
Β. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
1. ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΩΜΑ
Στο δημοκρατικό πολίτευμα ο λαός είναι το κυρίαρχο όργανο. Με το άρθρο 1 παρ. 2 το Σύνταγμα αναθέτει αρμοδιότητες στον λαό και με την λαϊκή κυριαρχία τον καθιστά κυρίαρχο όργανο. Ο λαός εκφράζεται με την καθολική ψηφοφορία. Το εκλογικό δικαίωμα έχουν όλοι οι πολίτες αλλά το Σύνταγμα επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη να προβλέψει εξαιρέσεις. Στερούνται το δικαίωμα ψήφου: α. όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους β. όσοι βρίσκονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση γ. όσοι έχουν καταδικαστεί ποινικά σε στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους για όσο χρόνο διαρκεί η στέρηση αυτή. Ο λαός έχει τις εξής αρμοδιότητες:
α. να εκλέγει τους βουλευτές
β. να εκφράζει την βούληση του μέσω δημοψηφίσματος
γ. να εκλέγει αντιπροσώπους στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
δ. να εκλέγει τις αρχές των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Στις εκλογές ευρωβουλευτών και αρχών ΟΤΑ μπορούν να ψηφίζουν και οι πολίτες άλλων κρατών- μελών της ΕΕ, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η ψήφος του λαού είναι άμεση, καθολική, μυστική, ατομική, ίση, προσωπική και υποχρεωτική. Η ψήφος είναι υποχρεωτική κατά το Σύνταγμα (αρ.51 παρ.5) αλλά ταυτόχρονα και λειτούργημα. Η εκλογική νομοθεσία προβλέπει ορισμένες κυρώσεις για τους πολίτες που δεν προσέρχονται στις κάλπες να ψηφίσουν αλλά στην πραγματικότητα οι σχετικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται. Το Σύνταγμα προβλέπει την δυνατότητα των ευρισκομένων εκτός ελληνική Επικρατείας πολιτών να ψηφίζουν στις βουλευτικές εκλογές, αλλά ο σχετικός νόμος δεν έχει ψηφιστεί.
Να διαβαστεί η απόφαση του ΕΔΔΑ Σιταρόπουλος κατά Ελλάδος.
Η παράλειψη της Ελλάδας να εξασφαλίσει στους προσφεύγοντες τη δυνατότητα να ψηφίσουν από τον τόπο κατοικίας τους στο εξωτερικό, δεν παραβιάζει το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Άρθρο 3 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ Δικαίωμα σε ελεύθερες εκλογές.
Το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεν θεμελιώνει υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών να εξασφαλίσουν στους πολίτες που βρίσκονται εκτός της επικρατείας τους, τα μέσα για να ψηφίσουν από το εξωτερικό.
Συμπερασματικές παρατηρήσεις :
Στην υπόθεση Σιταρόπουλος κατά Ελλάδος, το Δικαστήριο εξετάζει ένα ζήτημα με σημαντικές θεωρητικές και πρακτικές προεκτάσεις όσον αφορά την οργάνωση μιας αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η απόφαση ότι το άρθρο 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν υποχρεώνει την Ελλάδα να εξασφαλίσει στους προσφεύγοντες τη δυνατότητα να ψηφίσουν από το εξωτερικό, επιβεβαιώνει την ευρεία διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στα κράτη στα πλαίσια του άρθρου 3. Η τάση αυτή, που εκφράζει με σαφήνεια η Σιταρόπουλος και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Scoppola κατά Ιταλίας συνδέεται άμεσα με τις σοβαρές αντιδράσεις που προκάλεσε η απόφαση Hirst κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αριθ. 2) . Η απόφαση εκείνη του Δικαστηρίου, που έκρινε ως αντίθετη στο άρθρο 3 τη μακρά παράδοση του Ηνωμένου Βασίλειου να αποκλείει από τη συμμετοχή στις εκλογές τους έγκλειστους σε φυλακές, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις με χαρακτηριστικότερη την ευθεία αμφισβήτηση από τη Βουλή των Κοινοτήτων της νομιμοποίησης του δικαστηρίου να παρεμβαίνει με αυτό τον τρόπο σε ζητήματα εκλογικής οργάνωσης].
Στην ειδικότερη περίπτωση της Ελλάδας, η εξασφάλιση της δυνατότητας ψήφου από το εξωτερικό, συνδέεται με τα όρια του εκλογικού σώματος. Σε ποιές κατηγορίες εκλογέων που βρίσκονται εκτός της επικρατείας πρέπει να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ψήφου από το εξωτερικό, είναι ένα ερώτημα που η ίδια η ελληνική κυβέρνηση συνέδεσε με την επάρκεια του δεσμού των αποδήμων με τη χώρα. Είναι σαφές ότι ως προς το ερώτημα αυτό, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις, ανάλογα με την οπτική για τη δημοκρατία γενικά και το ελληνικό εκλογικό σύστημα ειδικότερα. Παρόμοιας σημασίας είναι και η επιλογή των μέσων με τα οποία θα πραγματωθεί η δυνατότητα ψήφου από το εξωτερικό.
Σε κάθε περίπτωση, οι σχετικές αποφάσεις είναι συντακτικής βαρύτητας για την ελληνική πολιτεία. Από την άποψη αυτή, είναι ορθότερο να στηριχθούν σε έναν ευρύ δημόσιο διάλογο σε εθνικό επίπεδο, άρα με τη συμμετοχή και των αποδήμων, παρά στη δικαστική εκτίμηση του ΕΔΔΑ λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τις αδυναμίες της και στην παρούσα υπόθεση.
Από την άλλη πλευρά, και ακριβώς λόγω της σημασίας του, το θέμα δεν μπορεί να μείνει εκκρεμές στο διηνεκές. Η απόφαση Σιταρόπουλος υπογραμμίζει εμφατικά ότι όσον αφορά την ψήφο των απόδημων, υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική νομοθεσία. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η σημαντικότερη συνεισφορά του ΕΔΔΑ στη προκείμενη περίπτωση. Στην απόφαση Σιταρόπουλος, το Δικαστήριο επισημαίνει με ένταση το πρόβλημα, υποδεικνύει στις εθνικές αρχές ότι είναι εκείνες υπεύθυνες για την αντιμετώπισή του, και διαγράφει τα πλαίσια που χαράσσουν στα εθνικά όργανα η ΕΣΔΑ και η εξέλιξη του ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου γενικότερα.
Από την άποψη αυτή, η απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, δεν ολοκληρώνει τη συζήτηση σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν από τους εκτός της επικρατείας Έλληνες και την αξιοποίηση της δυνατότητας που αναγνωρίζει το άρθρο 51 § 4 Σ. Αντίθετα τονίζει την επιτακτικότητά της και θέτει το ευρωπαϊκό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να κινηθεί. Είναι βέβαιο πως σε περίπτωση που ευδοκιμήσουν στην Ελλάδα οι προσπάθειες για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με τη συνταγματική συγκρότηση της χώρας, το θέμα της ψήφου των αποδημων, πρέπει να περιληφθεί στις προτεραιότητές της.
2. Η ΒΟΥΛΗ
Η Βουλή είναι άμεσο συλλογικό όργανο του κράτους, αποτελεί το τακτικό νομοθετικό όργανο και ψηφίζει τους νόμους, απολαμβάνει δε το τεκμήριο της αρμοδιότητας(αρ.50 και 70 παρ.1 του Συντάγματος). Η Βουλή δρα αυτοτελώς με μόνη εξαίρεση το δημοψήφισμα. Την Βουλή συγκροτούν οι βουλευτές τους οποίους αναδεικνύει ο λαός με εκλογές. 2.1. Αρμοδιότητες Οι κύριες αρμοδιότητες της Βουλής είναι δύο να ψηφίζει τους νόμους και τον προϋπολογισμό του κράτους και να ελέγχει την Κυβέρνηση. 32 Αναλυτικότερα οι αρμοδιότητες της Βουλής η ψήφιση :
α) κάθε λογής νόμων στους οποίους περιλαμβάνονται και όσοι αφορούν την κύρωση διεθνών συνθηκών ή την παροχή αμνηστίας,
β) του προϋπολογισμού, απολογισμού, γενικού ισολογισμού του κράτους,
γ) των αποφάσεων για την κήρυξη κατάστασης πολιορκίας,
δ) απόφαση για την προκήρυξη δημοψηφίσματος,
ε) η ψήφιση των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, στ)η αναθεώρηση του Συντάγματος,
ζ)η ψήφιση του Κανονισμού της,
η) η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας,
θ) η άσκηση ποινικής διώξεως κατά υπουργών και του Προέδρου της Δημοκρατίας,
ι) η συγκατάθεση για την απονομή χάρητος σε υπουργό,
ια)η διαπίστωση αδυναμίας του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού να ασκήσουν τα καθήκοντα τους,
ιβ) η παροχή αδείας για την ποινική δίωξη βουλευτή,
ιγ) η άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου στον οποίο συμπεριλαμβάνονται η ψήφος εμπιστοσύνης ή η έκφραση δυσπιστίας στην Κυβέρνηση. Αριθμός βουλευτών Ο αριθμός των βουλευτών κατά το Σύνταγμα καθορίζεται με νόμο(αρ.51 παρ.1) δεν μπορεί όμως να είναι μικρότερος των 200 και μεγαλύτερος των 300. Η ισχύουσα νομοθετική πρόβλεψη ορίζει τον αριθμό των βουλευτών στους 300. Οι βουλευτικές έδρες κατανέμονται σε εκλογικές περιφέρειες. Οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο. Εκτός από τους βουλευτές που εκλέγονται ανά περιφέρειες προβλέπεται και η ύπαρξη βουλευτών Επικρατείας οι οποίοι εκλέγονται ανάλογα με τα έγκυρα ψηφοδέλτια που έλαβε κάθε κόμμα σ’ ολόκληρη την επικράτεια. Κατά την ισχύουσα εκλογική νομοθεσία οι βουλευτές Επικρατείας είναι. Ο αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρεια ορίζεται με Προεδρικό Διάταγμα με βάση τον νόμιμο πληθυσμό σύμφωνα με την τελευταία απογραφή από τους εγγεγραμμένους στα οικεία δημοτολόγια.
ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ.
Το Σύνταγμα προβλέπει (αρ.54 παρ.1) ότι το εκλογικό σύστημα καθορίζεται με νόμο αλλά ο νόμος αυτός ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές εκτός εάν έχει ψηφιστεί με την αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Κατ’ αυτό τον τρόπο η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν μπορεί να τροποποιεί μόνη της το εκλογικό σύστημα τις 33 παραμονές των εκλογών. Το ισχύον εκλογικό σύστημα είναι αυτό της ενισχυμένης αναλογικής. Στην κατανομή των εδρών συμμετέχουν τα κόμματα, οι συνασπισμοί κομμάτων και ανεξαρτήτων, οι μεμονωμένοι υποψήφιοι που συγκεντρώνουν στην επικράτεια τουλάχιστον το 3% των εγκύρων ψηφοδελτίων.
Προσόντα και κωλύματα εκλογιμότητας-απώλεια βουλευτικής ιδιότητας.
Τα προσόντα εκλογιμότητας των βουλευτών είναι: η ελληνική ιθαγένεια, η ικανότητα του εκλέγειν και η ηλικία των 25 ετών. Το Σύνταγμα προβλέπει και τα κωλύματα εκλογιμότητας.
Απόλυτο κώλυμα εκλογιμότητας είναι δυο:
Α) οι πολιτικοί και στρατιωτικοί που έχουν κατά τον νόμο αναλάβει υποχρέωση να παραμείνουν στην υπηρεσία για ορισμένο χρόνο, δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές όσο διαρκεί η υποχρέωση τους (αρ. 56 παρ.4).
