουν την εφαρμογή του νόμου ούτε να εξαιρέσουν κάποιον από την εκτέλεση του. Υπόκεινται στην προηγούμενη επεξεργασία του ΣτΕ. (95§1 περ.δ Σ.).

Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (44§1 Σ.):

Είναι διοικητικές πράξεις κανονιστικού περιεχομένου που εκδίδονται από τον ΠτΔ, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης. Πρέπει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 40 ημερών να υποβληθούν στη Βουλή για κύρωση. Αν δεν υποβληθούν έγκαιρα ή δεν εγκριθούν από τη Βουλή παύουν να ισχύουν στο εξής (ex nunc). Αν κυρωθούν νομοθετικά, οι ρυθμίσεις τους καθίστανται ρυθμίσεις τυπικού νόμου και μάλιστα αναδρομικά. β. Η κανονιστική αρμοδιότητα μπορεί να εκδηλώνεται και μέσα από το μηχανισμό της νομοθετικής εξουσιοδότησης (: ανάθεση από τον κοινό νομοθέτη στην εκτελεστική εξουσία ή σε κατώτερα όργανα της Διοίκησης, της αρμοδιότητας να θεσπίσει κανόνες δικαίου μέσα στα όρια που τάσσει η σχετική διάταξη του κοινού νόμου- η εξουσιοδοτική διάταξη.)

Το άρθρο 43 Σ. κλιμακώνει σε τρεις βαθμίδες το θεσμό της νομοθετικής εξουσιοδότησης:

Γενική εξουσιοδότηση (43§4 Σ.) :

Εξουσιόδοτηση έκδοσης ρύθμιση θεμάτων που καθορίζονται σε αυτόν σε γενικό πλαίσιο. Επειδή παρέχεται γενική (δηλαδή ευρύτατη) εξ/ση προς την εκτελεστική εξουσία, το Σ τάσσει ορισμένες πρόσθετες προϋποθέσεις, τυπικές και ουσιαστικές:

  1. Ο νόμος- πλαίσιο πρέπει να ψηφιστεί από την ολομέλεια της Βουλής
  2. Η παροχή γενικής εξουσιοδότησης συνοδεύεται πάντοτε και υποχρεωτικά από χρονικό περιορισμό. -Ειδική εξουσιοδότηση (43§2 εδ. α Σ): Είναι η συνηθέστερη μορφή εξουσιοδότησης για την έκδοση κανονιστικού διατάγματος μετά από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού.

Η εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική δηλ. να αναφέρεται σε συγκεκριμένα θέματα που προσδιορίζονται ρητά από την εξουσιοδοτική διάταξη. 

Ειδικότερη εξουσιοδότηση (43§2 εδ.β Σ): Είναι η εξουσιοδότηση προς υποδεέστερο όργανο της Διοίκησης για τη ρύθμιση μόνο ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Οι πράξεις αυτές (συνήθως ονομάζονται αποφάσεις) δεν υποβάλλονται στο ΣτΕ για προηγούμενη επεξεργασία.

Κατά το άρθρο 95§1 περ.δ Σ στην αρμοδιότητα του ΣτΕ ανήκει η επεξεργασία όλων των κανονιστικών διαταγμάτων.

Η έκδοση παράνομων κανονιστικών πράξεων που «κυρώνονται» αναδρομικά με τυπικό νόμο προσκρούει:

  • στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (26§1 Σ)
  • στη συνταγματική ρύθμιση του θεσμού των π.ν.π (44§1 Σ)
  • στη συνταγματική ρύθμιση του θεσμού της νομοθετικής εξουσιοδότησης (43§§2-5 Σ.)
  • στην αρχή της νομιμότητας που πρέπει να διέπει τη δράση της δημόσιας διοίκησης (75§1 Σ.)

 

Ο κανονισμός της Βουλής

Διεθνές Δίκαιο και Ενωσιακό  Δίκαιο

Το ισχύον Σ. δίνει στο 28§1 ευθεία και πλήρη απάντηση στο πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ του εθνικού και του διεθνούς δικαίου:  Οι κανόνες τόσο του συμβατικού όσο και του γενικού διεθνούς δικαίου («γενικώς παραδεδεγμένοι», κατά την ορολογία του Σ) ισχύουν στην ελληνική έννομη τάξη και μάλιστα με σχετικά αυξημένη τυπική ισχύ, δηλ με τυπική ισχύ υπέρτερη της ισχύος των τυπικών νόμων, αλλά υποδεέστερη του τυπικού Σ, από το οποίο και προσδιορίζεται η θέση τους στην ιεραρχία των κανόνων του δικαίου. Σχετικά με τη διάσταση της δυαδικής και της μονιστικής θεωρίας για τη σχέση μεταξύ της διεθνούς και της εσωτερικής έννομης τάξης, η λύση που επιλέγει το ελληνικό Σ. τέμνει την κλασσική θεωρητική συζήτηση είναι όμως η πλησιέστερη προς το βασικό συστατικό της δυαδικής προσέγγισης: το Εθνικό Σύνταγμα ρυθμίζει τη θέση του Διεθνούς δικαίου το διεθνές δίκαιο δεν αποβάλλει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, αλλά εντάσσεται στην ιεραρχία των εθνικών κανόνων δικαίου.

Η ερμηνευτική δήλωση που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001 υπό το 28Σ διακηρύσσει ότι συνταγματικό θεμέλιο για τη συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι το 28Σ (ιδίως η δέσμη των παραγράφων 2 και 3). Η Ελλάδα είναι μέλος και παραμένει στην Ε.Ε εφόσον τηρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της παραγράφου 3, δεν θίγονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ως προς το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου(κυρίως δε του εθνικού Σ) επισημαίνεται ότι δεν είναι πρόβλημα «υπεροχής» και, άρα, ιεράρχησης αλλά πρόβλημα οριοθέτησης των εκατέρωθεν αρμοδιοτήτων και άρα οριοθέτησης του πεδίου εφαρμογής της κοινοτικής και εθνικής έννομης τάξης. Πλέον όμως μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Costa κατά Enel διακηρύσσεται πλέον η υπεροχή του Ενωσιακού Δικαίου έναντι στου εθνικού Συντάγματος.

Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ της λήψης υπόψη της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών και των επιταγών του ενωσιακού δικαίου, σημειώνεται ότι από τις επιταγές της ΕΕ και από τη φύση του ενωσιακού δικαίου συνάγεται βεβαίως η ανάγκη υπεροχής του δικαίου αυτού έναντι του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου και του συνταγματικού. Ταυτόχρονα όμως το ενωσιακό δίκαιο αφήνει περιθώρια για την προστασία της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών και για τον αξιακό πλουραλισμό. Τούτο ισχύει και σε τομείς που ρυθμίζονται από το ενωσιακό δίκαιο, στο μέτρο που δεν θίγονται οι 27.  Η ΣτΕ 778/2007  δέχθηκε ότι το άρθρο 16 παρ. 7 Συντ. παρέχει μεν ευρεία ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη για τη ρύθμιση των θεμάτων που αφορούν την επαγγελματική εκπαίδευση, πλην όμως η ευχέρεια αυτή έχει περιορισθεί από τους κανόνες του πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και υπηρεσιών και την αναγνώριση επαγγελματικής εκπαίδευσης. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δέχθηκε μείωση του εύρους της συνταγματικής εξουσιοδότησης προς τον κοινό νομοθέτη στο πεδίο αυτό λόγω του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή εθνικών συνταγματικών προτύπων δεν θέτει υπό διακύβευση την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, όπως χαρακτηριστικά διατυπώθηκε και στην απόφαση Melloni28.  Φαίνεται, λοιπόν, να υπάρχει, πλέον, η παραδοχή ότι «οι «καθαρές» και δογματικές σχέσεις ιεράρχησης δύσκολα ανταποκρίνονται σε μια σύγχρονη έννομη τάξη με παράλληλη ισχύ εσωτερικών και μη εσωτερικών κανόνων δικαίου». Αυτό ακριβώς φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, πως επιβεβαιώνει και το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, απευθύνοντας για πρώτη φορά προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΕ ( BvE 13/13, 14.01.2014). Μάλιστα, το προδικαστικό ερώτημα δεν σχετίζεται με την έκταση προστασίας ενός δικαιώματος, αλλά αφορά σε έναν ενωσιακό κανόνα κεντρικής πολιτικής, δηλαδή τη συνταγματικότητα της χρηματοδότησης των κρατών μελών της Ευρωζώνης που βρίσκονται υπό καθεστώς Προγράμματος χρηματοδοτικής βοήθειας, υπό την οπτική του γερμανικού Συντάγματος. Δημιουργείται, έτσι, η εντύπωση ότι οι δικαστές του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου θεωρούν πως πρόκειται για (υπερεθνικό) ευρωπαϊκό θέμα, αρμοδιότητας του ΔΕΕ και επομένως απευθύνουν το ερώτημα προκειμένου αυτό να αποφανθεί. Παρατηρώντας την προθυμία της γερμανικής έννομης τάξης να δεχθεί τα πρωτεία του ΔΕΕ επί ευρωπαϊκών θεμάτων, παρότι πρόκειται για θέματα που άπτονται και της δικής της συνταγματικής ταυτότητας30, διαπιστώνουμε πως 28 ΔΕΕ 399/11, Stefano Melloni κ. Ministerio Fiscal, 26.02.2013, σκέψη 60: «Ασφαλώς, το άρθρο 53 του Χάρτη επιβεβαιώνει ότι, όταν πράξη της Ένωσης υπαγορεύει την εφαρμογή εθνικών μέτρων, είναι κατ’ αρχήν θεμιτό οι εθνικές αρχές και τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν τα κατοχυρωμένα στα Συντάγματά τους θεμελιώδη δικαιώματα, αρκεί η εν λόγω εφαρμογή να μη θέτει υπό διακύβευση την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Χάρτη.»

 

Ο νόμος (είδη, παραγωγή, ισχύς, έλεγχος συνταγματικότητας)

α. Τα είδη του νόμου

Τυπικός νόμος:

Κάθε κανόνας δικαίου (ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του) που ψηφίζεται από τη Βουλή σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 70-77 Σ. και στη συνέχεια εκδίδεται και δημοσιεύεται από τον ΠτΔ κατά το άρθρο 42 του Σ.

Ουσιαστικός νόμος:

Κάθε κανόνας δικαίου που έχει γενικό και αφηρημένο περιεχόμενο, ανεξάρτητα από το όργανο που τον θεσπίζει, τη διαδικασία μέσα από την οποία παράγεται και την τυπική του ισχύ.

Ατομικοί νόμοι:

Νόμοι στο πεδίο εφαρμογής των οποίων εμπίπτει ένα ή περισσότερα αλλά πάντως συγκεκριμένα πρόσωπα και, άρα, η ρύθμιση δε διαθέτει γενικό χαρακτήρα.

Νόμοι – μέτρα:

Νόμοι στο πεδίο εφαρμογής των οποίων εμπίπτει μία συγκεκριμένη, ως προς τα χαρακτηριστικά που συγκεντρώνει, κατάσταση (με κριτήριο π.χ. τη χρονική στιγμή ή την περιοχή) και, άρα, η ρύθμιση δεν διαθέτει αφηρημένο χαρακτήρα.

Εφάπαξ νόμοι:

Τυπικοί νόμοι που εκδίδονται μόνο μια φορά μέσα σε τακτή προθεσμία από τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος. (βλέπε άρθρο 107§2 Σ.)

Νόμοι αυξημένης τυπικής ισχύος (ή κατά την ορολογία του Σ. νομοθεσία με αυξημένη τυπική ισχύ):

Νόμοι ως αντικείμενο την προστασία των κεφαλαίων που εισάγονται από το εξωτερικό για επένδυση στην Ελλάδα (άρθρο 107§1 Σ.). Αυτοί και οι εφάπαξ νόμοι δεν τροποποιούνται με μεταγενέστερο τυπικό νόμο, έχουν τυπική ισχύ ίση με την ισχύ του τυπικού Σ.

