4. ΝΟΜΛΟΓΙΑ ΣΤΕ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ

Σημειώσεις Γενική Παιδεία Δικαιοσυνη

Εισήγηση της Χ. Μπολόφη, Παρέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο σεμινάριο της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών ΣτΕ της 29.10.2015
                                         
ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΕΤΩΝ 2013-2015
ΣΕ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΙΘΑΓΕΝΕΙΑΣ – ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ
 
 

ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ

 
ΣτΕ 2663/2015 (απόρριψη αιτήματος καθορισμού ιθαγενείας)
Σύμφωνα με το άρθρο 32 δις του Κ.Ε.Ι, που προστέθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 481/1968, αναγνωρίζονται από της γεννήσεώς τους (βλ. ΣτΕ 3531/2001) ως Ελληνίδες υπήκοοι, ανεξαρτήτως της εγγραφής τους στα ελληνικά δημοτολόγια, εκείνες οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες στα μητρώα των προξενικών αρχών της Αιγύπτου και αναγνωρίζονταν ως Ελληνίδες πολίτες από τις εγχώριες προξενικές αρχές. Η κατά το ανωτέρω άρθρο, όμως, αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας τελεί υπό την αρνητική προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενες δεν έχουν απολέσει την ελληνική τους ιθαγένεια κατά τις προαναφερθείσες γενικές διατάξεις του Κεφαλαίου Β΄ του Κ.Ε.Ι. περί απωλείας της ελληνικής ιθαγένειας, δηλαδή, μεταξύ άλλων, είτε α/ λόγω τελέσεως γάμου με αλλοδαπό, κατά το άρθρο 16 του Κ.Ε.Ι. – εφόσον, κατά το δίκαιο της ιθαγενείας του αλλοδαπού συζύγου, απέκτησαν (είτε αυτοδικαίως είτε κατόπιν αιτήσεως) την ιθαγένεια αυτού (εδάφ. α), και δεν είχαν υποβάλει πριν το γάμο αίτημα διατηρήσεως της ελληνικής τους ιθαγένειας (εδάφ. β), ή αίτημα ανακτήσεώς της εντός έτους από την τέλεση του γάμου, κατά το άρθρο 22 του Κ.Ε.Ι., είτε β/ λόγω αποδοχής αιτήματος περί αποβολής της ελληνικής ιθαγενείας, κατά το άρθρο 14 παρ. 2 του Κ.Ε.Ι. και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έγινε δεκτό αίτημα ανακτήσεως αυτής, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του Κ.Ε.Ι.. Τούτων έπεται ότι η κατά το άρθρο 32 δις του Κ.Ε.Ι. αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας δεν συνιστά νέο τρόπο ανακτήσεως τυχόν ήδη απολεσθείσης, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του Κ.Ε.Ι., ελληνικής ιθαγενείας.
 
ΣτΕ 1068/2015 (ανάκληση ιθαγένειας)
Ο καθορισμός της ιθαγενείας εκάστου προσώπου διέπεται κυριαρχικώς από τη νομοθεσία του οικείου Κράτους, ως εκ τούτου δε, τα προκύπτοντα εκάστοτε ζητήματα περί της ιθαγενείας προσώπου, το οποίο διεκδικεί (ή αποκρούει) την ελληνική ιθαγένεια, κρίνονται από την Διοίκηση και τα Δικαστήρια κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (βλ. Σ.Ε. 1081/1940, 1099/1936, 2/1934), η οποία, βάσει της αρχής της εδαφικότητος στην άσκηση κυριαρχίας, αναγνωρίζει αρμοδιότητες μόνο σε όργανα της ελληνικής πολιτείας (βλ. Σ.Ε. 2546-7/2002 επταμελούς συνθέσεως). Εξ άλλου, αναγκαία προϋπόθεση για την, κατά το άρθρο 7 του ν. 2130/1993, διαπίστωση της ελληνικής ιθαγενείας αποτελεί η ιδιότητα του ενδιαφερομένου ως «ομογενούς», ως ανήκοντος, δηλαδή, στο ελληνικό έθνος, αναγκαίο δε στοιχείο της εν λόγω ιδιότητος αποτελεί η ελληνική εθνική συνείδηση (βλ. Σ.Ε. 1121/2011, 1644/2010, 1883, 2633/2009, 275/1999, 2756/1983), η οποία συνάγεται από την εν γένει συμπεριφορά του και τα λοιπά στοιχεία και χαρακτηριστικά της προσωπικότητός του (βλ. Σ.Ε. 1121/2011, 2756/1983 κ.ά.). Εν όψει των ανωτέρω, στην ελληνική έννομη τάξη, η διαπίστωση της ιδιότητος του ομογενούς δεν δύναται, ως προϋπόθεση για την επέλευση εννόμων συνεπειών, ιδίως επί ζητημάτων αφορώντων στην ελληνική ιθαγένεια (η οποία αποτελεί σχέση δημοσίου δικαίου προς το ελληνικό κράτος), να εξαρτάται από την σχετική κρίση δικαστηρίων ή αρχών αλλοδαπής πολιτείας (πρβλ. Σ.Ε. 2546-7/2002 επταμελούς συνθέσεως). Ειδικότερα, προκειμένου περί της, κατά το άρθρο 7 του ν. 2130/1993, διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγενείας ομογενούς, αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων που διαπιστώνουν την ελληνική «εθνικότητα» του ενδιαφερομένου δεν αποτελούν νόμιμα στοιχεία αποδεικτικά της ιδιότητος αυτού ως ομογενούς. Άλλωστε, ως προς ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται κυριαρχικώς από την ελληνική νομοθεσία και εμπίπτουν, κατά τα ανωτέρω, στην δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 780 και 323, αποκλείει, αντιστοίχως, την αναγνώριση τόσον της ισχύος αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως (ως αποφάσεως εκουσίας δικαιοδοσίας) όσο και του παραγομένου από αλλοδαπή δικαστική απόφαση δεδικασμένου (βλ. Σ.Ε. 316/2014 επταμελούς συνθέσεως).
Εν όψει των ανωτέρω, εφ’ όσον η συνδρομή των προϋποθέσεων για την επέλευση εννόμων συνεπειών επί ζητημάτων αφορώντων στην ελληνική ιθαγένεια (όπως είναι, κατά το άρθρο 7 του ν. 2130/1993, η διαπίστωση της ιδιότητος ορισμένου προσώπου ως ανήκοντος στο ελληνικό έθνος) κρίνεται κυριαρχικώς από τα διοικητικά όργανα και τα δικαστήρια της ελληνικής πολιτείας κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, αποκλείεται, επί των ζητημάτων τούτων, τόσον η αναγνώριση της ισχύος αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως που διαπιστώνει την ελληνική «εθνικότητα» του ενδιαφερομένου, όσον και του τυχόν παραγομένου από την απόφαση αυτή δεδικασμένου (τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν το Ελληνικό Δημόσιο καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως αυτής, έχοντας, ενδεχομένως, διατελέσει διάδικος ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου) (βλ. Σ.Ε. 316/2014 7μ.).
Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι με αποφάσεις του ρωσικού δικαστηρίου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναιρείται ο ισχυρισμός της Διοικήσεως «περί (δήθεν) πλαστότητος των στοιχείων της ελληνικής [τους] ιθαγενείας». Οι αποφάσεις, όμως, αυτές, εν όψει του περιεχομένου τους, δεν κλονίζουν την, κατά τα εκτεθέντα, νόμιμη και επαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περί ανακριβείας του περιεχομένου συγκεκριμένων, κρίσιμων για την διαπίστωση της ελληνικής ιθαγενείας των αιτούντων, στοιχείων που είχαν υποβληθεί από τους δύο πρώτους εξ αυτών. Αντιθέτως, από το περιεχόμενο των ως άνω ρωσικών δικαστικών αποφάσεων, με τις οποίες διατάχθηκε η διόρθωση των ληξιαρχικών πράξεων γεννήσεως των δύο πρώτων αιτούντων με αναγραφή της «εθνικότητος» των γονέων τους ως ελληνικής, επιβεβαιώνεται η προηγουμένως διαπιστωθείσα ανακρίβεια, ως προς την «εθνικότητα» των αιτούντων, των δικαιολογητικών που είχαν υποβληθεί για την διαπίστωση της ελληνικής τους ιθαγενείας. Ανεξαρτήτως, όμως, τούτων, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, προεχόντως, διότι οι ανωτέρω αποφάσεις του ρωσικού δικαστηρίου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ήταν δυνατόν να ληφθούν υπ’ όψιν για την διαπίστωση, ως προς τους δύο πρώτους αιτούντες και τα τέκνα τους (τρίτο και τέταρτο εκ των αιτούντων), της υπάρξεως (ή μη) ελληνικής ιθαγενείας (βλ. και Σ.Ε. 381/2012).
 
ΣτΕ 3593/14 (ανάκληση ιθαγένειας)
Ανάκληση πράξης που άπτεται ζητήματος εξόχως σημαντικού για το δημόσιο συμφέρον, όπως είναι η ιθαγένεια, της οποίας η νόμιμη απόκτηση έχει σοβαρές επιπτώσεις για το Κράτος και τη λειτουργία του πολιτεύματος, δεδομένου ότι αυτή καθορίζει τη σύνθεση του Λαού ως στοιχείου του Κράτους και ως οργάνου αυτού (εκλογικό σώμα), είναι επιτρεπτή χωρίς χρονικό περιορισμό (ΣτΕ 3047/2002, 2626/2012 7μ, 2695/2012).
Διάφορη η περίπτωση κατά την οποία η Διοίκηση ανεκάλεσε εντός ευλόγου μεν χρόνου παράνομη πράξη περί αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπό αλλά επληροφόρησε τον ενδιαφερόμενο περί της ανακλήσεως πολύ πέραν του ευλόγου χρόνου, πράγμα που προσκρούει στην αρχή της φανεράς δράσεως της διοικήσεως (Ολ ΣτΕ 602/2003)
 
ΣτΕ 3066/2014 (ανάκληση ιθαγένειας)
*     Εφ’ όσον διαπιστώνεται έλλειψη της -κρίσιμης για την εφαρμογή του άρθρου 7 του ν. 2130/1993- ιδιότητας του ενδιαφερομένου ως «παλιννοστούντος ομογενούς» δικαιολογείται, εξ αντικειμένου, η εντός ευλόγου χρόνου ανάκληση της νομαρχιακής αποφάσεως περί διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγενείας, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διατάξεως, χωρίς να απαιτείται η διαπίστωση της συνδρομής λόγων δημοσίου συμφέροντος ή υπαιτιότητας του ενδιαφερομένου. (Σ.Ε. 653, 1463, 2121/2011, 368/2008 κ.ά.).Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7 του ν. 2130/1993, 1 (ιδίως παρ. 9 και 19) του ν. 2790/2000 (Α΄ 24), 69 παρ. 3 και 76 του ν. 2910/2001 (Α΄ 91) και 25 παρ. 4 του ν. 3013/2002 (Α΄ 102), συνάγεται ότι, από 1.5.2002 (ημερομηνίας δημοσιεύσεως του ν. 3013/2002 και ενάρξεως ισχύος του, κατά το άρθρο 34 αυτού), ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας κατέστη αρμόδιος όχι μόνον για τη χορήγηση της ελληνικής ιθαγένειας στους προερχομένους από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ομογενείς που διαμένουν στην Ελλάδα με ένδειξη θεώρησης «παλιννόστηση», αλλά και για την έκδοση των σχετικών διαπιστωτικών πράξεων, κατά το άρθρο 69 παρ. 3 του ν. 2910/2001, στην περίπτωση που είναι δυνατή η διαπίστωση της ελληνικής ιθαγένειας κατά τη Σύμβαση της Λωζάννης και τη Συμφωνία της Άγκυρας, αρμοδιότητα την οποία ασκούσε προηγουμένως ο Νομάρχης με την προαναφερθείσα διαδικασία του άρθρου 7 του ν. 2130/1993. Αρμοδίως, άρα, ήδη, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας εξέδωσε την προσβαλλόμενη ανακλητική της διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγένειας των αιτούντων απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί κατά τις περί παλιννοστούντων ομογενών διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2130/1993 (Σ.Ε. 3628/2007, 685, 2622/2009, 653, 654/2011).
*     Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 3013/2002, όπως συνάγεται και από την αιτιολογική έκθεση της σχετικής τροπολογίας, που κατατέθηκε στη Βουλή, σε προσφυγή νομιμότητος ενώπιον του αρμοδίου Υπουργού σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3200/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 παρ. 2 εδ. τελευταίο του ν. 2503/1997, δεν υπόκεινται οι αποφάσεις του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας που εκδίδονται κατ΄ εφαρμογήν των διατάξεων του ν. 2910/2001, οι οποίες ρυθμίζουν το καθεστώς της εισόδου και παραμονής αλλοδαπών στην Ελλάδα (βλ. ενδεικτικώς άρθρα 8 παρ. 7, 44 παρ. 5 και 45). Στην εν λόγω προσφυγή νομιμότητος εξακολουθούν, όμως, να υπόκεινται, ως μη καταλαμβανόμενες από την προαναφερόμενη ρύθμιση του άρθρου 25 παρ. 3 του ν. 3013/2002, οι αποφάσεις του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας που αφορούν στην, κατά το προμνησθέν άρθρο 69 παρ. 3 του ν. 2910/2001, διαπίστωση της ελληνικής ιθαγενείας παλιννοστούντων ομογενών ή στην ανάκληση σχετικής διαπιστώσεως (πρβλ. Σ.Ε. 208/2012).
*     Εφ’ όσον η επίδικη ανάκληση στηρίζεται στην, προκύπτουσα από αντικειμενικά στοιχεία (ως αναγόμενα στην εγκυρότητα των δικαιολογητικών), έλλειψη μιας των νομικών προϋποθέσεων εκδόσεως της ανακαλουμένης πράξεως, δεν συνέτρεχε, κατά τα άρθρα 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α’ 45), υποχρέωση της Διοικήσεως να καλέσει τους αιτούντες σε ακρόαση πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης ανακλητικής πράξεως, όπως αβασίμως προβάλλεται (Σ.Ε. 272/2012, 654, 1463, 2121/2011, 685/2009, 3678/2007 κ.ά.).
 