Β) Τα αιρετά μονοπρόσωπα όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης δεύτερου βαθμού (περιφέρειες) για όλη τη διάρκεια της θητείας τους, ακόμη και εάν παραιτηθούν (56§1 infine).
Σχετικά κωλύματα που αίρονται με την παραίτηση είναι αυτά που προβλέπει το άρθρο 56 παρ.1 όπως δημόσιοι υπάλληλοι, υπηρετούντες στις Ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας, υπάλληλοι ΟΤΑ, διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, διευθύνοντες σύμβουλοι ΝΠΔΔ και κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή δημοσίων επιχειρήσεων κ.α.
Τοπικά κωλύματα είναι αυτά που δεν αίρονται με παραίτηση (αρ.56 παρ.3) και αφορούν ορισμένα πρόσωπα τα οποία δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές σε όποια εκλογική περιφέρεια υπηρέτησαν ή σε όποια εκλογική περιφέρεια εκτείνονταν η τοπική αρμοδιότητα τους μέσα στους τελευταίους 18 μήνες της τετραετούς βουλευτικής περιόδου. Εάν η αρμοδιότητα τους εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια υπάρχει κώλυμα σε όλη την Επικράτεια. Το άρθρο προϋποθέτει την ομαλή λήξη του βίου της Βουλής εντός της τετραετίας, άρα εάν η Βουλή διαλυθεί δεν τίθεται θέμα του εφαρμογής του κωλύματος της παρ. 3.
Τέτοια πρόσωπα είναι ( αρ.56 παρ. 3 του Συντάγματος) οι Γενικοί και Ειδικοί Γραμματείς Υπουργείων, τα μέλη των ανεξαρτήτων αρχών του άρθρου 101 Α, διοικητές, υποδιοικητές, πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, διευθύνοντες σύμβουλοι ΝΠΔΔ και κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου ή δημοσίων επιχειρήσεων, υπάλληλοι του Δημοσίου ή των ΟΤΑ που κατείχαν θέση προϊσταμένου οργανικής μονάδας κ.α. Ο βουλευτής χάνει την ιδιότητα του στις εξής περιπτώσεις:
- εάν πεθαίνει,
- εάν παραιτηθεί,
- αν διαλυθεί η βουλή,
- εάν λήξει η βουλευτική περίοδος,
- εάν ακυρωθεί η εκλογή του από το ΑΕΔ.
Βουλευτικές ασυλίες-ασυμβίβαστα
Για να ασκεί ελεύθερα το λειτούργημα του ο βουλευτής, έχει ορισμένα προνόμια που λέγονται ασυλίες και είναι δύο: το ανεύθυνο και το ακαταδίωκτο.
Όσον αφορά το ανεύθυνο, οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση (αρ.60 παρ.1). Με την διάταξη που προβλέπει το ανεύθυνο (αρ.60 παρ.1) σε 34 συνδυασμό με το αρ.51 παρ.2 που προβλέπει ότι οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος, αποκλείεται η επιτακτική εντολή. Το ανεύθυνο δεν ισχύει για την συκοφαντική δυσφήμηση. Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο βουλευτής, όπως και καθένας στην ελληνική επικράτεια, μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τη γνώμη του, μεταξύ άλλων και για τα αμφιλεγόμενα ζητήματα της επικαιρότητας. Επιπλέον, στον κύκλο των θεμάτων, που εντάσσονται στην άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων του, περιλαμβάνεται και ο σχολιασμός της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, ιδίως όταν αυτός συνδέεται με την άσκηση συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων εκ μέρους προσώπων ή ομάδων. Και τούτο, επειδή τα μέλη του Κοινοβουλίου έχουν την ευθύνη αφενός να εξασφαλίζουν το αναγκαίο νομοθετικό πλαίσιο για την απόλαυση των ελευθεριών, αφετέρου να ελέγχουν την κυβέρνηση και μέσω αυτής τη διοίκηση σχετικά με το επίπεδο προστασίας που παρέχεται στους φορείς των δικαιωμάτων.
Περαιτέρω, ο βουλευτής σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, δεν υπέχει ποινική ούτε και κανενός άλλου είδους ευθύνη (αστική, πειθαρχική) για τη διατύπωση της γνώμης του και δεν είναι δυνατόν να καταδιωχθεί για αυτήν ούτε όμως και να εξεταστεί στο πλαίσιο δίκης ή διοικητικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ.1 Συντ. Συνεπώς, ακόμα και εάν η δήλωση του πληρούσε την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της περιύβρισης συμβόλων, δεν θα μπορούσε να διενεργηθεί καμία ενέργεια που θα συνιστούσε έναρξη ποινικής εις βάρος του διαδικασίας, για όσο χρονικό διάστημα διατηρεί τη βουλευτική ιδιότητα.
Το ερώτημα εάν η διατύπωση της γνώμης του μπορεί να επιφέρει πολιτικές κυρώσεις, όπως η διαγραφή του βουλευτή από τη κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος του, συνδέεται επικουρικά με το ανεύθυνο του άρθρου 61 παρ.1 Συντάγματος. Η λειτουργία των κομμάτων στα κοινοβουλευτικά πολιτεύματα σχετίζεται με το θέμα της κομματικής πειθαρχίας ή με οργανωτικού χαρακτήρα μέτρα στο εσωτερικό των πολιτικών κομμάτων.
Το ανεύθυνο του βουλευτή καταλαμβάνει την έκφραση των απόψεων το και όταν αυτός αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα, για παράδειγμα στο πρόσωπο ενός δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, στο πλαίσιο πάντοτε του κοινοβουλευτικού του έργου. Σε κάθε περίπτωση, η εκφορά εκ μέρους βουλευτή γνώμης, κατά συγκεκριμένου προσώπου που διαθέτει τη βουλευτική ή οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα, περιορίζεται από την εξαίρεση, που εισάγεται με το άρθρο 61 παρ. 2 Συντ. για τη συκοφαντική δυσφήμιση. Από τον κανόνα του άρθρου 61 παρ. 1 Συντ. καθιερώνεται εξαίρεση ειδικά για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης. Συνεπώς, στο βαθμό π.χ. που η δημόσια τοποθέτηση του βουλευτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά του βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος για πρότερη αντεθνική αντίδραση του τελευταίου αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση σύμφωνα με τον ορισμό του κοινού νομοθέτη, η έγκληση του θιγέντος δεν μπορεί να αποκρουστεί με την επίκληση του ανεύθυνου. Η δίωξη, ωστόσο, του μηνυόμενου βουλευτή προϋποθέτει την ύπαρξη προηγούμενης άδειας της Βουλής.
Τις θεσμικές εγγυήσεις της βουλευτικής ασυλίας συγκροτούν, εκτός από το ανεύθυνο (άρθρο 61 παρ.1 Συντ.), το βουλευτικό απόρρητο σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 3 Συντ. και το ακαταδίωκτο του βουλευτή σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 Συντ. Με την καθιέρωση του βουλευτικού απορρήτου, ο βουλευτής απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση μαρτυρίας για πληροφορίες, που περιήλθαν σε αυτόν ή του παρασχέθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Όσον αφορά το ακαταδίωκτο το αρ. 62 παρ.1 προβλέπει ότι όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος, ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε από την διάλυση της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής. Το ακαταδίωκτο καταλαμβάνει όλα τα εγκλήματα δηλ. κακουργήματα, πλημμελήματα, πταίσματα. Ο Βουλευτής δεν μπορεί να διωχθεί παρά μόνο εάν δοθεί άδεια της Βουλής. Λειτουργεί δηλαδή τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο θεωρείται ότι η Βουλή δεν έδωσε την άδεια, εάν αυτή δεν αποφανθεί σχετικά μέσα σε τρείς μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα περιέλθει στον πρόεδρό της. Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται κατά την διάρκεια των διακοπών της Βουλής, ενώ δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα σύμφωνα με τους ορισμούς του κοινού νόμου κακουργήματα. Υπενθυμίζεται, ότι το ακαταδίωκτο του βουλευτή διαρκεί όσο και η βουλευτική ιδιότητα (σε αντίθεση με το ανεύθυνο του άρθρου 61 παρ. 1 Σ). Η δίωξη για εγκλήματα τα οποία τελέστηκαν όσο το πρόσωπο διέθετε την βουλευτική ιδιότητα ή διακόπηκε εξ αιτίας της απόκτησης της, μπορεί να αρχίσει ή να συνεχιστεί μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας. Και τούτο, διότι ratio της καθιέρωσης του βουλευτικού ακαταδίωκτου δεν είναι η διασφάλιση της ατιμωρησίας των βουλευτών, αλλά η προστασία της λειτουργίας που επιτελούν.
ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΔΔΑ
- ΣΥΓΓΕΛΙΔΗΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ
- ΤΣΑΛΚΙΤΖΗΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο προσφεύγων έχει γεννηθεί το 1957 και κατοικεί στην Αθήνα. Είναι επιχειρηματίας, ο οποίος νυμφεύθηκε την Μ.Α. στις 20 Σεπτεμβρίου 2003. Κατά τον γάμο τους, η Μ.Α. ήταν ήδη μέλος της Ελληνικής Βουλής. Στις 24 Μαρτίου 2004, γεννήθηκε ο γιος τους.
6. Στα τέλη του 2004, ο γάμος του προσφεύγοντος διαλύθηκε. Η κοινή συναινέσει λύση του κηρύχθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 7 Ιουλίου 2005.
7. Ο προσφεύγων και η Μ.Α. υπέγραψαν ένα συμφωνητικό στις 14 Δεκεμβρίου 2004 με το οποίο ρυθμίζονταν θέματα επιμέλειας και επικοινωνίας αναφορικά με τον γιο τους. Αυτοί οι διακανονισμοί επικυρώθηκαν με επίσημη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της 20ης Ιανουαρίου 2005 (απόφαση αριθ. 528/2005). Ειδικότερα, η Μ.Α. θα είχε την κηδεμονία του παιδιού έως την ενηλικίωσή του και θα έμενε μαζί της. Ο προσφεύγων μπορούσε να έχει ελεύθερη επικοινωνία με τον γιο του, σύμφωνα με τις ανάγκες του παιδιού, και ορίστηκαν ελάχιστοι περίοδοι και ημέρες επικοινωνίας. Πράγματι, μπορούσε να βλέπει τον γιο του κάθε μέρα μεταξύ 5 μμ και 8 μμ.
8. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να έχει επικοινωνία με τον γιο του σύμφωνα με τις διατάξεις της δικαστικής απόφασης.
Β. Εθνική διαδικασία
9. Στις 20 Οκτωβρίου 2005, ο προσφεύγων κατέθεσε μήνυση ενώπιον του Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου Αθηνών στη βάση του άρθρου 232A του Ποινικού Κώδικα. Αξίωσε το ποσό των δέκα ευρώ ως ονομαστική αποζημίωση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της παραβίασης της απόφασης αριθ. 528/2005 από την Μ.Α., επιφυλασσόμενος του δικαιώματός του να διεκδικήσει περαιτέρω αποζημίωση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων.
10. Στις 24 Αυγούστου 2006, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών παρέπεμψε τη μήνυση στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης στις 30 Αυγούστου 2006 προκειμένου να διαβιβασθεί στη συνέχεια στο πρόεδρο του Ελληνικής Βουλής και να ζητηθεί άδεια της Βουλής για την άσκηση δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 62 του Ελληνικού Συντάγματος. Ο φάκελος ελήφθη από τη Βουλή στις 3 Οκτωβρίου 2006.