Εκτελεστικοί νόμοι:

Νόμοι η έκδοση των οποίων προβλέπεται από τις συνταγματικές διατάξεις για την εξειδίκευση, τη συμπλήρωση ή την εφαρμογή του κανονιστικού τους περιεχομένου

Οργανωτικοί ή οργανικοί νόμοι:

Ιδιαίτερη κατηγορία εκτελεστικών νόμων. Η έκδοσή τους προβλέπεται από συνταγματικές διατάξεις για τη ρύθμιση του τρόπου συγκρότησης και λειτουργίας των άμεσων οργάνων του κράτους

Η τυπική ισχύς του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ουσιαστική ισχύς του αρχίζει από το συγκεκριμένο χρόνο που αυτός ορίζει με την ακροτελεύτια, συνήθως, διάταξή του. Αν δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη, εφαρμόζεται η γενική διάταξη του 103ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με την οποία η ισχύς του νόμου αρχίζει μετά δέκα μέρες από τη δημοσίευσή του.

β. Η παραγωγή του νόμου

Οι νόμοι παράγονται με την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, η οποία διακρίνεται στη συνήθη και στην εξαιρετική.

Συνήθης ή τακτική νομοθετική λειτουργία είναι η διαδικασία θέσπισης κανόνων δικαίου από τη Βουλή με τη μορφή τυπικών νόμων.

Η διαδικασία αρχίζει με τη νομοθετική πρωτοβουλία, την υποβολή δηλ. στη Βουλή σχεδίων ή προτάσεων νόμων. Δικαίωμα να προτείνουν νόμους έχουν, κατά το Σύνταγμα, η Βουλή και η Κυβέρνηση. Όταν η νομοθετική πρωτοβουλία εκδηλώνεται από τη Βουλή ονομάζεται πρόταση νόμου, ενώ όταν την πρωτοβουλία αναλαμβάνει η Κυβέρνηση ονομάζεται σχέδιο νόμου. Στην πράξη πάντως η νομοθετική πρωτοβουλία ασκείται από την Κυβέρνηση και ειδικότερα από τον αρμόδιο ή συναρμόδιους, κάθε φορά, Υπουργούς, οι οποίοι δύνανται να υποβάλλουν σχέδια νόμων κατ’ αρχήν ελεύθερα, εκτός εάν προβλέπεται κάποιος περιορισμός από το Σύνταγμα. Η πρόταση ή το σχέδιο νόμου πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογική έκθεση, στην οποία εκτίθενται οι λόγοι και οι στόχοι της προτεινόμενης νομοθετικής ρύθμισης, καθώς επίσης και από έκθεση του Γενικού u923 Λογιστηρίου του Κράτους, στην οποία καθορίζεται η προκαλούμενη δαπάνη. Υπάρχει η δυνατότητα η προτεινόμενη ρύθμιση να υποβληθεί για νομοτεχνική επεξεργασία στην Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή για γνωμοδότηση στην Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής. Μετά την κατάθεση στη Βουλή η πρόταση ή το σχέδιο νόμου παραπέμπεται για επεξεργασία στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Ακολουθεί η συζήτηση στην Ολομέλεια ή Τμήμα της Βουλής και η ψηφοφορία, η οποία ρυθμίζεται λεπτομερειακά από τον κανονισμό της Βουλής. Μετά την ψήφιση το σύνολο του σχεδίου ή της πρότασης νόμου ο Πρόεδρος της Βουλής στέλνει το κείμενο που εγκρίθηκε στον αρμόδιο Υπουργό και αυτός φροντίζει στην συνέχεια για την υποβολή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας προς έκδοση και δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δικαιούται να αναπέμψει στη Βουλή ψηφισμένο από αυτήν σχέδιο ή πρόταση νόμου για λόγους που σχετίζονται, κατά την ορθότερη άποψη, με την τυπική αντισυνταγματικότητα του νόμου, την μη ψήφισή του δηλ. με τη διαδικασία που προβλέπει το Σύνταγμα. Μετά την αναπομπή το σχέδιο ή η πρόταση νόμου, προκειμένου να εκδοθεί, πρέπει να επιψηφισθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Μετά από αυτό, ο Πρόεδρος είναι υποχρεωμένος να εκδώσει και να δημοσιεύσει τον ψηφισμένο νόμο μέσα δέκα ημέρες από την επιψήφισή του αυτή. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με την έκδοση βεβαιώνει ότι ο νόμος ψηφίσθηκε από τη Βουλή κατά τη συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία και πιστοποιεί τη γνησιότητα του κειμένου που φέρει την υπογραφή του και την προσυπογραφή του αρμόδιου Υπουργού, καθώς επίσης και τη μεγάλη του Κράτους σφραγίδα, που θέτει και υπογράφει, ως σφραγιδοφύλακας, ο Υπουργός Δικαιοσύνης. Μετά την έκδοση διατάσσεται η δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.) ο νόμος αποκτά υπόσταση και φέρει τα στοιχεία της εξωτερικής τυπικής συνταγματικότητας. Εκτός από τη συνήθη νομοθετική λειτουργία υπάρχει και η εξαιρετική, η οποία εκδηλώνεται στις περιπτώσεις που έκτακτες και επείγουσες ανάγκες το επιβάλλουν. Πρόκειται για τη δυνατότητα έκδοσης από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η δυνατότητα αυτή εξετάζεται παρακάτω, στο πλαίσιο της κανονιστικής δράσης της διοίκησης. Η δράση αυτή στο σύνολο της πρέπει να θεωρηθεί ως μίαπαρεκκλίνουσα, από τη συνήθη, νομοθετική λειτουργία.

γ. Η χρονική ισχύς του νόμου

Κρίσιμο, εξάλλου, είναι το ζήτημα της χρονικής ισχύος των νόμων. Η αρχή που διατρέχει ολόκληρη την έννομη τάξη, εκφραζόμενη και σε ρητές διατάξεις, είναι ότι ο νόμος πρέπει να ρυθμίζει καταστάσεις του παρόντος ή του μέλλοντος. Η τυπική ισχύς του νόμου, η ένταξή του δηλ. στην έννομη τάξη, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Σύμφωνα με το νόμο που ρυθμίζει τα σχετικά με την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την ύλη της, καθιερώνεται νόμιμο τεκμήριο κυκλοφορίας του Φύλλου Εφημερίδας της Κυβερνήσεως την ημερομηνία που αυτό φέρει χωρίς να απαιτείται και η πραγματική κυκλοφορία του. Το τεκμήριο αυτό κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν ισχύει όταν η ημερομηνία δημοσίευσης βρίσκεται στην αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής κατά διοικητικής πράξης που φέρεται να έχει δημοσιευθεί. Για τον υπολογισμό αυτής της προθεσμίας λαμβάνεται υπόψη η ημέρα της πραγματικής και όχι της τεκμαιρόμενης κυκλοφορίας του Φύλλου Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Αναδρομική, πάντως ισχύς στο νόμο, με την έννοια μεταβολών σε καταστάσεις που ανάγονται στο χρόνο πριν από τη θέσπισή του, δύναται να δοθεί, μόνο εφόσον αυτή δεν απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα, το οποίο δεν επιτρέπει την αναδρομικότητα ουσιαστικών ποινικών, φορολογικών και ψευδοερμηνευτικών νόμων, εκείνων δηλ, που δήθεν ερμηνεύοντας το νόμο τον καθιστούν αναδρομικό. Επίσης με την αναδρομικότητα η οποία επιβάλλεται πάντως να δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και κοινωνικής δικαιοσύνης, δεν πρέπει να θίγονται συνταγματικά κεκτημένα δικαιώματα πολιτών, όπως εκείνα που βασίζονται στην αρχή της ισότητας, της αναλογικότητας, της προστασίας της ιδιοκτησίας. Η ισχύς του νόμου παύει με την κατάργησή του, η οποία μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή και επέρχεται με την έκδοση νεότερου ή ειδικότερου νόμου.

 

δ. Η αντισυνταγματικότητα του νόμου

Εκτέθηκε ήδη ότι το βασικό χαρακτηριστικό του Συντάγματος είναι η αυξημένη τυπική ισχύς του, η νομική δηλ. υπεροχή του απέναντι σε όλους τους άλλους κανόνες δικαίου. Στην υπεροχή αυτή θεμελιώνεται και η έννοια της αντισυνταγματικότητας, η οποία έχει το νόημα αφενός μεν της τήρησης των δικαστικών κανόνων που θέτει το Σύνταγμα για την παραγωγή κανόνων δικαίου, αφετέρου δε της μη αντίθεσης του περιεχομένου των κανόνων αυτών προς το Σύνταγμα. Ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων συνδέεται άμεσα με την έννοια του κράτους δικαίου, διότι διασφαλίζει την υπαγωγή της κρατικής εξουσίας σε νομικούς φραγμούς, οι οποίοι τίθενται από το Σύνταγμα.

Αφορά ο έλεγχος αντισυνταγματικότητας, κυρίως τους τυπικούς νόμους, διότι η συνταγματικότητα των κανονιστικών πράξεων της διοίκησης ελέγχεται στο πλαίσιο τήρησης, από αυτήν, της αρχήςτης νομιμότητας. Η αντισυνταγματικότητα του νόμου διακρίνεται στην τυπική και στην ουσιαστική.

Η τυπική αντισυνταγματικότηταελέγχεται με κριτήριο την τήρηση των διαδικαστικών διατάξεων που περιέχονται στο Σύνταγμα και αφορούν τη θέσπιση υποδεέστερων του Συντάγματος κανόνων δικαίου. Η εν λόγω αντισυνταγματικότητα διακρίνεται περαιτέρω στην εσωτερική και την εξωτερική.  Η εσωτερική τυπική αντισυνταγματικότητα αναφέρεται στην τήρηση των συνταγματικών κανόνων που διέπουν την κοινοβουλευτική διαδικασία κατάθεσης, επεξεργασίας, συζήτησης και ψήφισης νόμων. Εντοπίζεται η αντισυνταγματικότητα αυτή στις εσωτερικές διαδικασίες της Βουλής στην οποία ανήκει και ο έλεγχος τήρησής της. Η εξωτερική τυπική αντισυνταγματικότητα αναφέρεται στην υπόσταση του νόμου, την έκδοσή του δηλ. και τη δημοσίευσε του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η τήρηση της διαδικασίας αυτής ελέγχεται από τα δικαστήρια. Η  ουσιαστική αντισυνταγματικότητα αναφέρεται στο περιεχόμενο των νομοθετικών διατάξεων, το οποίο δεν πρέπει να είναι αντίθετο προς τι ουσιαστικές διατάξεις του Συντάγματος. Εάν αυτό συμβαίνει, τότε αυτές χαρακτηρίζονται αντισυνταγματικές. Ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας των νόμων μπορεί να γίνει σε δύο φάσεις. Είτε πριν από τη δημοσίευση και τη θέση ισχύ του νόμου (προληπτικός έλεγχος) είτε μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου (κατασταλτικός έλεγχος).

