3. ΤΡΙΤΟ ΜΑΘΗΜΑ . ΠΡΑΞΕΙΣ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΞΟΥΣΙΩΝ. 13.3.2017

Σημειώσεις Διοικητικό ΝΣΚ

 

BANNER1

ΠΡΑΞΕΙΣ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΞΟΥΣΙΩΝ ΠΟΥ ΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ.

Α. ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ  ΕΞΟΥΣΙΑΣ.

ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ Ο ΤΥΠΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΜΕ ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ;

H προσβολή ατομικής ρύθμισης περιβεβλημένης το ένδυμα τυπικού νόμου εντάσσεται στην ευρύτερη θεματική των παρεμβάσεων της νομοθετικής εξουσίας στην απονομή της δικαιοσύνης, οι οποίες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα περιπτώσεων και αναφέρονται ιδίως στην αναδρομική, ως επί το πλείστον, θέσπιση κανόνων δικαίου με τη βούληση αυτοί να καταλάβουν δικαιώματα, σχέσεις ή καταστάσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν ήδη κριθεί από αυτά. Η εν λόγω νομοθετική πρακτική θέτει θεμελιώδη ζητήματα συνταγματικής τάξης αναγόμενα ιδίως στη διάκριση των πολιτειακών λειτουργιών και εξουσιών, συχνά δε και το θέμα της συνέχισης ή της κατάργησης της ακυρωτικής δίκης κατά διοικητικής πράξης που καθίσταται, μετά τη δικαστική προσβολή, αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης. Από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που εμπλουτίσθηκε ουσιωδώς από την επίδραση και της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), μπορούν να εντοπισθούν τρεις περιπτώσεις νομοθετικής παρέμβασης:

1.Η πρώτη αφορά την αναδρομική κύρωση με νόμο κανονιστικής πράξης που εκδόθηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση ή κατά παράβαση αυτής,

2. Η δεύτερη την αναδρομική εφαρμογή νόμου σε εκκρεμείς υποθέσεις και

3.Η τρίτη τη θέσπιση ατομικής διοικητικής πράξης με νόμο.

Η αποδοχή του οργανικού κριτηρίου από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είχε ως περαιτέρω συνέπεια να απορρίπτονται ως απαράδεκτες αιτήσεις ακυρώσεως που στρέφονται ευθέως κατά διατάξεων τυπικού νόμου δεδομένου ότι ο τυπικός νόμος αποτελεί πράξη προερχόμενη από τη Βουλή, δηλαδή από όργανο της νομοθετικής λειτουργίας ( πάγια νομολογία ΣτΕ Ολ. 1618/2012,653/2012, 3404/2005, 2272/2000, 1484/1999 Ολομ., 2070/1987, 2862/1985 Ολομ.).

Την ίδια νομολογιακή θέση ακολουθεί το ΣτΕ και για τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου ( ΣτΕ 2295/2015, Ολομ., 1250/2003, 3612/2002, 3636/1989, 2289/1987).

Αν η πράξη νομοθετικού περιεχομένου κυρωθεί μέσα στις συνταγματικές προθεσμίες από το νόμο, οι ρυθμίσεις της καθίστανται ρυθμίσεις του κυρωτικού της νόμου και, μάλιστα, αναδρομικώς, αφού η “κύρωση” από το νόμο εμπεριέχει εννοιολογικώς την αναδρομή του νόμου. Εξάλλου, όπως έχει επίσης κριθεί, η συνδρομή ή μη των έκτακτων περιπτώσεων εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ως αναγομένη στη σφαίρα της πολιτικής ευθύνης των ασκούντων στην περίπτωση αυτή νομοθετική εξουσία πολιτειακών οργάνων (Ολομ. Σ.τ.Ε. 1250/2003, 3636/1989, 2289/1987).

2. Η ΡΩΓΜΗ =   ΕΙΔΙΚΑ ΣΤΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ  .

ΜΕ ΑΡΧΗ ΤΗΝ  1847/ 2008 της Ολομέλειας : Σημαντική η απόφαση αυτή αφενός προς την κατεύθυνση της αμφισβήτησης του οργανικού κριτηρίου και αφετέρου της υποχρέωσης του κοινού νομοθέτη προς αιτιολόγηση των επιλογών του.

Προσεβλήθη με αίτηση ακυρώσεως υπουργική απόφαση (όχι ευθέως ο Νόμος) περί εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων για το γήπεδο της Α.Ε.Κ. και ακυρώθηκε για παραβίαση α. 4,24,26 του Σ.

Το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά πλειοψηφία, ότι : α)  δεν αποκλείεται μεν η κατ’ απόκλιση από τη συνήθη διοικητική διαδικασία θέσπιση με τυπικό νόμο ατομικών ρυθμίσεων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, υπό την προϋπόθεση όμως ότι με τις ρυθμίσεις αυτές ΔΕΝ ΘΙΓΟΝΤΑΙ ΑΤΟΜΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ και δεν παραβιάζονται άλλες συνταγματικές διατάξεις καθώς και ορισμοί του κοινοτικού δικαίου και β) Δεδομένου ότι πρόκειται για απόκλιση από την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, η θέσπιση ατομικών ρυθμίσεων με τυπικό νόμο είναι δυνατή μόνο σε ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ περιπτώσεις και ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ επιβάλλουν την ανωτέρω απόκλιση και οι οποίοι ανάγονται όχι στη διαδικασία ψήφισης του νόμου αλλά στις προϋποθέσεις άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας πρέπει να προκύπτουν ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΕΣ εργασίες του νόμου.