 
ΣτΕ 2674/2014 (ιθαγενεια τέκνου – ν. 1438/1984)
*     Ερμηνευομένη συστηματικώς εν όψει των παγίων διατάξεων του ν. 1438/1984, που αποσκοπούν στην «υλοποίηση» της συνταγματικής επιταγής περί ισότητος των φύλων (πρβλ. Σ.Ε. 950-1/1990), η μεταβατική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του νόμου τούτου έχει την έννοια ότι εάν, κατά τον χρόνο της γεννήσεως του τέκνου, η μητέρα είχε απολέσει την ελληνική ιθαγένεια, την οποία είχε κατά την τέλεση του γάμου από τον οποίο γεννήθηκε το τέκνο, η δυνατότητα αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας παρέχεται στο τέκνο, μόνον εφ’ όσον η ως άνω απώλεια της ελληνικής ιθαγενείας της μητέρας είχε επέλθει συνεπεία του γάμου της με αλλοδαπό, σύμφωνα με τις προ του ν. 1438/1984 ισχύουσες διατάξεις, και όχι συνεπεία άλλου γεγονότος. Η αυτή δε έννοια πρέπει να αποδοθεί, μετά την κατάργηση της διατάξεως αυτής με το άρθρο 72 περ. β΄ του ν. 2910/2001, και στην, ταυτόσημη ως προς τις προϋποθέσεις αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας, πάγια πλέον ρύθμιση που θεσπίσθηκε με το άρθρο 69 παρ. 6 του νεώτερου τούτου νόμου. Τούτο, διότι ο ν. 1438/1984 αντιμετωπίζει και ρυθμίζει μόνον ζητήματα ανακύπτοντα στο πλαίσιο μεταβολών της ιθαγενείας συνεπεία συνάψεως ή διαρρήξεως σχέσεων οικογενειακού δικαίου, εν όψει της αρχής της ισότητος των φύλων. Συνεπής κατά τούτο, ορίζει ότι, μεταβολή στην ιθαγένεια της μητέρας, οφειλομένη αποκλειστικά σε ενέργειες αυτής διεπόμενες από το οικογενειακό δίκαιο (γάμος, διαζύγιο κλπ), δεν πρέπει να αποκλείει την δυνατότητα του τέκνου να εκδηλώσει την βούλησή του να μην επηρεασθεί η ιθαγένειά του από τις προσωπικές αυτές μεταβολές της μητέρας του. Άλλως, όμως, έχει το ζήτημα όταν η απώλεια της ιθαγενείας της μητέρας δεν αποτελεί έννομη συνέπεια επερχόμενη αυτοθρόως συνεπεία μεταβολών του οικογενειακού δικαίου, αλλά επέρχεται κατ’ εφαρμογή, ηθελημένη ή εξαναγκασμένη, διατάξεων του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγενείας που δεν συνάπτονται με το οικογενειακό δίκαιο αλλά με λόγους αναγόμενους, κατά την εκάστοτε αντίληψη του νομοθέτη, σε κυριαρχικές επιλογές της πολιτείας σχετικά με τα πρόσωπα που δικαιούνται να αποκτούν και να διατηρούν την ελληνική ιθαγένεια.
Εν προκειμένω, η μητέρα του αιτούντος δεν απέβαλε την ελληνική ιθαγένεια κατά την τέλεση του γάμου της με τον πατέρα αυτού (28.2.1977) κατά το άρθρο 16 του τότε ισχύοντος Κ.Ε.Ι. (ν.δ. 3370/1955), εφ΄ όσον αυτός δεν ήταν αλλοδαπός αλλά ανιθαγενής. Απώλεσε, όμως, την ελληνική ιθαγένεια μεταγενεστέρως, πριν από την γέννηση του αιτούντος (3.1.1984), δυνάμει της 84511/21.10.1983 αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών. Εφ’ όσον, λοιπόν, η απώλεια της ελληνικής ιθαγενείας της μητέρας του αιτούντος δεν επήλθε συνεπεία του γάμου της με αλλοδαπό, κατά τις προ του ν. 1438/1984 ισχύουσες διατάξεις, νομίμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, η Διοίκηση αρνήθηκε να διαπιστώσει ότι ο αιτών απέκτησε την ελληνική ιθαγένεια, κατά την παρ. 6 του άρθρου 69 του ν. 2910/2001.
*     Όταν προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως υποστατή διοικητική πράξη που έχει εκδοθεί κατά δεσμία αρμοδιότητα και έχει απορρίψει αίτημα διοικουμένου, είναι αλυσιτελής η έρευνα λόγων ακυρώσεως αναγομένων στην αρμοδιότητα του οργάνου που την εξέδωσε ή γνωμοδότησε για την έκδοσή της, εφόσον ο αιτών δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά και το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι δεν ήταν κατά νόμο επιτρεπτή η έκδοση της πράξεως με το αξιούμενο από τον αιτούντα περιεχόμενο. Και τούτο διότι η ακύρωση της πράξεως για τον ως άνω τυπικό λόγο, δεν καταλείπει στη Διοίκηση, που οφείλει να κρίνει εκ νέου το εκκρεμές αίτημα υπό το ισχύον κατά τον χρόνο της ακυρωθείσης πράξεως νομικό και πραγματικό καθεστώς, καμιά νομική ευχέρεια να εκδώσει νέα πράξη που θα ικανοποιεί το αίτημα του διοικουμένου. Η τυχόν αναδρομική μεταβολή του νομικού καθεστώτος, κατ’ εφαρμογήν του οποίου είχε εκδοθεί η προσβαλλόμενη πράξη, αποτελεί νόμιμο έρεισμα για την υποβολή νέας αιτήσεως. Η λύση αυτή δεν προσκρούει ούτε στα άρθρα 20 παρ. 1 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), τα οποία κατοχυρώνουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία σε συγκεκριμένη διαφορά και όχι την επίλυση με γνωμοδοτικό χαρακτήρα νομικών ζητημάτων (βλ. Ολομ. Σ.Ε. 530/2003). Εν όψει τούτων, εφ’ όσον, εν προκειμένω, υπό τα προεκτεθέντα, μη αμφισβητούμενα, πραγματικά περιστατικά, ήταν απορριπτέα, κατά δεσμίαν εξουσίαν, η από 4.12.2002 δήλωση-αίτηση του αιτούντος, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, ο λόγος ακυρώσεως περί αναρμοδιότητος του εκδόντος την προσβαλλομένη πράξη Γενικού Γραμματέως Περιφερείας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
 
ΣτΕ 316/2014 7μ. (αποδεικτική ισχύς αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως που αποφαίνεται για την ελληνική «εθνικότητα» του ενδιαφερομένου).
Ο καθορισμός της ιθαγενείας εκάστου προσώπου διέπεται κυριαρχικώς από τη νομοθεσία του οικείου Κράτους, ως εκ τούτου δε, τα προκύπτοντα εκάστοτε ζητήματα περί της ιθαγενείας προσώπου, το οποίο διεκδικεί (ή αποκρούει) την ελληνική ιθαγένεια, κρίνονται από την Διοίκηση και τα Δικαστήρια κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (βλ. Σ.Ε. 1081/1940, 1099/1936, 2/1934), η οποία, βάσει της αρχής της εδαφικότητος στην άσκηση κυριαρχίας, αναγνωρίζει αρμοδιότητες μόνο σε όργανα της ελληνικής πολιτείας (βλ. Σ.Ε. 2546-7/2002 επταμελούς συνθέσεως). Εξ άλλου, αναγκαία προϋπόθεση για την, κατά το προπαρατεθέν άρθρο 7 του ν. 2130/1993, διαπίστωση της ελληνικής ιθαγενείας αποτελεί η ιδιότητα του ενδιαφερομένου ως «ομογενούς», ως ανήκοντος, δηλαδή, στο ελληνικό έθνος, αναγκαίο δε στοιχείο της εν λόγω ιδιότητος αποτελεί η ελληνική εθνική συνείδηση (βλ. Σ.Ε. 1121/2011, 1644/2010, 1883, 2633/2009, 275/1999, 2756/1983), η οποία συνάγεται από την εν γένει συμπεριφορά του και τα λοιπά στοιχεία και χαρακτηριστικά της προσωπικότητός του (βλ. Σ.Ε. 1121/2011, 2756/1983 κ.ά.). Εν όψει των ανωτέρω, στην ελληνική έννομη τάξη, η διαπίστωση της ιδιότητος του ομογενούς δεν δύναται, ως προϋπόθεση για την επέλευση εννόμων συνεπειών, ιδίως επί ζητημάτων αφορώντων στην ελληνική ιθαγένεια (η οποία αποτελεί σχέση δημοσίου δικαίου προς το ελληνικό κράτος), να εξαρτάται από την σχετική κρίση δικαστηρίων ή αρχών αλλοδαπής πολιτείας (πρβλ. Σ.Ε. 2546-7/2002 επταμελούς συνθέσεως). Ειδικώτερα, προκειμένου περί της, κατά το άρθρο 7 του ν. 2130/1993, διαπιστώσεως της ελληνικής ιθαγενείας ομογενούς, αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων που διαπιστώνουν την ελληνική «εθνικότητα» του ενδιαφερομένου δεν αποτελούν νόμιμα στοιχεία αποδεικτικά της ιδιότητος αυτού ως ομογενούς. Άλλωστε, ως προς ζητήματα τα οποία ρυθμίζονται κυριαρχικώς από την ελληνική νομοθεσία και εμπίπτουν, κατά τα ανωτέρω, στην δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 780 και 323, αποκλείει, αντιστοίχως, την αναγνώριση τόσον της ισχύος αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως (ως αποφάσεως εκουσίας δικαιοδοσίας) όσο και του παραγομένου από αλλοδαπή δικαστική απόφαση δεδικασμένου.
Εν όψει των ανωτέρω, εφ’ όσον η συνδρομή των προϋποθέσεων για την επέλευση εννόμων συνεπειών επί ζητημάτων αφορώντων στην ελληνική ιθαγένεια (όπως είναι, κατά το άρθρο 7 του ν. 2130/1993, η διαπίστωση της ιδιότητος ορισμένου προσώπου ως ανήκοντος στο ελληνικό έθνος) κρίνεται κυριαρχικώς από τα διοικητικά όργανα και τα δικαστήρια της ελληνικής πολιτείας κατά τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας, αποκλείεται, επί των ζητημάτων τούτων, τόσον η αναγνώριση της ισχύος αλλοδαπής δικαστικής αποφάσεως που διαπιστώνει την ελληνική «εθνικότητα» του ενδιαφερομένου, όσον και του τυχόν παραγομένου από την απόφαση αυτή δεδικασμένου (τούτο δε ανεξαρτήτως του ζητήματος αν το Ελληνικό Δημόσιο καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο της αποφάσεως αυτής, έχοντας, ενδεχομένως, διατελέσει διάδικος ενώπιον του αλλοδαπού δικαστηρίου).
Εξ άλλου σύμφωνα με την Σύμβαση δικαστικής αρωγής μεταξύ της Ελλάδος και της Ενώσεως Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 1242/1981 (Φ.Ε.Κ.44Α΄), η αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων του ενός Συμβαλλομένου Μέρους στο έδαφος του ετέρου (άρθρα 23 επ.) προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι «η υπόθεση δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα οργάνου του Συμβαλλομένου Μέρους στο έδαφος του οποίου η απόφαση πρέπει να αναγνωρισθεί ή να εκτελεσθεί» (άρθρο 24 περ. 4).
 