Ο προληπτικός έλεγχος της αντισυνταγματικότηταςασκείται είτε από τη Βουλή (κοινοβουλευτικός έλεγχος) είτε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στο πλαίσιο άσκησης του δικαιώματός του για αναπομπή του  νόμου στη Βουλή. Ο προληπτικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας, που ασκείται από τη Βουλή, αναφέρεται τόσο στην εσωτερική τυπική αντισυνταγματικότητα των νόμων όσο και στην ουσιαστική. Η άσκησή του οργανώνεται, από τον Κανονισμό της Βουλής. Ο κατασταλτικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας γίνεται από το δικαστήριο. Η μορφή αυτή ελέγχου θεωρήθηκε αυτονόητη από τα ελληνικά δικαστήρια ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Θεμελιώνεται, γενικότερα, στην αυξημένη τυπική ισχύ του Συντάγματος και στην υποχρέωση του δικαστή για άμεση εφαρμογή του Συντάγματος και, ειδικότερα, στη διάταξη του Συντάγματος που προβλέπει ότι τα δικαστήρια υποχρεώνονται να μην εφαρμόζουν νόμο αντίθετο προς το Σύνταγμα (αρ.93 παρ. 4Σ). Το Σύνταγμα, επίσης, προβλέπει την ίδρυση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ), το οποίο αποφαίνεται για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, εάν εκδόθηκαν αντίθετες αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων. Επιλέγεται δηλ. από το Σύνταγμα το σύστημα του διάχυτου ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων, όπως αυτός προσδιορίζεται αμέσως παρακάτω, και όχι το συγκεντρωτικό, το οποίο κυριαρχεί στην ηπειρωτική Ευρώπη και βασίζεται στην ύπαρξη ειδικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Τα χαρακτηριστικά το κατασταλτικού ελέγχου της αντισυνταγματικότητας, όπως αυτός καθορίζεται από το Σύνταγμα, έχουν ως εξής:

– ο έλεγχος είναι διάχυτος: δηλ. αρμόδια για την άσκησή του είναι όλα τα δικαστήρια, όλων των βαθμών και κλάδων

– ο έλεγχος είναι παρεμπίπτων: δηλ. η αντισυνταγματικότητα δεν ελέγχεται στο πλαίσιο μιας ειδικής δίκης, αλλά τίθεται παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε δίκης, ανοιχτής σε οποιοδήποτε δικαστήριο  ο έλεγχος είναι συγκεκριμένος: δηλ. το δικαστήριο ελέγχει την αντισυνταγματικότητα μόνον των κρίσιμων, για την κρινόμενη υπόθεση, διατάξεων και όχι ολόκληρου του νόμου.

Αποτέλεσμα των τριών αυτών χαρακτηριστικών του ελέγχου είναι ότι έννομη συνέπεια του ελέγχου είναι ο απλός παραμερισμός της αντισυνταγματικής διάταξης, η μη εφαρμογή της δηλ. στη συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ κατά τα λοιπά η διάταξη εξακολουθεί να ισχύει.

Το δικαστήριο, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ή οποιοδήποτε άλλο, ελέγχει, σε κάθε περίπτωση, μόνον την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα του νόμου, την συμφωνία δηλ. του περιεχομένου του με τις συνταγματικές διατάξεις.

Τέλος,  πρέπει να σημειωθεί ότι το ενδεχόμενο υπαγωγής ενός νόμου σε έλεγχο αντισυνταγματικότητας από το δικαστήριο διόλου δεν καταργεί το τεκμήριο συνταγματικότητας που αυτός απολαμβάνει και το οποίο σημαίνει ότι:

– ο νόμος ισχύει και εφαρμόζεται, χωρίς να απαιτείται προληπτική δικαστική διάγνωση της συνταγματικότητάς του

– διάταξη νόμου, που θα κριθεί αντισυνταγματική από ένα δικαστήριο, δεν εφαρμόζεται στην κρινόμενη μόνον υπόθεση παραμένοντας κατά τα λοιπά, σε πλήρη ισχύ.

 

 

4.6. Ο κανονισμός της Βουλής

Ο κανονισμός της Βουλής είναι εκείνο το νομοθετικό κείμενο που ρυθμίζει τη λειτουργία της Βουλής. Ειδικότερα, το Σύνταγμα προβλέπει ότι η Βουλή, στο πλαίσιο της αυτονομίας της, είναι αποκλειστικά αρμόδια να ρυθμίζει τα ζητήματα της εσωτερικής της λειτουργίας. Αυτή η αποκλειστικότητα σημαίνει αφενός ότι κανένα άλλο πολιτειακό όργανο δε δικαιούται να επέμβει ρυθμιστικά στα ζητήματα της εσωτερικής λειτουργίας της Βουλής και αφετέρου ότι ο κανονισμός της Βουλής μπορεί να αφορά μόνον ζητήματα της εσωτερικής λειτουργίας της. Από πλευράς τυπικής δύναμης ο κανονισμός της Βουλής είναι υποδεέστερος του Συντάγματος και υπέρτερος των υπολοίπων πηγών δικαίου, αν και φαίνεται βάσιμη η σκέψη ότι δεν έχει νόημα η ιεραρχική κατάταξη του κανονισμού στην πυραμίδα των πηγών δικαίου, διότι, λόγω του ρυθμιστικού του αντικειμένου, αυτός διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες και δεν τίθεται ζήτημα σύγκρουσής του με αυτές.

4.7. Οι κανονιστικές πράξεις της διοίκησης

 

Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης είναι οι πράξεις της εκτελεστικής λειτουργίας, οι οποίες ρυθμίζουν ένα ζήτημα με τρόπο γενικό και αφηρημένο. Θέτει δηλ. με τις κανονιστικές πράξεις η διοίκηση ουσιαστικούς κανόνες δικαίου κατά παρέκκλιση, επιτρεπτή πάντως αφού ρυθμίζεται συνταγματικά, από την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις συνιστούν ουσιαστικούς νόμους που έχουν, όμως, τυπική ισχύ υποδεέστερη σε σχέση με τους τυπικούς νόμους.

Ο ρόλος που ανατίθεται στις εξεταζόμενες πράξεις είναι διττός: λειτουργούν είτε εκτελεστικά, εξειδικεύοντας και υλοποιώντας νόμους, είτε αυτόνομα, θεσπίζοντας νέους κανόνες δικαίου.

Οι μορφές που ενδέχεται να λάβει η κανονιστική δραστηριότητα της διοίκησης είναι οι εξής:

αυτοτελή κανονιστικά διατάγματα είναι εκείνα που εκδίδει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά τοαρ. 43 παρ. 1 Σ, στο μέτρο που είναι, πραγματικά, αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων. Τα διατάγματα αυτά δεν μπορούν ούτε να αναστείλουν την εφαρμογή των νόμων ούτε να εξαιρέσουν κανένα από την εφαρμογή τους.

– διατάγματα ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησηςείναι εκείνα τα οποία εκδίδει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κατά το αρ. 43 παρ.2α Σ, κατόπιν πρότασης του αρμόδιου Υπουργού και με βάση ειδική και συγκεκριμένη νομοθετική εξουσιοδότηση, εντός των ορίων της όποιας οφείλει να κινηθεί.

– διατάγματα γενικής νομοθετικής εξουσιοδότησηςτα οποία προβλέπονται από το αρ. 43 παρ. 4 Σ. Σύμφωνα με αυτό, με νόμους που ψηφίζονται από την ολομέλεια της Βουλής, πρόκειται για τους νόμους «πλαίσια», μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση έκδοσης κανονιστικών διαταγμάτων για την ρύθμιση θεμάτων που καθορίζονται σε αυτούς σε γενικό πλαίσιο. Οι νόμοι αυτοί χαράσσουν τις γενικές αρχές και τις κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθηθεί και ακόμη θέτουν χρονικά όρια στη χρήση της εξουσιοδότησης.

κανονιστικές πράξεις, που εκδίδονται από άλλα όργανα της εκτελεστικής λειτουργίας , πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας. Οι πράξεις αυτές μπορεί να εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, από τον Υπουργό, κ.ο.κ., λαμβάνοντας και το ανάλογο όνομα (Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, Υπουργική απόφαση). Προϋποθέτουν ύπαρξη ειδικής και συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης και είναι δυνατόν να αφορούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.

πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που προβλέπονται από τα αρ. 44 παρ. 1 Σ και 48 παρ. 5. Σύμφωνα με αυτά, σε περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ή ακόμη και για την αποκατάσταση της λειτουργίας συνταγματικών θεσμών σε περιόδους αναταραχής, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές πρέπει να υποβληθούν στη Βουλή για κύρωση, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία σαράντα ημέρες από τη σύγκλησή της σε σύνοδο. Η προθεσμία αυτή μειώνεται σε δεκαπέντε ημέρες για τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που εκδίδονται αφού έχει προηγηθεί η κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας. Εάν δεν υποβληθούν στη Βουλή οι ανωτέρω πράξεις για κύρωση μέσα στις αποκλειστικές προθεσμίες ή εάν δεν εγκριθούν από αυτήν μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους  στην περίπτωση της κατάστασης πολιορκίας σε δεκαπέντε ημέρες  τότε παύουν να ισχύουν, μόνο για το μέλλον.

 

Το συνταγματικό έθιμο

Έθιμο, γενικότερα στο δίκαιο, θεωρείται ο άγραφος κανόνας δικαίου ο οποίος δημιουργείται από συγκεκριμένη και ομοιόμορφη άσκηση σε συνείδηση του υποχρεωτικού του χαρακτήρα. Ο αυστηρός χαρακτήρας του ελληνικού Συντάγματος εμποδίζει την αναγνώριση του συνταγματικού εθίμου ως πηγής του συνταγματικού δικαίου, όταν το έθιμο τείνει να καταργήσει ή να τροποποιήσει συνταγματικές διατάξεις. Όταν όμως το συνταγματικό έθιμο λειτουργεί συμπληρωματικά προς αυτές, τότε μπορεί να θεωρηθεί πηγή του συνταγματικού δικαίου, υπό τις εξής ειδικότερες προϋποθέσεις:

  • πρέπει το έθιμο να βασίζεται σε μακροχρόνια και ομοιόμορφη πρακτική, η οποία ασκείται με συνείδηση δικαίου από όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη,
  • το έθιμο πρέπει να βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το γραπτό Σύνταγμα,
  • πρέπει το έθιμο να αφορά ουσιαστικό συνταγματικό κενό, το οποίο να μην καλύπτεται ούτε ερμηνευτικά.

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, το συμπληρωματικό συνταγματικό έθιμο, όταν αναγνωριστεί ως πηγή του συνταγματικού δικαίου, είναι υποδεέστερο, από πλευράς τυπικής δυνάμεως, τόσο από τις διατάξεις του Συντάγματος όσο  και από τον τυπικό νόμο.

     Συνταγματικά έθιμα στη χώρα μας υπήρξαν  α) ο θεσμός της θέσπισης κανονιστικών πράξεων από την εκτελεστική εξουσία με εξουσιοδότηση τυπικού νόμου,  β) η απαγόρευση του ελέγχου της τυπικής αντισυνταγματικότητας των τυπικών νόμων, γ) η διενέργεια εκλογών από υπηρεσιακές κυβερνήσεις.  

Υπό το ισχύον  Σύνταγμα δεν φαίνεται να έχουν αναπτυχθεί συνταγματικά έθιμα, τα δε αναφερθέντα έχουν καταργηθεί σιωπηρώς, αφού αποτελούν αντικείμενο ειδικών συνταγματικών ρυθμίσεων. Το συνταγματικό έθιμο, τέλος, πρέπει να διακριθεί από την πολιτική πρακτική  ή συνθήκες του πολιτεύματος, οι οποίες είναι μη νομικοί κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται νομικοί συνταγματικοί κανόνες. Δημιουργούνται αυτές είτε με μακρά και ομοιόμορφή συμπεριφορά, χωρίς όμως αυτή να συνοδεύεται από συνείδηση εφαρμογής κανόνα δικαίου, είτε με γραπτή ή άγραφη συμφωνία, μεταξύ των εμπλεκομένων σε μία πολιτειακή πρακτική, για τον τρόπο άσκησής της. Στα πλαίσια του ελληνικού Συντάγματος, λόγω του αυστηρού του χαρακτήρα, οι συνθήκες του πολιτεύματος δεν αποτελούν πηγή δικαίου.

 Σήμερα ως συνθήκες του πολιτεύματος  μπορούν να θεωρηθούν :

(α) οι ενημερώσεις του ΠτΔ και των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων επί σημαντικώνζητημάτων της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής (Σπυρόπουλος: 2006:95) 

(β) οι δηλώσεις του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ

(γ) ο ΠτΔ δεν ασκεί ποτέ το δικαίωμά του της αναπομπής ψηφισμένου νομοσχεδίου ήπρότασης νόμου

(δ) τα μηνύματα του ΠτΔ  προς το λαό σε επετείους

(ε) το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός μπορεί να προκαλέσει οποτεδήποτε διάλυσηβουλής με προεδρικό διάταγμα

 

Η νομολογία

Οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος, ιδίως η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών και η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η νομολογία των δικαστηρίων δεν αποτελεί πηγή του συνταγματικού δικαίου.

Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό θεσπίζεται από το ίδιο το Σύνταγμα, το οποίο προβλέπει στο αρ. 100 ότι διάταξη νόμου, που κηρύσσεται αντισυνταγματική από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, είναι ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης ή από το χρόνο που ορίζεται σε αυτήν. Οι δικαστικές αποφάσεις αυτού του είδους αποτελούν, επομένως, πηγή του συνταγματικού δικαίου.

 

ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ

Συνταγματική αναθεώρηση και Δικαιοσύνη, Θεόδωρος Φορτσάκης, Καθηγητής της Νομικής Σχολής, τ. πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, βουλευτής Επικρατείας.

Στην επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να προταχθούν οι ρυθμίσεις που επηρεάζουν άμεσα την οικονομική ζωή, με προτεραιότητα εκείνες για τη δικαστική εξουσία (άρθρα 87-100α). Με 1.400.000 εκκρεμείς υποθέσεις, με απροσδιόριστο πλέον χρόνο εκδίκασης, φθάσαμε σχεδόν στην αρνησιδικία. Οι χειρότεροι στον ΟΟΣΑ και στις καταδίκες του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Μάλιστα, οι διάφορες προσπάθειες βελτίωσης κατέληξαν σε νέα βραδυπορία τα δύο τελευταία 23 έτη! Η μειωμένη δικαστική προστασία αποθαρρύνει και οποιαδήποτε επενδυτική πρωτοβουλία. Και όμως σε σχέση με τους κατοίκους διαθέτουμε τους περισσότερους δικαστές στην Ευρώπη, ενώ επωμιζόμαστε υψηλότατο κόστος. Χρειαζόμαστε επειγόντως ρηξικέλευθη ανασυγκρότηση της Δικαιοσύνης. Ορισμένα από τα κατωτέρω θα μπορούσαν να θεσμοθετηθούν και στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος, πλην όμως ιδεοληπτικές και σωματειακές αντιδράσεις το εμποδίζουν με πρόφαση τη δήθεν αντισυνταγματικότητά τους. Έτσι προτείνουμε: α. Να διευκρινιστεί ότι η Δικαιοσύνη απονέμεται όχι μόνο από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, όπως προβλέπει σήμερα το άρθρο 87 Σ., αλλά και μη κρατικά διαιτητικά δικαστήρια, ιδιαιτέρως στις εμπορικές υποθέσεις και επενδύσεις, καθώς και με εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών, όπως η υποχρεωτική διαμεσολάβηση. Προέχει να επιτύχουμε τη μεταφορά του κυριότερου όγκου των διαφορών προς επίλυση σε εξωκρατικούς φορείς. β. Να προβλεφθεί ρητά η θεσμοθέτηση συμβασιούχων οιονεί δικαστών, δηλαδή βοηθών δικαστών που για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα θα προετοιμάζουν την επίλυση σε συνεργασία και υπό τον έλεγχο δικαστών. Το μέτρο αυτό έχει επιτύχει, για παράδειγμα, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με δύο έως τρεις χιλιάδες πρόσκαιρες προσλήψεις νομικών θα απορροφούσαμε συντομότατα μέγα όγκο υποθέσεων, με ελάχιστη επιβάρυνση των ενδιαφερομένων ανά υπόθεση. Συγχρόνως θα αμβλύνονταν σημαντικά οι αντιδράσεις των δικηγόρων. γ. Να αρθεί η απαγόρευση ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς (άρθρο 89 παρ. 3 Σ). Αντιθέτως, να διευκολυνθεί η απόκτηση από αυτούς, με κατά καιρούς απόσπαση, διοικητικής εμπειρίας, αλλά και εμπειρίας από τον ιδιωτικό τομέα. Επίσης, να προβλεφθεί ότι σε όλους τους βαθμούς της Δικαιοσύνης ένα ποσοστό δικαστικών θα διορίζεται με προέλευση εκτός δικαστικού σώματος. δ. Η αρμοδιότητα για την εκδίκαση των διαφορών περί αποδοχών των δικαστικών λειτουργών δεν νοείται να ανατίθεται στους ίδιους τους δικαστικούς λειτουργούς. Οι αποδοχές αυτές θα έπρεπε να ορίζονται στο πλαίσιο ενιαίου μισθολογίου χωρίς ειδικά μισθολόγια. Μέχρι τη θέσπισή του θα μπορούσαν να ορίζονται από μεικτή κοινοβουλευτική και δικαστική επιτροπή, κατά το πρότυπο άλλων χωρών, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση (άρθρο 88 Σ.). ε. Να ανατεθεί η εκδίκαση της συνταγματικότητας των νόμων σε ειδικό Συνταγματικό Δικαστήριο, που θα μπορούσε να είναι το σημερινό Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 Σ. (αναθεώρηση του άρθρου 93 παρ. 4 Σ.). Το ζήτημα θα μπορούσε να τεθεί είτε από συγκεκριμένο αριθμό βουλευτών μέσα σε πολύ περιορισμένη προθεσμία από την ψήφιση του νόμου είτε με προδικαστικό ερώτημα. Η επίλυση να επιτυγχάνεται εντός 15 ημερών. στ. Να διευκρινιστεί ότι η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα πλήρης αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων μπορεί να είναι συνοπτική ή και με απλή αναφορά στους εφαρμοζόμενους νόμους. Θα εξοικονομηθεί έτσι μεγάλο ποσοστό της αργοπορίας (άρθρο 93 παρ.3 Σ.). ζ. Να καταργηθούν όλες οι εξαιρετικά λεπτομερείς διατάξεις του Συντάγματος περί των σημερινών διαφορετικών δικαιοδοτικών τάξεων και των αρμοδιοτήτων των δικαστηρίων (άρθρα 94-98) και αντ’ αυτών να προβλεφθεί απλώς ότι τα δικαστήρια οργανώνονται σε ενιαία μεν δικαιοδοσία που περιλαμβάνει όμως διοικητικό, πολιτικό και ποινικό κλάδο, με κεφαλή αντιστοίχως το Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο. η. Να ανατεθεί η επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς κυβερνητική παρεμβολή (άρθρο 90 παρ. 5 Σ.). θ. Να προβλεφθεί η δυνατότητα ανάθεσης κατηγοριών υποθέσεων, ιδίως εκουσίας δικαιοδοσίας, σε μη δικαστικούς φορείς ή πρόσωπα, όπως η έκδοση διαταγών πληρωμής ή συναινετικών διαζυγίων σε υποθηκοφύλακες ή συμβολαιογράφους. ι. Να οριστεί ως μέγιστο όριο ηλικίας των δικαστών το 75ο, με εθελουσία παραμονή πέραν του 70ού. 24 ια. Να μετατραπεί το Ελεγκτικό Συνέδριο σε Ανώτατη Ελεγκτική Αρχή, ανεξάρτητη και αυτοδιοικούμενη, αποτελούμενη από δικαστικούς λειτουργούς, καθώς και από μέλη μη προερχόμενα από το δικαστικό σώμα, για τον έλεγχο των εσόδων και δαπανών του κράτους και την υποβοήθηση της οικονομικής διαχείρισής του. ιβ. Να προβλεφθεί ότι στη διοίκηση των δικαστηρίων συμμετέχουν ειδικοί τεχνικοί εμπειρογνώμονες για τη βέλτιστη οικονομική διαχείριση της απονομής της Δικαιοσύνης. Οι ανωτέρω, ενοχλητικές για πολλούς, προτάσεις πρέπει καθ’ υπέρβασιν των ισχυρών ιδεοληπτικών, σωματειακών και μικροπολιτικών αντιδράσεων να υιοθετηθούν το ταχύτερο, με κίνδυνο διαφορετικά την πλήρη κατάλυση της Δικαιοσύνης. 

Η ευθύνη των δικαστών στη διοίκηση της Δικαιοσύνης Χρήστος Γεραρής, Επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η χώρα μας δεινοπαθεί τα τελευταία χρόνια (και πόσα άραγε ακόμη) από τα πλήγματα της οικονομικής κρίσης. Διεθνείς, ευρωπαϊκοί και εθνικοί οργανισμοί, αλλά και ιδιώτες αναλυτές, εκτιμούν ότι για την ανάρρωση της οικονομίας απαιτείται, μεταξύ άλλων, η βελτίωση των συνθηκών απονομής της Δικαιοσύνης. Η βραδύτητα εκδίκασης των δικαστικών διαφορών προβάλλεται ως το καίριο πρόβλημα, το οποίο σημειωτέον παρουσιάζεται και σε άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Οι διαχρονικές αιτίες του προβλήματος έχουν επανειλημμένως επισημανθεί και είναι κατ’ αρχήν κοινές για τους τρεις κλάδους της Δικαιοσύνης (διοικητική, πολιτική και ποινική). Ο πληθωρισμός των δικηγόρων αποτελεί την κύρια αιτία της συμφόρησης των δικαστικών πινακίων και εντεύθεν της βραδύτητας απονομής της Δικαιοσύνης. Το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στη διοικητική δικαιοσύνη, την οποία υπηρέτησα για σαράντα δύο χρόνια. Δεν έχει δημοσίως παρουσιασθεί από δικαστική γραφίδα πώς επηρεάζεται το συστημικό φαινόμενο της βραδυδικίας από τον τρόπο άσκησης της διοίκησης της Δικαιοσύνης. Με τον όρο αυτό νοείται κάθε ενέργεια που δεν εμπίπτει στο αμιγώς δικαιοδοτικό έργο. Τα δικαστήρια αυτοδιοικούνται στο πλαίσιο της διάκρισης των τριών πολιτειακών εξουσιών. Η διοίκηση κάθε δικαστηρίου ασκείται από τον πρόεδρό του και σε μικρότερη αλλά όχι αμελητέα κλίμακα από τους προϊσταμένους τμημάτων, τα οποία προβλέπονται από τον νόμο ή τον εσωτερικό κανονισμό. Η αποστολή του υπουργείου Δικαιοσύνης είναι κυρίως υποστηρικτική, αλλά καθίσταται σημαντική για την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων στο μέτρο που η διαχείριση του προϋπολογισμού τους ανήκει ακόμη στην εκτελεστική εξουσία. Ο προϊστάμενος πρόεδρος ορίζει τον εισηγητή και τη δικάσιμο της υπόθεσης, διευθύνει τη συζήτηση στο ακροατήριο, οργανώνει τις διασκέψεις, συμπράττει με τον εισηγητή στη σύνταξη των αποφάσεων, μεριμνά για την έγκαιρη παράδοση του σχεδίου αποφάσεως μέσα σε εύλογο χρόνο από τη διάσκεψη της υπόθεσης και, γενικά, ελέγχει την ποιοτική και ποσοτική απόδοση των δικαστών. Περαιτέρω διαθέτει την ευχέρεια να εφαρμόζει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία του τμήματος του οποίου προΐσταται, όπως η κατηγοριοποίηση όμοιων ή παρόμοιων υποθέσεων και η εκδίκαση αυτών σε κοινή δικάσιμο. Η ευχέρεια αυτή ανήκει αποκλειστικά στην πρωτοβουλία του εκάστοτε προέδρου και έχουν παρατηρηθεί μεγάλες αποκλίσεις στην ποσοτική απόδοση του ίδιου τμήματος υπό τη διοίκηση δύο διαδοχικών προέδρων. Ανακύπτει το ερώτημα εάν οι προϊστάμενοι πρόεδροι ασκούν με αυξημένο αίσθημα ευθύνης και αποτελεσματικότητα τις παραπάνω σημαντικές αρμοδιότητες. Δυστυχώς, φαίνεται ότι υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις αναποτελεσματικής άσκησης των διευθυντικών διοικητικών καθηκόντων. Αρκούμαι να αναφέρω ότι δεν επιδεικνύεται πάντοτε η απαιτούμενη επιμέλεια στην οργάνωση των 25 διασκέψεων, δεν αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα οι υπερήμεροι στη σύνταξη των σχεδίων αποφάσεων εισηγητές και γίνεται ανεκτή η προσμέτρηση, στην ποσοτική απόδοση των δικαστών, αποφάσεων που απαιτούν περιορισμένη έρευνα και μπορούν να συντάσσονται παραχρήμα. Η περίφημη συναδελφική αλληλεγγύη επιτείνεται στη σχέση προϊσταμένου και μέλους του οικείου δικαστικού σχηματισμού. Είναι σύνηθες στο δικαστικό σώμα να αποδίδονται τα προβλήματα της ελληνικής δικαιοσύνης στις άλλες κρατικές εξουσίες και στον όγκο της εργασίας. Πριν όμως χρεώσουμε την ευθύνη σε τρίτους, ας αναρωτηθούμε τι κάνουμε εμείς για την αποτελεσματική απονομή του δικαίου. Στα υφιστάμενα κανονιστικά περιθώρια, ο ρόλος των προϊσταμένων είναι ουσιώδης για τη βέλτιστη λειτουργία των δικαστηρίων. Όταν ο πρόεδρος, πέραν της νομομάθειας και της ευθυκρισίας, είναι εργατικός και αποτελεσματικός στα διευθυντικά καθήκοντά του, κερδίζει την αποδοχή και την εκτίμηση των συνεργατών του δικαστών. Η παράμετρος αυτή συχνά παροράται από την πολιτική εξουσία κατά την επιλογή του προεδρείου των ανωτάτων δικαστηρίων. Η επιλογή προσώπων αρεστών, πλην στερουμένων της αποδοχής των συναδέλφων τους, βλάπτει τη Δικαιοσύνη, βλάπτει τελικά τη χώρα.