ΣτΕ Ολ 3976/2009, Γήπεδο ΠΑΟ. (ευθεία προσβολή Νόμου με αίτηση ακύρωσης και απόρριψη της)

Η  Ολομ. 4076/2011 (Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο)  Ο ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΑΔΕΙΑ.

 Προσεβλήθη με αίτηση ακυρώσεως τυπικός νόμος ( ν. 3207/2003) κατά το μέρος που ενσωμάτωνε ατομικές πολεοδομικές ρυθμίσεις, ήτοι : «εις το ΦΕΚ Α΄ 302/24.12.2003, υπό το ένδυμα νόμου (3207/03, άρθρο 6), εμπεριεχομένων πολεοδομικών ρυθμίσεων, ήτοι εγκρίσεως ρυμοτομικού σχεδίου στον χώρον Ο.Α.Κ.Α. Αμαρουσίου, εγκρίσεως πράξεων εφαρμογής, άδειας κατασκευής εγκαταστάσεων, καθορισμού χρήσεων, εγκρίσεως της θέσεως και διάταξης των κτιρίων διά χαρακτηρισμού της τοιαύτης εγκρίσεως ως πολεοδομικής άδειας και, τέλος, άδειας απ’ ευθείας εκποιήσεως των ακινήτων του Ο.Ε.Κ.».

ΣτΕ παραπεμπτική 391/2008: Διατυπώθηκαν ΤΡΕΙΣ απόψεις:

 Α.Ριζοσπαστική : ευθεία προσβολή του τυπικού Νόμου. Αν ο σχετικός λόγος κριθεί βάσιμος, ακυρώνεται η διά του νόμου επιβαλλόμενη ατομική ρύθμιση κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται η εκτέλεσή της με υλικές ενέργειες .

Β.Η ενωσιακή :   Τα ένδικα έργα εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ, η οποία επιτάσσει συναφώς αποτελεσματική δικαστική προστασία. Θα πρέπει, επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, να απευθυνθεί στο ΔΕΚ προδικαστικό ερώτημα ως προς το αν η παρεχόμενη από τον πολιτικό δικαστή προστασία κατά το άρθρο 57 ΑΚ (αφού η πράξη έγκρισης του έργου είναι τυπικός νόμος κατά του οποίου δεν μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση ακύρωσης) συνιστά αποτελεσματική ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που απονέμει στους πολίτες το κοινοτικό δίκαιο.

Γ.Η κλασική επικρατούσα : Να θεωρηθεί ότι η αίτηση ακύρωσης στρέφεται κατά της «σιωπηρής έγκρισης» της ρύθμισης από την διοίκηση. Στη περίπτωση αυτή παραδεκτά προσβάλλεται κάθε πράξη της διοίκησης  ακόμη και μη εκτελεστή ακόμη και υλική ενέργεια.

ΣτΕ ΟΛΟΜ. 376/2014 Η συμπλήρωση της τριλογίας, η κρατούσα σήμερα.

Η Ολομέλεια, απέφυγε να παρεκκλίνει από τη πάγια νομολογία της και  δέχθηκε την πιο «κλασική» θέση  από αυτές που διατυπώθηκαν στην παραπεμπτική ΣτΕ 391/2008 κρίνοντας  ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι η αίτηση ακύρωσης στρέφεται κατά της «σιωπηρής έγκρισης» της εκτέλεσης της ατομικής νομοθετικής ρύθμισης από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία είναι αρμόδια κατά το Σύνταγμα για την εκτέλεση των νόμων (εν προκειμένω από τη Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτηριοδομικών Κανονισμών του ΥΠΕΧΩΔΕ). Συνεπώς κάθε πράξη της διοίκησης που εκτελεί τον ατομικό πολεοδομικό Νόμο μπορεί να προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης ακόμη και εάν δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα ή είναι υλική ενέργεια.

ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Ο ΠτΒ είναι μέλος του νομοθετικού οργάνου της Βουλής και άρα με βάση το οργανικό κριτήριο δεν εντάσσεται στην εκτελεστική λειτουργία. Συνεπώς οι πράξεις του δεν είναι διοικητικές, αλλά πράξεις του νομοθετικού οργάνου και καταρχήν δεν προσβάλλονται στα πλαίσια της διάκρισης των εξουσιών (26Σ).

Όμως το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 65παρ.6 ορίζει ότι ειδικά οι πράξει του ΠτΒ που αφορούν την πρόσληψη (ή διορισμό) και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της Βουλής προσβάλλονται με προσφυγή (πειθαρχικές ποινές) ή άλλως με αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ. Δηλαδή το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει την δικαιοδοσία το ΣτΕ να εκδικάζει και διαφορές που δεν προέρχονται από διοικητική πράξη αλλά από πράξη του ΠτΒ. Συνεπώς με αίτηση ακυρώσεως καταρχήν προσβάλλονται διοικητικές πράξεις αλλά και πράξεις που δεν είναι διοικητικές αλλά  το Σύνταγμα ορίζει ότι πρέπει να προσβληθούν.