 
ΣτΕ 2338/2013 (ανάκληση εγγραφής στα Μητρώα Αρρένων)
Οι περί εγγραφής στα Μητρώα Αρρένων αποφάσεις υπόκεινται στους γενικούς κανόνες ανάκλησης παρανόμων διοικητικών πράξεων του α.ν. 261/1968 (Α΄ 12)· περαιτέρω, εν προκειμένω, ενόψει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, το χρονικό διάστημα των 15 ετών που μεσολάβησε από την εγγραφή του πρώτου αιτούντος στα Μητρώα Αρρένων μέχρι την ανάκληση αυτής δεν υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου ήταν δυνατή η ανάκληση παράνομης πράξης εγγραφής στα Μητρώα Αρρένων, λαμβανομένου υπόψη ότι η ανάκληση άπτεται ζητήματος εξόχως σημαντικού για την έννομη τάξη, όπως η ιθαγένεια (πρβ. ΣτΕ 2626/2012 7μ.), και ότι η αιτιολογία της ανάκλησης ανάγεται στη διαπίστωση εκτεταμένης χρήσης μη γνησίων δικαιολογητικών προερχομένων από την πόλη Μπουά Κολόμπ για την εγγραφή μεγάλου αριθμού αλλοδαπών στα μητρώα αρρένων και τα δημοτολόγια διαφόρων δήμων της χώρας (βλ. ΣτΕ 2204, 2205, 2208, 2209/2012), μεταξύ των οποίων του πρώτου αιτούντος και άλλων 21 προσώπων ειδικώς στην Κοινότητα Τερψιθέας νομού Λάρισας. Εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο πρώτος αιτών είχε αναπτύξει βιοτικές σχέσεις στην Ελλάδα, εγκαθιστάμενος και εργαζόμενος στη χώρα, η ανατροπή των οποίων μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος, σταθμιζόμενη προς τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που επιτάσσουν την διαγραφή από τα Μητρώα Αρρένων, θα μπορούσε να θεωρηθεί υπέρμετρα επαχθής (βλ. ΣτΕ 2204/2012). Δεν αρκεί δε προς απόδειξη της ύπαρξης βιοτικών σχέσεων στην Ελλάδα το γεγονός ότι στο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας και στο ελληνικό διαβατήριο που είχαν εκδοθεί υπέρ αυτού αναγραφόταν, κατά δήλωσή του, διεύθυνση κατοικίας του στην Ελλάδα· ούτε ασκεί, τέλος, επιρροή το ότι ο αιτών αναπτύσσει επιχειρηματικές δραστηριότητες σε άλλα κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό είναι διάφορο της ύπαρξης δεσμών προς τη χώρα την ιθαγένεια της οποίας επιδιώκει να διατηρήσει ο αιτών (πρβ. και ΣτΕ Ολομ. 460/2013, με την οποία κρίθηκε ότι το κράτος αποφαίνεται κυριαρχικώς επί των ζητημάτων ιθαγένειας). Άλλωστε, το υπ’ αριθ. 343/8.3.2013 πληρεξούσιο, που κατέθεσαν οι αιτούντες στο Δικαστήριο για την νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, έχει συνταγεί στο Προξενικό Γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδος στο Λίβανο, στο πληρεξούσιο δε αυτό αναγράφεται ότι οι αιτούντες είναι κάτοικοι Βηρυτού Λιβάνου και κάτοχοι λιβανικού διαβατηρίου και ότι δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν ελληνική ανάγνωση και γραφή, για το λόγο δε αυτό και προς σύνταξη του πληρεξουσίου προσέλαβαν διερμηνέα.
 
 
 
 
ΣτΕ 460/2013 (Ολ.)
Ο λαός αποτελεί ένα από τα τρία συστατικά στοιχεία του Κράτους και το κυρίαρχο όργανο αυτού, ο καθορισμός δε των προσώπων που εντάσσονται σ’ αυτόν ανήκει ως κυριαρχική αρμοδιότητα στον εθνικό νομοθέτη (πρβλ. Σ.τ.Ε 2279/1990 Ολομ.). Τούτο σημαίνει α) ότι ο εθνικός νομοθέτης δεν περιορίζεται, κατ’ αρχήν, από το διεθνές δίκαιο να ορίσει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας- πλην της περιπτώσεως της δημιουργίας ανιθαγενών με αυθαίρετη πράξη ή της περιπτώσεως προσβολής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων- και β) ότι δεν υπάρχει ατομικό δικαίωμα, που γεννά αξίωση αποκτήσεως της ιθαγενείας, αφού επί του θέματος αυτού αποφαίνεται κυριαρχικώς το οικείο Κράτος μέσω των αρμοδίων οργάνων του (βλ απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης της 6-4-1955 επί της υποθέσεως Nottebohm- Λιχτενστάιν κατά Γουατεμάλας και Σ.τ.Ε. 2060/2008, 1242/2007,3070/2002, 209/1993). Εξ άλλου, το ότι ο κατά το Σύνταγμα καθορισμός των προσόντων του έλληνα πολίτη ανατίθεται στο νόμο, δεν σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης είναι ανεξέλεγκτος εξ επόψεως εσωτερικών συνταγματικών ορίων για τον καθορισμό αυτό, ούτε ότι παύει να υπόκειται σε τυχόν προκύπτοντες από άλλες συνταγματικές διατάξεις και αρχές περιορισμούς. Ιδιαίτερη σημασία για τους περιορισμούς αυτούς έχουν εκείνες οι διατάξεις του Συντάγματος που συνδέουν με την νομική έννοια του πολίτη πλείστες όσες συνέπειες (δικαίωμα εκλέγειν- εκλέγεσθαι, δικαίωμα διπλωματικής προστασίας, υποχρέωση στρατεύσεως, εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων και καθήκοντος εθνικής αλληλεγγύης κλπ). Τούτο σημαίνει περαιτέρω, ότι ο νομοθέτης έχει μεν την δυνατότητα να εκτιμά εκάστοτε τις συγκεκριμένες συνθήκες (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές) και να καθορίζει τις προϋποθέσεις κτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας κατά τρόπο χαλαρότερο ή αυστηρότερο, αλλά, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό κράτος με συγκεκριμένη ιστορία και ότι ο χαρακτήρας αυτός είναι εγγυημένος τουλάχιστον από τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.3 του ισχύοντος Συντάγματος, τέλος δε και ότι το κράτος αυτό είναι εντεταγμένο σε υπερεθνική κοινότητα εθνικών κρατών με παρόμοιες συνταγματικές παραδόσεις (Ευρωπαϊκή Ένωση), η οποία, μάλιστα, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σέβεται την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με την θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή. Συνέπεια δε τούτων είναι ότι ελάχιστος όρος και όριο των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας είναι η ύπαρξη γνησίου δεσμού του αλλοδαπού προς το ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία δεν είναι οργανισμοί ασπόνδυλοι και δημιουργήματα εφήμερα αλλά παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο, κοινότητα με σχετικώς σταθερά ήθη και έθιμα, κοινή γλώσσα με μακρά παράδοση, στοιχεία τα οποία μεταβιβάζονται από γενεά σε γενεά με την βοήθεια μικρότερων κοινωνικών μονάδων (οικογένεια) και οργανωμένων κρατικών μονάδων (εκπαίδευση). Εάν παρεγνωρίζετο η προϋπόθεση του ουσιαστικού δεσμού και ο νομοθέτης – εναλλασσόμενος κατά θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος – μπορούσε να τον αγνοήσει και να ελαχιστοποιήσει τα προσόντα κτήσεως της ιθαγενείας, τότε πρακτικώς θα μπορούσε και να προσδιορίσει αυθαιρέτως την σύνθεση του λαού, με την προσθήκη απροσδιορίστου αριθμού προσώπων ποικίλης προελεύσεως, με χαλαρή ή ανύπαρκτη ενσωμάτωση, με ό,τι τούτο θα συνεπήγετο για την συνταγματική τάξη και τη λειτουργία του πολιτεύματος, καθώς και την ομαλή, ειρηνική εξέλιξη της κοινωνικής ζωής, λαμβανομένου σοβαρά υπόψη και του γεγονότος ότι το status της ιθαγένειας είναι αμετάκλητο, αφού η σχετική συνταγματική ρύθμιση (άρθρο 4 παρ.3) απαγορεύει την αφαίρεση της ιθαγένειας πλην δύο περιοριστικά καθοριζομένων περιπτώσεων (εκούσια απόκτηση άλλης ιθαγένειας, ανάληψη σε ξένη χώρα υπηρεσίας αντίθετης προς τα εθνικά συμφέροντα). Συνεπεία των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων αποκτήσεως της ελληνικής ιθαγενείας από αλλοδαπούς, δύναται μεν, κατ’ απόκλιση από την βασική αρχή του δικαίου της καταγωγής (ius sanguinis) ως αυτόματου τρόπου κτήσεως της ελληνικής ιθαγένειας, να προβλέψει τρόπους κτήσεως της ιθαγενείας βάσει της αρχής του δικαίου του εδάφους (jus soli) και περαιτέρω, να θεσπίζει για τις περιπτώσεις αυτές και τυπικά κριτήρια, όπως είναι η νόμιμη παραμονή στην χώρα και η διάρκεια αυτής, αλλά θα πρέπει να τα συνδυάζει και με ουσιαστικά κριτήρια, ούτως ώστε να τεκμηριώνεται ο γνήσιος δεσμός του αλλοδαπού προς την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η ενσωμάτωσή του σε αυτήν υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια.
 
 
 
2.    ΑΣΥΛΟ
 
ΣτΕ 633/2013 (προϋποθέσεις – αίτημα επανεξετάσεως – υπαγωγή στο ανθρωπιστικό καθεστώς)
*     Όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 4044/2009, 1463/2010, 46,1556/2011),** από την διάταξη του άρθρου 1Α παρ. 2 της Συμβάσεως της Γενεύης, ως ισχύει, συνάγεται ότι ο αλλοδαπός, ο οποίος επιθυμεί την υπαγωγή του στο ειδικό προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα, οφείλει να εκθέσει στη Διοίκηση με στοιχειώδη σαφήνεια τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικώς δικαιολογημένο, φόβο διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων. Στην περίπτωση δε που δεν έχουν υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο, κατά τη διαδικασία ενώπιον της Διοικήσεως, ουσιώδεις υπό την ανωτέρω έννοια ισχυρισμοί αλλά γενικοί, αόριστοι ή προδήλως αβάσιμοι ισχυρισμοί, ή έχει γίνει μεν επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών τα οποία, όμως, δεν στοιχειοθετούν λόγους υπαγωγής στο προστατευτικό καθεστώς της Συμβάσεως της Γενεύης, δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία απορρίψεως του αιτήματος παροχής ασύλου.
*     Από την όλη οικονομία και το πνεύμα των παραπάνω ρυθμίσεων του π.δ. 61/1999, που υποδηλώνουν την μέριμνα του κανονιστικού νομοθέτη για την κατά το δυνατόν ταχεία περαίωση των σχετικών υποθέσεων, προκύπτει ότι το αίτημα επανεξετάσεως, κατά το άρθρο 5 του εν λόγω π.δ/τος., αποτελεί μία εξαιρετική διαδικαστική δυνατότητα για τον ενδιαφερόμενο και, ως εκ τούτου, μία μόνο φορά μπορεί να υποβληθεί. Δεύτερο αίτημα επανεξετάσεως δεν επιτρέπεται και είναι, συνεπώς, απορριπτέο σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτο.
*     Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 3 παρ. 8 του π.δ/τος 61/1999, σε περίπτωση οριστικής απορρίψεως αιτήματος αλλοδαπού περί αναγνωρίσεώς του ως πρόσφυγος, ο Υπουργός Δημοσίας Τάξεως οφείλει, κατ’ αρχήν, πριν διατάξει την εντός ορισμένης προθεσμίας απομάκρυνσή του από τη Χώρα, να ερευνήσει, εν όψει και των προβληθέντων κατά τη διαδικασία εξετάσεως του αιτήματος παροχής ασύλου ισχυρισμών, εάν συντρέχει νόμιμη περίπτωση χορηγήσεως αδείας παραμονής στον αλλοδαπό για ανθρωπιστικούς λόγους, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 παρ. 2 του ιδίου π.δ/τος 61/1999, χωρίς πάντως να κωλύεται ο αλλοδαπός να υποβάλει σχετικό αίτημα και στοιχεία μετά την έκδοση της απορριπτικής του αιτήματος αναγνωρίσεώς του ως πρόσφυγος υπουργικής αποφάσεως (ΣτΕ 2659/2004, 1901/2007). Συνεπώς, η αιτιολογία της υπουργικής αποφάσεως ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του π.δ. 61/1999 δεν προβλέπουν «την υποβολή αυτοτελούς αιτήματος από αλλοδαπό για έγκριση παραμονής στην χώρα για ανθρωπιστικούς λόγους, μετά την οριστική απόρριψη του αιτήματος ασύλου, όπως ισχύει στην περίπτωση [του αιτούντος]», είναι μη νόμιμη. Εν όψει δε του ότι ο αιτών, για την στήριξη του επικουρικού αυτού αιτήματός του είχε αναφερθεί, στην προσφυγή του ενώπιον του Υπουργού, σε συγκεκριμένους και ουσιώδεις, δηλαδή και νομικά κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς, ήτοι σε αυτούς με τους οποίους επιχειρούσε να θεμελιώσει το κύριο αίτημά του για την χορήγηση πολιτικού ασύλου, το εν λόγω επικουρικό αίτημα ήταν εξεταστέο κατ’ ουσίαν.
 