Επιθυμητή η λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου Ηλίας Νικολόπουλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Σήμερα ο ΠτΔ έχει μειωμένες αρμοδιότητες και ουσιαστικά δεν μπορεί να επιτελέσει τον συνταγματικό ρόλο του ρυθμιστή του πολιτεύματος.

Ο ΠτΔ είχε αρχικά υπερβολικές αρμοδιότητες μέχρι το 1986 και το Σύνταγμά μας είχε έντονα ημιπροεδρικά στοιχεία. Με την αναθεώρηση του 1986 πήγαμε στην άλλη άκρη και το πολίτευμα χαρακτηρίζεται ως πρωθυπουργοκεντρικό με την απάλειψη των ημιπροεδρικών στοιχείων. Είναι πρόδηλο ότι μια λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του θα οδηγούσε σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα ώστε να είναι εγγυητής της λειτουργίας του πολιτεύματος, καθώς και ρυθμιστής. Σε αυτό το πλαίσιο, θα είναι ορθό ο ΠτΔ να έχει τη δυνατότητα χωρίς προσυπογραφή να απευθύνει διαγγέλματα προς τον ελληνικό λαό, ενώ τώρα δεν μπορεί να το κάνει. Πρέπει να τα θέσει υπ’ όψιν του πρωθυπουργού και του αρμόδιου υπουργού. Θα ήταν επίσης επιθυμητό να συγκαλεί το Συμβούλιο της Δημοκρατίας, δηλαδή το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών. Αλλά και το Υπουργικό Συμβούλιο, επίσης θα μπορούσε να έχει κάποιες άλλες αρμοδιότητες, όπως να επιλέξει έπειτα από εισήγηση των Ολομελειών των δικαστηρίων τους προέδρους τους ή και τα μέλη των Ανεξάρτητων Αρχών. Βέβαια, δεν πρέπει να ενισχυθούν υπερβολικά οι αρμοδιότητες του Προέδρου όπως υπήρχαν στο Σύνταγμα του 1975, γιατί τότε είχε αρμοδιότητες που οδηγούσαν σε νόθευση του κοινοβουλευτικού συστήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα προς αποφυγή είναι η τότε αρμοδιότητά του να παύει κυβέρνηση που απολάμβανε της εμπιστοσύνης της Βουλής έπειτα από τη γνώμη του Συμβουλίου της Δημοκρατίας. Αυτό συμβαίνει στα ημιπροεδρικά συστήματα, όπως π.χ. στη Γαλλία που έχει ένα μεικτό σύστημα το οποίο χαρακτηρίζεται ημιπροεδρικό ή ημικοινοβουλευτικό. Επίσης, ο ΠτΔ θα μπορούσε να παραπέμπει νόμους στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για κρίση με το ερώτημα της αντισυνταγματικότητας, και τούτο εκτός της δυνατότητας για αναπομπή νόμου που κανένας Πρόεδρος δεν έχει ασκήσει μέχρι σήμερα. Ως προς τον τρόπο εκλογής γενικά, ο ΠτΔ εκλέγεται έμμεσα από τον λαό, αλλά στο δικό μας Σύνταγμα υποχρεωτικά προβλέπεται διάλυση της Βουλής αν με την τρίτη ψηφοφορία δεν συγκεντρωθούν τα τρία πέμπτα του συνόλου των βουλευτών υπέρ ενός υποψηφίου. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε αυτόματη διάλυση της Βουλής. Αυτό πρέπει να τροποποιηθεί. Επομένως είναι λογικό να εκλέγεται άμεσα από τον λαό σε περίπτωση που σε δύο ψηφοφορίες στη Βουλή δεν 38 επιτύχει τις 200 ψήφους, τα δύο τρίτα των βουλευτών. Αποφεύγεται έτσι η σήμερα προβλεπόμενη αυτόματη διάλυση της Βουλής και οι πρόωρες εκλογές. Ένας άμεσα από τον λαό εκλεγμένος ΠτΔ θα μπορούσε μετά την ολοκλήρωση τμήματος της θητείας του να ανακαλείται με δημοψήφισμα από τον λαό έπειτα από αίτημα ενός του δεκάτου του εκλογικού σώματος ή με υπογραφές αν το ζητούσε το 30% των νόμιμα εγγεγραμμένων πολιτών. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, στην προσεχή συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να περιληφθούν και αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί που θα καταστήσουν τη λαϊκή κυριαρχία πραγματικό θεμέλιο του πολιτεύματος ώστε να μην υπάρχει η σήμερα παρατηρούμενη πλήρης αποξένωση των πολιτών από τα κοινά και η Βουλή να μην εκπροσωπεί τον απόντα λαό μέχρι τις επόμενες εκλογές. Τέτοιοι θεσμοί είναι η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, η λαϊκή αρνησικυρία και το δημοψήφισμα λαϊκής πρωτοβουλίας.

Συνταγματικά συμβατή η εκλογή από τον λαό Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

1. Η πρόσφατη αναθεωρητική πρόταση του πρωθυπουργού (250/7/2016) για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας άμεσα, απευθείας από τον λαό, όχι σε κάθε περίπτωση, αλλά μόνον επικουρικά, δηλαδή μόνον αν δεν αναδεικνύεται από το Κοινοβούλιο (βλ. σχετ. άρθρο μου, “Αυγή” 25/12/2014) έχει γίνει, άδικα, αντικείμενο κριτικής. Πρόκειται πάντως για μια πρόταση «ήπια» (σε σύγκριση με την καθιέρωση της άμεσης εκλογής σε όλες τις περιπτώσεις), απόλυτα συμβατή με τη δομή και τη λειτουργία του πολιτεύματος της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και με θετικές συνέπειες στη λειτουργία της. Πρόκειται, τέλος, για πρόταση που διορθώνει υπαρκτές ρυθμιστικές ατέλειες της ισχύουσας συνταγματικής ρύθμισης, τις οποίες άλλωστε δύο φορές αντιμετωπίσαμε στην πρόσφατη συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα. 2. Πολλοί συγχέουν τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας με τη μορφή του πολιτεύματος, και θεωρούν ότι η άμεση εκλογή συνδέεται με την Προεδρική, ενώ η έμμεση εκλογή με την Προεδρευόμενη Δημοκρατία, καταλήγοντας ότι η προτεινόμενη άμεση εκλογή  μετατρέπει το πολίτευμα από Προεδρική σε Προεδρευομένη Δημοκρατία. Και όμως, μεταξύ του τρόπου εκλογής του Προέδρου και της μορφής πολιτεύματος δεν υπάρχει τέτοιου είδους σχέση. Π.χ., στην κοιτίδα της Προεδρικής Δημοκρατίας, τις ΗΠΑ ο πρόεδρος εκλέγεται έμμεσα και όχι άμεσα. Το βασικό διακριτικό γνώρισμα μεταξύ Προεδρευόμενης και Προεδρικής Δημοκρατίας είναι η κατανομή αρμοδιότητων και βασικά, αν η κυβέρνηση εξαρτάται από τον Πρόεδρο (Προεδρική) ή από το Κοινοβούλιο (Προεδρευόμενη, Κοινοβουλευτική). Η άμεση εκλογή σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στην Προεδρική Δημοκρατία, εφόσον καθιερώνεται κοινοβουλευτικό σύστημα (εξάρτηση της κυβέρνησης από το Κοινοβούλιο). 3. Σύμφωνα με άλλο συγγενές προς το προηγούμενο «επιχείρημα», ο Πρόεδρος, μέσω της άμεσης εκλογής, αποκτά κύρος και ενδεχομένως ευνοούνται «συγκρούσεις κορυφής», Προέδρου – πρωθυπουργού. Όμως, σε ένα σύγχρονο κράτος, την απομάκρυνση των συγκρούσεων δεν εξασφαλίζει η έλλειψη κύρους, αλλά η σαφής κατανομή αρμοδιοτήτων. Η ενδυνάμωση του κύρους του Προέδρου θα έχει ευεργετικές επιδράσεις, καθόσο θα συντελέσει στη μείωση του λεγομένου πρωθυπουργοκεντρικού χαρακτήρα του πολιτεύματος. Άλλωστε στο συνταγματικό πλαίσιο της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας είναι ορθότερο το «μοντέλο» όχι απλώς του «διακοσμητικού» αλλά του «ενεργού» Προέδρου, με «ενισχυμένες αρμοδιότητες», όπως προβλέπεται άλλωστε στην αναθεωρητική πρόταση. 4. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (Σ.άρθρ.32), ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται σε κάθε περίπτωση από τη Βουλή. Η όλη διαδικασία εκλογής του Προέδρου διακρίνεται σε δύο φάσεις και κάθε μία από αυτές περιλαμβάνει τρεις ψηφοφορίες. Διακριτικό σημείο των δύο φάσεων είναι η 39 διάλυση της Βουλής. Αν ο ΠτΔ δεν συγκεντρώσει τα 2/3 του συνολικού αριθμού των βουλευτών στις δύο πρώτες και τα 3/5 στην τρίτη, τότε η Βουλή διαλύεται και ακολουθούν τρεις ακόμη ψηφοφορίες. Η ρύθμιση αυτή, η σύνδεση δηλαδή της εκλογής του Προέδρου με τη διάλυση της Βουλής, με άλλα λόγια η διάλυση της Βουλής λόγω μη εκλογής Προέδρου, είναι πράγματι μια άστοχη ρύθμιση, η οποία άλλωστε ορθά κατακρίθηκε στο παρελθόν. Η πρόταση για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από το εκλογικό Σώμα, σε περίπτωση μη εκλογής του από τη Βουλή, οδηγεί ακριβώς στην απεμπλοκή προεδρικών και βουλευτικών εκλογών και δεν επιτρέπει στη διαδικασία εκλογής ΠτΔ να μετατρέπεται σε μηχανισμό πρόωρης διάλυσης της Βουλής. Συμπερασματικά, η επικουρικά άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελεί μια ιδιαίτερα θετική και συνταγματικά συμβατή πρόταση.