Με την ΣτΕ 983/2012 Ολομ. κρίθηκε ότι από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 65 παρ. 6 εδ. β΄ και 95 παρ. 1 (στοιχ. α΄) και 3 του Συντάγματος, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος ήδη ισχύει, συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης επιτρέπει να υπάγονται με νόμο κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, εφόσον δε στις κατηγορίες αυτές υποθέσεων περιλαμβάνονται και υποθέσεις που αφορούν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού του Δημοσίου εν γένει, η μεταφορά των εν λόγω υποθέσεων στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια δύναται να καταλαμβάνει, για την ταυτότητα του λόγου, και τις σχετικές ακυρωτικές διαφορές που προκύπτουν από την προσβολή πράξεων του Προέδρου της Βουλής. Ενόψει των ανωτέρω, οι προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ΄ και παρ. 2 περ. α΄ του ν. 702/1977 κατελάμβαναν, κατά την ορθή τους έννοια, και την ασκηθείσα ενώπιον του  διοικητικού εφετείου αίτηση ακυρώσεως κατά της προαναφερθείσης πράξεως του Προέδρου της Βουλής, η οποία αφορούσε την υπηρεσιακή κατάσταση μη ανωτάτου υπαλλήλου της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής, συνδεομένου με τη Βουλή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Συνεπώς, ορθώς κρίθηκε (σιωπηρώς) από το δικάσαν διοικητικό εφετείο ότι υπήγετο στην αρμοδιότητά του (και όχι στην κατά πρώτο και τελευταίο βαθμό αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας) η ασκηθείσα ενώπιόν του αίτηση ακυρώσεως (μειοψ). 

Η ίδια απόφαση έκρινε επίσης  ότι δεν μπορεί ο Πρόεδρος της Βουλής να τροποποιεί με κανονιστική πράξη τον ΚΑΒ. Η διάταξη του άρθρου 162 παρ. 7 του Κανονισμού της Βουλής καθ’ όσον, δεν περιορίζεται στην παροχή στον Πρόεδρο της Βουλής εξουσίας ρυθμίσεως ειδικωτέρων θεμάτων ή θεμάτων λεπτομερειακού χαρακτήρα, σε σχέση με τη θεσπισθείσα δια του ψηφισθέντος από την Ολομέλεια της Βουλής κανονισμού ρύθμιση, αλλά παρέχει στον Πρόεδρο της Βουλής εξουσία τροποποιήσεως του ψηφισθέντος από την Ολομέλεια της Βουλής Κανονισμού, δεν θεσπίζεται εγκύρως, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος που επιβάλλουν την θέσπιση του Κανονισμού από την ίδια την Βουλή. Ακυρωτική Έφεση κατά πράξης του Προέδρου της Βουλής περί διορισμού σε θέση προϊσταμένου Δνσης της Βουλής. Η έφεση είναι παραδεκτή διότι ήτο εκκρεμής προ της ισχύος του ν. 3659/08 (αρθ.49παρ.7 ).

ΣτΕ 213, 214/2002, Δ τμ. : Η  άρνηση του ΠτΒ να υποβάλλει στη Βουλή προς συζήτηση αίτημα πολίτη περί εκπτώσεως βουλευτή δεν είναι Παράλειψη Νόμιμης Οφειλόμενης Ενέργειας διότι : α) ο ΠτΒ εντάσσεται στο νομοθετικό όργανο (οργανικό κριτήριο ) και β) αρμόδιο όργανο  είναι το ΑΕΔ (1/92). Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι και κατά περιεχόμενο η πράξη δεν αφορούσε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου (δημόσιος σκοπός).

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Οι πράξεις και γνωμοδοτήσεις που προέρχονται από δικαστικές αρχές, ακόμη και αν αφορούν διοικητικής φύσεως ζητήματα, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως λόγω της φύσεως τους αφού  δεν πρόκειται για πράξεις διοικητικών αρχών αλλά για πράξεις δικαστικών .

Θα  πρέπει να επισημανθεί ότι κατ΄αρχήν από παράνομες δικαστικές πράξεις εως και την 1501/2014 Ολομ, δεν μπορούσε ο πολίτης εφόσον ζημιώθηκε ν’ ασκήσει ούτε   αγωγή κατ΄άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Μετά την   ΣτΕ Ολομ. 1501/2014 όπου έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία , ότι  εάν η πράξη της δικαστικής αρχής είναι ασύγγνωστα παράνομη τότε μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά το 105 ΕισΝΑΚ.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ 
ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΛΟΓΩ ΠΡΟΣΒΟΛΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ

Κρίθηκαν ως απαράδεκτες λόγω της φύσης της προσβαλλόμενης πράξης αιτήσεις ακυρώσεως :

-κατά πράξης επιβολής πειθαρχικής ποινής σε δικαστικό επιμελητή από συμβούλιο εφετών ( ΣτΕ 3069/1985),

-κατά πράξης της εισαγγελικής αρχής σχετικά με την παράδοση αρχείου συμβολαιογράφου (2749/10, 7μ.(μειοψ.), (1714/2004, 124/2002),

-κατά  μισθοδοτικών καταστάσεων των δικαστών . Η υπογραφομένη από τον Πρόεδρο δικαστηρίου μισθοδοτική κατάσταση: Σ.τ.Ε. 2742/1997.

-κατά πρακτικού επεξεργασίας του Ε΄τμ. του ΣτΕ (1985/02).

-κατά απόφασης συμβουλίου εφετών για μετάθεση συμβολαιογράφων ( ΣτΕ  611/2009 , Γ΄ τμ. 7μ ,1432/2004).

-Κατά πράξης περί προσδιορισμού δικασίμου κατά προτίμηση  του Τριμελούς  Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή αίτηση ιδιώτη για κατά προτίμηση εκδίκαση υποθέσεως του (ΣτΕ 4006/2006).