 
 
ΣτΕ 212/2013 7μ. (πδ 81/2009)
 
*     Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση «διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ασύλου (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – ΕΔΔΑ – απόφαση της 11.1.2007, Salah Sheekh κατά Ολλανδίας, αριθμός προσφυγής [αρ.] 1948/04, σκέψη 135). Ούτε εφαρμόζεται στις περιπτώσεις απορρίψεως αιτημάτων ασύλου το άρθρο 6 παρ. 1 της διεθνούς αυτής συμβάσεως, περί «δίκαιης δίκης», εφ’ όσον δεν πρόκειται για δικαίωμα «αστικής φύσεως» (βλ. ενδεικτικώς, ΕΔΔΑ, απόφαση επί του παραδεκτού –décision – της 31.5.2001, Katani κατά Γερμανίας, αρ. 67679/01). Αντιθέτως, έχει πεδίο εφαρμογής εν προκειμένω το άρθρο 13 της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο «Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής [αποτελεσματικής] προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των». Με την διάταξη αυτή κατοχυρώνεται η «πραγματική» (αποτελεσματική) προσφυγή ενώπιον εθνικής, όχι απαραιτήτως δικαστικής, αρχής, για την προστασία δικαιωμάτων του αιτούντος άσυλο (τα οποία ενδεχομένως θίγονται σε περίπτωση αναγκαστικής αναχωρήσεώς του λόγω απορρίψεως του αιτήματος ασύλου), όπως η κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ απαγόρευση της επαναπροώθησης σε χώρα στην οποία κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 11.7.2000, Jabari κατά Τουρκίας, αρ. 44035/98, σκέψεις 48-50, κ.ά.). Υπό το κράτος της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ τα κράτη μέλη έχουν ευχέρεια και όχι υποχρέωση να προβλέπουν διοικητική προσφυγή πριν από την προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου κατά των πράξεων με τις οποίες απορρίπτονται αιτήματα ασύλου. Ως εκ τούτου, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι κατά παράβαση της Οδηγίας καταργήθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη η προβλεπομένη με τα άρθρα 25 και 26 του π.δ/τος 90/2008 διοικητική προσφυγή ενώπιον της «Επιτροπής Προσφυγών» κατά των πράξεων της «αποφαινόμενης αρχής» με τις οποίες απορρίπτονται αιτήματα ασύλου.
*     Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει, κατά το Σύνταγμα (άρθρο 95 παρ. 1 στοιχ. α΄) και το νόμο (άρθρα 48 του π.δ/τος 18/1989, Α΄ 8, και 15 του ν. 3068/2002, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 29 του π.δ/τος 90/2008), ευρεία εξουσία ελέγχου της νομιμότητας των προσβαλλομένων ενώπιόν του με αίτηση ακυρώσεως πράξεων των αρμοδίων διοικητικών αρχών περί απορρίψεως αιτήματος ασύλου. Ο έλεγχος αυτός δεν αφορά μόνο την εξωτερική νομιμότητα της πράξεως, ήτοι τους τύπους και την διαδικασία εκδόσεώς της. Επεκτείνεται στην εσωτερική νομιμότητά της και περιλαμβάνει ειδικότερα, εκτός από τον εν στενή εννοία έλεγχο της νομιμότητας της πράξεως (δηλαδή, την εξέταση της ορθότητας της ερμηνείας του νόμου από την διοικητική αρχή), και τον έλεγχο της νομιμότητας της αιτιολογίας της και της συνδρομής περιπτώσεως πλάνης περί τα πράγματα (ήτοι της αντικειμενικής ακριβείας των αιτιολογικών ερεισμάτων της προσβαλλομένης πράξεως), με εξέταση, και στις δύο αυτές περιπτώσεις, του συνόλου των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως και επιβεβαίωση της ουσιαστικής βασιμότητας των κρίσεων στις οποίες κατέληξε το διοικητικό όργανο (βλ. ΣτΕ 189/2007 Ολομ., 1070/2008, 576/2006 και Π.Ε. 136/2009, 99/2008 εκδοθέντα αντιστοίχως κατά την επεξεργασία των υπ’ αριθμ. 81/2009 και 90/2008 Π.Δ/των). Υπό τα δεδομένα αυτά, αβασίμως προβάλλεται ότι η μόνη προβλεπομένη, μετά την κατάργηση της διοικητικής προσφυγής των άρθρων 25 και 26 του π.δ/τος 90/2008, αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των πράξεων απορρίψεως αιτημάτων ασύλου, δεν συνιστά, εν όψει του ασκουμένου από το Δικαστήριο ελέγχου, «πραγματική» (αποτελεσματική) προσφυγή κατά την έννοια των άρθρων 39 της Οδηγίας 2005/85/ΕΚ και 13 της ΕΣΔΑ. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ειδικότερος ισχυρισμός ότι η Οδηγία παραβιάζεται διότι δεν προβλέπεται «συνέντευξη» του αιτούντος άσυλο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και τούτο διότι η Οδηγία προβλέπει την συνέντευξη του ενδιαφερομένου ενώπιον των αρχών που αποφαίνονται επί του αιτήματος ασύλου και όχι και ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο είναι κατά την εθνική νομοθεσία αρμόδιο για την εκδίκαση, κατά την διαδικασία που θεσπίζεται με τις οικείες δικονομικές διατάξεις, των στρεφομένων κατά των σχετικών απορριπτικών πράξεων ενδίκων βοηθημάτων.
 
 
 
 
3.    ΑΠΕΛΑΣΗ
 
ΣτΕ 1248/2015
Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 76 του ν. 3386/2005 ο νομοθέτης προέβλεψε κατά τρόπο ειδικό τις περιπτώσεις απέλασης αλλοδαπών και τις κατένειμε σε τέσσερις κατηγορίες. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στις δύο πρώτες κατηγορίες (περιπτώσεις α και β) καθιδρύεται δεσμία αρμοδιότητα της Διοίκησης για την έκδοση πράξης απέλασης, ενώ αντιθέτως, όσον αφορά τις δύο άλλες κατηγορίες (περιπτώσεις γ και δ) καθιδρύεται – λόγω και της χρησιμοποίησης αόριστων νομικών εννοιών – διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης προκειμένου να εκδώσει πράξη απέλασης (πρβ. Σ.τ.Ε. 4028/2011 7μελούς, 715/2012). Ενόψει της ανωτέρω διάκρισης των κατηγοριών απέλασης αλλοδαπών και της αντίστοιχης οριοθέτησης της δράσης της Διοίκησης, συνάγεται ότι η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 76 του ν. 3386/1985 επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να παράσχει στον αλλοδαπό προθεσμία τουλάχιστον 48 ωρών για να υποβάλει τις αντιρρήσεις του, μόνο όταν πρόκειται να εκδοθεί πράξη απέλασης με βάση τη διάταξη της περίπτωσης γ ή της περίπτωσης δ της παρ. 1 του άρθρου 76 του νόμου αυτού, κατ’ ενάσκηση δηλαδή της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης. Αντιθέτως, όταν η πράξη απέλασης εκδίδεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων, όπως στις περιπτώσεις α και β της παρ. 1 του άρθρου 76 του ν. 3386/1985, οπότε η Διοίκηση ενεργεί κατά δεσμία εξουσία, δεν απαιτείται η τήρηση του ανωτέρω τύπου. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το δικαίωμα ακρόασης στις περιπτώσεις αυτές διασφαλίζεται με την παρεχόμενη από το άρθρο 77 του ν. 3386/1985 ευχέρεια άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής κατά της πράξης απέλασης (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 4447/2012). Αν δε στην τελευταία αυτή περίπτωση η Διοίκηση έχει εκδώσει πράξη απέλασης με βάση ανακριβή ή ανύπαρκτα περιστατικά, η πράξη αυτή είναι παράνομη και ακυρωτέα για το λόγο αυτό και όχι επειδή δεν τηρήθηκε ο τύπος της προηγουμένης ακροάσεως. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 77 και 79 του πιο πάνω ν. 3386/2005 προκύπτει ότι ο νομοθέτης προέβλεψε κατά τη λήψη του μέτρου της απέλασης και προς αποφυγή κοινωνικής σκληρότητας, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Διοίκηση – παρά τη συνδρομή λόγου απέλασης – οφείλει να απόσχει από τη λήψη του μέτρου. Τους ειδικότερους σχετικούς ισχυρισμούς προβάλλει ο ενδιαφερόμενος με τις αντιρρήσεις της παρ. 3 του άρθρου 76 ή με την προσφυγή του άρθρου 77. Συνεπώς, στην ολοκληρωμένη αυτή νομοθετική ρύθμιση των λόγων που επιβάλλουν την απέλαση αλλοδαπού και των εξαιρέσεών της δεν καταλείπεται έδαφος περαιτέρω επίκλησης της αρχής της αναλογικότητας από τα διοικητικά όργανα, προκειμένου να μην εκδώσουν πράξη απέλασης σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (πρβ. Σ.τ.Ε. 4028/2011 7μ. και 3816/2013 7μ.).
 
ΣτΕ 3297-8/2014
*     Όπως κρίθηκε με την απόφαση 3816/2013 επτ., το άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 2910/2001 επιβάλλει στη διοίκηση την υποχρέωση να παράσχει στον αλλοδαπό προθεσμία 48 ωρών για να υποβάλει τις αντιρρήσεις του, μόνον όταν πρόκειται να εκδοθεί πράξη απέλασης με έρεισμα τη διάταξη της περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 2910/2001 (επικινδυνότητα για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια), κατ’ ενάσκηση, δηλαδή, διακριτικής ευχερείας. Αντιθέτως, όταν η πράξη απέλασης εκδίδεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων, όπως στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 2910/2001, οπότε η Διοίκηση ενεργεί κατά δεσμία εξουσία, δεν απαιτείται η τήρηση του ανωτέρω τύπου.
*     Περιστατικά μεταγενέστερα του χρόνου έκδοσης των προσβαλλομένων πράξεων – όπως η υποβολή αίτησης για τη χορήγηση αδείας παραμονής στην αιτούσα ως σύζυγο Έλληνα [η οποία επίσης δεν προκύπτει ότι χορηγήθηκε τελικώς στην αιτούσα], η κύηση ή η ένταξη της Λετονίας, της οποίας την ιθαγένεια φέρει η αιτούσα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση- δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα των προσβαλλομένων πράξεων, που κρίνεται βάσει του χρόνου έκδοσής των.
 
ΣτΕ 3816/2013 7μ.
Με τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 1 του ν.2910/2001, ο νομοθέτης προέβλεψε κατά τρόπο ειδικό τις περιπτώσεις απελάσεως αλλοδαπών και τις κατένειμε σε τρεις κατηγορίες. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στις δύο πρώτες κατηγορίες (περ. α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 2910/2001) καθιδρύεται δεσμία αρμοδιότητα της Διοικήσεως για την έκδοση πράξεως απελάσεως, ενώ αντιθέτως, όσον αφορά την κατηγορία της περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 2910/2001 καθιδρύεται – λόγω και της χρησιμοποιήσεως αορίστων νομικών εννοιών – διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως προκειμένου να εκδώσει πράξη απελάσεως (βλ. ΣτΕ 715/2012, 4028/2011, 7μ.). Ενόψει της ανωτέρω διακρίσεως των κατηγοριών απελάσεως αλλοδαπών και της αντίστοιχης οριοθετήσεως της δράσεως της διοικήσεως, συνάγεται, ότι η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 του
ν. 2910/2001 επιβάλλει στη διοίκηση την υποχρέωση να παράσχει στον αλλοδαπό προθεσμία 48 ωρών για να υποβάλει τις αντιρρήσεις του, μόνο, όταν πρόκειται να εκδοθεί πράξη απελάσεως με έρεισμα τη διάταξη της περ. γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 2910/2001 (επικινδυνότητα για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια), κατ’ ενάσκηση δηλαδή της διακριτικής ευχερείας της διοικήσεως. Αντιθέτως, όταν η πράξη απελάσεως εκδίδεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων, όπως στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 2910/2001, οπότε η Διοίκηση ενεργεί κατά δεσμία εξουσία, δεν απαιτείται η τήρηση του ανωτέρω τύπου. Αν δε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η διοίκηση εξέδωσε πράξη απελάσεως επί τη βάσει ανακριβών ή ανύπαρκτων περιστατικών, τότε η εν λόγω πράξη είναι παράνομη και ακυρωτέα για τον λόγο αυτό και όχι διότι εκδόθηκε κατά παράβαση του δικαιώματος ακροάσεως.
 
