3357/2008 ΣΤΕ
Αιγιαλός και παραλία. Η δημοσίευση πράξης διοικητικού καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, του παλαιού αιγιαλού και της παραλίας δεν κινεί την προθεσμία για την άσκηση κατά αυτής αίτησης ακύρωσης από τους ιδιοκτήτες των θιγομένων ακινήτων, ανεξαρτήτως του μήκους της οριογραμμής και του αριθμού των ιδιοκτησιών που επηρεάζονται. Η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης ακύρωσης αρχίζει από την κοινοποίηση ή τη γνώση της πράξης από τους θιγομένους. Πότε η γνώση της πράξης τεκμαίρεται. Εμπρόθεσμη η ένδικη αίτηση ακύρωσης. Οι αρμοδιότητες καθορισμού αιγιαλού και παραλίας ανήκουν πλέον στον Υπουργό Οικονομικών. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, η απαγόρευση μεταφοράς αρμοδιοτήτων από τις περιφερειακές στις κεντρικές υπηρεσίες ισχύει για το μεταβατικό στάδιο, μέχρις ότου εκδοθεί ο εκτελεστικός νόμος του άρθρου 101 παρ. 3 του Συντάγματος και δεν έχει εφαρμογή μετά τη δημοσίευση του ν. 2503/1997. Δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα οι ρυθμίσεις του νόμου αυτού περί αρμοδιότητας του Υπουργού Οικονομικών. Αρμοδίως η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Γενικό Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων, αφού νομίμως ο Υπουργός Οικονομικών του μεταβίβασε τη σχετική αρμοδιότητα. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης.
Αριθμός 3357/2008
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2008, με την εξής σύνθεση: Π.Ν. Φλώρος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Αθ. Ράντος, Αντ. Ντέμσιας, Σύμβουλοι, Ολ. Παπαδοπούλου, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Μερτζανάκη.
Για να δικάσει την από 11 Οκτωβρίου 2002 αίτηση: των: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “……. …. ……………. – …………. …………..”, που εδρεύει στην Αθήνα (……….. .) και 2) …….. …….. ….., κατοίκου ………. Αττικής (……… .), οι οποίοι δεν παρέστησαν, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Χρυσούλα Τζιάβου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. 1013261/649/Β0010 (ΦΕΚ 102/Δ/23.02.1998) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Χρ. Παπανικολάου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (596929, 087856/2002 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 12.5.2004 υπόμνημα, ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. 1013261/649/ Β0010/11.2.1998 απόφασης του Γενικού Διευθυντή Δημοσίας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (Δ΄ 102/23.2.1998). Με την απόφαση αυτή επικυρώθηκε η από 22.4.1997 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής, με την οποία καθορίσθηκαν τα όρια αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην περιοχή «Δυτικό τμήμα εκβολών χειμάρρου Βονάγριου» της Κοινότητας Αγίου Σεραφείμ Φθιώτιδας. Με την ίδια απόφαση ακυρώθηκε ο υφιστάμενος καθορισμός των ορίων στο τμήμα του παλαιού αιγιαλού μεταξύ των κορυφών «11 – 12». Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μετά την 3358/2005 αναβλητική απόφαση του Δικαστηρίου.
3. Επειδή, με έννομο συμφέρον οι αιτούντες στρέφονται κατά της προσβαλλόμενης πράξης, εφόσον η μεν πρώτη αιτούσα φέρεται ως ιδιοκτήτρια ακινήτου, τμήμα του οποίου περιλαμβάνεται εντός των ορίων του καθορισθέντος με αυτήν παλαιού αιγιαλού, ο δε δεύτερος των αιτούντων είναι νόμιμος εκπρόσωπος της αιτούσας εταιρείας. Παραδεκτώς δε ομοδικούν, δεδομένου ότι προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην αυτή πραγματική και νομική αιτία (πρβλ. ΣτΕ 2500/2003).
4. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 2531/ 2005 επτ., 3460/2007), η δημοσίευση πράξης διοικητικού καθορισμού της οριογραμμής του αιγιαλού, του παλαιού αιγιαλού και της παραλίας δεν κινεί την προθεσμία για την προσβολή, με αίτηση ακυρώσεως, της διοικητικής αυτής πράξης από τους ιδιοκτήτες των θιγόμενων ακινήτων, ανεξαρτήτως του μήκους της καθοριζόμενης οριογραμμής και του αριθμού των ιδιοκτησιών που επηρεάζονται, δεδομένου ότι ως προς το ζήτημα αυτό δεν δικαιολογείται διάκριση μεταξύ εντετοπισμένου και μη εντετοπισμένου καθορισμού. Κατ’ ακολουθία, η προθεσμία προσβολής της πράξης κινείται από την κοινοποίηση ή την γνώση της από τους θιγομένους ιδιοκτήτες, η γνώση δε αυτή μπορεί να τεκμαίρεται από τα πραγματικά περιστατικά και τα εν γένει δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, στα οποία περιλαμβάνονται και η έκταση της οριογραμμής που καθορίζεται με την διοικητική αυτή πράξη, ο αριθμός των ιδιοκτησιών, στις οποίες αφορούν τα καθοριζόμενα όρια και το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την δημοσίευση της πράξης, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι δεν επιβάλλεται κατά νόμο τήρηση διαδικασίας δημοσιότητας ή πρόσκληση των ενδιαφερομένων προς συμμετοχή στην διαδικασία έκδοση της πράξης, αλλά ούτε καν ενημέρωσή τους.
5. Επειδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η από 22.4.1997 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής, με την οποία καθορίσθηκαν τα όρια αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην περιοχή «Δυτικό τμήμα εκβολών χειμάρρου Βονάγριου» της Κοινότητας Αγίου Σεραφείμ Φθιώτιδας. Με την ίδια απόφαση ακυρώθηκε ο καθορισμός των ορίων στο τμήμα του παλαιού αιγιαλού μεταξύ των κορυφών «11 – 12», ο οποίος είχε γίνει με την υπ’ αριθ. Γ/Φ.121/24482/7. 10.1980 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας (Δ΄ 576) «περί καθορισμού ορίων αιγιαλού και παραλίας στον Άγιο Σεραφείμ Ν. Φθιώτιδος προ ιδιοκτησίας …… …….. …….. και ……. …….. ……..». Η έκταση την οποία αφορά ο επίδικος καθορισμός είναι περίπου πεντακοσίων (500) μέτρων και διέρχεται έμπροσθεν εννέα (9) ιδιοκτησιών, (βλ. ΣτΕ 3941/2001 η οποία αφορά την ίδια προσβαλλομένη), στις οποίες περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία της πρώτης των αιτούντων. Από τη δημοσίευση δε της προσβαλλόμενης απόφασης (23.2.1998) έως την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως (11.10.2002) μεσολάβησε χρονικό διάστημα τεσσάρων περίπου ετών. Δοθέντος ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει κοινοποίηση της προσβαλλομένης στους αιτούντες, ούτε, άλλωστε, από τα εν γένει δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης μπορεί να συναχθεί γνώση από τους αιτούντες της προσβαλλομένης σε χρόνο που απέχει περισσότερο από εξήντα ημέρες από την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως, καθώς μεταξύ των στοιχείων του φακέλου υπάρχει μόνον το υπ’ αριθ. Φ123/1628/26.8.2002 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Φθιώτιδας προς το δεύτερο των αιτούντων όπου γίνεται μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπό κρίση αίτηση ασκείται εμπροθέσμως.