Το μετέωρο συνταγματικό βήμα Γιώργος Γεραπετρίτης, Αν. καθηγητής Νομικής Ο διάλογος για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο οποίος αναπτύχθηκε μέσω της «Καθημερινής» για δώδεκα εβδομάδες, με τη δημοσίευση του σχεδίου ενός καινοτόμου συντάγματος για την Ελλάδα και την αρθρογραφία από ικανό αριθμό διακεκριμένων προσώπων από τον χώρο της επιστήμης και της πολιτικής, δημιούργησε ένα ρεύμα ενδιαφέροντος για το ζήτημα αυτό. Έως την ολοκλήρωση του αφιερώματος αυτού συνέβησαν σημαντικά γεγονότα που άμεσα ή έμμεσα επηρεάζουν σε επίπεδο εθνικής και υπερεθνικής πολιτικής πράξης την προοπτική της αναθεώρησης: νέος εκλογικός νόμος, δημοσίευση των βασικών αξόνων της κυβερνητικής πρότασης για τη συνταγματική αναθεώρηση, συθέμελη ανατάραξη στα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση του εκλογικού σώματος στο Ηνωμένο Βασίλειο για έξοδο από την Ένωση. Ο διαδραμών χρόνος επιτρέπει την εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων τόσο για το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης όσο και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η σχετική διαδικασία από την κοινωνία και το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Συμπέρασμα πρώτο: Ελλείπει μια βασική κοινή θεώρηση για τη φυσιολογία της επικείμενης αναθεώρησης. Στο επίπεδο του εύρους της αναθεώρησης αναπτύσσεται μια ριζοσπαστική και μια συντηρητική τάση. Η ριζοσπαστική τάση υποστηρίζει δομικές και διάχυτες αλλαγές, ώστε να αποκτήσει το πολίτευμα μεγαλύτερη ισορροπία για να αντιμετωπίσει τις καινοφανείς προκλήσεις – μια θεσμική επανεκκίνηση μετά τη μεταπολίτευση. Η συντηρητική τάση υποστηρίζει μόνον σημειακές αλλαγές στο Σύνταγμα με το σκεπτικό ότι όλα –ή τουλάχιστον τα περισσότερα– λειτούργησαν καλά, ακόμη και την εποχή της κρίσης, απαντώντας στους ριζοσπάστες, στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου συνταγματικού ρεαλισμού, ότι οι αδρανείς δομές των θεσμών στην Ελλάδα δεν προσφέρονται για ρηξικέλευθες λύσεις. Για ορισμένους η επίτευξη του στόχου της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως θεσμική κάθαρση κάθε παθολογίας που αφορά στο υπερσυγκεντρωτικό και πελατειακό κράτος, στον άκριτα πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό, στη στατική διοίκηση και στον πολιτικό μεσσιανισμό. Συμπέρασμα δεύτερο: Υπάρχει ένας μάλλον μικρός κοινός τόπος διατάξεων που όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να υπάρξει αναθεωρητική παρέμβαση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτός αφορά τον περιορισμό των πολιτικών προνομίων (ευθύνη υπουργών και βουλευτική ασυλία), τη σύμμετρη ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και την αναβάθμιση του νομοθετικού και, κυρίως, ελεγκτικού έργου της Βουλής. Αντιθέτως, καίρια ζητήματα φαίνεται να μένουν μακριά από 48 το επίκεντρο του αναθεωρητικού διαλόγου ή να προκαλούν ένταση και τριβές, όπως η διοίκηση, η δικαιοσύνη, η ανάπτυξη, η φορολογία, και η παιδεία. Συμπέρασμα τρίτο: Η αναθεώρηση φαίνεται να μπαίνει στον πολιτικό μύλο των ευκαιριακών ωφελημάτων και του ανέξοδου λαϊκισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι προτάσεις για την καθιέρωση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος για την άκαιρη εκπλήρωση του αριστερού οράματος, αγνοώντας την πιο επιτακτική σήμερα από ποτέ ανάγκη σταθερότητας της διακυβέρνησης της χώρας, και για τη διεύρυνση των δημοψηφισμάτων ως αντιπροσωπευτική πανάκεια σε μια εποχή που τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων είτε αγνοούνται είτε απασφαλίζουν την ευρωπαϊκή συνοχή. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τον λόγο ύπαρξης της οποίας συχνά αγνοούμε ή δεν επικαλούμαστε για λόγους ίδιων συμφερόντων, η συμμετοχή των πολιτών διασφαλίζεται πρωτίστως σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών, δήμων και περιφερειών, και όχι σε λαϊκή συμμετοχή που παρέχει νομιμοποίηση σε ανέξοδες προεκλογικές εξαγγελίες ή σε προειλημμένες αποφάσεις που διατυπώνονται με τη μορφή τεχνητών μανιχαϊστικών διλημμάτων. Σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη καμπή για τον τόπο, η παρουσία της επιστημονικής κοινότητας στη συζήτηση της αναθεώρησης είναι σημαντική και η ευθύνη της αναλογικά πολύ μεγαλύτερη. Οφείλει να εκτεθεί με θετικές προτάσεις που θα αντιμετωπίζουν καταγεγραμμένες παθολογίες του πολιτεύματος και όχι να λιθοβολεί χωρίς να εισφέρει καμία απολύτως θέση, κρυπτόμενη πίσω από ένα πέπλο θνήσκουσας επιστημονικής αυθεντίας ή πολιτικής υποταγής. Η κρίσιμη, εντούτοις, απόφαση ανήκει στην πολιτική τάξη της χώρας. Τυχόν επιλογή της πλειοψηφίας να ενεργοποιήσει την αναθεωρητική διαδικασία για μικρό μόνο αριθμό άρθρων, και δη μη κομβικών για το μέλλον της χώρας αλλά μόνο πολιτικά συμβολικών, θα προεξοφλεί την αποτυχία της αναθεώρησης, όπως συνέβη το 2008. Όλες οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις θα πρέπει με γενναιότητα να αφήσουν τον στείρο διάλογο και να προχωρήσουν με γνήσια διαβουλευτική διάθεση, δεχόμενες να αποστούν από στείρες ιδεολογικές θέσεις και παρωχημένα σύμβολα. Η συζήτηση για την αναθεώρηση οφείλει να αποτελέσει το εφαλτήριο αναβάθμισης του πολιτικού λόγου στο φυσικό φόρουμ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τη Βουλή, και όχι να συντελεστεί μέσω αντισυνταγματικών δημοψηφισμάτων ή δελτίων λαϊκών προτάσεων που παραπέμπουν σε σκοτεινές εποχές της χώρας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια για νέα χαμένη ευκαιρία. πηγή: «Καθημερινή» 15/8/2016.

Το μετέωρο συνταγματικό βήμα Γιώργος Γεραπετρίτης, Αν. καθηγητής Νομικής Ο διάλογος για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο οποίος αναπτύχθηκε μέσω της «Καθημερινής» για δώδεκα εβδομάδες, με τη δημοσίευση του σχεδίου ενός καινοτόμου συντάγματος για την Ελλάδα και την αρθρογραφία από ικανό αριθμό διακεκριμένων προσώπων από τον χώρο της επιστήμης και της πολιτικής, δημιούργησε ένα ρεύμα ενδιαφέροντος για το ζήτημα αυτό. Έως την ολοκλήρωση του αφιερώματος αυτού συνέβησαν σημαντικά γεγονότα που άμεσα ή έμμεσα επηρεάζουν σε επίπεδο εθνικής και υπερεθνικής πολιτικής πράξης την προοπτική της αναθεώρησης: νέος εκλογικός νόμος, δημοσίευση των βασικών αξόνων της κυβερνητικής πρότασης για τη συνταγματική αναθεώρηση, συθέμελη ανατάραξη στα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση του εκλογικού σώματος στο Ηνωμένο Βασίλειο για έξοδο από την Ένωση. Ο διαδραμών  χρόνος επιτρέπει την εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων τόσο για το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης όσο και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η σχετική διαδικασία από την κοινωνία και το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Συμπέρασμα πρώτο: Ελλείπει μια βασική κοινή θεώρηση για τη φυσιολογία της επικείμενης αναθεώρησης. Στο επίπεδο του εύρους της αναθεώρησης αναπτύσσεται μια ριζοσπαστική και μια συντηρητική τάση. Η ριζοσπαστική τάση υποστηρίζει δομικές και διάχυτες αλλαγές, ώστε να αποκτήσει το πολίτευμα μεγαλύτερη ισορροπία για να αντιμετωπίσει τις καινοφανείς προκλήσεις – μια θεσμική επανεκκίνηση μετά τη μεταπολίτευση. Η συντηρητική τάση υποστηρίζει μόνον σημειακές αλλαγές στο Σύνταγμα με το σκεπτικό ότι όλα –ή τουλάχιστον τα περισσότερα– λειτούργησαν καλά, ακόμη και την εποχή της κρίσης, απαντώντας στους ριζοσπάστες, στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου συνταγματικού ρεαλισμού, ότι οι αδρανείς δομές των θεσμών στην Ελλάδα δεν προσφέρονται για ρηξικέλευθες λύσεις. Για ορισμένους η επίτευξη του στόχου της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ως θεσμική κάθαρση κάθε παθολογίας που αφορά στο υπερσυγκεντρωτικό και πελατειακό κράτος, στον άκριτα πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό, στη στατική διοίκηση και στον πολιτικό μεσσιανισμό. Συμπέρασμα δεύτερο: Υπάρχει ένας μάλλον μικρός κοινός τόπος διατάξεων που όλοι συμφωνούν ότι θα πρέπει να υπάρξει αναθεωρητική παρέμβαση προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτός αφορά τον περιορισμό των πολιτικών προνομίων (ευθύνη υπουργών και βουλευτική ασυλία), τη σύμμετρη ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και την αναβάθμιση του νομοθετικού και, κυρίως, ελεγκτικού έργου της Βουλής. Αντιθέτως, καίρια ζητήματα φαίνεται να μένουν μακριά από 48 το επίκεντρο του αναθεωρητικού διαλόγου ή να προκαλούν ένταση και τριβές, όπως η διοίκηση, η δικαιοσύνη, η ανάπτυξη, η φορολογία, και η παιδεία. Συμπέρασμα τρίτο: Η αναθεώρηση φαίνεται να μπαίνει στον πολιτικό μύλο των ευκαιριακών ωφελημάτων και του ανέξοδου λαϊκισμού. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι προτάσεις για την καθιέρωση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος για την άκαιρη εκπλήρωση του αριστερού οράματος, αγνοώντας την πιο επιτακτική σήμερα από ποτέ ανάγκη σταθερότητας της διακυβέρνησης της χώρας, και για τη διεύρυνση των δημοψηφισμάτων ως αντιπροσωπευτική πανάκεια σε μια εποχή που τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων είτε αγνοούνται είτε απασφαλίζουν την ευρωπαϊκή συνοχή. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τον λόγο ύπαρξης της οποίας συχνά αγνοούμε ή δεν επικαλούμαστε για λόγους ίδιων συμφερόντων, η συμμετοχή των πολιτών διασφαλίζεται πρωτίστως σε επίπεδο τοπικών κοινωνιών, δήμων και περιφερειών, και όχι σε λαϊκή συμμετοχή που παρέχει νομιμοποίηση σε ανέξοδες προεκλογικές εξαγγελίες ή σε προειλημμένες αποφάσεις που διατυπώνονται με τη μορφή τενχητών μανιχαϊστικών διλημμάτων. Σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη καμπή για τον τόπο, η παρουσία της επιστημονικής κοινότητας στη συζήτηση της αναθεώρησης είναι σημαντική και η ευθύνη της αναλογικά πολύ μεγαλύτερη. Οφείλει να εκτεθεί με θετικές προτάσεις που θα αντιμετωπίζουν καταγεγραμμένες παθολογίες του πολιτεύματος και όχι να λιθοβολεί χωρίς να εισφέρει καμία απολύτως θέση, κρυπτόμενη πίσω από ένα πέπλο θνήσκουσας επιστημονικής αυθεντίας ή πολιτικής υποταγής. Η κρίσιμη, εντούτοις, απόφαση ανήκει στην πολιτική τάξη της χώρας. Τυχόν επιλογή της πλειοψηφίας να ενεργοποιήσει την αναθεωρητική διαδικασία για μικρό μόνο αριθμό άρθρων, και δη μη κομβικών για το μέλλον της χώρας αλλά μόνο πολιτικά συμβολικών, θα προεξοφλεί την αποτυχία της αναθεώρησης, όπως συνέβη το 2008. Όλες οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις θα πρέπει με γενναιότητα να αφήσουν τον στείρο διάλογο και να προχωρήσουν με γνήσια διαβουλευτική διάθεση, δεχόμενες να αποστούν από στείρες ιδεολογικές θέσεις και παρωχημένα σύμβολα. Η συζήτηση για την αναθεώρηση οφείλει να αποτελέσει το εφαλτήριο αναβάθμισης του πολιτικού λόγου στο φυσικό φόρουμ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, τη Βουλή, και όχι να συντελεστεί μέσω αντισυνταγματικών δημοψηφισμάτων ή δελτίων λαϊκών προτάσεων που παραπέμπουν σε σκοτεινές εποχές της χώρας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια για νέα χαμένη ευκαιρία. πηγή: «Καθημερινή» 15/8/2016.