[Δεν αποκλείεται η συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων που κωλύουν την απέλαση για λόγους προστασίας της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του αλλοδαπού κατά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (ιδίως όταν πρόκειται για την προστασία δεσμών που έχουν δημιουργηθεί κατά την διάρκεια της νόμιμης παραμονής του αλλοδαπού στη χώρα, βλ. αντί άλλων ΕΔΔΑ, απόφαση της 27.9.2011, Alim κατά Ρωσίας, αριθμός προσφυγής 39417/07), ενώ, εξ άλλου, δεν είναι επιτρεπτή η απέλαση ή η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο επαναπροώθηση αλλοδαπού – έστω και στερουμένου νομίμου τίτλου παραμονής – σε χώρα στην οποία κινδυνεύει να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή ποινή (άρθρο 3 ΕΣΔΑ, βλ. ΕΔΔΑ, Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως, αποφάσεις της 23.2.2012, Hirsi Jamaa κατά Ιταλίας, αρ. 27765/09, σκέψη 115, και της 28.2.2008, Saadi κατά Ιταλίας, αρ. 37201/06, σκέψεις 126 επ.)]
 
ΣτΕ 1364/2013
Προβάλλεται ότι η απέλαση του εφεσίβλητου δεν αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς διότι δεν ελήφθη υπ’όψιν ότι ήλθε στην Ελλάδα, προκειμένου να ζήσει με την μητέρα του, η οποία είναι σύζυγος ημεδαπού, έχοντας εξασφαλίσει τους απαιτούμενους για τη διαβίωσή του πόρους και ότι η απομάκρυνσή του από την οικογένειά του θα ήταν αντίθετη προς τις προβλέψεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και την αρχή της αναλογικότητας. Οι προσωπικές συνθήκες, όμως, του αιτούντος-εκκαλούντος, όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα και τα στοιχεία του φακέλου (ότι, δηλαδή, ο εκκαλών, ο οποίος δεν είναι ανήλικος, ζούσε στη χώρα καταγωγής του χωρίς τη μητέρα του από του έτους 1997, και ότι, ευρισκόμενος στην Ελλάδα για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, δεν ανέπτυξε οποιεσδήποτε βιοτικές σχέσεις), σταθμιζόμενες με τους συντρέχοντες λόγους δημόσιας τάξης, δεν εκώλυαν την απέλασή του, η οποία, ενόψει των ανωτέρω, δεν αντίκειται στις διατάξεις για την προστασία της οικογένειας του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και στην αρχή της αναλογικότητας.
 
ΣτΕ 992/2013 (απέλαση  και εγγραφή σε Κατάλογο Ανεπιθύμητων)
*     Εφαρμοστέα, εν προκειμένω, ήταν η ειδική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 2910/2001, σύμφωνα με την οποία, για την υποβολή των αντιρρήσεων του αλλοδαπού επί της επικείμενης απελάσεώς του, χορηγείται προθεσμία (τουλάχιστον) 48 ωρών, η οποία και τηρήθηκε (ΣτΕ 5383/2012, 3377/2011) και όχι η διάταξη του άρθρου 6 του ν.2690/1999.
*     Προβάλλεται ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ.9 του ν.2910/2001, η ποινική καταδίκη του εκκαλούντος, για παράβαση διατάξεων του ν.1975/1991, δεν μπορούσε να αποτελέσει έρεισμα για την απέλαση και την εγγραφή του στον Ε.Κ.Α.Ν.Α.. Η διάταξη, όμως, της παραγράφου 9 του άρθρου 66 του ν.2910/2001 απλώς διευκρινίζει το καθεστώς χορήγησης αδειών του άρθρου 66, με το οποίο εισάγονται μεταβατικές ρυθμίσεις για τη νομιμοποίηση της παραμονής στη Χώρα αλλοδαπών παρανόμως διαβιούντων σε αυτήν κατά την έναρξη ισχύος του ν.2910/2001· δεδομένου δε ότι ο εκκαλών δεν ενέπιπτε στο ρυθμιστικό πεδίο του εν λόγω άρθρου, η επίκληση της διάταξης της παρ.9 αυτού, είναι, εν προκειμένω, άμοιρη επιρροής (βλ. ΣτΕ 5383/2012). Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε περιπτώσεις που η εγγραφή στον Ε.Κ.Α.Ν.Α. έχει χωρήσει λόγω παράνομης εισόδου, εξόδου, παραμονής ή εργασίας στο ελληνικό έδαφος και όχι λόγω απελάσεως κατόπιν καταδίκης για παράνομη προώθηση λαθρομεταναστών, όπως εν προκειμένω
 
ΣτΕ 990/2013
Από τον ερμηνευτικό συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 και 79 ν. 3386/2005  συνάγεται, ότι ο νομοθέτης προέβλεψε κατά την λήψη του μέτρου της απελάσεως και προς αποφυγή κοινωνικής σκληρότητος, πρώτον, τις περιπτώσεις (: α΄, δ΄και ε΄ της παρ.1 του άρθρου 79 του ν.3886/2005) κατά τις οποίες η Διοίκηση -παρά την συνδρομή λόγου απελάσεως- οφείλει ν’ απόσχει από την λήψη του μέτρου (πρβλ. ΣτΕ 4028/2011), και δεύτερον, τις περιπτώσεις (: β΄ και γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 79) κατά τις οποίες η Διοίκηση θα πρέπει να προβαίνει, κατ΄ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, σε στάθμιση της βλάβης που προκαλείται στην οικογενειακή κατάσταση του αλλοδαπού (όταν είναι γονέας ημεδαπού ανηλίκου και έχει την επιμέλεια ή έχει υποχρέωση διατροφής, την οποία εκπληρώνει) ή στην προσωπική του κατάσταση (όταν έχει υπερβεί το 80ο έτος της ηλικίας του), με τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που καθιστούν αναγκαία, κατά τη Διοίκηση, την άμεση αναχώρησή του από τη χώρα. Εφόσον από την εν λόγω στάθμιση, προκύπτει κατά την αιτιολογημένη κρίση της Διοικήσεως, ότι ο αλλοδαπός είναι επικίνδυνος για την δημόσια τάξη ή την εθνική ασφάλεια, ή τη δημόσια υγεία, επιτρέπεται η έκδοση πράξης απελάσεως και στην περίπτωση που αυτός είναι γονέας ημεδαπού τέκνου ή έχει υπερβεί το 80ο έτος της ηλικίας του.
Το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ότι η εκκαλουμένη απόφαση είναι μη νομίμως αιτιολογημένη, διότι, το Διοικητικό Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων του ν. 3386/2005. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι όταν αλλοδαπός κρίνεται ως επικίνδυνος για την δημόσια τάξη και ασφάλεια δεν καταλείπεται έδαφος διακριτικής ευχερείας στη διοίκηση προκειμένου να μην εκδώσει πράξη απελάσεως και συνεπώς, δεν απαιτείται και η συνεκτίμηση της οικογενειακής καταστάσεως του αλλοδαπού, κατά το άρθρο 79 ν. 3386/2005 και ειδικότερα του γεγονότος ότι είναι πατέρας ημεδαπού τέκνου. Ο λόγος όμως αυτός της εφέσεως είναι νόμω αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, όπως άλλωστε έκρινε ορθώς, με παρόμοια αιτιολογία, το δικάσαν Πρωτοδικείο. Συνεπώς, η Διοίκηση, επανερχόμενη επί της υποθέσεως μετά την ακύρωση της ανωτέρω πράξεως απελάσεως από την εκκαλουμένη απόφαση, θα πρέπει, πρώτον, να επαληθεύσει τη συνδρομή του πραγματικού της διατάξεως του άρθρου 79 παρ. 1 περ. β΄ του ν.3386/2005 ( ότι δηλαδή ο εφεσίβλητος αλλοδαπός πράγματι είναι πατέρας ημεδαπού, ανήλικου τέκνου, του οποίου έχει την επιμέλεια ή υποχρέωση διατροφής) και εν συνεχεία να προβεί σε στάθμιση της βλάβης που προκαλείται, στην οικογενειακή κατάσταση του αλλοδαπού, με τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που καθιστούν αναγκαία, κατά τη Διοίκηση, την άμεση αναχώρησή του από τη χώρα. Κατά τη στάθμιση αυτή λαμβάνονται υπόψη κριτήρια, όπως ιδίως, η φύση και σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε ο αλλοδαπός, το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη τέλεση του αδικήματος και η συμπεριφορά του αλλοδαπού κατά το διάστημα αυτό, καθώς και η σοβαρότητα των δυσχερειών που είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν η σύζυγος και τα τέκνα του αλλοδαπού στην Ελλάδα ή στη χώρα στην οποία πρόκειται να απελαθεί αυτός (πρβλ. παράθεση των σχετικών κριτηρίων στάθμισης κατά το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, 18.10.2006, Üner κατά Ολλανδίας, αριθμός προσφυγής 46410/99).
 
 
 
4.    Ε.Δ.Τ.Ο.
 
 
ΣτΕ 450/2014 (ανάκληση ΕΔΤΟ)
*     Κατά τα παγίως κριθέντα, η έλλειψη γνησίας προξενικής θεωρήσεως στηρίζει νομίμως και επαρκώς την ανάκληση του Ε.Δ.Τ.Ο, ασχέτως υπαιτιότητας, γνώσεως της πλαστότητας ή ποινικής καταδίκης του εκκαλούντος, ελλείψει συνδρομής νομίμου προϋποθέσεως, όπως, άλλωστε, ρητώς αναφέρεται και στην προσβληθείσα διοικητική πράξη (βλ. ΣτΕ 1828, 2015/2011, 4859/2012 κ. ά.). Πέραν δε τούτων, όσον αφορά ειδικώς την αθωωτική ποινική απόφαση -και ανεξαρτήτως του αν τίθεται παραδεκτώς υπ’ όψιν του Συμβουλίου της Επικρατείας- δεν προκύπτει ούτε ότι η απόφαση αφορά τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ούτε και το σκεπτικό της αθωώσεως (πρβλ. ΣτΕ 2200/2008).
*     Λόγοι περί παραβάσεως αρχής αναλογικότητας, χρηστής διοικήσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι η δημιουργία πλέγματος βιοτικών σχέσεων στην χώρα δεν ασκεί επιρροή, όταν εξ αρχής ελλείπει θεμελιώδης προϋπόθεση για την απόκτηση νομίμου τίτλου παραμονής, ήτοι η προσήκουσα απόδειξη της ομογενειακής ιδιότητας, όπως συνέβη εν προκειμένω. Ανεξαρτήτως αυτού, η εκ του νόμου περιορισμένη χρονική ισχύς των Ε.Δ.Τ.Ο. και η συνακόλουθη υποβολή του δικαιούχου στην διαδικασία ανανεώσεώς τους σε τακτά χρονικά διαστήματα δεν επιτρέπουν καν την δημιουργία αξίων προστασίας διοικητικών καταστάσεων [Στην συγκεκριμένη περίπτωση μεσολάβησαν μόλις 2 ½ έτη μεταξύ της ανακληθείσης και της ανακλητικής πράξεως].
 