11. Στις 28 Νοεμβρίου 2006, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής αποφάνθηκε ότι η ασυλία της Μ.Α. δεν έπρεπε να αρθεί. Στην έκθεσή της, η Επιτροπή έκρινε ότι «ένας εκ των λόγων που προβλέπει το άρθρο 83 § 3 του Κανονισμού της Βουλής είχε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση».
12. Στις 6 Δεκεμβρίου 2006, με πλειοψηφία 107 ψήφων έναντι 68 κατόπιν μυστικής ψηφοφορίας, η ολομέλεια της Βουλής αρνήθηκε να χορηγήσει άδεια. Δε δόθηκαν λόγοι για την απόφασή της.
Γ. Εξελίξεις στην υπόθεση
13. Εν τω μεταξύ, στις 31 Μαρτίου 2005, η Μ.Α. κίνησε ποινική διαδικασία κατά του προσφεύγοντος διότι είχε τοποθετήσει φύλακα έξω από την οικία της υποστηρίζοντας ότι είχε λάβει απειλητικά τηλεφωνήματα για εκείνον και την οικογένειά του. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε εν συνεχεία τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό.
14. Στις 20 Δεκεμβρίου 2005, το Πρωτοδικείο Αθηνών τροποποίησε τους όρους της άσκησης της γονικής επιμέλειας. Η απόφαση του δικαστηρίου προέβλεπε ιδίως την καταβολή προστίμου 1.000 ευρώ από την Μ.Α. αν παραβίαζε οποιαδήποτε από τις διατάξεις της (απόφαση αριθ. 9599/2005). Η Μ.Α. φέρεται να απέτυχε επανειλημμένα να συμμορφωθεί με τους τροποποιηθέντες όρους. Στις 20 Μαρτίου 2007 και στις 26 Μαρτίου 2007 ο προσφεύγων κατέθεσε δύο ακόμα μηνύσεις ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών λόγω επικαλούμενων παραβιάσεων της απόφασης του δικαστηρίου. Ο προσφεύγων και πάλι αξίωσε αποζημίωση για ηθική βλάβη.
15. Στις 9 Μαΐου 2007, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών παρέπεμψε τη μήνυση με ημερομηνία 26 Μαρτίου 2007 στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στον Υπουργό Δικαιοσύνης στις 22 Μαΐου 2006 προκειμένου να διαβιβασθεί στη συνέχεια στο πρόεδρο του Ελληνικής Βουλής και να
ζητηθεί άδεια της Βουλής για την άσκηση δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 62 του Ελληνικού Συντάγματος. Στις 22 Μαΐου 2006, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής αποφάνθηκε ότι η αίτηση έπρεπε να απορριφθεί χωρίς να τεθεί στην κρίση της ολομέλειας για το λόγο ότι η αίτηση άρσης της ασυλίας ήταν κατ’ουσία ίδια με την πρώτη αίτηση.
Στην απόφαση Συγγελίδης κατά Ελλάδος, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η ασυλία πρέπει να αφορά πράξεις που συνδέονται με την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων. Αναφέρει λοιπόν:
Ο θεσμός του ανεύθυνου και ακαταδίωκτου των βουλευτών που προβλέπεται στο Σύνταγμα (άρθρα 61 και 62) συνιστά στην ουσία έναν περιορισμό του ατομικού δικαιώματος για παροχή δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ.). Διότι ο πολίτης όταν έχει θιγεί από κάποιον που απέκτησε τη βουλευτική ιδιότητα, δεν μπορεί να έχει δικαστική προστασία αν προηγούμενως η Βουλή δεν δώσει την σχετική άδεια. Αυτός ο κανόνας όμως δεν μπορεί να είναι ανεξαίρετος, δεδομένου ότι πρόκειται για περιορισμό ατομικού δικαιώματος.
Σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να προβλέπονται από το Σύνταγμα (ή το νόμο) και “να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας”. Επομένως ακόμα και οι συνταγματικά προβλεπόμενοι περιορισμοί ατομικών δικαιωμάτων, όπως εν προκειμένω η βουλευτική ασυλία, πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, ως προς τη συμβατότητά τους προς την αρχή της αναλογικότητας.
Διότι η ορθή εφαρμογή του Συντάγματος επιβάλλει, όταν οι διατάξεις του που έχουν όλες τις ίδια τυπική ισχύ, άρα δεν επιτρέπεται ο πλήρης εξοβελισμός της μίας υπέρ της άλλης έρχονται σε “σύγκρουση”, να επιδιώκει ο ερμηνευτής τη διάσωση του περιεχομένου, με σκοπό την ισόρροπη συνεφαρμογή τους.
Η αρχή της αναλογικότητας θέτει ως κριτήριο απόφασης τον σκοπό της θέσπισης μιας διάταξης, σε σχέση με τη συγκεκριμένη εφαρμογή της. Ο θεσμός της βουλευτικής ασυλίας αφορά την προστασία του κύρους του πολιτεύματος -στην Κοινοβουλευτική του διάσταση από καταχρηστικές μηνύσεις ή ακόμα και “προσβλητικές” δικαστικές αποφάσεις (!) που θα οδηγούσαν στην φυλακή τους βουλευτές. Γι’ αυτό τίθεται ως “φίλτρο” η απόφαση του Σώματος των βουλευτών.
Ωστόσο, για τις πράξεις που τέλεσε κάποιος πριν λάβει τη βουλευτική ιδιότητα, αμφισβητείται σοβαρά κατά πόσον ο σκοπός προστασίας του κύρους του πολιτεύματος υπηρετείται από την βουλευτική ασυλία. Η Ελλάδα έχει καταδικαστεί μάλιστα δύο φορές από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επειδή η άκαμπτη εφαρμογή του θεσμού της βουλευτικής ασυλίας οδήγησε σε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, όπως το ανθρώπινο αυτό δικαίωμα κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πρόκειται για την αντανάκλαση του άρθρου 20 του δικού μας Συντάγματος, στην ορολογία του ευρωπαϊκού δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Στην υπόθεση “Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας”, το ΕΔΔΑ ανέφερε στην απόφασή του:
«48. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αίτηση προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του Κ.Τ., υπεβλήθη για τα αδικήματα της εκβιάσεως, της παραβάσεως καθήκοντος και της δωροδοκίας. Τα αδικήματα αυτά διαπράχθηκαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, το 1997, δηλαδή πριν από την εκλογή, το 2000, του Κ.Τ. ως βουλευτή. Έτσι, οι αποδιδόμενες στον Κ.Τ. πράξεις τελέσθηκαν περίπου τρία χρόνια πριν από την εκλογή του ως βουλευτή. Ως εκ τούτου, οι επίμαχες πράξεις δεν ηδύναντο να σχετίζονται με την άσκηση, από τον Κ.Τ., κοινοβουλευτικών καθηκόντων. Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αποδιδόμενη στον Κ.Τ. συμπεριφορά μάλλον εμπίπτει στο πεδίο του ποινικού σκέλους διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, σχετικά με την τέλεση αδικημάτων με ιδιαιτέρως άνομο περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά του Κ.Τ. προδήλως δεν ενέπιπτε στο πεδίο των βουλευτικών καθηκόντων του. Ωστόσο, σε παρόμοια περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατό να δικαιολογηθεί άρνηση προσβάσεως στη δικαιοσύνη ακόμα και στην υποθετική περίπτωση που η διαφορά μεταξύ του προσφεύγοντος και του Κ.Τ. θα εντασσόταν σε πολιτικό πλαίσιο (βλ., προς την κατεύθυνση αυτή, Cordova κατά της Ιταλίας (no 1), προαναφερθείσα, § 62).
Κατά το Δικαστήριο, η απουσία προφανούς σχέσεως με βουλευτική δραστηριότητα απαιτεί μία κατά γράμμα ερμηνεία της έννοιας της αναλογικότητας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και στα χρησιμοποιούμενα μέσα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση κατά την οποία οι περιορισμοί στο δικαίωμα προσβάσεως απορρέουν από μία απόφαση πολιτικού οργάνου. Ένα διαφορετικό συμπέρασμα θα ισοδυναμούσε με περιορισμό, κατά τρόπο ασυμβίβαστο με το άρθρο 6 § 1 της Συμβάσεως, του δικαιώματος προσβάσεως των ιδιωτών σε δικαστήριο κάθε φορά που οι καταγγελλόμενες ενώπιον της δικαιοσύνης πράξεις έχουν τελεσθεί από βουλευτή (mutatis mutandis, Cordova κατά της Ιταλίας (no 1), προαναφερθείσα, § 63).
50. Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η Κυβέρνηση δεν αναπτύσσει επαρκώς το επιχείρημά της, σύμφωνα με το οποίο ο προσωρινός χαρακτήρας της βουλευτικής ασυλίας δεν θα εμπόδιζε τον προσφεύγοντα να ανανεώσει το αίτημά του, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη, μετά τη λήξη της θητείας του Κ.Τ. Πράγματι, το επιχείρημα αυτό ερείδεται επί της υποθέσεως ότι ο Κ.Τ. θα έπαυε πλέον να είναι βουλευτής. Ωστόσο, η Κυβέρνηση δεν παρέχει κάποιο στοιχείο ως προς την ισχύουσα κατάσταση του Κ.Τ. Σε κάθε περίπτωση, το ελληνικό Σύνταγμα δεν προβλέπει περιορισμό ως προς την ανανέωση της κοινοβουλευτικής θητείας. Ως εκ τούτου, μπορούσε ο Κ.Τ. να εκλέγεται συνεχώς βουλευτής στο μέλλον, αποστερώντας έτσι οριστικώς τον προσφεύγοντα από το δικαίωμά του να αιτηθεί την άσκηση ποινικής διώξεως. Τέλος, το Δικαστήριο φρονεί ότι η αναστολή πάσης ποινικής διώξεως σε βάρος βουλευτού κατά την κοινοβουλευτική θητεία του, θα είχε ως συνέπεια την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος ανάμεσα στην τέλεση των επίμαχων πράξεων και στην έναρξη της ποινικής διώξεως, καθιστώντας την ποινική δίωξη αβέβαιη, ειδικότερα όσον αφορά την απόδειξη. Όπως έχει ήδη διαπιστώσει το Δικαστήριο σε άλλη περίπτωση, ο χρόνος ο οποίος απαιτείται για την εξέταση προσφυγής, μπορούσε να διακυβεύσει την αποτελεσματικότητά της (βλ., mutatis mutandis, Ganci κατά της Ιταλίας, no 41576/98, § 30, CEDH 2003-XI).
51. Εν όψει των όσων εκτίθενται ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι η άρνηση του Προέδρου της Βουλής να άρει τη βουλευτική ασυλία του Κ.Τ. παραβίασε το δικαίωμα προσβάσεως του προσφεύγοντος σε δικαστήριο. Υπήρξε, επομένως, παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Συμβάσεως.»
Σχετικά με τα ασυμβίβαστα, αυτά προβλέπονται στο άρθρο 57 του Συντάγματος και συνέπεια τους είναι ότι ο βουλευτής έχει δικαίωμα επιλογής μεταξύ του αξιώματος του και ορισμένων έργων ή ιδιοτήτων όπως να αναλαμβάνει έργα, μελέτες ή προμήθειες για το Δημόσιο, να μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα στο δημόσιο, να κατέχει ή να διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας κ.α.
Να διαβαστεί η υπόθεση Λυκουρέζος Κατά Ελλάδος
Ο κ. Λυκουρέζος είχε προσφύγει στο Στρασβούργο ύστερα από την έκπτωσή του, με απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, από το βουλευτικό αξίωμα το 2003, βάσει του επαγγελματικού ασυμβιβάστου που καθιερώθηκε Συνταγματικά για πρώτη φορά κατά την αναθεώρηση του 2001.