-Κατά απόφασης του Προέδρου της Τριμελούς Δ/νσης του Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία παραγγέλθηκε στην αιτούσα Ειρηνοδίκη  άλλου Ειρηνοδικείου να μεταβεί στο ειρηνοδικείο Πειραιά για να συμμετάσχει στην εκδίκαση υποθέσεων (ΣτΕ 2342/2006).

– Ειδικά για προσβολή της πράξης του Υπουργού Δικαιοσύνης περί εκδόσεως αλλοδαπού έγινε δεκτό ότι παραδεκτά προσβάλλεται γιατί είναι διοικητική πράξη , όμως οι λόγοι ακύρωσης δεν μπορεί να αφορούν τις κρίσεις του Δικαστικού Συμβουλίου (ΣτΕ 1509/10).

-ΣτΕ Ολ 282/1995 : Δικαστικοί υπάλληλοι. Προαγωγή σε θέση Γενικού Διευθυντή. Υποβολή ερωτήματος από τον υπουργό Δικαιοσύνης στο δικαστικό συμβούλιο για την προαγωγή δικαστικού υπαλλήλου. Η μη υποβολή ερωτήματος συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενεργείας. Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη κατά πράξεων και γνωμοδοτήσεων των δικαστικών συμβουλίων για θέματα υπηρεσιακής καταστάσεως.

-Φύση πειθαρχικών συμβουλίων του μονίμου προσωπικού των καταστημάτων κρατήσεως (συλλογικά διοικητικά όργανα)

-Υπηρεσιακά συμβούλια δικαστικών υπαλλήλων (ΣτΕ Ολ 3034/2008 σε συνδυασμό με την ΣτΕ 419/2005): Δικαστικοί υπάλληλοι. Επιλογή προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων της γραμματείας των δικαστηρίων. Οι πράξεις των δικαστικών αρχών, ακόμα και αν το περιεχόμενό τους δεν αφορά την άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας αλλά αναφέρεται σε θέματα διοικητικής φύσεως, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως. Τα υπηρεσιακά συμβούλια των δικαστικών υπαλλήλων του άρθρου 92 του Συντάγματος εντάσσονται οργανωτικά στον δικαστικό μηχανισμό και αποτελούν δικαστικές αρχές, έστω και αν σε αυτά μετέχουν και δικαστικοί υπάλληλοι, αφού κατά πλειοψηφία συγκροτούνται από δικαστές. Οι πράξεις των υπηρεσιακών συμβουλίων, ως πράξεις δικαστικών αρχών, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως. Άλλωστε η παρεχόμενη στους δικαστικούς υπαλλήλους προστασία είναι επαρκής, αφού αυτοί μπορούν να ασκήσουν προσφυγή στο δευτεροβάθμιο υπηρεσιακό συμβούλιο, που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές ανωτάτου βαθμού, ενώπιον του οποίου οι υπάλληλοι παρίστανται και υποβάλουν και υπόμνημα. Βλ. και ΣτΕ 611/2009, 1919/2009, 2749/2010, 30, 321, 322/2011 ( Βλέπε όμως παρακάτω την εντελώς αντίθετη  Ολομ. 2011/2003 για τους υπαλλήλους των σωφρονιστικών καταστημάτων)

– Υπάλληλοι Σωφρονιστικών καταστημάτων (ΣτΕ 2011/2003 Ολομ.) :Επειδή τα κατά το άρθρον 10 παρ. 15 εδ. γ’ του ν. 2298/1995 Πειθαρχικά Συμβούλια, που ασκούν την πειθαρχικήν δικαιοδοσίαν επί των μονίμων υπαλλήλων των καταστημάτων κράτησης, είναι εντεταγμένα οργανωτικά στο διοικητικό μηχανισμό, ο οποίος επιτελεί το συμφυές με τη διοίκηση και όχι την απονομή της δικαιοσύνης σωφρονιστικόν έργον. Η συγκρότησις των συμβουλίων αποκλειστικώς εκ δικαστικών λειτουργών δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα τους ως συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως διότι ο χαρακτήρας αυτός προκύπτει ευθέως εκ της διοικητικής φύσεως της εξουσίας των πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία εκδικάζουν πειθαρχικά αδικήματα διοικητικών και όχι δικαστικών υπαλλήλων. Κατά συνέπειαν, οι υπό των ανωτέρω δευτεροβαθμίων συμβουλίων εκδιδόμενες αποφάσεις, διά των οποίων επιβάλλονται εις τους μονίμους υπαλλήλους των καταστημάτων κράτησης οι πειθαρχικές ποινές της παύσεως ή του υποβιβασμού, υπόκεινται εις προσφυγήν ουσίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος (μειοψ). 

-Πράξεις δικαστικών συμβουλίων περί προαγωγής κλπ των δικαστικών υπαλλήλων.

-Δικαστικές αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν με αυτές ασκείται δικαιοδοτική λειτουργία. 

-Αποφάσεις – Πράξεις δικαστηρίων « εν συμβουλίω» Σ.τ.Ε. 997/1993.

-Πράξεις της εισαγγελικής αρχής: 1160.1989 Ολομ.

-Τα στρατιωτικά δικαστήρια, δεν προσβάλλεται η πράξη του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου των Ενόπλων Δυνάμεων: Σ.τ.Ε. 3668/1996.

– Οι αποφάσεις και πράξεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ιδίως ο προσυμβατικός έλεγχος (α.98 παρ.2 Σ).

-Η πράξη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του ΕΣ περί προαγωγής των Επιτρόπων δεν προσβάλλεται κατά το άρθρο 92 του Σ (ΣτΕ 3773/2011 Ολομ).