ΣτΕ 106/2013 (ανάκληση ΕΔΤΟ)
Όπως  έχει κριθεί (ΣτΕ 4543/2012 επταμελούς συνθέσεως), από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 και 4 της κ.υ.α. 4000/3/10-λε/30.5.2001 συνάγονται τα εξής: α) Ότι οι λόγοι δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, οι οποίοι μπορούν να οδηγήσουν στην ανάκληση χορηγηθέντος Ειδικού Δελτίου Ταυτότητας Ομογενούς, αποτελούν λόγους που μπορούν επίσης να θεμελιώσουν την απόρριψη αιτήματος χορηγήσεως ή ανανεώσεως τέτοιου δελτίου (βλ. ΣτΕ 3948/2007, 42/2011), και β) Ότι η κατά την παρ.4 του άρθρου 2 της ανωτέρω κοινή υπουργικής αποφάσεως προσφυγή προβλέπεται μόνον στην περίπτωση, κατά την οποία εξετάζεται αίτημα αλλοδαπού υπηκόου για χορήγηση ή ανανέωση Ειδικού Δελτίου Ταυτότητος Ομογενούς και το αίτημα αυτό απορρίπτεται διότι από τα υπάρχοντα στοιχεία δεν θεμελιώνεται η ελληνική καταγωγή του. Αντιθέτως, τέτοια ενδικοφανής προσφυγή δεν προβλέπεται στην περίπτωση απορρίψεως του ως άνω αιτήματος για λόγους αναγομένους στην δημόσια τάξη και ασφάλεια.
Συνεπώς, δεν προεβλέπετο για την ένδικη περίπτωση η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής κατά της απορρίψεως του αιτήματος ανανεώσεως του Ε.Δ.Τ.Ο., δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η απόρριψη εχώρησε κατ’ επίκληση λόγων δημοσίας τάξεως, όχι δε για το λόγο ότι δεν επιβεβαιώθηκε η ελληνική καταγωγή του εκκαλούντος. Τούτου έπεται ότι: α/ Η προσφυγή που ασκήθηκε κατά της 12339/2-β/21.1.2003 αποφάσεως του Διευθυντή της Υποδιευθύνσεως Ασφάλειας Ιωαννίνων, με την οποία είχε αρχικώς απορριφθεί, για λόγους δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, το αίτημα ανανεώσεως του Ε.Δ.Τ.Ο, έχει το χαρακτήρα ιεραρχικής και όχι ενδικοφανούς προσφυγής. Συνεπώς, αρμοδίως επελήφθη αυτής ο Διευθυντής της Αστυνομικής Διευθύνσεως Ιωαννίνων, ως ιεραρχικώς προϊστάμενο όργανο. β/ Δεν απητείτο, κατά συνεκδοχήν, η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 παρ. 4 της κ.υ.α. 4000/3/10-λε/30.5.2001 γνωμοδότηση της ειδικής επιτροπής επί της ιεραρχικής αυτής προσφυγής. Άρα είναι απορριπτέοι ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης ερμηνευτικής εκδοχής οι εξής προβαλλόμενοι λόγοι εφέσεως: α/ Ότι αναρμοδίως απερρίφθη η προσφυγή του εκκαλούντος από τον Διευθυντή της Αστυνομικής Διευθύνσεως Ιωαννίνων, διότι η σχετική αρμοδιότητα ανήκει στον Διευθυντή της Διευθύνσεως Αλλοδαπών του Αρχηγείου της Αστυνομίας, β/ Ότι η επί της προσφυγής 1020/32290/1-γ/9.9.2003 πράξη εξεδόθη κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, δηλαδή χωρίς την προηγούμενη γνωμοδότηση της ειδικής επιτροπής, και γ/ Ότι, κατά παράβαση του δικαιώματος της προηγούμενης ακροάσεως, ο εκκαλών δεν εκλήθη ενώπιον της γνωμοδοτικής επιτροπής για να εκθέσει τις απόψεις του, προ της εκδόσεως της ανωτέρω απορριπτικής της προσφυγής του 1020/32290/1-γ/9.9.2003 πράξεως.
 
ΣτΕ 1306/2013 (απόρριψη αιτήματος ΕΔΤΟ )
*     Η εφαρμοστέα κατά χρόνον κοινή υπουργική απόφαση υπό στοιχεία 4000/3/10 – λε της 30.5. – 6.6.2001 (Β’ 707), η οποία εξεδόθη κατ’ εξουσιοδότησιν του άρ. 17 παρ. 4 ν. 1975/1991 (Α’ 184) και ερρύθμιζε ειδικώς τα των αδειών παραμονής των ομογενών υπηκόων Αλβανίας, προβλέποντας την έκδοση Ειδικών γι’ αυτήν την κατηγορία Δελτίων Ταυτότητας Ομογενούς, τα οποία ανανεώνονται περιοδικώς, ορίζει στο άρ. 4 παρ. 1 αυτής ότι το ΕΔΤΟ δύναται ν’ ανακαλείται για λόγους δημοσίας τάξεως και ασφαλείας με αιτιολογημένη απόφαση οργάνου του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Κατά τα ήδη γενόμενα δεκτά οι λόγοι δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, που δικαιολογούν την ανάκληση του ΕΔΤΟ, αποτελούν και λόγους για την απόρριψη του αιτήματος γι’ ανανέωση του
*     Μη νομίμως αιτιολογημένη η εκκαλουμένη, διότι από την παραβατική συμπεριφορά του εφεσιβλήτου, όπως αυτή ελήφθη υπ’ όψιν από το διοικητικό όργανο (προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών και άλλες παραβάσεις), προέκυπτε πράγματι η συνδρομή λόγων δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, που δικαιολογούσαν την μη ανανέωση του ΕΔΤΟ. Προς εκφοράν αυτής του της κρίσεως ο Διευθυντής της Δ.Α.Αθηνών διέλαβε κατά τα προεκτεθέντα ρητές εκτιμήσεις, αξιολογώντας την καθ’ όλου συμπεριφορά του εφεσιβλήτου, χωρίς, όπως βασίμως προβάλλεται, να προαπαιτείται ν’ αναφερθούν στην αιτιολογία της πράξεως όλα τα επί πλέον στοιχεία που αξίωσε η εκκαλουμένη, τα σχετικά με τις περιστάσεις εκδηλώσεως της παραβατικής συμπεριφοράς κ.τ.ό., που απετέλεσαν ήδη αντικείμενο κρίσεως από τα ποινικά δικαστήρια. Δεν προκύπτει δε αθώωση του εφεσιβλήτου λόγω μη τελέσεως των πράξεων, η οποία θα εκλόνιζε ενδεχομένως την αιτιολογία της διοικητικής πράξεως. Ανεξαρτήτως, όμως, των ανωτέρω στο από 27.1.2004 εισηγητικό σημείωμα ρητώς αναφέρεται ότι: «Η βλάβη που προξένησαν τα εγκλήματα… η φύση, το είδος… καθώς και οι περιστάσεις (χρόνος, τόπος, τρόπος), κάτω από τις οποίες τελεστηκαν… συνιστούν απειλή για την δημόσια τάξη και ασφάλεια». Αλλά και όσον αφορά την δημιουργία βιοτικών δεσμών του εφεσιβλήτου στην Ελλάδα (παραμονή του από ηλικίας 5 ετών στην χώρα, άγνοια της αλβανικής, εγκατάσταση νόμιμη και μόνιμη όλων των συγγενών του εδώ, αποφοίτηση από τεχνική Σχολή), η απόκρουση των σχετικών ισχυρισμών, που προεβλήθησαν με την από 24.5.2004 διοικητική προσφυγή του, είναι αρτίως αιτιολογημένη και δεν παρίσταται ως προϊόν κακής χρήσεως της διακριτικής ευχέρειας, διότι στηρίζεται στην, ρητώς επίσης διατυπωμένη, εκτίμηση ότι «δεν δύνανται να θάλπονται από το δίκαιο άτομα που δραστηριοποιούνται (συστηματικά, κατά την έννοια της αιτιολογίας) σε βάρος της έννομης τάξης».
 
 
 
 
5.    ΑΔΕΙΑ ΔΙΑΜΟΝΗΣ
 
 
ΣτΕ 3218/2013 (απόρριψη αιτήματος χορηγήσεως αδείας παραμονής)
Η πρόβλεψη στο άρθρο 11 παρ. 3 του ν.3386/2005 της χορηγήσεως βεβαιώσεως περί καταθέσεως αιτήματος εκδόσεως αδείας παραμονής, η οποία αποβλέπει στη διευκόλυνση απλώς των αλλοδαπών υπηκόων καθ’ ον χρόνο το αίτημά τους παραμένει εκκρεμές, δεν μεταθέτει στη Διοίκηση την ευθύνη για την υποβολή πλήρους φακέλου νόμιμων δικαιολογητικών, ούτε συνεπάγεται υποχρέωση της Διοικήσεως να χορηγήσει τη ζητηθείσα άδεια παρά την μη υποβολή απαιτουμένου από το νόμο ή κανονιστική πράξη δικαιολογητικού (πρβλ. ΣτΕ 2100/2013). Η ανωτέρω πρόβλεψη έχει απλώς την έννοια ότι, αν το παραλαμβάνον την αίτηση με τα δικαιολογητικά διοικητικό όργανο κρίνει, από τον κατ’ αρχήν έλεγχο αυτών, ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν ελλείψεις, χορηγείται η βεβαίωση, με βάση την οποία θεωρείται ότι ο αλλοδαπός νομίμως διαμένει στη χώρα. Η χορήγηση όμως της βεβαιώσεως αυτής δεν αποκλείει στη Διοίκηση, μετά από πλήρη έλεγχο του φακέλου, να απορρίψει την αίτηση λόγω ελλείψεως νομίμου δικαιολογητικού όπως σαφώς, άλλωστε, συνάγεται από την διάταξη της παρ. 4 του ιδίου ως άνω άρθρου 11 του ν. 3383/2005.
 
ΣτΕ 3813/2013 (αρνηση χορήγησης visa για οικογενειακή επανένωση) [βλ. και διατάξεις πδ 131/2006 σε εναρμόνιση προς τις διατάξεις της οδηγίας 2003/86/ΕΚ]
 
Η αίτηση για οικογενειακή επανένωση υπηκόου τρίτης χώρας, που κατοικεί νόμιμα στην Ελλάδα επί δύο τουλάχιστον έτη και πληροί και τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 53 του ν. 3386/2005, εγκρίνεται από το Γενικό Γραμματέα της αρμόδιας Περιφέρειας κατόπιν γνώμης και της αρμόδιας ελληνικής προξενικής αρχής. Η γνώμη αυτή διατυπώνεται ύστερα από ελέγχους και συνεντεύξεις που διεξάγονται όπως ειδικότερα ορίζει το άρθρο 29 της ως άνω 3497.3/550/ΑΣ4000/2005 υπουργικής απόφασης και αποσκοπούν στο να διαπιστωθεί ότι δεν υφίσταται απάτη ή εικονικός γάμος ή υιοθεσία ή διαρκής παράνομη διαμονή στην ελληνική επικράτεια του μέλους της οικογενείας πριν από την υποβολή της αίτησης οικογενειακής επανένωσης εκ μέρους του συντηρούντος υπηκόου τρίτης χώρας. Η διαδικασία αυτή του άρθρου 29 της εν λόγω υπουργικής απόφασης, η οποία ακολουθείται για τη διατύπωση της γνώμης της αρμόδιας ελληνικής προξενικής αρχής, προηγείται της έκδοσης της εγκριτικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας. Μετά την έκδοση της εγκριτικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας η αρμόδια ελληνική προξενική αρχή μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει στο μέλος της οικογένειας του υπηκόου τρίτης χώρας την απαιτούμενη ειδική θεώρηση εισόδου μόνο για τους λόγους του άρθρου 8 του ν. 3386/2005. Αν η ελληνική προξενική αρχή, εκ των υστέρων, μετά τη διατύπωση της ως άνω (θετικής) γνώμης της, λάβει γνώση γεγονότων του άρθρου 29 της υπουργικής απόφασης αυτής, που αναφέρονται στο πρόσωπο του μέλους της οικογένειας του υπηκόου τρίτης χώρας και ανατρέπουν τα δεδομένα στα οποία είχε στηριχθεί, μπορεί να ειδοποιήσει σχετικώς τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, ώστε αυτός να ανακαλέσει την απόφασή του. Δεν δύναται όμως πια η ίδια να αρνηθεί τη χορήγηση θεώρησης εισόδου στο μέλος της οικογένειας του υπηκόου τρίτης χώρας.
 