Το Δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα ότι στην υπόθεση υπήρξε παραβίαση του άρθρου 3 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κατοχυρώνει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απώλεια του βουλευτικού αξιώματος από τον κ. Λυκουρέζο, προτού ολοκληρώσει τη θητεία του, προσέβαλε αφενός μεν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι του ιδίου, αφετέρου δε το δικαίωμα του εκλέγειν όσων τον είχαν ψηφίσει τον Απρίλιο του 2000, με το σκεπτικό ότι όταν εξελέγη τότε βουλευτής Αθηνών, ούτε ο ίδιος ούτε οι εκλογείς του γνώριζαν ότι θα καθιερωθεί το επαγγελματικό ασυμβίβαστο.
Παράλληλα, το Δικαστήριο, επεσήμανε ότι η ελληνική κυβέρνηση, δεν προέβαλε κανέναν επιτακτικό λόγο, ο οποίος θα δικαιολογούσε ενδεχομένως την άμεση εφαρμογή του επαγγελματικού ασυμβίβαστου.
O Kύπριος πρόεδρος του σώματος κ. Λούκης Λουκαΐδης προχώρησε περισσότερο, σχολιάζοντας ότι η σχετική ρύθμιση καθιστά τους βουλευτές δέσμιους των ψηφοφόρων, από τη στιγμή που για να βιοπορίζονται πρέπει να επανεκλέγονται. To ασυμβίβαστο, είπε, περιορίζει υπέρμετρα την ελευθερία των βουλευτών και «τους εκθέτει σε αφανείς πιέσεις» από τους εκλογείς τους.
Σημειώνεται ότι η απόφαση είναι από τις ελάχιστες του Δικαστηρίου του Στρασβούργου με τις οποίες διαπιστώνεται κατ ουσίαν παραβίαση της ΕΣΔΑ όχι απλώς από απλό νόμο, διοικητική πράξη ή δικαστική απόφαση, αλλά από το ίδιο το Σύνταγμα ενός κράτους-μέλους.
Διάρκεια βίου Βουλής
Η Βουλή ως νομοθετικό όργανο υπόκειται σε τακτική ανανέωση ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Βουλευτική περίοδος ονομάζεται το χρονικό διάστημα για το οποίο κανονικά εκλέγονται οι βουλευτές. Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα χρόνια (αρ.53 παρ.1). Σύνοδος είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Βουλή μπορεί να συνεδριάζει σε ολομέλεια. Συνεδριάσεις είναι οι συναντήσεις των βουλευτών κατά τις οποίες η Βουλή ασκεί τις αρμοδιότητες της. Ρύθμιση εσωτερικής οργάνωσης Βουλής Η βουλή ρυθμίζει τα εσωτερικά της ζητήματα μόνη της χωρίς την συμβολή της εκτελεστικής εξουσίας. Δεσμεύεται όμως από τους συνταγματικούς και υπερνομοθετικούς κανόνες διότι τα interna corporis δεν εκφεύγουν από το «Κράτος Δικαίου» ακόμα και όταν τα δικαστήρια αρνούνται να τα ελέγξουν. Το Σύνταγμα θέτει το γενικό πλαίσιο της εσωτερικής οργάνωσης της Βουλής και προβλέπει την αρμοδιότητα της να συμπληρώσει την ρύθμιση των θεμάτων αυτών με τον Κανονισμό της.
Ο Κανονισμό της ψηφίζεται από την ολομέλεια της Βουλής και δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο Κανονισμός αποτελεί ιδιότυπο νόμο, διαφέρει όμως από τους άλλους νόμους και στην θέσπιση του και στο περιεχόμενο του.
Α) Τον καταρτίζει μόνη της η Βουλή και
Β) Τροποποιείται με νέο Κανονισμό και όχι με νόμο. Γ) Στην διαδικασία για την θέσπιση του, δεν συμμετέχουν καθόλου τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας. Επίσης, η Βουλή έχει δικό της προϋπολογισμό, εκλέγει η ίδια από τα μέλη της το Προεδρείο της, το οποίο είναι διακομματικό και απαρτίζεται από τον Πρόεδρο, πέντε Αντιπροέδρους, τρείς κοσμήτορες και έξι γραμματείς. Πειθαρχική εξουσία επί των βουλευτών έχει μόνο η ίδια η Βουλή. Εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού των μελών της και της πληθώρας των καθηκόντων της, η Βουλή κατανέμει τις εργασίες της σε επί μέρους σχηματισμούς, οι οποίοι περιορίζονται στην προπαρασκευή των εργασιών της. Η Βουλή δεν μπορεί να απεμπολεί τις αρμοδιότητες της, τις οποίες οφείλει να ασκεί η ίδια σε Ολομέλεια, εκτός εάν το Σύνταγμα προβλέπει κάτι διαφορετικό. Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή του άρθρου 71, εδ. α, του Συντάγματος που προβλέπει ότι κατά την διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής, το νομοθετικό της έργο, εκτός από τα νομοθετήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας, ασκούνται από Τμήμα της. Πρόκειται για τα τμήματα διακοπών της Βουλής κατά την θερινή περίοδο. Το Τμήμα είναι μικρογραφία της ολομέλειας της Βουλής. Αποτελείται από το ένα τρίτο των βουλευτών, ανάλογα με την δύναμη των κοινοβουλευτικών ομάδων. Η σύνθεση του αλλάζει περιοδικά έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η ισόχρονη, κατά το δυνατόν, συμμετοχή όλων των βουλευτών. Τις συνεδριάσεις τις διευθύνει ο Πρόεδρος της Βουλής ή ένας αντιπρόεδρος. Το Σύνταγμα, επιβάλει να υπάρχουν διαρκείς επιτροπές (αρ.68 παρ.1) για την επεξεργασία των νομοσχεδίων και των προτάσεων νόμων. Ο Κανονισμός της Βουλής κατανέμει την αρμοδιότητα των επιτροπών αυτών ανά Υπουργείο ή ομάδα Υπουργείων, πχ επιτροπή εθνικής άμυνας και εξωτερικών υποθέσεων. Στο αντιπροσωπευτικό σύστημα, ο βουλευτής αντιπροσωπεύει το Έθνος και εκφράζεται κατά συνείδηση ( αρ.51 παρ.2 και 60 παρ.1). Οι βουλευτές σχηματίζουν ομάδες κατά τους κομματικούς τους δεσμούς. Οι ομάδες αυτές συμμετέχουν στην λειτουργία της Βουλής. Τις κοινοβουλευτικές ομάδες τις προϋποθέτει το Σύνταγμα και τις ρυθμίζει ο Κανονισμός της Βουλής. Δια των κοινοβουλευτικών ομάδων, εξασφαλίζεται η οργανωμένη και πειθαρχημένη συλλογική δράση των βουλευτών. Για την συγκρότηση κοινοβουλευτικής ομάδας, απαιτούνται δέκα βουλευτές. Ο πρόεδρος της μεγαλύτερης σε δύναμη κοινοβουλευτικής ομάδας που δεν μετέχει στην κυβέρνηση ονομάζεται αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης. Οι βουλευτές που δεν ανήκουν σε καμία ομάδα ονομάζονται ανεξάρτητοι. Η Βουλή συνεδριάζει δημόσια όμως μπορεί να διασκεφθεί σε μυστική συνεδρίαση εάν το ζητήσει η Κυβέρνηση ή 15 βουλευτές και το αποφασίζει η πλειοψηφία σε μυστική συνεδρίαση (αρ.66 παρ. 1). Οι πολίτες μπορούν να παρακολουθήσουν τις συνεδριάσεις από τα θεωρεία της αίθουσας συνεδριάσεων και η τηλεόραση μπορεί να καλύψει και να αναμεταδώσει τις συνεδριάσεις. Οι συζητήσεις καταγράφονται σε πρακτικά τα οποία δημοσιεύονται σε τόμους, προς εξασφάλιση της δημοσιότητας. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών (πλην εξαιρέσεων που προβλέπει το ίδιο το Σύνταγμα πχ εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας) που όμως δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ένα τέταρτο του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή 75 στους 300. 36 2.8. Κοινοβουλευτικός έλεγχος Στην πυραμίδα των οργάνων του Κράτους η Βουλή είναι ανώτερη από την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση χρειάζεται την εμπιστοσύνη της Βουλής, την οποία όμως μπορεί να διαλύσει με Προεδρικό Διάταγμα. Η Βουλή μπορεί να ανατρέψει την Κυβέρνηση ή μεμονωμένους υπουργούς με την πρόταση δυσπιστίας. Η πρόταση δυσπιστίας αποτελεί το μοναδικό μέσω κοινοβουλευτικού ελέγχου με κύρωση. Το Σύνταγμα ρυθμίζει λεπτομερώς την διαδικασία ψήφου εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας της Κυβέρνησης. Υπάρχουν όμως και άλλα μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου χωρίς κύρωση όπως οι επίκαιρες ερωτήσεις, οι επερωτήσεις, οι αιτήσεις κατάθεσης εγγράφων, οι επίκαιρες επερωτήσεις. Οι εξεταστικές επιτροπές συνιστώνται για την εξέταση ειδικών ζητημάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Για την σύσταση απαιτείται απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση του ενός πέμπτου του συνόλου των βουλευτών. Ειδικά για θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών. Οι εξεταστικές επιτροπές έχουν όλες τις αρμοδιότητες των ανακριτικών αρχών και του εισαγγελέα πλημμελειοδικών και συντάσσουν αιτιολογημένο πόρισμα. Συνήθως οι εξεταστικές επιτροπές αποτελούν το προοίμιο της ποινικής δίωξης Υπουργών.
ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Ομαλή λήξη της θητείας / τακτική διάλυση
Η λήξη της βουλευτικής περιόδου με την εξάντληση της τετραετίας αποτελεί το μόνο τρόπο ομαλού τερματισμού του βίου της Βουλής. Η ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 53 παράγραφος 1 του Συντάγματος ήδη από το 1975 και παρέμεινε ανέπαφη και κατά την αναθεώρηση του 1986. Η ουσία της σχετικής ρύθμισης δεν προκαλεί ερμηνευτικές διχογνωμίες. Η λήξη της τετραετίας προσδιορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια με βάση την αρχή της, δηλαδή την ημέρα των εκλογών, κατά τις οποίες αναδείχθηκε η νέα Βουλή. Ποικιλία γνωμών και γενικά την προσοχή των συγγραφέων έχει, όμως, προκαλέσει η περίπτωση αυτή ως προς τη χρήση της ορολογίας που την αποδίδει.