Περί της παρανομίας και του κινδύνου γελοιοποιήσεως της αδειοδοτικής διαδικασίας για τα κανάλια Πάνος Λαζαράτος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Λίγες μέρες πριν την “Μεγάλη Τρίτη” της 30.8.2016, όπου θα διεξαχθεί η κρίσιμη φάση της δημοπρατήσεως των τηλεοπτικών αδειών γενικού περιεχομένου πανελλαδικής εμβέλειας, αισθάνομαι την ανάγκη να επισημάνω δέκα βασικούς λόγους για τους οποίους η Κυβέρνηση δεν θα πρέπει να αισθάνεται διόλου υπερήφανη για τον τρόπο, το ύφος και το ήθος αυτής της διαδικασίας. 1. Η διαδικασία διενεργείται αντισυνταγματικά από αναρμόδιο όργανο. Το ΕΣΡ παρακάμφθηκε σκόπιμα. Η Κυβέρνηση διέλυσε βίαια το τετραμελές τότε όργανο, παρά τις αντίθετες γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ, της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής και δύο αποφάσεις του ΣτΕ που πιστοποιούσαν ότι η θητεία των 4 μελών του (Αλεξίου, Στεφανάκη, Παπαδοπούλου, Αποστολά) ήταν απολύτως νόμιμη! Αυτό αποσιωπήθηκε σκόπιμα. Η Κυβέρνηση δημιούργησε την υποτιθέμενη κατάσταση ανάγκης για δύο λόγους. Πρώτον, για να ποδηγετήσει τα ΜΜΕ, αναθέτοντας το διαγωνισμό στον Υπουργό Επικρατείας και δεύτερον για να απαλλαγεί τιμωρητικά από τη μητέρα της Ζωής Κωνσταντοπούλου, Λίνα Αλεξίου. 2. Η Κυβέρνηση διενεργεί τον διαγωνισμό δίχως να περιμένει την τελική κρίση του ΣτΕ, το οποίο έχει ήδη αποφανθεί ομόφωνα επί του ζητήματος της αρμοδιότητας του ΕΣΡ προς χορήγηση τηλεοπτικών αδειών στην 16η σκέψη της αποφάσεως της Ολομέλειάς του, 1901/2014. 3. Η Κυβέρνηση διενεργεί τον διαγωνισμό για να δημιουργήσει δικό της “οχυρό”. Τούτο ομολογεί βουλευτής της και πιστοποιεί η εμμονή της να διενεργήσει εσπευσμένα τον διαγωνισμό πριν την κρίση του ΣτΕ, το οποίο φέρει επίσης εν προκειμένω τις δικές του ευθύνες, επιλέγοντας τις δικαστικές διακοπές αντί των διασκέψεων για το μείζον αυτό ζήτημα. Έτσι, ομολογημένα παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αντικειμενικότητας της ενημερώσεως. 4. Η Κυβέρνηση καθίσταται ελεγκτής και ελεγχόμενος, δίνοντας στον Υπουργό Επικρατείας την αρμοδιότητα εκδόσεως και κατ’ επέκταση ανακλήσεως των αδειών. Οι ελεγχόμενοι που δεν συμμορφώνονται βρίσκονται στα χέρια του Υπουργού και όχι στην κρίση υφιστάμενης, συνταγματικά κατοχυρωμένης ανεξάρτητης αρχής. Παγκόσμια πρωτοτυπία για την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει πει ακόμα την τελευταία λέξη. 5. Η Επιτροπή Ενστάσεων δεν εφήρμοσε το δίκαιο των διαγωνισμών. Ανέχθηκε πληθώρα παρατυπιών στα δικαιολογητικά κάποιων υποψηφίων που ποτέ δεν θα γίνονταν δεκτά σε οποιαδήποτε φυσιολογική διαδικασία δημοσίων έργων και προμηθειών. Αυτό προφανώς συνέβη καθ’ υπόδειξη της Κυβερνήσεως, προκειμένου οι υποψήφιοι να είναι όσο το δυνατόν περισσότεροι και το τίμημα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο. 6. Ο διαγωνισμός στηρίζεται στο σύνολό του σε μια και μόνο αντικοινοτική, αντισυνταγματική, παράνομη και εν τέλει ανήθικη αρχή: Το μόνο που χωρίζει τον υποψήφιο από την άδεια είναι το πορτοφόλι του. Ούτε η εμπειρία του, ούτε το ποιόν του. Έτσι πράγματι όχι μόνο η κόρη, ή ο γιός του Εσκομπάρ αλλά και ο ίδιος ο Εσκομπάρ μπορούν να πάρουν άδεια. 7. Ο Υπουργός Επικρατείας και η Κυβέρνηση υπεξουσιοδότησαν για την διενέργεια του μείζονος αυτού για τη Δημοκρατία διαγωνισμού πληθώρα αναρμόδιων και άσχετων προς το ΕΣΡ δημοσίων οργάνων (μονομελών και συλλογικών) καθώς και ιδιωτικές εταιρείες με διαδικασίες απολύτως αδιαφανείς, αν όχι παράνομες, δίχως καμία απολύτως δημοκρατική νομιμοποίηση. 52 8. Η αιτιολογία του περιορισμού των αδειών σε τέσσερις είναι από πάσης απόψεως έωλη. Ο κρατικός παρεμβατισμός σοβιετικού τύπου στην οικονομία αντιτίθεται ευθέως στο κοινοτικό δίκαιο, ενώ οι τεχνολογικές αιτιάσεις στηρίζονται σε μια και μόνο πρόχειρη μελέτη ενός Ινστιτούτου που βασίστηκε σε στοιχεία που του έδωσε η ίδια η Κυβέρνηση, η οποία κατόπιν εορτής ξαναζητά κρίση από το ίδιο βεβαίως(!) και μόνο Ινστιτούτο. Αναρωτιέται δε κανείς πώς θα δικαιολογηθεί η Αιτιολογική Έκθεση που περιορίζει τις τεχνολογικές δυνατότητες σε 4 άδειες, αν τη δεύτερη φορά το Ινστιτούτο της Φλωρεντίας τις πολλαπλασιάσει. Σε κάθε περίπτωση ο τεχνολογικά εντελώς αδικαιολόγητος αυτός περιορισμός σε 4 άδειες συναντάται σε κράτη προς τα οποία η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να συγκρίνεται. 9. Η ηλεκτρονική διαδικασία της “Μεγάλης Τρίτης” θα είναι εν μέρει χειρόγραφη και θα συνοδευτεί από πλήθος περαιτέρω αυθαίρετων adhoc ρυθμίσεων που δεν περιγράφονται στην προκήρυξη. Οι σωματικοί έλεγχοι, τα αντίσκηνα, τα χρώματα, η τυχόν διανυκτέρευση, η συνοδεία των αστυνομικών στις τουαλέτες, ο έλεγχος από κεντρικό μόνιτορ στα πρότυπα του Big Brother και ό,τι άλλο απίστευτο προκύψει συνιστούν στοιχεία που συνδυάζουν την παρανομία (λ.χ. παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων), την γελοιότητα και την μείωση των συμμετεχόντων στη διαδικασία, οι οποίοι απορώ κυριολεκτικά πώς θα υποβάλουν τον εαυτό τους στον επερχόμενο εξευτελισμό. Το ύφος και το ήθος της προσκλήσεως του Γενικού Γραμματέα Ενημερώσεως προμηνύει πάντως τα χειρότερα. 10. Δεν θέλω να γίνω μάντης κακών. Αλλά αν το ΣτΕ τελικώς ακυρώσει το διαγωνισμό, ή αν τη “Μεγάλη Τρίτη” κάτι δεν πάει καλά, το διεθνές ρεζίλι θα είναι απερίγραπτο και οι ευθύνες ανυπολόγιστες. Και είναι τόσα πολλά αυτά που μπορεί να μην πάνε καλά μέσα στη γενική κομπορρημοσύνη και αφροσύνη των κυβερνόντων που είναι να τρομάζει κανείς. Η διαδικασία ξεκίνησε με μια κραυγαλέα αντισυνταγματικότητα και θα τελειώσει με συλλογικό εξευτελισμό των πάντων στο τραπέζι του χαρτοπαίγνιου της δημοπρασίας.

Και έσεται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης! πηγή: «Καθημερινή» 23/8/2016 Τηλεοπτικές άδειες: έξι συνταγματικοί κανόνες και μία πρόταση Πέτρος Ι. Παραράς, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Για το φλέγον ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών το Σύνταγμα, καθ’ ερμηνεία του άρθρου 15, παρ. 2, θέτει κατά τη γνώμη μου τους κάτωθι κανόνες:

1. Το κράτος οφείλει να θεσπίσει ειδικό νόμο, όπου θα προσδιορισθούν οι αυστηρές προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση άδειας ιδρύσεως και λειτουργίας τηλεοπτικού σταθμού, ο οποίος εξυπηρετεί, όπως και το ραδιόφωνο, το συνταγματικό δικαίωμα του καθενός να έχει πληροφόρηση από πηγές που να είναι γενικά προσιτές στο κοινό. Πλην δε των ειδικών συνταγματικών κανόνων-σκοπών που η λειτουργία της τηλεόρασης οφείλει να υπηρετεί (άρθρο 15, παρ. 2, εδ. γ’ Σ.), οι περαιτέρω προϋποθέσεις που θα θέσει ο νόμος δεν μπορεί να είναι τόσο αυστηρές ώστε κατ’ ουσίαν να αποτρέπουν τον ιδιώτη-επιχειρηματία από τη σύσταση σταθμού τηλεόρασης. Ισχύουν εν προκειμένω οι δεσμευτικοί για τον νομοθέτη κανόνες της αρχής της αναλογικότητας, σε συνδυασμό με το ότι οι προϋποθέσεις αυτές ή οι περιορισμοί θα πρέπει να αποτελούν και μέτρα αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία (βλ. άρθρο 10, παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – ΕΣΔΑ). Προφανώς, με τις ίδιες προϋποθέσεις θα δίδεται και η άδεια για τη λειτουργία της δημόσιας τηλεόρασης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κράτος θα δώσει τόσες άδειες τηλεοράσεως όσα και τα διαθέσιμα κανάλια, ώστε να μην μπορεί πλέον να δοθεί καμία άλλη άδεια σε ιδιώτη! Όσο περισσότερες είναι οι δημόσιες άδειες τόσο περιορίζεται η πολυφωνία αλλά και η διάδοση των ιδεών, ενώ το αντίθετο επιτάσσει το Σύνταγμα. 2. Εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ο αρμόδιος υπουργός θα χορηγήσει την άδεια, 53 αλλά μόνο κατόπιν της «συμφώνου γνώμης» του ΕΣΡ, αφού αυτό είναι το κατ’ εξοχήν ειδικό τεχνικό όργανο στο οποίο ανήκει, κατά το Σύνταγμα, η «αποκλειστική» αρμοδιότητα (άρα κατ’ αποκλεισμό του κράτους) να ελέγχει την τήρηση όλων των κανόνων που διέπουν τη σύσταση και τη λειτουργία της τηλεόρασης. Δοθέντος δε ότι το δικαίωμα στην πληροφόρηση αλλά και η ελευθερία μετάδοσης πληροφοριών και ειδήσεων είναι ατομικά δικαιώματα (άρθρο 5Α του Σ., άρθρο 10, παρ. 1 ΕΣΔΑ), η εν προκειμένω άρνηση του υπουργού να δώσει την άδεια, καίτοι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που διαπίστωσε το ΕΣΡ, στοιχειοθετεί παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενέργειας που είναι λόγος ακυρώσεως από το ΣτΕ. 3. Μετά τη χορήγηση της άδειας, το ΕΣΡ δύναται να ελέγχει, κατά πάντα χρόνο και αυτεπαγγέλτως, την τήρηση των όρων λειτουργίας από τον κάθε σταθμό τηλεόρασης, υποχρεούται δε να το πράττει, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από όποιον έχει έννομο συμφέρον, περιλαμβανομένου και του κράτους. Σε περίπτωση διαπίστωσης παράβασης, μόνο το ΕΣΡ μπορεί να επιβάλει διοικητική κύρωση κατά σταθμού τηλεόρασης, όπως ρητώς ορίζεται από το άρθρο 15, παρ. 2, εδ. β΄ Σ. 4. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα κράτη από του να υποβάλωσι τας “επιχειρήσεις” ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας». Άρα η ΕΣΔΑ αντιλαμβάνεται το ιδιωτικό κανάλι τηλεόρασης ως επιχείρηση, όπως πράγματι και είναι, δηλαδή πρόκειται περί ασκήσεως «επιχειρηματικής ελευθερίας», η οποία είναι επίσης ατομικό δικαίωμα που προφανώς στεγάζεται και στη γενικότερη έννοια της οικονομικής ελευθερίας του άρθρου 5, παρ. 1 Σ. Έτσι, η όποια ιδιωτική τηλεοπτική επιχείρηση εμπίπτει και στην προστασία του άρθρου αυτού. Ρητώς δε και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ αναφέρει ότι «Η επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές». 5. Εντεύθεν, ναι μεν το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ δεν αποκλείουν τη χορήγηση προηγούμενης άδειας για την ίδρυση τέτοιας επιχείρησης, πρέπει όμως να λειτουργούν υποχρεωτικώς περισσότερα κανάλια, διότι μόνο έτσι τηρούνται οι συνταγματικές αρχές του πλουραλισμού και της πολυφωνίας που είναι προϋπόθεση της δημοκρατίας. Ευθέως δε και στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ ορίζεται ότι «Η ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η πολυφωνία τους είναι σεβαστές» (άρθρο 11, παρ. 2). Αποκλείεται λοιπόν η καθιέρωση numerus clausus για τις άδειες αυτές, δοθέντος ότι σήμερα η εξελιγμένη τεχνολογία έχει διευρύνει τις διαθέσιμες συχνότητες και τα κανάλια, ώστε νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των αδειών, είσω του συνόλου που τεχνικώς είναι δυνατόν να δοθούν, παραβιάζει τόσο το άρθρο 5, παρ. 1 Σ. που προστατεύει την ελευθερία του επιχειρείν, όσο και το άρθρο 10, παρ. 1 της ΕΣΔΑ που δεν ανέχεται, πλέον, την πρόβλεψη μόνο περιορισμένου αριθμού αδειών, εφόσον οι δυνάμενες να διατεθούν είναι σήμερα περισσότερες. Είναι λοιπόν τελείως αυθαίρετη η δυνατότητα χορήγησης μόνο τεσσάρων αδειών (άρθρο 2Α Ν. 4339/2015). Και εκτός Ελλάδος γίνεται ήδη δεκτό ότι, εν όψει της σύγχρονης τεχνολογίας, δεν νοείται νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των δυναμένων να δοθούν αδειών (βλ. ερμηνεία του άρθρου 10, παρ. 1 ΕΣΔΑ από τον Chr. Grabenwarter, Europ. Menschenrechtskonvention, Beck 2009, 4η έκδ., σελ. 294). 6. Το μείζον όμως ζήτημα που γεννάται εν προκειμένω έγκειται στο ότι το ΕΣΡ δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ώστε να γνωμοδοτήσει, αφού για τα πρόσωπα που θα το στελεχώσουν δεν έχουν ακόμη συμφωνήσει τα 4/5 των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής (άρθρο 101Α Σ.). Και επειδή δεν διανοούμαι ο αναθεωρητικός νομοθέτης να εννοούσε ότι καμία από τις πέντε ανεξάρτητες αρχές που προβλέπει το Σύνταγμα δεν θα λειτουργήσει στο μέλλον παρά μόνο αν εξασφαλισθεί η αυξημένη αυτή πλειοψηφία των 4/5, προτείνω, σαν λύση από το αδιέξοδο, ότι αν 54 και η τρίτη ψηφοφορία για την επιλογή των μελών αποβεί άκαρπη, τότε η Διάσκεψη, με απόλυτη τώρα πλειοψηφία, να επιλέξει τα μέλη των Ανεξάρτητων Αρχών. Βέβαια, η λύση αυτή είναι αντίθετη με το γράμμα του Συντάγματος, αλλά είναι σύμφωνη με αυτό που προδήλως θα ήθελε και ο αναθεωρητικός νομοθέτης, αν αναλογιζόταν τα εν προκειμένω αδιέξοδα. Από τη μη λειτουργία των Αρχών, το προτεινόμενο κακό είναι ήσσονος σημασίας (αρχή της ενότητας και πρακτικής αρμονίας του Συντάγματος). Η διαρκής παρανομία με τις συνεχείς νομοθετικές παρατάσεις της θητείας μελών και εναντίον της νομολογίας του ΣτΕ  πρέπει κάποτε να σταματήσει.

Επανίδρυση του κράτους με ένα νέο Σύνταγμα Χρήστος Λυντέρης, Δρ. νομικής- δικηγόρος, μέλος της κίνησης πολιτών «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή». Το ισχύον Σύνταγμα έχει καθοριστική ευθύνη για την δημιουργία της κρίσης, διότι επέτρεψε την κατασπατάληση και λεηλασία του δημοσίου χρήματος στο βωμό του πελατειακού κράτους, της διαπλοκής και της διαφθοράς. Η κίνηση πολιτών «Πρωτοβουλία για ριζική Συνταγματική Αλλαγή» θεωρεί ότι είναι τόσο μεγάλη η θεσμική ένδεια της χώρας και τόσο μεγάλα τα προβλήματα, ώστε μία απλή αναθεώρηση εντός των περιορισμών του άρ.110 δεν αρκεί. Απαιτείται νέο Σύνταγμα, το οποίο μάλιστα θα θεσπιστεί με την συμμετοχή της κοινωνίας. Ως προς το περιεχόμενο, χρειαζόμαστε νέο Σύνταγμα διότι εκτός των αναγκαίων αλλαγών οι οποίες θα μπορούσαν να εισαχθούν με μία απλή αναθεώρηση σύμφωνα με το 110 ( όπως κατάργηση ασυλιών και προνομίων βουλευτών και υπουργών, επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με κλήρωση μεταξύ των ανωτάτων δικαστών, προτάσεις νόμου και δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών για θέσπιση ή κατάργηση νόμου ή για αλλαγή του Συντάγματος ώστε ο πολίτης να διορθώνει άμεσα πράξεις των αντιπροσώπων του, ανεξάρτητο Συνταγματικό Δικαστήριο δημόσιο έλεγχο των οικονομικών κομμάτων και πολιτικών από την Δικαιοσύνη χωρίς απόρρητο) χρειάζεται να συζητήσουμε και την απαγορευμένη κατά το 110 αλλαγή του πολιτεύματος. Αντί του προβληματικού πολιτεύματος της Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, όπου εκλέγεται η βουλή και η κυβέρνηση αναδεικνύεται από την εμπιστοσύνη της βουλής, προτείνουμε την μετάβαση σε πολίτευμα προεδρικής Δημοκρατίας, με ξεχωριστές εκλογές για νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και ασυμβίβαστο βουλευτή υπουργού. Έτσι, αντί της απαίτησης η κυβέρνηση να έχει την εμπιστοσύνη της βουλής, κάτι που δημιουργεί κυβερνητική αστάθεια και συνθήκες συναλλαγής, με την πιο δημοκρατική λύση των ξεχωριστών εκλογών θα απελευθερωθούν οι εξουσίες η μία από την άλλη , θα αναχθούν στον ρόλο τους και θα εξασφαλιστεί και κυβερνητική σταθερότητα. Ως προς την διαδικασία, χρειαζόμαστε νέο Σύνταγμα και όχι αναθεώρηση από την βουλή σύμφωνα με το άρ.110, διότι πιστεύουμε ότι το νέο όραμα που χρειάζεται η κοινωνία για να εξέλθει από την βαθιά κρίση δεν μπορεί να έλθει μόνο από την Βουλή. Το νέο Σύνταγμα που θα εμπνεύσει την κοινωνία Χρειάζεται να είναι προϊόν της βούλησης των πολιτών, όπως αυτή θα προκύψει μέσα από δημόσια διαβούλευση και δεσμευτικά δημοψηφίσματα. Πολλοί λένε ότι αυτά δεν μπορούν να γίνουν, ενώ κάποιοι έφθασαν στο σημείο να πουν ότι μόνο η χούντα έκανε δημοψήφισμα για συνταγματικούς λόγους. Αλλά το τελευταίο δημοψήφισμα για συνταγματικούς λόγους στην Ελλάδα δεν ήταν της δικτατορίας. Έγινε το 1974 και ο λαός απεφάνθη ότι ήθελε πολίτευμα αβασίλευτης δημοκρατίας. Μάλιστα, το δημοψήφισμα θεωρήθηκε έγκυρο μολονότι το τότε Σύνταγμα του 1952 απαγόρευε, όπως και το ισχύον, τόσο την αλλαγή της μορφής του πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, όσο και την συμμετοχή του λαού στην αναθεώρηση. Σήμερα είναι αδιανόητο να μην 55 αναγνωρίζεται στους πολίτες το θεμελιώδες πολιτικό δικαίωμα να συμμετέχουν άμεσα στην θέσπιση του Συντάγματος, κάτι που σε πλείστα ευνομούμενα κράτη του σύγχρονου κόσμου (λ.χ. Γαλλία, Ισπανία, Ελβετία, Δανία, Ισλανδία, Ιταλία , όπου πρόκειται να διεξαχθεί σχετικό δημοψήφισμα τον προσεχή Οκτώβριο) είναι κατοχυρωμένο. Το συνταγματικό δίκαιο παραδέχεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ανάγκης επανίδρυσης του κράτους είναι δικαιολογημένη, αντί της αναθεώρησης, η θέσπιση ενός εξ υπαρχής νέου Συντάγματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι προφανές ότι υπό τις συνθήκες στις οποίες έχει περιέλθει η χώρα, ήτοι την χρεοκοπία, την απώλεια μέρους της εθνικής της κυριαρχίας και την οικονομική καταστροφή μεγάλου μέρους της κοινωνίας της, όχι μόνο δικαιολογείται νομικά, αλλά επιβάλλεται η επανίδρυση του κράτους, η δημιουργία μίας νέας μεταπολίτευσης μέσα από ένα νέο Σύνταγμα. Όπως το 1974 με ένα δημοψήφισμα ξεπεράστηκαν οι απαγορεύσεις του προηγούμενου Συντάγματος και η χώρα άλλαξε πολίτευμα, έτσι και σήμερα με ένα νέο δημοψήφισμα μπορούμε δικαιολογημένα να ξεπεράσουμε τις αγκυλώσεις του άρ. 110 του ισχύοντος Συντάγματος, αλλάζοντας αυτή την φορά, όχι μόνο το πολίτευμα, αλλά ολόκληρο το Σύνταγμα.