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε συλλογικά όργανα της διοίκησης , όπου βέβαια κατά το Σ. επιτρέπεται (δηλαδή σε συλλογικά όργανα ελεγκτικού, πειθαρχικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα α.89§2), δεν προσδίδει στο Σ.Δ.Ο χαρακτήρα δικαστικό και άρα οι πράξεις του παραδεκτά προσβάλλονται με αίτηση ακύρωσης πχ ΣτΕ Ολομ. 94/2013 πειθαρχική ποινή σε Δήμαρχο από ΣΔΟ του άρθρου 103 παρ.4 Σ στο οποίο μετέχει Δικαστής, Ανώτατο Πειθαρχικό Δικηγόρων όπου μετέχει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου (ΣτΕ 189/2007 Ολομ.).

ΟΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΙ

Οι υπηρεσιακές μεταβολές των συμβολαιογράφων, οι οποίοι είναι «μόνιμοι» δημόσιοι λειτουργοί (άρθρο 92 παρ. 4 Συντ .), γίνονται από υπηρεσιακά συμβούλια, που συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς. Τα συμβούλια αυτά δεν αποτελούν διοικητικές αρχές προεχόντως λόγω της σύνθεσής τους και του γεγονότος ότι οι μεταβολές, για τις οποίες αποφαίνονται, αφορούν μόνιμους λειτουργούς, οι οποίοι συμβάλλουν στο έργο των δικαστηρίων και υπόκεινται στην εποπτεία των δικαστικών αρχών (χορήγηση αδείας απουσίας από δικαστική αρχή, επιθεώρηση από δικαστική αρχή, άσκηση πειθαρχικής εξουσίας από δικαστικά συμβούλια κ.λπ.). Η φύση των υπηρεσιακών αυτών συμβουλίων δεν μεταβλήθηκε, μετά την αντικατάσταση της παρ. 4 του άρθρου 92 Συντ . με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής και την πρόβλεψη ότι στα υπηρεσιακά αυτά συμβούλια μετέχουν ως μέλη και συμβολαιογράφοι, ο αριθμός των οποίων ορίσθηκε σε δύο με το άρθρο 28 παρ. 2 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν 3060/2002 , ενώ μέχρι τότε συνεκροτούντο αποκλειστικά από δικαστικούς λειτουργούς.

Τούτο, διότι με τη νέα συνταγματική διάταξη, η οποία θεσπίσθηκε προκειμένου να καταστεί αντιπροσωπευτικότερη η σύνθεση των υπηρεσιακών αυτών συμβουλίων, ορίζεται ρητώς ότι τα εν λόγω υπηρεσιακά συμβούλια συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς. Επομένως, οι πράξεις των υπηρεσιακών αυτών συμβουλίων, ως πράξεις μη προερχόμενες από διοικητικές αρχές, δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως. Λόγοι δε ακυρώσεως, στρεφόμενοι κατά τέτοιων πράξεων όχι μόνον ευθέως αλλά και εμμέσως με την ευκαιρία της προσβολής διοικητικών πράξεων στηριζόμενων σε αυτές, κρίνονται απαράδεκτοι, ερευνώνται δε μόνο λόγοι ακυρώσεως αναφερόμενοι σε ίδια και αυτοτελή ελαττώματα των τελευταίων αυτών διοικητικών πράξεων. ( ΣτΕ 7μ 2749/2010 (μειοψ)).

Ειδικά για την ανάθεση καθηκόντων υποθηκοφύλακα σε Σ/φο με απόφαση του Υπουργού δικαιοσύνης μετά από γνώμη της διοικητικής Ολομέλειας του οικείου Πρωτοδικείου : Με την απόφαση 3383/2006 Ολομ.  του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε δεκτό ότι παραδεκτώς προβάλλονται και εξετάζονται λόγοι ακυρώσεως στρεφόμενοι κατά της απόφασης του Υπουργού δικαιοσύνης που όμως εκδόθηκε με δέσμια αρμοδιότητα και με αιτιολογία την γνωμοδότηση Ολομέλειας Πρωτοδικών για την ανάθεση καθηκόντων υποθηκοφύλακα σε συμβολαιογράφο γιατί το εν λόγω δικαστικό όργανο δεν ασκεί αρμοδιότητα δικαιοδοτικής αλλά διοικητικής φύσης και επομένως δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 93 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος.

ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΣΤΟ ΕΣ.