δ. Διάλυση της Βουλής λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας
Εδώ πρόκειται για την ειδική περίπτωση διάλυσης της Βουλής για αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, εφόσον δεν επιτευχθεί στην τρίτη ψηφοφορία η αυξημένη πλειοψηφία των 3/5. Το είδος αυτό διάλυσης της Βουλής προβλέπεται στο άρθρο 32 του Συντάγματος,το οποίο προβλέπει αναλυτικά τη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο συντακτικός νομοθέτης, θέλοντας, ίσως, να καταδείξει τη σημαντικότητα της ευρείας αποδοχής του προσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας, θέλησε να «οχυρώσει» την εκλογή του με την υποχρέωση διάλυσης της Βουλής σε περίπτωση που η τελευταία δεν μπορέσει να αναδείξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο χαρακτήρας αυτής της διάλυσης είναι ειδικός και δεν αποτελεί μορφή διάλυσης, η οποία αναπτύχθηκε μέσα στα πλαίσια της συνταγματικοπολιτικής πραγματικότητας, αλλά καθιερώθηκε το 1975 στο Σύνταγμά μας και διατηρήθηκε και μετά την αναθεώρηση του 1986 ως συνδεόμενη με το συγκεκριμένο τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στην ειδική περίπτωση αυτής της διάλυσης, η διάλυση της Βουλής πραγματοποιείται υποχρεωτικά, «χάριν του Προέδρου», γι’ αυτό δε γεννά και προβλήματα ερμηνείας όσον αφορά το ζήτημα του ποια κυβέρνηση διενεργεί τις εκλογές, εφόσον υπάρχει κυβέρνηση πλειοψηφίας. Η υποχρεωτικότητα της διάλυσης δε δημιουργεί προβλήματα και στην περίπτωση που ο Πρωθυπουργός αρνείται να παράσχει την απαιτούμενη προσυπογραφή του στο διάταγμα διάλυσης της Βουλής. Μπορεί, λοιπόν, τότε ο Πρόεδρος να προβεί στη διάλυση χωρίς την προσυπογραφή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει κάποια ιδιαίτερη εξουσία, εφόσον πρόκειται για υποχρεωτική κατά το Σύνταγμα διάλυση.
Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΔΙΑΛΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Πρώτη φορά που εφαρμόστηκε η προεδρική διάλυση στη χώρα ήταν πριν από τις εκλογές του 1990 και συγκεκριμένα στις 5 Νοεμβρίου 1989. Στις εκλογές αυτές κανένα κόμμα δε συγκέντρωσε την απόλυτη πλειοψηφία. Επομένως η Βουλή που προήλθε από τις εκλογές αυτές διαλύθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 41 παρ.5 και 32 παρ.4 του Συντάγματος. Το Φεβρουάριο του 1990 πραγματοποιήθηκαν δύο 2ψηφοφορίες για ανάδειξη Προέδρου Δημοκρατίας όμως καμία δεν καρποφόρησε. Το Μάρτιο του ίδιου έτους ακολούθησαν εκλογές χωρίς όμως να συγκεντρωθεί η απαραίτητη πλειοψηφία. Έτσι ολοκληρώθηκε το πρώτο στάδιο της διαδικασίας εκλογής Προέδρου σύμφωνα με το άρθρο 32 του Συντάγματος. Τον ίδιο μήνα ανακοινώνεται τελικά η διάλυση της Βουλής των εκλογών του 1989 και προκηρύσσονται νέες για τον Απρίλιο του 1990 από την κυβέρνηση Ζολώτα.
ε. Διάλυση της Βουλής λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης
Αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης είναι η συνταγματικοπολιτική κατάσταση, κατά την οποία, μετά το πέρας της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα διερευνητικής διαδικασίας, διαπιστώνεται η αδυναμία συγκέντρωσης του απαιτούμενου αριθμού βουλευτών και η οποία, κατά συνέπεια, συνεπάγεται την υποχρεωτική διάλυση της Βουλής. Ο λόγος αυτός διάλυσης προβλέπεται ρητά στο άρθρο 37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄ και αποτελεί τη βαρύτερη περίπτωση αδυναμίας λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος. Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή, δεν υπάρχει δεδηλωμένη, είτε επειδή δεν υπάρχει πλειοψηφία (οντολογικό στοιχείο), είτε επειδή δεν υπάρχει η βούληση προς σχηματισμό κυβέρνησης (βουλητικό στοιχείο). Η διάλυση της βουλής για το λόγο αυτό είναι πλέον υποχρεωτική. Άπαξ και εμφανιστούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις, οφείλουν να εφαρμοσθούν οι διατάξεις περί διάλυσης της Βουλής, καθώς και η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης είναι λόγος διάλυσης με αντικειμενικό και αναγκαστικό χαρακτήρα.
Ο λόγος αυτός διάλυσης εφαρμόζεται αναλόγως και στην περίπτωση του άρθρου 38 παράγραφος 1 εδάφιο γ΄, δηλαδή στην περίπτωση παραίτησης κυβέρνησης που απολαμβάνει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή παραλείπονται οι διερευνητικές εντολές και η διαδικασία του άρθρου 37 παράγραφοι 2, 3, 4 και πάμε κατευθείαν στο 37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄. Αν, όμως, η παραιτούμενη κυβέρνηση δεν περιέχει πολιτικό κόμμα που έχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, τότε πάμε στην ευρεία διαδικασία των παραγράφων 2, 3, 4 του άρθρου 37. Αν και μετά από αυτή τη διαδικασία δεν προκύψει κυβέρνηση (ατελέσφορες διερευνητικές εντολές) τότε η διάλυση είναι υποχρεωτική και πάλι με το άρθρο 37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄. Όταν η παραιτούμενη κυβέρνηση (που στηρίζεται από κόμματα που κανένα μόνο του δε συγκεντρώνει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών) είναι η πρώτη κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης βουλευτικής περιόδου, ακολουθείται οπωσδήποτε η ευρεία / τακτική διαδικασία (άρθρο 37 παράγραφοι 2, 3, 4). Αν, όμως, είναι η δεύτερη, τότε υπάρχει διακριτική ευχέρεια ως προς το αν θα εφαρμοσθεί η ευρεία διαδικασία ή η συνοπτική (απευθείας διάλυση με το 37 παρ. 3 εδάφιο γ΄).
στ. Διάλυση της Βουλής λόγω κυβερνητικής αστάθειας
Κυβερνητική αστάθεια είναι η μετά από εναλλαγή δύο κυβερνήσεων πλειοψηφίας, μέσα στην ίδια βουλευτική περίοδο, από τη σύνθεση της Βουλής, προκαλούμενη και απειλούμενη στο μέλλον, εναλλαγή βραχύβιων κυβερνήσεων και η εντεύθεν αδυναμία εφαρμογής κυβερνητικού προγράμματος. Η κυβερνητική αστάθεια ως λόγος διάλυσης αναφέρεται ρητά στο άρθρο 41 παράγραφος 1 εδάφιο α. Πρόκειται για δυνητικό λόγο, ο οποίος εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που μετά την καταψήφιση δύο κυβερνήσεων (ή παραίτηση), υπάρχει η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Διότι, αν δεν υπάρχει, προηγείται η εφαρμογή του άρθρου 37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄ (περί αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης) και επομένως η διάλυση θα γίνει με αυτό (το 37 παρ. 3 εδ. γ΄) το άρθρο. Η διάλυση της Βουλής λόγω κυβερνητικής αστάθειας αποτελεί εξαίρεση από την αρχή της δεδηλωμένης, καθώς εφαρμόζεται όταν το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργεί μεν, με προβλήματα δε. Αντίθετα, η διάλυση λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης αποτελεί εφαρμογή και αναγκαίο αποτέλεσμα της τέλειας μορφής της αρχής της δεδηλωμένης.
ζ. Διάλυση της Βουλής προκειμένου να αντιμετωπισθεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 41 προβλέπει τη δυνατότητα της κυβέρνησης (που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης) να προτείνει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής, προκειμένου να εκφράσει ο λαός, μέσω των εκλογών, τη θέση του ως προς ένα ζήτημα εθνικό, εξαιρετικής σημασίας. Σύμφωνα με τον Α. Δημητρόπουλο, ο λόγος αυτός διάλυσης εντάσσεται στη γενικότερη μορφή της «δημοψηφισματικής διάλυσης» (σύμφωνα με το κριτήριο που αυτός ακολουθεί). Σύμφωνα, όμως, με το κριτήριο που ακολουθεί ο Βενιζέλος, πρόκειται για μια ακραιφνή μορφή «κυβερνητικής διάλυσης» εφόσον η κυβέρνηση έχει την πρωτοβουλία της διάλυσης αυτής.
Υπό το κράτος του προηγούμενου Συντάγματος (1975) υπήρχε διαφωνία ως προς το εάν είναι υποχρεωμένος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να διαλύσει τη Βουλή, επειδή το πρότεινε η κυβέρνηση (βλ. παραπάνω 3 γ), αν είναι δηλαδή δεσμευτική για τον Πρόεδρο η πρόταση της Κυβέρνησης. Οι διαφωνίες αυτές κόπασαν μετά την αναθεώρηση του 1986 και την απάλειψη της λέξης «δύναται» από το άρθρο 41 παράγραφος 2. Γίνεται πλέον γενικώς δεκτό ότι ο Πρόεδρος δεσμεύεται από το Σύνταγμα να διαλύσει τη Βουλή, εφόσον η κυβέρνηση το προτείνει σύμφωνα με το 41 παρ. 2 και δεν είναι δυνατή η εξέταση του αν όντως το ζήτημα «εθνικής» σημασίας («εξαιρετικής») είναι τέτοιο ώστε να μπορεί να οδηγήσει σε διάλυση. Η χάραξη της γενικής πολιτικής της χώρας ανήκει στην κυβέρνηση, επομένως μόνο αυτή μπορεί να προβεί στο χαρακτηρισμό ενός θέματος ως «εθνικού εξαιρετικής σημασίας», χωρίς να επιδέχεται αμφισβήτηση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Η «δημοψηφισματική» διάλυση είναι φυσικά δυνητική, καθώς ακόμα κι αν συντρέχει εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας η κυβέρνηση δεν υποχρεούται να ζητήσει τη διάλυση. Το αν θα γίνει η διάλυση εναπόκειται και θετικά και αρνητικά στην πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Το Σύνταγμα, όμως, έχει τον περιορισμό ότι η Βουλή που αναδείχθηκε από τις εκλογές (που έγιναν ως συνέπεια της «δημοψηφισματικής» διάλυσης) δεν μπορεί να διαλυθεί εξαιτίας του ίδιου θέματος.
Κατά το γράμμα του άρθρου 41 παράγραφος 2 «ο Πρόεδρος … διαλύει τη Βουλή μετά από πρόταση της κυβέρνησης, που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης …». Απαιτείται, λοιπόν, κυβέρνηση πλειοψηφίας, επομένως δεν μπορεί να προτείνει «δημοψηφισματική» διάλυση μια κυβέρνηση μειοψηφίας. Κυβερνήσεις μειοψηφίας είναι αδύνατον να προκύψουν εξ αρχής μετά την καθιέρωση της τέλειας αρχής της δεδηλωμένης. Πάρ’ όλα αυτά, είναι δυνατή η ύπαρξη κυβέρνησης επιγενόμενης μειοψηφίας, η οποία, δηλαδή, ανήλθε ως κυβέρνηση (αρχικής) πλειοψηφίας και στη συνέχεια έχασε αυτήν της πλειοψηφία, χωρίς όμως να μεσολαβήσει καταψήφιση. Στην περίπτωση αυτή, αλλά και στην πιο ακραία, κατά την οποία έχουν ήδη αποσχιστεί ή ανεξαρτητοποιηθεί βουλευτές, ώστε η κυβέρνηση να μην απολαμβάνει πλέον της πλειοψηφίας, γεννώνται ειδικά ζητήματα σχετικά με το κατά πόσον ο Πρόεδρος μπορεί να δεχθεί την πρόταση αυτής της κυβέρνησης μειοψηφίας για «δημοψηφισματική διάλυση».
η. Ποια κυβέρνηση διενεργεί τις εκλογές;
Ξεκινούμε από το γενικό κανόνα του άρθρου 41 παράγραφος 1 εδάφιο β΄ που λέει πως «οι εκλογές ενεργούνται από την κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής». Επίσης, στο άρθρο 37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄ προβλέπεται ο διορισμός υπηρεσιακής προεκλογικής κυβέρνησης, όταν είναι αδύνατος ο σχηματισμός κυβέρνησης. Υπάρχουν, λοιπόν οι εξής περιπτώσεις:
- Στην περίπτωση της ομαλής λήξης της θητείας, τις εκλογές διενεργεί η απερχόμενη κυβέρνηση πλειοψηφίας.