ΣτΕ 2338/2013 (οικογενειακή συνένωση)
Από το συνδυασμό των διατάξεων της παρ.5 του άρθρου 28, του άρθρου 7, στο οποίο αυτή παραπέμπει, καθώς και της παρ.3 του άρθρου 5 του ν. 2910/2001 συνάγονται τα εξής : Η συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται κατά το άρθρο 28 του νόμου για την έγκριση της εισόδου και παραμονής στην χώρα για λόγους οικογενειακής συνένωσης, ελέγχεται, κατ’ αρχάς, από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, ο οποίος αποφαίνεται για την χορήγηση θεωρήσεως εισόδου, αφού λάβει υπ’ όψιν και την γνώμη της αστυνομικής αρχής για θέματα που αφορούν την δημόσια τάξη και ασφάλεια της χώρας. Εφ’ όσον εγκριθεί δε το σχετικό αίτημα του αλλοδαπού από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, η οικεία ελληνική προξενική αρχή χορηγεί στα μέλη της οικογένειας του διαμένοντος στη χώρα αλλοδαπού την θεώρηση εισόδου για οικογενειακή συνένωση. Η προξενική αρχή, πάντως, δύναται, παρά την έκδοση θετικής αποφάσεως από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, να αρνηθεί την χορήγηση θεωρήσεως εισόδου, στο πλαίσιο των γενικών αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται βάσει των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 και 7 παρ. 1 του ν. 2910/2001, εάν κατά την εξέταση του σχετικού αιτήματος διαπιστωθεί, βάσει στοιχείων, τα οποία δεν ήταν σε γνώση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, ότι συντρέχουν λόγοι δημοσίας τάξεως και ασφάλειας ή λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας, οι οποίοι κωλύουν την είσοδο των μελών της οικογένειας του αλλοδαπού στη χώρα. Στο πλαίσιο δε των ως άνω αρμοδιοτήτων της, η προξενική αρχή μπορεί να αρνηθεί τη χορήγηση θεωρήσεως εισόδου, μεταξύ άλλων, και σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αιτιολογημένως ότι η είσοδος των μελών της οικογένειας του αλλοδαπού στη χώρα επιχειρείται κατά καταστρατήγηση των διατάξεων περί οικογενειακής συνενώσεως. Τέτοια περίπτωση καταστρατηγήσεως, εξ άλλου, συντρέχει όταν ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 28 του ν. 2910/2001 περί οικογενειακής συνενώσεως, μολονότι τα μέλη της οικογένειας του αλλοδαπού είχαν ήδη εισέλθει και παρέμεναν παρανόμως στη χώρα προ της κινήσεως της σχετικής διαδικασίας. Ειδικότερα, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 28, οι οποίες εμπίπτουν στο γενικό μέρος του ν. 2910/2001, σκοπήθηκε η ρύθμιση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η είσοδος και παραμονή στην Ελλάδα των μελών της οικογένειας αλλοδαπού νομίμως διαμένοντος στη χώρα, προκειμένου να επανενωθούν μαζί του και να καταστεί εφεξής δυνατή η συνέχιση του κοινού οικογενειακού βίου. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι οι ως άνω γενικής ισχύος διατάξεις καταλαμβάνουν και περιπτώσεις, στις οποίες η εφαρμογή τους θα είχε ως αποτέλεσμα τη νομιμοποίηση παράνομης εισόδου και παραμονής στη χώρα. Η ρύθμιση, άλλωστε, των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι κατ’ εξαίρεση δυνατή η νομιμοποίηση παράνομης παραμονής στην χώρα, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των υφισταμένων οικογενειακών δεσμών, αποτελεί αντικείμενο ειδικών διατάξεων, όπως είναι οι διατάξεις του άρθρου 67 του ν. 2910/2001. Συνεπώς, η τυχόν διαπίστωση από την αρμόδια προξενική αρχή ότι το αίτημα για την έγκριση της εισόδου στη χώρα για λόγους οικογενειακής συνένωσης υποβάλλεται κατά καταστρατήγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 28 του ν. 2910/2001, υπό την έννοια που εξετέθη ανωτέρω, μπορεί να θεμελιώσει την συνδρομή λόγων δημοσίας τάξεως κωλυόντων την χορήγηση θεωρήσεως εισόδου. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, για την άρνηση χορηγήσεως της θεωρήσεως εισόδου απαιτείται ειδική αιτιολογία (πρβλ. ΣτΕ 2479/2012).
Μη νομίμως κρίθηκε από το δικάσαν δικαστήριο ότι, σε περίπτωση κατά την οποία έχει τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 28 του ν. 2910/2001 και έχει εγκριθεί το αίτημα οικογενειακής συνενώσεως από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, η αρμόδια προξενική αρχή δεν δύναται να αρνηθεί τη χορήγηση θεωρήσεως εισόδου κατ’ επίκληση του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 2910/2001, αλλά μπορεί μόνον να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος, εάν διαπιστώσει ότι συντρέχει μία από τις προβλεπόμενες στην παρ.2 του άρθρου 7 περιπτώσεις. Τούτο διότι, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, ακόμη και αν έχει εκδοθεί η κατά το άρθρο 28 παρ.5 του ν. 2910/2001 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας για την έγκριση της εισόδου και παραμονής στη χώρα για λόγους οικογενειακής συνένωσης, η αρμόδια προξενική αρχή μπορεί να αρνηθεί την χορήγηση της θεωρήσεως εισόδου, βάσει της γενικής αρμοδιότητας που της ανατίθεται με τα άρθρα 5 παρ.3 και 7 παρ.1 του ν. 2910/2001, σε περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται, βάσει των στοιχείων που συγκεντρώνονται κατά την εξέταση του αιτήματος, ότι λόγοι δημοσίας τάξεως και ασφάλειας ή λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας κωλύουν την είσοδο των μελών της οικογένειας του αλλοδαπού στη χώρα. Στην προκειμένη δε περίπτωση, το αίτημα για την χορήγηση θεωρήσεως εισόδου απερρίφθη με την αιτιολογία ότι υπεβλήθη καταχρηστικώς, δεδομένου ότι η εφεσίβλητη διέμενε ήδη από διετίας παρανόμως στην Ελλάδα. Η ως άνω αιτιολογία απορρίψεως του ενδίκου αιτήματος, αναγόμενη στη συνδρομή λόγων δημοσίας τάξεως, ευρίσκει, κατ’ αρχήν, έρεισμα στις οικείες διατάξεις, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη. Η δε εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε αντιθέτως έσφαλε, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα.
 
ΣτΕ 105/2013 (οικογενειακή συνένωση)
Με την εξαιρετική διάταξη του άρθρου 67 παρ.1 του ν.2910/2001 (Α΄91) ρυθμίσθηκε, κατ’ απόκλιση των οριζομένων στις πάγιες διατάξεις του νόμου για τη χορήγηση αδειών παραμονής για οικογενειακή συνένωση (άρθρα 28 και επόμενα), η χορήγηση αδείας παραμονής σε μέλη οικογενειών αλλοδαπών που ευρίσκονταν στην Ελλάδα κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του ν.2910/2001 (δηλ. την 3.6.2001), τα οποία δεν διέθεταν νόμιμο τίτλο παραμονής στη χώρα. Κατά την έννοια δε της εξαιρετικής αυτής διατάξεως, μεταξύ των προϋποθέσεων για την εφαρμογή της είναι αφενός μεν να υποβληθεί το σχετικό αίτημα εντός ευλόγου χρόνου από την έναρξη ισχύος του νόμου, αφετέρου δε να υφίσταται συνοίκηση των συζύγων κατά το χρόνο αυτό, η οποία να συνεχίζεται και μετά την 3.6.2001, χωρίς να διακοπεί με αναχώρηση του ενός των συζύγων από τη χώρα. Ενόψει αυτών, η απόρριψη του υποβληθέντος στις 24.6.2004 αιτήματος του εκκαλούντος να χορηγηθεί στη σύζυγό του άδεια διαμονής λόγω οικογενειακής συνένωσης, κατ’ εφαρμογή, όχι των παγίων διατάξεων, αλλά της εξαιρετικής διατάξεως του άρθρου 67 του ν.2910/2001, ήταν, ενόψει της παρόδου τριών ετών από της ενάρξεως ισχύος του ν.2910/2001, εν πάση περιπτώσει νόμιμη, ορθώς δε το δικάσαν διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε, κατά το μέρος αυτό, την αίτηση ακυρώσεως, ει και επί άλλη αιτιολογία.
 
 
ΣτΕ 3222/2015 (απόρριψη αιτήματος αδείας διαμονής κατά το άρθρο 91 παρ.11 ν. 3386/2005)
Όπως έχει κριθεί (Σ.τ.Ε. 209/2012 7μ., 624-6/2013 7μ.), με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 91 παρ. 11 του ν. 3386/2005, με την οποία επιδιώχθηκε, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, η οριστική καταγραφή του συνόλου των υπηκόων τρίτων χωρών που βεβαιωμένα διαβιούσαν παράνομα στη Χώρα και η οριστική εκκαθάριση του χρόνιου σχετικού προβλήματος, θεσπίζεται ως ουσιαστική προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών, στο πρόσωπο των οποίων δεν συντρέχουν λόγοι δημόσιας τάξης και ασφάλειας, η διαμονή τους στη Χώρα μέχρι τις 31.12.2004 και επί εύλογο χρονικό διάστημα προ της ημερομηνίας αυτής. Προκειμένου δε να αποδειχθεί η ανωτέρω προϋπόθεση, στη ρηθείσα διάταξη παρατίθενται συγκεκριμένα στοιχεία, η συνδρομή των οποίων αποδεικνύει την ως άνω ουσιαστική προϋπόθεση, χωρίς όμως να αποκλείεται, κατά νόμον, η επίκληση από τους ενδιαφερόμενους αλλοδαπούς και άλλων πρόσφορων και ισχυρών στοιχείων, προερχομένων από δημόσια έγγραφα, από τα οποία, είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω διάταξη, αποδεικνύουν κατά τρόπο αναμφήριστο τη διαμονή τους στη Χώρα μέχρι τις 31.12.2004 και επί εύλογο χρονικό διάστημα προ της ημερομηνίας αυτής, καθώς και τους λόγους για τους οποίους αυτοί εισήλθαν στην ημεδαπή και οι οποίοι δικαιολογούν την παραμονή τους σε αυτήν, όπως αυτοί αναφέρονται στις πάγιες διατάξεις του ν. 3386/2005 (εργασία, άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανάπτυξη επενδυτικής δραστηριότητας, σπουδές, εκπόνηση ερευνητικών προγραμμάτων, οικογενειακή επανένωση).
 
ΣτΕ 3913/2013 (απόρριψη αιτήματος άδειας διαμονής κατ’ αρ. 91 παρ.11 ν. 3386/2005)
Προς πλήρωση της προϋπόθεσης της διαμονής τους στη Χώρα μέχρι τις 31.12.2004 και επί εύλογο χρονικό διάστημα προ της ημερομηνίας αυτής αυτής, τα σχετικώς υποβαλλόμενα από τους ενδιαφερόμενους αλλοδαπούς στοιχεία πρέπει να αποδεικνύουν, κατά τρόπο αναμφίλεκτο, τη διαμονή τους στην ημεδαπή κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο. Τούτο ισχύει είτε πρόκειται για τα ενδεικτικώς παρατιθέμενα στοιχεία στη διάταξη του άρθρου 91 παρ.11 περ. α΄ του ν.3386/2005, όπως εξειδικεύεται με εκείνη του άρθρου μόνου παρ. Α΄ περ. 2 εδ. α΄ της 15887/2005 υπουργικής απόφασης, είτε για άλλα πρόσφορα στοιχεία προερχόμενα από δημόσια έγγραφα, που υποβάλλονται αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην ως άνω διάταξη.
 
ΣτΕ 1830/2013 (απόρριψη αιτήματος αδείας διαμονής κατά το άρθρο 91 παρ.11 ν. 3386/2005)
Η ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την απόδειξη της παραμονής του αλλοδαπού στη χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο συνιστά, νόμιμο λόγο για την απόρριψη της αιτήσεώς του να του χορηγηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 91 παρ. 11 του Ν. 3386/2005 άδεια διαμονής, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη αυτή, ναι μεν είναι επιτρεπτή η επίκληση οποιουδήποτε στοιχείου, απορρέοντος από δημόσιο έγγραφο, το οποίο αποδεικνύει τα ανωτέρω, η απόδειξη όμως αυτή πρέπει να είναι πλήρης και να μην καταλείπεται οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία περί του αντιθέτου (βλ. ΣτΕ 1506/2013).
 