6. Επειδή, οι αρμοδιότητες καθορισμού αιγιαλού και παραλίας, οι οποίες είχαν μεταβιβασθεί στο νομάρχη, ως κρατικό περιφερειακό όργανο, πριν από τη σύσταση των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που αποτελούν πλέον δεύτερης βαθμίδας οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, παρέμειναν κρατικές και υπό την ισχύ των διατάξεων του ν. 2218/1994 (Α΄ 90) και του ν. 2503/1997 (Α΄ 107). Οι αρμοδιότητες αυτές, ανεξαρτήτως του ζητήματος εάν κατά το μεταβατικό στάδιο, από την κατάργηση των Νομαρχιών ως κρατικών περιφερειακών υπηρεσιών έως την ολοκλήρωση της νέας οργάνωσης των περιφερειακών υπηρεσιών του Κράτους με το ν. 2503/ 1997, εξακολουθούσαν να ανήκουν στα προβλεπόμενα από το ν. 2218/ 1994 περιφερειακά κρατικά όργανα ή είχαν περιέλθει στην κεντρική υπηρεσία, πάντως, δυνάμει των διατάξεων του ν. 2503/1997 ανήκουν στον Υπουργό Οικονομικών, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 6 του νόμου αυτού, οι περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και τα Κρατικά Κτήματα δεν αποτελούν υπηρεσίες της Περιφέρειας, αλλά του Υπουργείου (βλ. ΣτΕ 4319/2005 επτ.).
7. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 101 του Συντάγματος εισάγεται το αποκεντρωτικό σύστημα ως κατευθυντήρια αρχή για την οργάνωση της διοίκησης του Κράτους, χωρίς όμως, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, να αποκλείεται η επάνοδος συγκεκριμένης αρμοδιότητας από την περιφερειακή στην κεντρική διοίκηση, όταν ο νομοθέτης, κατά την κρίση του, που υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, θεωρεί τη μεταφορά της αρμοδιότητας αναγκαία για λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους ιδίως με την μεταβολή κρίσιμων για τον καθορισμό του αρμόδιου οργάνου δεδομένων, με τη σημασία και τον χαρακτήρα της μεταφερόμενης αρμοδιότητας και την ανάγκη ασκήσεώς της με ενιαία σε όλη την Επικράτεια κριτήρια. Εξάλλου, η ρύθμιση που θεσπίσθηκε με το άρθρο 118 παρ. 3 του Συντάγματος, εντασσόμενη, άλλωστε, στο Μέρος Τέταρτο του Συντάγματος και, ειδικότερα, στο Τμήμα αυτού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις», έχει μεταβατικό χαρακτήρα. Κατ’ ακολουθίαν, σύμφωνα με τη συνταγματική αυτή διάταξη, η απαγόρευση μεταφοράς αρμοδιοτήτων από τις περιφερειακές στις κεντρικές υπηρεσίες ισχύει για το μεταβατικό στάδιο, μέχρις ότου εκδοθεί ο εκτελεστικός νόμος του άρθρου 101 παρ. 3 του Συντάγματος για την περιφερειακή οργάνωση της Χώρας και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή μετά τη δημοσίευση του νόμου 2503/1997. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις του νόμου αυτού, δυνάμει των οποίων η κρίσιμη εν προκειμένω αρμοδιότητα περιήλθε, κατά τα προεκτεθέντα, στον Υπουργό Οικονομικών, δεν αντίκεινται στις ανωτέρω συνταγματικές ρυθμίσεις (βλ. ΣτΕ 4319/2005 επτ.).
8. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατ’ επίκληση της υπ’ αριθ. 1087903/1481/0006Β/28.7.1997 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 779), με την οποία μεταβιβάσθηκε στον Γενικό Δ/ντή Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων η αρμοδιότητα έκδοσης αποφάσεων για την επικύρωση εκθέσεων της επιτροπής καθορισμού αιγιαλού και παραλίας (άρθ. 3 παρ. Γ΄ περ. ιγ΄). Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση αρμοδίως εκδόθηκε από τον προαναφερόμενο Γενικό Διευθυντή, εφόσον η σχετική αρμοδιότητα, η οποία με τις μνημονευθείσες διατάξεις του ν. 2503/1997 περιήλθε, θεμιτώς από συνταγματική άποψη, στον Υπουργό Οικονομικών, νομίμως μεταβιβάσθηκε περαιτέρω στον Γενικό Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων με την ανωτέρω κανονιστική απόφαση (πρβλ. ΣτΕ 2089/2007, 4319/ 2005 επτ.). Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη αναρμοδίως εκδόθηκε από τον Γενικό Διευθυντή Δημόσιας Περιουσίας και Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών αντί του αρμοδίου, εν προκειμένω, Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