- Στην περίπτωση της διάλυσης λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας (32 παράγραφος 4), τις εκλογές διενεργεί η υπάρχουσα κυβέρνηση πλειοψηφίας.
- Στην περίπτωση της διάλυσης λόγω αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης, τις εκλογές διενεργεί είτε κυβέρνηση συνεργασίας όλων των κομμάτων (37 παράγραφος 3 εδάφιο γ΄), είτε, σε περίπτωση αποτυχίας σχηματισμού τέτοιας κυβέρνησης, υπηρεσιακή κυβέρνηση (κατά τα οριζόμενα στη συνέχεια του εδαφίου γ΄ του άρθρου 37 παράγραφος 3).
- Στην περίπτωση της διάλυσης για την αντιμετώπιση θέματος εθνικού εξαιρετικής σημασίας (άρθρο 41 παράγραφος 2) τις εκλογές διενεργεί η κυβέρνηση πλειοψηφίας που τις εισηγείται.
- Στην περίπτωση της διάλυσης λόγω καταψήφισης ή παραίτησης δύο κυβερνήσεων και κυβερνητικής αστάθειας, διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: α) Αν η διάλυση γίνει στο «νεκρό σημείο» κατά το οποίο έχει παραιτηθεί η δεύτερη, τρίτη κ.ο.κ. κυβέρνηση και δεν έχει ορκισθεί νέα, τις εκλογές διενεργεί υπηρεσιακή κυβέρνηση β) Αν η διάλυση γίνει ενώ υπάρχει κυβέρνηση (η τρίτη, τέταρτη κ.ο.κ.) εν ενεργεία, τότε η κυβέρνηση αυτή πλειοψηφίας διενεργεί τις εκλογές.
ΑΝΑΒΙΩΣΗ – ΠΑΡΑΤΑΣΗ ΒΟΥΛΗΣ
Η διαλυθείσα Βουλή μπορεί να αναβιώσει ή εάν δεν έχει λήξει η περίοδος αλλά βρίσκεται στο τέλος της παρατείνεται, σε τρείς περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις :
1.Σε κατάσταση πολιορκίας για να εγκρίνει η Βουλή την συνέχιση των μέτρων περί καταστάσεως πολιορκίας ( 48παρ.2).
2. Σε περίπτωση πολέμου (53 παρ.3)
3. Σε περίπτωση αδυναμίας του ΠτΔ να ασκήσει τα καθήκοντα του για πάνω από 30 ημέρες (34παρ.2).
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Το Σύνταγμα ορίζει ότι το πολίτευμα της χώρας είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία (αρ. 1 παρ. 1). Ο όρος Προεδρευομένη δηλώνει ότι το πολίτευμα δεν είναι Βασιλευομένη Δημοκρατία όπως ήταν υπό το Σύνταγμα του 1952 και επίσης δεν είναι Προεδρική Δημοκρατία, στοιχείο το οποίο υποδηλώνεται επίσης από τον όρο «Κοινοβουλευτική». Νομικό καθεστώς Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (ΠτΔ) είναι κατά το Σύνταγμα ο ρυθμιστής του πολιτεύματος (αρ. 30 παρ.1), πρέπει δηλαδή να είναι υπεράνω κομμάτων και της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής, να παρεμβάλλεται ανάμεσα στην Κυβέρνηση και την Βουλή, αλλά και ανάμεσα στην πλειοψηφία και μειοψηφία για την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος.
Εκλογιμότητα και διάρκεια θητείας Για να εκλεγεί κάποιος ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να έχει τα εξής τέσσερα προσόντα(αρ.31)
α. να είναι έλληνας πολίτης από πέντε τουλάχιστον έτη 37
β. να έχει από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή
γ. να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του
δ. να έχει την νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν Δύο είναι τα κωλύματα εκλογιμότητας: επανεκλογή του ιδίου προσώπου επιτρέπεται μία μόνο φορά(αρ.30 παρ. 5) και ο Πρόεδρος που έχει παραιτηθεί πριν από την λήξη της θητείας του δεν μπορεί να είναι υποψήφιος στην εκλογή που ακολουθεί λόγω της παραίτησης του(αρ.32, ερμην. δήλωση) παράδειγμα: περίπτωση Κ. Καραμανλή το 1985. Η θητεία του ΠτΔ είναι πενταετής και αρχίζει από την ορκωμοσία του. 3.3 Διαδικασία εκλογής Το Σύνταγμα προβλέπει έμμεση εκλογή του προέδρου από την Βουλή (αρ.32). Η εκλογή γίνεται με ονομαστική ψηφοφορία σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής, ένα τουλάχιστον μήνα προ της λήξης της θητείας του απερχομένου Προέδρου. Εάν η θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας λήξει πρόωρα, τότε η συνεδρίαση για την εκλογή του νέου Προέδρου συγκαλείται μέσα σε δέκα ημέρες το αργότερο από την επέλευση του γεγονότος που οδήγησε στην πρόωρη λήξη της θητείας. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει διαδικασία υποβολής υποψηφιοτήτων αλλά ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπει ότι προτάσεις μπορούν να γίνουν από τις κοινοβουλευτικές ομάδες. Το Σύνταγμα απαιτεί κατ’ αρχήν αυξημένη πλειοψηφία για την εκλογή του ΠτΔ, εάν αυτή δεν επιτευχθεί τότε η Βουλή διαλύεται, προκηρύσσονται εκλογές και η νέα Βουλή εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας(αρ.32). Εάν η διαδικασία εκλογής του νέου Προέδρου δεν περαιωθεί εγκαίρως, ο απερχόμενος Πρόεδρος ασκεί τα καθήκοντα του και μετά την λήξη της θητείας του μέχρι να αναδειχθεί νέος Πρόεδρος (αρ.32 παρ.6) Η διαδικασία εκλογής έχει ως εξής: 1η ψηφοφορία 200/300 2η ψηφοφορία 200/300 3η ψηφοφορία 180/300 (Εάν δεν επιτευχτεί εκλογή του Προέδρου, διάλυση της Βουλής και προκήρυξη εκλογών.) Νέα Βουλή: 4η ψηφοφορία 180/300 5η ψηφοφορία 151/300 6η ψηφοφορία σχετική πλειοψηφία, δηλ. όποιος έρθει πρώτος από τους 2 υποψηφίους της 5η ψηφοφορίας. Σε περίπτωση ισοψηφίας τότε διενεργείται κλήρωση. Αναπλήρωση Προέδρου Δημοκρατίας Το Σύνταγμα ορίζει ότι τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αναπληρώνει προσωρινά ο Πρόεδρος της Βουλής, εάν δεν υπάρχει Βουλή ο Πρόεδρος της τελευταίας Βουλής και εάν αυτός αρνείται ή δεν υπάρχει η Κυβέρνηση συλλογικά (αρ.34 παρ.1). Όσο διαρκεί η αναπλήρωση δεν εφαρμόζονται α)οι διατάξεις για την διάλυση της Βουλής πλην της περιπτώσεως της αυτοδίκαιης διάλυσης για την εκλογή νέου Προέδρου Δημοκρατίας β) οι διατάξεις για την παύση της Κυβέρνησης και γ) οι διατάξεις για την προσφυγή σε δημοψήφισμα (αρ.34 παρ.1 εδ. β) Ζήτημα προκύπτει εάν κατά την αναπλήρωση του ΠτΔ από τον Πρόεδρο της Βουλής, ο τελευταίος ψηφίζει για την ανάδειξη του Προέδρου της Δημοκρατίας όπως συνέβη το 1985. Τότε ο αναπληρών τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Βουλής Ιωαν. Αλευράς, είχε συμμετάσχει στην ψηφοφορία στην Βουλή. Σε άλλα συντάγματα με αντίστοιχη διάταξη και μια μόνο Βουλή(πχ πορτογαλικό) υπάρχει διάταξη που προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή της βουλευτικής ιδιότητας του Προέδρου της Βουλής, για όσο χρόνο αυτός αναπληρώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Στην περίπτωση που ο ΠτΔ αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντα του άνω των τριάντα ημερών τότε συγκαλείται υποχρεωτικά η Βουλή για να αποφασίσει με πλειοψηφία δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών, εάν συντρέχει περίπτωση εκλογής νέου Προέδρου(αρ.34 παρ.2).
Κανόνες που διέπουν τις πράξεις του ΠτΔ.
Οι ενέργειες του Προέδρου της Δημοκρατίας διέπονται από την αρχή της νομιμότητας (αρ.50) και τον κανόνα της υπουργικής προσυπογραφής(αρ.35 παρ.1 εδ.α). Ειδικότερα ο ΠτΔ εκφράζει την κρατική βούληση και παράγει κανόνες δικαίου με πράξεις οι οποίες ονομάζονται Προεδρικά Διατάγματα, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι συμπράττει και προσυπογράφει ο αρμόδιος ή οι αρμόδιοι υπουργοί. Εάν τα Προεδρικά Διατάγματα δεν προσυπογραφούν και δεν δημοσιευθούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δεν υπάρχουν. Πριν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπογράψει προβαίνει σε έλεγχο νομιμότητας δηλαδή ελέγχει εάν το σχέδιο είναι προφανώς παράνομο και εκφράζει εμπιστευτικά την άποψη του στον αρμόδιο υπουργό. Εάν ο τελευταίος επιμείνει τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αρνηθεί να υπογράψει, εφόσον η άρνηση του δεν συνεπάγεται ποινικές ευθύνες. Ο Πρόεδρος προβαίνει και σε έλεγχο σκοπιμότητας εάν πρόκειται για διάταγμα κανονιστικό ή ατομικό που εκδίδεται όμως με διακριτική ευχέρεια, εάν έχει αντίρρηση απευθύνεται πάλι εμπιστευτικά στο αρμόδιο υπουργό, εάν όμως ο τελευταίος επιμείνει ο πρόεδρος οφείλει να υπογράψει. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να τροποποιήσει το διάταγμα.
Υπάρχουν εξαιρέσεις από την προσυπογραφή και αυτές είναι οι εξής:
α)ο διορισμός του πρωθυπουργού
β)η ανάθεση διερευνητικής εντολής 39
γ) η διάλυση της Βουλής εάν δεν την προσυπογράψει ο Πρωθυπουργός δ) η προκήρυξη εκλογών μόλις λήξει η βουλευτική περίοδος εάν δεν την υπογράψει το Υπουργικό Συμβούλιο
ε) η αναπομπή ψηφισμένου νομοσχεδίου
στ)ο διορισμός του προσωπικού της Προεδρίας της Δημοκρατίας
η)η απαλλαγή από τα καθήκοντα της κυβέρνησης που παραιτήθηκε ή από την οποία η Βουλή απέσυρε την εμπιστοσύνη της εάν δεν προσυπογράψει ο πρωθυπουργός. Το διάταγμα για την προκήρυξη δημοψηφίσματος το προσυπογράφει ο Πρόεδρος της Βουλής.
Οι σημαντικότερες πράξεις του ΠτΔ
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να απευθύνει διαγγέλματα προς τον λαό που προσυπογράφονται από τον πρωθυπουργό και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι χαιρετισμοί της πρωτοχρονιάς και των επετείων θεωρούνται απλές εθιμοτυπικές πράξεις. Επίσης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα απαραίτητα για την εκτέλεση των νόμων διατάγματα (αρ.43).