ΣτΕ Ολομ.195/2013 : Το ΑΣΕΠ είχε αρνηθεί να κυρώσει πίνακα επιτυχόντων διαγωνισμού που διοργάνωσε και διεξήγαγε Επιτροπή Δικαστών του ΕΣ  με την αιτιολογία ότι αυτό ήταν αντίθετο με το 103 Σ που θέλει ο διαγωνισμός να διεξάγεται αποκλειστικά από το ΑΣΕΠ. Το Στε έκρινε ότι στο Ε.Σ  υπηρετεί και μη δικαστικό προσωπικό, οι ανήκοντες δε στο μη δικαστικό τούτο προσωπικό έχουν στο σύνολό τους χαρακτήρα δικαστικών υπαλλήλων και καλύπτονται από προβλεπόμενες στο άρθρο 92 του Συντάγματος εγγυήσεις. Ενόψει των ανωτέρω, η Τριμελής Επιτροπή του επίμαχου ειδικού διαγωνισμού για την πλήρωση κενών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατ’ εξαίρεση των γενικώς ισχυουσών περί προσλήψεως διατάξεων και διενεργούμενη βάσει ειδικών διατάξεων και καθιερούμενης από αυτές ειδική διαδικασία, ασκεί αρμοδιότητα η οποία είναι μεν, κατά περιεχόμενο, διοικητικής φύσεως, συνδέεται όμως στενά με την εν γένει διοίκηση και οργάνωση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και το επιτελούμενο από το δικαστήριο αυτό δικαιοδοτικό έργο στο οποίο, όπως έχει ήδη εκτεθεί, συμβάλλουν ενεργά και οι δικαστικοί υπάλληλοι (πρβλ. ΣτΕ 3773/2011 Ολομ., 322/2011 7μ., 611/2009 7μ., 3034-5/2008 Ολομ., 2011/2003 Ολομ., 1751/1997 7μ.,). Η συγκρότηση Επιτροπής από δικαστικούς λειτουργούς του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την πρόσληψη δικαστικών υπαλλήλων σ’ αυτό δεν αντιβαίνει στο άρθρο 89 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος εν όψει των οριζομένων στο άρθρο 92 περί δικαστικών υπαλλήλων – αν, κατ’ εφαρμογή της παρεχόμενης από το άρθρο 103 παρ. 7 δεύτερο εδάφιο του Συντάγματος δυνατότητας, θεσπιστεί από τον κοινό νομοθέτη ειδική διαδικασία επιλογής, για την οποία συντρέχουν οι κατά περίπτωση απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις και, ειδικότερα, ειδική διαδικασία επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις, όπως είναι το σύνολο των δικαστικών υπαλλήλων, δεν επιτρέπεται η υπαγωγή της διαδικασίας αυτής, είτε εν όλω είτε εν μέρει στον έλεγχο της κατά το Σύνταγμα ανεξάρτητης αρχής (ΑΣΕΠ). Οι πράξεις όμως της Επιτροπής αυτής δεν προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως στο ΣτΕ , προσβάλλεται μόνο η απόφαση του ΑΣΕΠ που κάνει απλώς έλεγχο νομιμότητας της διαδικασίας.

ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ

– Ειδικά για το  Ανώτατο Πειθαρχικό των Δικηγόρων:

Κατά την παλαιότερη νομολογία θεωρείτο δικαστικό όργανο λόγω του ότι προήδρευε ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, συνεπώς η αίτηση ακύρωση κατά ποινής σε δικηγόρο  ήταν απαράδεκτη ( ΣτΕ 966/2002, 3181/2000).

ΟΙ ΡΩΓΜΕΣ

Η παραπεμπτική απόφαση του Γ’ Τμήματος 2978/2004 με την οποία έγινε δεκτό ότι το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο των Δικηγόρων συνιστά συλλογικό όργανο ενταγμένο στη διοίκηση και οι πράξεις του αποτελούν διοικητικές πράξεις που προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως. Επί τη βάσει αυτής της παραπεμπτικής απόφασης εκδόθηκε η 189/2007 απόφαση της Ολομέλειας η οποία δέχθηκε ότι οι πράξεις του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο καθότι προέρχονται από πειθαρχικό όργανο της Διοίκησης και ότι το α.78παε.3 του ΚωδΔικηγόρων είναι αντισυνταγματικό. Να σημειωθεί ότι τα πειθαρχικά  των δικηγόρων παραμένουν ακυρωτικά , δεδομένου ότι δεν υπάρχει ρητή διάταξη που να τα μετέτρεψε σε διαφορές ουσάις , όπως συνέβη με τα πειθαρχικά των λοιπών επαγγελματικών ΝΠΔΔ (Ιατρικοί Σύλλογοι, Επαγελματικά Επιμελητήρια, Φαρμακοποιοί κ.α με το άρθρο 1 παρ.3 περ.δ΄του Ν. 1406/83,  βλ. και 4313/13 ΣτΕ Δ΄τμ ., 7μ πιλοτικη).

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΝΤΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

ΚΑΙ ΑΡΑ ΔΕΝ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΝΤΑΙ

  1. Προαγωγές -τοποθετήσεις- μεταθέσεις -μετατάξεις- αποσπάσεις δικαστικών λειτουργών. Το απαράδεκτο της αιτήσεως ακυρώσεως κατά το άρθρο 90 παρ.6 του Συντ.      

Μόνον οι ρητώς αναφερόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 90 πράξεις εμπίπτουν στο απαράδεκτο της παρ. 6 (Σ.τ.Ε 180,1809/1989).

-Ειδικά για την προαγωγή στις θέσεις Πρόεδρων κλπ των Ανωτάτων Δικαστηρίων : Το άρθρο 1 του ν. 3841/2010 που τροπο. τον  Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988, Α. 35), ορίζει στην παράγραφο 3 του άρθρου 49,   ότι πριν την εισήγηση του Υπουργού Δικαιοσύνης  απαιτείται  και γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής . Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων ζητείται από τον παραπάνω Υπουργό και δεν τον δεσμεύει κατά τη διατύπωση της εισήγησής του προς το Υπουργικό Συμβούλιο, είναι δηλαδή απλή γνώμη.  Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων πάντως μπορεί να παραλειφθεί, αν δεν είναι δυνατή η σύγκλησή της λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο.(βλ. 114/2012 Ολομ.).