Όσον αφορά τον διορισμό του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης θα πρέπει να αναφέρουμε ότι το Σύνταγμα θέτει ένα αυστηρό πλαίσιο και η περιπτωσιολογία εξασφαλίζει την ουδετερότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η διαδικασία ρυθμίζεται από το άρθρο 37 του Συντάγματος. Ειδικότερα μετά τις εκλογές:
Α)Αν υπάρχει κόμμα με απόλυτη πλειοψηφία τότε ο ΠτΔ διορίζει τον αρχηγό του ως πρωθυπουργό.
Β)Εάν κανένα κόμμα δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία τότε:
ι. 1η διερευνητική εντολή στον αρχηγό του 1ου κόμματος, εάν αποτύχει τότε
ιι. 2η διερευνητική εντολή στον αρχηγό του 2ου κόμματος, εάν αποτύχει τότε
ιιι. 3η διερευνητική εντολή στον αρχηγό του 3ου κόμματος
ιν .εάν αποτύχουν οι ανωτέρω προσπάθειες τότε πραγματοποιείται διάσκεψη αρχηγών υπό τον ΠτΔ για σχηματισμό Κυβέρνησης που θα έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής Εάν και σε αυτή την τελευταία περίπτωση δεν επιτευχθεί σχηματισμός κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής τότε προκηρύσσονται εκλογές και τις διενεργεί είτε Κυβέρνηση απ’ όλα τα κόμματα, είτε Κυβέρνηση υπό πρόεδρο ανωτάτου δικαστηρίου. Την όλη διαδικασία διέπει η «αρχή της δεδηλωμένης» εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση. Άλλη σημαντική πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι η διάλυση της Βουλής. Το Προεδρικό διάταγμα κατ’ αρχήν προσυπογράφεται αλλά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπό 40 εξαιρετικές περιστάσεις μπορεί να διαλύσει την Βουλή και χωρίς προσυπογραφή. Τρεις είναι οι περιπτώσεις διάλυσης της Βουλής:
ι. με κυβερνητική πρωτοβουλία(αρ.41 παρ.2) από Κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, για αντιμετώπιση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας.
ιι. με προεδρική πρωτοβουλία (αρ.41 παρ.1) μετά από πτώση δύο Κυβερνήσεων και η σύνθεση της Βουλής δεν εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα.
ιιι. Υποχρεωτική από το Σύνταγμα εάν δεν επιτευχθεί εκλογή του Προέδρου της δημοκρατίας από την Βουλή(αρ.32 παρ. 4 εδ. α) ή εάν μετά από εκλογές η σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό των Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν δίνει Κυβέρνηση με δεδηλωμένη (αρ.37 παρ.3 εδ.α). Στις περιπτώσεις του αρ.41 παρ.1 και 32 παρ.4 εδ. α, εάν ο Πρωθυπουργός αρνείται την προσυπογραφή του Προεδρικού Διατάγματος διάλυσης της Βουλής, αυτό μπορεί να εκδοθεί και χωρίς προσυπογραφή. Μια άλλη σημαντική πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι η αναπομπή ψηφισμένου νομοσχεδίου (αρ.42). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει και δημοσιεύει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί από την Βουλή. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στην Βουλή ψηφισμένο νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου μέσα σε ένα μήνα από την ψήφιση του. Τότε αυτό επανεισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής και εάν επιψηφιστεί και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών ο Πρόεδρος υποχρεούται να το εκδώσει και να το δημοσιεύσει. Η αρμοδιότητα αυτή δεν έχει ποτέ ασκηθεί από κανέναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας από το 1975 και μετά. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 1, σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στην Βουλή μέσα σε σαράντα μέρες από την έκδοσή τους ή από την σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Εάν δεν υποβληθούν μέσα σ’ αυτές τις προθεσμίες ή εάν δεν εγκριθούν από την Βουλή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν. Η αναθεώρηση του 1986 προέβλεψε δύο είδη δημοψηφίσματος (αρ.44 παρ.2): ένα αποφασιστικό και νομοθετικό και ένα συμβουλευτικό. Το πρώτο αποτελεί εμβόλιμη φάση στην νομοθετική διαδικασία και απαιτεί ψηφισμένο νομοσχέδιο. Το νομοσχέδιο πρέπει να ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα εκτός από τα δημοσιονομικά. Το δημοψήφισμα προκηρύσσεται με διάταγμα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εφόσον όμως προηγουμένως αυτό έχει αποφασιστεί από τα 3/5 του συνόλου των βουλευτών (180 βουλευτές), ύστερα από πρόταση των 2/5 του συνόλου των βουλευτών(120 βουλευτές). Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να εκδώσει το ψηφισμένο νομοσχέδιο παρά μόνο εάν η Βουλή απορρίψει την πρόταση δημοψηφίσματος, ή 41 αφότου το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος γίνει οριστικό. Είναι ευνόητο ότι σ’ αυτήν την περίπτωση ο ΠτΔ δεν μπορεί να αναπέμψει το νομοσχέδιο. Η δεύτερη περίπτωση δημοψηφίσματος είναι αυτή στην οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με διάταγμα προκηρύσσει δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα μετά από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των βουλευτών ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Από την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 και έπειτα ουδέποτε έχει προκηρυχθεί δημοψήφισμα. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να χαρίζει, μετριάζει ή να μετατρέπει ποινές μετά από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη του συμβουλίου χαρίτων που αποτελείται από δικαστές(αρ.47 παρ.1). Αμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα με νόμο που ψηφίζει η Βουλή με πλειοψηφία 3/5 του συνόλου των βουλευτών(αρ.47 παρ.3). Η κατάσταση πολιορκίας (αρ.48) αποτελεί την θεσμική έκφραση του λεγομένου δικαίου της ανάγκης. Σε περίπτωση σημαντικών κινδύνων που απειλούν την υπόσταση του Κράτους και το δημοκρατικό πολίτευμα, είναι επιτρεπτή μια προσωρινή κάμψη των κανόνων δημοκρατικής λειτουργίας με σκοπό την επιβίωση του Κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το Σύνταγμα μας επιτρέπει την προσφυγή στην κατάσταση πολιορκίας σε τέσσερεις περιπτώσεις:
α. πόλεμος
β. επιστράτευση εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων
γ. άμεση απειλή κατά της εθνικής ασφάλειας
δ. εκδήλωση ενόπλου κινήματος για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται είναι τα εξής: α. αναστέλλεται η ισχύς του συνόλου ή μέρους συνταγματικών διατάξεων που προστατεύουν τα ατομικά δικαιώματα
β. τίθεται σε εφαρμογή σε όλη την Επικράτεια ή σε τμήμα της ο νόμος για την κατάσταση πολιορκίας γ. συνιστώνται εξαιρετικά δικαστήρια. Το αρμόδιο όργανο για την κατάσταση πολιορκίας είναι κατ’ αρχήν η Βουλή και επικουρικώς ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Την απόφαση λαμβάνει κατ’ αρχήν η Βουλή μετά από πρόταση της Κυβέρνησης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δημοσιεύει την απόφαση της Βουλής. Η διάρκεια ισχύος των μέτρων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 15 ημέρες, η δε απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία 3/5 του συνολικού αριθμού των βουλευτών(180/300). Εάν η Βουλή είναι απούσα ή δεν μπορεί να συγκληθεί τα μέτρα λαμβάνονται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Το διάταγμα αυτό υποβάλλεται στην Βουλή για έγκριση μόλις καταστεί δυνατή η σύγκλισή της και πάντως μέσα σε δεκαπέντε ημέρες το αργότερο. Η απόφαση της Βουλής για την έγκριση του Προεδρικού Διατάγματος λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών (151/300). Αφότου αρχίσουν να ισχύουν τα μέτρα της καταστάσεως 42 πολιορκίας ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ύστερα από πρόταση της Κυβέρνησης μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου για την αντιμετώπιση της κρίσης και την αποκατάσταση της λειτουργίας των συνταγματικών θεσμών. Οι πράξεις αυτές πρέπει να υποβληθούν στην Βουλή για κύρωση μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την έκδοσή τους ή από την σύγκλιση της Βουλής σε σύνοδο αλλιώς παύουν να ισχύουν στο εξής. Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου του αρ. 48παρ.5 περί καταστάσεως πολιορκίας και του αρ.44 παρ. 1 είναι όμοιες αλλά αυτές του αρ.48 υπόκεινται σε στενότερες προθεσμίες.
Ευθύνη του ΠτΔ
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει αστική και ποινική ευθύνη. Σε αντίθεση με τον βασιλέα ο οποίος ήταν ποινικά ανεύθυνος για όλες τις πράξεις του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει ποινική ευθύνη. Κατ’ εξαίρεση δεν ευθύνεται για πράξεις που έχει ενεργήσει κατά την άσκηση των καθηκόντων του πλην των περιπτώσεων της εσχάτης προδοσίας και της εκ προθέσεως παραβίασης του συντάγματος (αρ.49 παρ.1). Η πρόταση για κατηγορία και παραπομπή του Προέδρου σε δίκη, υποβάλλεται στην Βουλή υπογεγραμμένη από το ένα τρίτο τουλάχιστον των βουλευτών, και γίνεται αποδεκτή με πλειοψηφία των δύο τρίτων του συνόλου των βουλευτών. Εφόσον η πρόταση γίνει αποδεκτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παραπέμπεται στο ειδικό δικαστήριο του άρθρου 86 παρ. 4 Σ.
ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Η παράγραφος 2 του άρθρου 30 Συντ. καθιερώνει ένα ευρύτατο ασυμβίβαστο του προεδρικού αξιώματος με κάθε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο. Η ευρύτητα του προεδρικού ασυμβιβάστο οφείλεται όχι τόσο στο γεγονός ότι ο ΠτΔ διαθέτει αρμοδιότητες καίριας σημασίας (οι περισσότερες αρμοδιότητες του είναι, άλλωστε, ονομαστικές, αφού τις ουσιαστικές αρμοδιότητες διατηρεί η Κυβέρνηση συλλογικά κατά το άρθρο 82 παρ.1 Συντ. και ο κάθε υπουργός ατομικά με την προσυπογραφή του στις πράξεις του ΠτΔ κατά το άρθρο 35 παρ. 1 Συντ., όσο στο ότι ο ΠτΔ καθ΄ όλη τη διάρκεια της θητείας του είναι σύμβολο εθνικής ενότητας και διαιτητής των κανόνων του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού. Κατά συνέπεια, και μόνο χάριν αυτού του ισχυρού συμβολισμού, η άσκηση των προεδρικών αρμοδιοτήτων δεν επιτρέπεται να συνδυάζεται με παράλληλες δραστηριότητες, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με τη συνταγματική φυσιογνωμία του αξιώματος.
Ανάλυση του άρθρου 42 παρ.1 εδ. β΄ Συντ.
Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 42 παρ. 1εδ β’ του Συντάγματος φαίνεται να επιτρέπει την κατάφαση της εκδοχής περί αναπομπής ψηφισμένου νομοσχεδίου λόγω αντισυνταγματικότητας ορισμένων διατάξεων του νομοθετήματος. Ωστόσο, η συστηματική ερμηνεία της σχετικής συνταγματικής διάταξης οδηγεί σε μία σαφή οριοθέτηση αυτής της προεδρικής αρμοδιότητας. Κατ΄ αρχήν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ρυθμιστής του πολιτεύματος οφείλει να απέχει από επιλογές ή έστω αξιολογήσεις, που θα συνιστούσαν παρέμβαση στην άσκηση πολιτικής, και ιδίως της νομοθετικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, η αναπομπή ψηφισμένου νόμου για λόγους που αφορούν το ουσιαστικό περιεχόμενο των κανόνων του θα ήταν ευθέως αντισυνταγματική. Επιπλέον, η αναπομπή των νόμων είναι μία διαδικασία που υποκαθιστά την έκδοση τους, επομένως θα πρέπει να διεξάγεται για τους ίδιους λόγους με αυτήν, δηλαδή μόνο εφόσον πρόκειται για έλεγχο της εσωτερικής τυπικής αντισυνταγματικότητας του νόμου. (έλεγχος της τήρησης της συνταγματικά ορισμένης διαδικασίας για την ψήφιση του νόμου από τη Βουλή.
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Η Κυβέρνηση είναι μετά το Πρόεδρο της Δημοκρατίας το ανώτατο όργανο εκτελεστικής εξουσίας αλλά ουσιαστικά είναι το κύριο όργανο διακυβέρνησης της χώρας και αυτό διότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στο δικό μας πολίτευμα, δεν συμμετέχει στην χάραξη πολιτικής.
Συγκρότηση
Την Κυβέρνηση αποτελεί το Υπουργικό Συμβούλιο που απαρτίζεται από τον Πρωθυπουργό και του Υπουργούς (αρ.81 παρ.1) και τον/τους αντιπροέδρο (ους) εάν αυτοί υπάρχουν. Υπό ευρεία έννοια, η Κυβέρνηση περιλαμβάνει και τους αναπληρωτές υπουργούς, τους υπουργούς άνευ χαρτοφυλακίου ή επικρατείας και τους υφυπουργούς. Εάν το προβλέπει ο νόμος, οι υφυπουργοί μπορούν να είναι μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου. Οι αρμοδιότητες των υπουργείων καθορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα. Κανένας δεν μπορεί να οριστεί μέλος της Κυβέρνησης ή υφυπουργός ένα δεν συγκεντρώνει τα προσόντα του βουλευτή(αρ.81 παρ.2). Τον Πρωθυπουργό και του Υπουργούς, διορίζει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά η Κυβέρνηση παραμένει στην εξουσία, μόνο αφού λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από την Βουλή και καθ’ όσο χρονικό διάστημα έχει την εμπιστοσύνη αυτή.
Αρμοδιότητες.
Η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει την γενική πολιτική της χώρας. Για την υλοποίηση αυτής της συνταγματικής επιταγής ο κρατικός μηχανισμός βρίσκεται υπό την Κυβέρνηση με εξαίρεση τα όργανα που αποτελούν την νομοθετική και δικαστική εξουσία (βουλή και δικαστήρια). Η Κυβέρνηση αποτελεί ενιαία νομικοπολιτική οντότητα εντός του κοινοβουλευτικού συστήματος και ως συλλογικό όργανο είναι υπεύθυνη ενώπιον της Βουλής. Οι υπουργοί εφαρμόζουν την ίδια κυβερνητική πολιτική, είναι συλλογικώς υπεύθυνοι για την πολιτική της Κυβέρνησης (αρ.85 εδ.α) και οφείλουν την θέση τους στο πρωθυπουργό, διότι με δική του πρόταση διορίζονται και παύονται(αρ.37 παρ.1).
Ο Πρωθυπουργός
Είναι το σημαντικότερο πρόσωπο της Κυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειες της καθώς και των δημοσίων υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στο πλαίσιο των νόμων(αρ.82 παρ.2). Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο Πρωθυπουργός είναι primus solus και όχι primus inter partes. Η σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι στην διακριτική του ευχέρεια αφού με δική του πρόταση ο ΠτΔ διορίζει και παύει τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου(αρ.37 παρ.1). Ο Πρωθυπουργός συνήθως επιλέγει τους υπουργούς του από τους βουλευτές του κόμματος του, αλλά δεν έχει τέτοια νομική υποχρέωση και μερικές φορές ορισμένοι υπουργοί δεν είναι βουλευτές. Ο Πρωθυπουργός προεδρεύει του Υπουργικού συμβουλίου και των λοιπών συλλογικών κυβερνητικών οργάνων. Βεβαίως, ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση του πρέπει να έχουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Παραίτηση του Πρωθυπουργού σημαίνει και παραίτηση της Κυβέρνησης. Εάν ο Πρωθυπουργός δεν μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντα του τότε την αδυναμία διαπιστώνει η Βουλή με απόφαση της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών ύστερα από πρόταση της κοινοβουλευτικής ομάδας στην οποία ανήκει ο Πρωθυπουργός. Σε κάθε άλλη περίπτωση η πρόταση υποβάλλεται τουλάχιστον από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών(αρ.38 παρ.2). Πρόταση εμπιστοσύνης και δυσπιστίας (αρ.84). Μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού η Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής(αρ.84 παρ.1 εδ. β). Ψήφος εμπιστοσύνης μπορεί να ζητηθεί και από την Κυβέρνηση οποτεδήποτε άλλοτε. Η πρόταση εμπιστοσύνης πρέπει να γίνει δεκτή από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών(120/300). Παρ’ όλο που δεν αναφέρεται ρητά στο Σύνταγμα, θεωρείται ότι η Κυβέρνηση αποδοκιμάζεται εάν η Βουλή δεν εγκρίνει τον προϋπολογισμό. Επίσης η Κυβέρνηση, δεν μπορεί να κυβερνήσει, εάν παύσουν να την στηρίζουν 151 βουλευτές. Η Βουλή μπορεί με απόφαση της να αποσύρει την εμπιστοσύνη από την Κυβέρνηση ή από μέλος της. Η πρόταση δυσπιστίας πρέπει να είναι υπογραμμένη από το 1/6 των βουλευτών (50/300). Η πρόταση δυσπιστίας για να γίνει δεκτή πρέπει να ψηφιστεί από την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών(151/300). Η πρόταση δυσπιστίας δεν μπορεί να υποβληθεί πριν την πάροδο εξαμήνου από την απόρριψη προηγούμενης πρότασης δυσπιστίας. Μόνο στην περίπτωση που είναι υπογεγραμμένη από την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών (151/300) μπορεί να υποβληθεί την πάροδο εξαμήνου. Η υιοθέτηση πρότασης δυσπιστίας κατά συγκεκριμένου Υπουργού συνεπάγεται την απομάκρυνση αυτού και όχι την πτώση της Κυβέρνησης. Δεν είναι γνωστή η περίπτωση κατά την οποία η Βουλή έχει αποσύρει την εμπιστοσύνη της από μεμονωμένο Υπουργό μέχρι σήμερα. Η πρόταση εμπιστοσύνης και δυσπιστίας που εξαρτά την παραμονή της Κυβέρνησης στην εξουσία από την εμπιστοσύνη της Βουλής είναι το βασικό χαρακτηριστικό του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Η ευθύνη των Υπουργών Ενώ οι βουλευτές έχουν το ανεύθυνο για έκφραση γνώμης και ψήφου, οι Υπουργοί έχουν κοινοβουλευτική, αστική και ποινική ευθύνη. Χωρίς τον φόβο της ποινικής ευθύνης η κοινοβουλευτική ευθύνη από μόνη της ίσως να μην ήταν αποτελεσματική. Το νομικό καθεστώς της ποινικής ευθύνης των Υπουργών ρυθμίζει το άρθρο 86 του Συντάγματος που εισάγει εξαίρεση από τις ρυθμίσεις των άρθρων 96 και 97 περί αρμοδιότητας ποινικών δικαστηρίων. Η ειδική μεταχείριση των Υπουργών είναι κυρίως δικονομική και αφορά τα πλημμελήματα και κακουργήματα που έχουν τελέσει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η διαδικασία διαιρείται σε δύο μέρη, πρώτον η Βουλή και όχι ο εισαγγελέας, διενεργεί προκαταρκτική εξέταση και ασκεί την ποινική δίωξη και εν συνεχεία επιλαμβάνεται Ειδικό Δικαστήριο που αποτελείται από έξι μέλη του Συμβουλίου Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου.
ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
Τα δικαστήρια είναι όργανα του κράτους τα οποία είναι αρμόδια για την απονομή της δικαιοσύνης και συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Διακρίσεις: Τα δικαστήρια διακρίνονται σε :
α. Τακτικά, είναι αυτά που προβλέπονται από πάγιες διατάξεις και έχουν αρμοδιότητα να δικάζουν όλες τις υποθέσεις. Το Σύνταγμα προβλέπει τρεις κλάδους τακτικών δικαστηρίων, τα πολιτικά, τα ποινικά και τα διοικητικά. Πρέπει να αναφερθούν επίσης τα μικτά ορκωτά δικαστήρια τα οποία εκδικάζουν τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα και συγκροτούνται από τακτικούς δικαστές και ενόρκους (αρ.97 παρ.1)
β. Τα ειδικά που και αυτά προβλέπονται από πάγιες διατάξεις αλλά εκδικάζουν μόνο ορισμένες υποθέσεις. Τέτοια είναι παραδείγματος χάρη το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του αρ. 100 του Συντάγματος, το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Ειδικό Δικαστήριο ευθύνης Υπουργών, τα διαρκή στρατοδικεία κ.α
γ. Τα έκτακτα, τα οποία συγκροτούνται εκ των υστέρων μετά την τέλεση της πράξεως για να δικάσουν ορισμένα άτομα ή ορισμένη υπόθεση (πχ. το έκτακτο στρατοδικείο που δίκασε και καταδίκασε του Έξι μετά την μικρασιατική καταστροφή). Το Σύνταγμα μας απαγορεύει την ύπαρξη εκτάκτων δικαστηρίων (αρ.8 εδ.β)
δ. Τα εξαιρετικά, είναι τα δικαστήρια που προβλέπονται κατά την εφαρμογή του νόμου της καταστάσεως πολιορκίας, στα οποία μπορεί υπάγονται κάθε είδους εγκλήματα μη στρατιωτικών.
Δικαστική ανεξαρτησία
Τα δικαστήρια απαρτίζονται από τακτικούς δικαστές οι οποίοι είναι δημόσιοι λειτουργοί που κατ΄ επάγγελμα απονέμουν δικαιοσύνη. Απολαμβάνουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία ώστε να επιτελούν τα καθήκοντα τους ανεπηρέαστοι και με μόνο γνώμονα την συνείδηση τους. Οι δικαστικοί λειτουργοί κατά το Σύνταγμα (αρ.88 παρ. 1) διορίζονται με προεδρικό διάταγμα σύμφωνα με νόμο που ορίζει τα προσόντα και την διαδικασία επιλογής τους. Το σύστημα που έχει καθιερωθεί δια νόμου είναι αυτό του διαγωνισμού για την εισαγωγή στην Εθνική Σχολής Δικαστών. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία ή να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα (αρ.89) Ως λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών χαρακτηρίζεται η ανεξαρτησία τους απέναντι στις δύο άλλες εξουσίες δηλαδή την εκτελεστική και την νομοθετική. Αποκλείεται η κατάργηση δικών και η εξαφάνιση δικαστικών αποφάσεων με νομοθετικές διατάξεις. Επίσης τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορούν να ασκήσουν κανενός είδους ιεραρχικό, προληπτικό ή 46 κατασταλτικό έλεγχο στους δικαστές κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, οι δε δικαστικές αποφάσεις δεν υπόκεινται στην έγκριση των διοικητικών οργάνων. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους (αρ.87 παρ.2). Όσον αφορά την προσωπική ανεξαρτησία η βάση της είναι η ισοβιότητα των δικαστών. Την ισοβιότητα συμπληρώνουν και άλλα στοιχεία όπως το ότι την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών την κρίνουν δικαστήρια ή συλλογικά όργανα, τα δικαστικά συμβούλια που συγκροτούνται μόνο από δικαστικούς, ενώ τα πειθαρχικά συμβούλια συγκροτούνται μόνο από δικαστικούς και ενίοτε από καθηγητές πανεπιστημίου που είναι δημόσιοι λειτουργοί.