Όμως κατά την πάγια νομολογία   (βλ. Σ.τ.Ε. 292/1984 Ολομ.) είναι ακουστοί οι λόγοι ακυρώσεως οι οποίοι αμφισβητούν την συνδρομή όρου ή προϋποθέσεως που τίθεται από την  ίδια την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος. Δηλαδή θα πρέπει ο αιτών να προσβάλλει το σχετικό Προεδρικό διάταγμα ως αντίθετο ευθέως στο άρθρο 90 παρ.5. Η συνταγματικότητα των προϋποθέσεων που τυχόν προβλέπονται στο νόμο αποτελεί απαράδεκτο λόγο ακύρωσης εκτός εάν προβάλλεται ότι και ο νόμος αυτός είναι αντίθετος στο άρθρο 90 παρ.5 ( Σ.τ.Ε ολομ. 1757/08 , 292/1984 Ολομ., 4751, 4752/1998, (βλ. επίσης: ΣτΕ 1274/1993 Ολομ).

Δεν εξετάζεται λοιπόν η συνδρομή των όρων και των προϋποθέσεων που τυχόν προβλέπονται στο νόμο και είναι απαράδεκτοι οι σχετικοί λόγοι , οι όροι και περιορισμοί που τίθενται με το νόμο δεν μετουσιώνονται, κατά την έννοια των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων, σε όρους του Συντάγματος και επομένως ο έλεγχός τους εμπίπτει στο απαράδεκτο της παραγράφου 6.Το απαράδεκτο ισχύει και όταν η κρίση γίνεται στο πλαίσιο άλλης νομοθεσίας πχ της αποκαταστατικής των λειτουργών που αγωνίσθηκαν για την εθνική Αντίσταση ( Σ.τ.Ε. 2373/1996).

Το άρθρο 90 δεν έχει εφαρμογή στα στρατιωτικά Δικαστήρια  διότι ισχύει το άρθρο 96 παρ.4 και 5του Σ. (ΣτΕ 7μ. 3668/96)

Οι παραλείψεις της Διοικήσεως σχετικές με τις υπηρεσιακές μεταβολές του άρθρου 90 του Συντ, και πράξεις δια των οποίων εκδηλώνεται άρνηση της Διοικήσεως να συμμορφωθεί ή να συμμορφωθεί πλήρως με αποφάσεις δικαστικών συμβουλίων, συνιστούν όμως ΠΝΟΕ (Σ.τ.Ε 1628/1989 Ολομ., 1591/1995, 180/1989). Η υποχρέωση απορρέει από τον Οργανισμό των δικαστηρίων .

Διοικητικές πράξεις εντασσόμενες στην ποινική διαδικασία.

1. Πράξεις ανακριτικές. Απαράδεκτη η αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξεως του Δντη Τροχαίας  με την οποία προσδιορίστηκε η ποσότητα αλκοόλης στο αίμα του αιτούντα: Σ.τ.Ε. 540/1995 διότι «εντάσσεται στα πλαίσια της ανακριτικής διαδικασίας, που διενεργείται για την αναζήτηση των ποινικώς υπευθύνων τροχαίου ατυχήματος και αποτελεί την προδικασία της σχετικής ποινικής δίκης και της οποίας το κύρος θα ελεγχθή τελικώς από το ποινικό δικαστήριο» 

 2. Πράξεις εκτελέσεως  της διοίκησης σε συμμόρφωση αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων. Απαράδεκτη η αίτηση ακυρώσεως κατά πράξεως του Υπουργείου Πολιτισμού που δυνάμει ποινικής απόφασης  αρνήθηκε την επιστροφή κατασχεθέντων αρχαίων: Σ.τ.Ε. 2175/1994.

3.Η κατά το άρθρο 10 παρ. 2 Συντ. άδεια ποινικής διώξεως. Η  Αναφορά πρέπει να περιέχει αιτιάσεις κατά της πράξης Αρχής που βλάπτει τον αιτούντα και αίτημα επανόρθωσης.   : Σ.τ.Ε. 2671/1993.

 4.Η κατά το άρθρο 452 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης περί  εκδόσεως αλλοδαπού αποτελεί εκτελεστή πράξη αφού ο Υπουργός  Δνης δεν κρίνει αν ο εκζητούμενος διέπραξε το έγκλημα αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με λόγους ακυρώσεως η κρίση του πενταμελούς συμβουλίου εφετών (2190/2001  (7μ))

5. Υπόθεση Λάρισας “ΚΑΝΑΒΙΣ shop” ΣτΕ Ολομ. 1501/2014. Τίθεται το θέμα εάν η αστυνομία έκλεισε κατάστημα για προβολή ναρκωτικών ουσιών μετά από εντολή του Εισαγγελέα στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, οπότε η αξίωση του καταστηματάρχη για αποζημίωση κατ΄άρθρο 105 ΕισΝΑΚ εφαρμόζεται ανάλογα και μόνο λόγω πρόδηλης παρανομίας περί την ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου από τον Εισαγγέλεα ή ευθέως κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ εάν ο αστυνομία έδρασε χωρίς Εισαγγελική παραγγελία.

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ  Χ.Ο ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

Κρίσιμο κριτήριο εάν η πράξη ανάγεται σε αμιγώς πνευματικά ζητήματα, τότε απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης (ΒΛ. 3003/2014 Ολομ, καθαίρεση Μητροπολίτη Αττικής Παντελεήμονα)

ΣτΕ Ολομ. 825/88, 1293/03 είναι εκτελεστές οι πράξεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων εφόσον επιβάλλουν  πειθαρχικές ποινές που επηρεάζουν άμεσα την υπηρεσιακή σχέση κληρικού –εκκλησίας (στέρηση μισθού, αργία , έκπτωση κλπ) και τα όργανα αυτά έχουν το χαρακτήρα πειθαρχικών συμβουλίων και πρέπει να ακολουθούν την πειθαρχική διαδικασία.

Οι Ιερές μονές του Αγίου Όρους δεν αποτελούν διοικητικές αρχές ούτε ν.π.δ.δ., ενόψει του καταστατικού χάρτη του Αγίου ‘Ορους ερμηνευόμενου με βάση το άρθρο 105 Συντ. και επομένως η επιλογή ηγουμένου δεν προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ( ΣτΕ Ολομ. 2629/1988).

Εξάλλου, έχει κριθεί ( 736/2005 7μ.) ότι απαραδέκτως προσβάλλεται απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την οποία επιβλήθηκε σε ηγούμενο μονής του Αγίου Όρους η εκκλησιαστική ποινή της καθαίρεσης διότι δεν εκδόθηκε κατ’ ενάσκηση διοικητικής φύσεως αρμοδιότητας, κατά το άρθρο 105 του Συντάγματος, αλλά στο πλαίσιο της πνευματικής εποπτείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Άγιο Όρος. 

Πράξη του Μητροπολίτη και απόφαση της ΔΙΣ που επικυρώνει το μέτρο της απαγόρευσης τέλεσης ιεροπραξιών έχει αμιγώς πνευματικό χαρακτήρα εάν αφορά κληρικό που δεν κατέχει οργανική θέση τακτικού εφημερίου. Επρόκειτο για ιερομόναχο που είχε τοποθετηθεί ως προσωρινός εφημέριος (ΣτΕ 2310/2008 7μ.).

Ο χαρακτηρισμός Μονής ως Σταυροπηγιακής έχει διοικητικής φύσεως συνέπειες αφού πλέον είναι ΝΠΔΔ (ΣτΕ 1433/2002).

Η απόφαση της ΔΙΣ με την οποία εγκρίθηκε παραχώρηση 60 στρεμμάτων (ΣτΕ 3060/01, 7μ.).

Με την απόφαση ΣτΕ 502/2011 (Τμ. Δ΄) παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου το ζήτημα της φύσης των πράξεων που εκδίδονται για την οργάνωση και διοίκηση ιερής μονής. Κατά την άποψη της πλειοψηφίας του Τμήματος, οι ιερές μονές χαρακτηρίζονται μεν ρητώς από τον νόμο ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δεν συνιστούν, όμως, φορείς ασκήσεως δημόσιας εξουσίας ούτε αποτελούν τμήμα της δημοσίας διοικήσεως υπό την οργανική έννοια. Πράξεις που αφορούν την οργάνωση και διοίκηση ιερής μονής δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, αλλά αναπτύσσουν τα αποτελέσματά τους στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και ανήκουν, επομένως, κατ’ αρχήν, στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (αντίθετη μειοψηφία και πάγια  νομολογία).

Ούτε από τη διάταξη αυτή ούτε από άλλη διάταξη συνάγεται υποχρέωση προηγούμενης έγκρισης, από τον επιχώριο μητροπολίτη, για την άσκηση συνταγματικώς προβλεπόμενου ενδίκου μέσου εκ μέρους ΝΠΔΔ, όπως είναι οι ιερές μονές, και μάλιστα στην περίπτωση που το ασκούμενο ένδικο μέσο στρέφεται κατά πράξεως του ιδίου του μητροπολίτη. Οι σχετικοί ιεροί κανόνες, από τους οποίους συνάγεται η υποχρέωση προηγούμενης έγκρισης της άσκησης ενδίκου μέσου, δεν δύνανται να υπερισχύσουν διατάξεων του πολιτειακού δικαίου. Η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία διατάσσεται η μετακίνηση των αιτουσών μοναχών από τη μονή της μετάνοιάς τους και η συνεπεία αυτής διαγραφή τους από τη δύναμή της, στο μοναχολόγιο της οποίας είναι εγγεγραμμένες, έχει το χαρακτήρα απολυτήριου γράμματος και είναι εκτελεστή διοικητική πράξη.

Παραδεκτώς προσβάλλεται η πράξη του μητροπολίτη, η οποία εκδόθηκε κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του με βάση όχι τους ιερούς κανόνες αλλά διατάξεις νόμου. Η εν λόγω υπόθεση υπάγεται στην αρμοδιότητα του Γ΄ Τμήματος, διότι η διαγραφή της από τη μονή συνεπάγεται μεταβολή στη διοίκηση της μονής. Η προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση του επιχώριου αρχιερέως, προκειμένου να εκδοθεί το απολυτήριο γράμμα, όπως προδιαγράφεται από τη διάταξη του άρθρου 56 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδας, δεν αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας, ώστε η παράλειψή του να συνεπάγεται ακυρότητα του απολυτηρίου γράμματος στην περίπτωση που ο λαμβάνων το απολυτήριο γράμμα είναι μοναχός και εντέλλεται να επιστρέψει στη μονή της μετανοίας του που βρίσκεται στην επαρχία του αρχιερέως αυτού. Ενόψει του ότι από τις διατάξεις δεν προκύπτει συγκεκριμένος τύπος για την έκδοση απολυτηρίου γράμματος, ο χαρακτήρας τέτοιας πράξης μπορεί να προκύπτει από το περιεχόμενό της, όταν η πράξη συνεπάγεται μετακίνηση κληρικού ή μοναχού από περιφέρεια ιεράς μητρόπολης σε άλλη. ΣτΕ 34/2009.