ΣτΕ 1506/2013 (απόρριψη αιτήματος αδείας διαμονής κατά το άρθρο 91 παρ.11 ν. 3386/2005)
 
Για την κατ’ άρθρο 91 παρ.11 ν. 3386/2005 απόρριψη του αιτήματος χορηγήσεως αδείας διαμονής ή την ανάκληση της χορηγηθείσης αδείας αρκεί να διαπιστώνεται η πλαστότητα από τα αρμόδια διοικητικά όργανα κατά τρόπο τεκμηριωμένο, βάσει των στοιχείων του φακέλου της υποθέσεως, χωρίς να απαιτείται να αποδεικνύεται με δικαστική απόφαση ή να προκύπτει από αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 75 παρ.1 περ. β του ν. 3386/2005, διάταξη η οποία αφορά τις άδειες διαμονής που χορηγούνται κατά τις γενικές διατάξεις του εν λόγω νόμου και δεν έχει εφαρμογή προκειμένου περί αδειών χορηγουμένων κατά τις προμνησθείσες εξαιρετικές διατάξεις. Τούτο διότι για την απόρριψη αιτήματος χορηγήσεως αδείας διαμονής κατά τις ως άνω εξαιρετικές διατάξεις ή την ανάκληση τέτοιας αδείας αρκεί το γεγονός ότι δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίλεκτο η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
 
ΣτΕ 2236/2015 (απόρριψη αιτήματος χορήγησης άδειας διαμονής)
Όπως έχει ήδη κριθεί και στην περίπτωση ανάλογων ρυθμίσεων (όπως το άρθρο 32 του ν.3346/2005, Α΄ 140, βλ. ΣΕ 1315, 2620, 2873-4/2012, 3378/2011), η πρόβλεψη από τον νομοθέτη (ν.4043/2012), για λόγους σωφρονιστικής πολιτικής και δη, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, αποσυμφόρησης των καταστημάτων κράτησης, της παραγραφής ποινών, αφορά τη μη έκτιση της ποινής στην οποία έχει καταδικασθεί ο εκκαλών από το ποινικό δικαστήριο και δεν ανατρέπει την ποινική καταδίκη του, ούτε επηρεάζει την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τη διοίκηση και το διοικητικό δικαστήριο και τη λήψη υπόψη από αυτά της πλαστότητας της θεώρησης εισόδου. Πολύ περισσότερο που εν προκειμένω, το διοικητικό πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, συνεπεία της πλαστότητας της θεώρησης εισόδου, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο η επιβαλλόμενη από τον νόμο (άρθρο 91 παρ.11 περ. α του ν.3386/2005 σε συνδυασμό με το άρθρο 75 παρ.1 στ. α αυτού) προϋπόθεση, δηλαδή η απόδειξη ότι ο εκκαλών είχε εισέλθει και διέμενε στη χώρα κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι πριν την 31.12.2004.
 
ΣτΕ 3298/2013 (απόρριψη αιτήματος  άδειας διαμονής κατά το άρθρο 91 παρ.11 )
Νομίμως απερρίφθη με την εκκαλουμένη απόφαση ο ισχυρισμός της εκκαλούσης ότι δεν εκλήθη σε ακρόαση προ της εκδόσεως της ως άνω απορριπτικής του αιτήματός της αποφάσεως, εφ’όσον η απόφαση αυτή εξεδόθη κατόπιν υποβολής αιτήσεως εκ μέρους της, με την οποία αυτή μπορούσε να εκθέσει τις απόψεις της και να συνυποβάλει όλα τα στοιχεία που είχε στην διάθεσή της για την απόδειξη της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων. Ομοίως απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός της εκκαλούσης ότι η ένδικη απορριπτική πράξη πάσχει, διότι δεν ήταν μεταφρασμένη σε γλώσσα που κατανοούσε. Τούτο διότι στις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 91 παρ.11 του ν. 3386/2005 δεν προβλέπεται υποχρέωση των αρμοδίων διοικητικών οργάνων να συντάσσουν και να κοινοποιούν, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, τις κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων αυτών εκδιδόμενες πράξεις σε γλώσσα που κατανοούν οι ενδιαφερόμενοι αλλοδαποί ούτε, άλλωστε, προκύπτει τέτοια υποχρέωση από άλλες γενικής εφαρμογής διατάξεις, ενώ η διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (Ε.Σ.Δ.Α., ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), την οποία επικαλείται η εκκαλούσα, ρυθμίζει το ειδικό ζήτημα της ενημερώσεως συλλαμβανομένου προσώπου περί των λόγων της συλλήψεώς του (βλ. ΣτΕ 1592/2012, 2018/2011). Εξ άλλου, εφ’ όσον η απόρριψη του αιτήματος της εκκαλούσης για την χορήγηση αδείας διαμονής εχώρησε κατά δεσμία αρμοδιότητα, λόγω μη συνδρομής των τασσομένων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των εξαιρετικών διατάξεων του άρθρου 91 παρ.11 του ν. 3386/2005, αβασίμως προβάλλεται από την εκκαλούσα παράβαση της αρχής της αναλογικότητας.
 
ΣτΕ 3455-7/2015 (άρνηση ανανέωσης άδειας διαμονής)
Λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση αδείας διαμονής με βάση το άρ. 43 παρ. 1 ν. 2910/2001 δικαιολογούν ωσαύτως και την απόρριψη αιτήματος για την χορήγηση ή την ανανέωσή της (βλ. ΣτΕ 2909/2011, 5029/2012). Περαιτέρω, αν, πριν από την χορήγηση ή ανανέωση της ως αδείας διαμονής έχει χωρήσει και εγγραφή του αλλοδαπού στον κατάλογο ανεπιθυμήτων για οποιονδήποτε λόγο, η χορήγηση ή η ανανέωση της υπ’ όψιν αδείας κωλύεται για τον αυτοτελή λόγο ότι ο καταχωρισθείς στον κατάλογο ανεπιθυμήτων αλλοδαπός πρέπει, άνευ ετέρου, ν’ αναχωρήσει αμελλητί από τη Χώρα και, σε περίπτωση μη οικειοθελούς συμμορφώσεώς του, ν’ απελαθεί από αυτήν, με συνέπεια ν’ απαγορεύεται η κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 66 παρ. 1 του ν. 2910/2001 χορήγηση αδείας παραμονής στον εν λόγω αλλοδαπό. Από την απαγόρευση αυτήν εξαιρούνται μόνο οι περιοριστικώς απαριθμούμενες στην παρ. 9 του άρθρου 66 του ν. 2910/2001 περιπτώσεις, κατά τις οποίες η εγγραφή στον κατάλογο ανεπιθυμήτων έχει χωρήσει αποκλειστικώς για παράνομη είσοδο, έξοδο, παραμονή ή εργασία του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, οπότε η εγγραφή στον κατάλογο δεν συνεπάγεται κατά την ως άνω εξαιρετική -και επομένως στενώς ερμηνευτέα διάταξη- οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα για τον ενδιαφερόμενο, επερχομένης αυτοδικαίως και της διαγραφής της αντιστοίχου εγγραφής του από τον ίδιο κατάλογο (βλ. ΣτΕ 2113/2012). Η εγγραφή, περαιτέρω, του αλλοδαπού στον κατάλογο ανεπιθυμήτων για λόγο ο οποίος δεν εμπίπτει στις αποκλειστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις του άρθρου 66 παρ. 9 του ν. 2910/2001, συνιστά αντικειμενικό δεδομένο, το οποίο επιβάλλει και αυτοτελώς στην αρμοδία Αρχή ν’ αρνηθεί κατά δεσμίαν αρμοδιότητα, την χορήγηση της ως άνω αδείας παραμονής ή, σε περίπτωση χορηγήσεώς της, να την ανακαλέσει (βλ. ΣτΕ 3725/2009 και 2113/2012). Τέλος, εφ’ όσον η Διοίκηση διαπιστώσει τη συνδρομή των αντικειμενικών δεδομένων που προαναφέρθηκαν, δεν είναι υποχρεωμένη κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά να καλέσει τον αλλοδαπό σε ακρόαση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), πριν προχωρήσει στην έκδοση της οικείας πράξεως και ειδικώτερα στην ανάκληση της τυχόν χορηγηθείσης αδείας παραμονής (βλ. ΣτΕ 2113/2012, 2515/2011, 3725/2009).
 
ΣτΕ 3923/2013 (ανανέωση άδειας παραμονής)
Σύμφωνα με τις διατάξεις, των άρθρων 9,53,55,56 ν. 3386/2005,  προκειμένου να εκδοθεί άδεια διαμονής για οικογενειακή επανένωση, προηγείται η “έγκριση οικογενειακής επανένωσης”, η οποία χορηγείται από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας ύστερα από αίτηση που υποβάλλει ο συντηρών αλλοδαπός· έπεται η χορήγηση της ειδικής θεωρήσεως εισόδου από τις ελληνικές προξενικές ή διπλωματικές Αρχές στα μέλη της οικογενείας του και εν τέλει εκδίδεται, και πάλι από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, η άδεια διαμονής των μελών της οικογενείας, η οποία εκδίδεται κατ’ αίτησίν τους εντός των χρονικών ορίων ισχύος της θεωρήσεως εισόδου. Κάθε στάδιο από τα παραπάνω προϋποθέτει την έκδοση πράξεως που να περατώνει το προηγούμενο κατ’ αποδοχήν του σχετικού αιτήματος. Ανανέωση αυτής της αδείας διαμονής, εξ άλλου, προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη ομοίας αδείας που να βρίσκεται σε ισχύ.
 
 
ΣτΕ 1005/2013 (απόρριψη αιτήματος ανανέωσης άδειας παραμονής)
Ανεξαρτήτως της εγγραφής του εφεσιβλήτου στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών που καθιστούσε υποχρεωτική την απόρριψη του αιτήματος ανανεώσεως της αδείας παραμονής του, η καταδίκη του με απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών για πλαστογραφία και υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως (217 και 220 ΠΚ), στηρίζει νομίμως και επαρκώς την προκύπτουσα από την απορριπτική του ανωτέρω αιτήματος απόφαση κρίση της Διοίκησης περί συνδρομής, εν προκειμένω, λόγων δημόσιας τάξης και ασφάλειας, οι οποίοι, και συνεκτιμωμένων των οικογενειακών και λοιπών προσωπικών συνθηκών που επικαλείται ο εφεσίβλητος, εκώλυαν την ανανέωση της εν λόγω άδειας, η δε σχετική ουσιαστική κρίση της Διοίκησης είναι ακυρωτικώς ανέλεγκτη (βλ.ΣτΕ 3378, 3349/2011). Περαιτέρω, η αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσης ποινής συναρτάται προς την κρίση του ποινικού δικαστηρίου επί του ζητήματος, αν η εκτέλεση της ποινής είναι αναγκαία για ν’ αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, και, συνεπώς, δεν κλονίζει την αιτιολογία της κρίσεως της Διοικήσεως περί της συνδρομής λόγων δημοσίας τάξεως και ασφάλειας στο πρόσωπο του αλλοδαπού. Κατόπιν αυτών, μη νομίμως το Διοικητικό Πρωτοδικείο ακύρωσε την άρνηση ανανέωσης της άδειας παραμονής του εφεσιβλήτου, καθώς και την ανάκληση και την άρνηση ανανεώσεως και της αδείας εργασίας του
 
ΣτΕ 3068/2014 (άρνηση ανανέωσης άδειας παραμονής)
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 35 παρ. 1 δ΄ 3 και 4 του ν. 2910/2001, για τη χορήγηση και την ανανέωση άδειας παραμονής σε αλλοδαπό, υπήκοο κράτους εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος εισήλθε νομίμως στην Ελλάδα με ειδική άδεια εισόδου για να εργασθεί σε θυγατρική εταιρία ή υποκατάστημα επιχείρησης εγκατεστημένης σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται η απόδειξη της συνάψεως της σχετικής συμβάσεως εργασίας, για την οποία ο νομοθέτης δεν προβλέπει ότι πρέπει απαραιτήτως να είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου και να μη μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Δεδομένου, όμως, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται ει μη μόνον για σπουδαίο λόγο, ενώ αντιθέτως η καταγγελία της συμβάσεως αορίστου χρόνου είναι αναιτιώδης, η Διοίκηση έχει τη διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, να απαιτήσει, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση ή την ανανέωση της άδειας παραμονής, την απόδειξη συνάψεως συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, χάριν περιορισμού των πιθανοτήτων λύσεως του συμβατικού δεσμού πριν από τη λήξη του χρόνου παραμονής που ορίζεται στην άδεια. Στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έκδοση της πράξεως που προσεβλήθη με την αίτηση ακυρώσεως, η Διοίκηση είχε δεχθεί, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, ότι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του εργοδότη της εκκαλούσης και της ίδιας είναι νόμιμο δικαιολογητικό για την ικανοποίηση του αιτήματός της για την ανανέωση της άδειας παραμονής της στην Ελλάδα. Το γεγονός αυτό δεν εμπόδιζε, κατ’ αρχήν, τη Διοίκηση να απαιτήσει την ύπαρξη, εφεξής, συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων για την περαιτέρω ανανέωση της άδειας. Όμως, πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως, επεβάλλετο, βάσει της αρχής της χρηστής διοικήσεως, να γνωστοποιηθεί αυτή η νέα απαίτηση στην εκκαλούσα και, συναφώς, να κληθεί η ίδια να υποβάλει, προς υποστήριξη της από 16.11.2004 αιτήσεώς της, νέο δικαιολογητικό και, συγκεκριμένα, έγγραφο μετατροπής της υφισταμένης συμβάσεως εργασίας από αορίστου χρόνου σε ορισμένου χρόνου. Παρά ταύτα, η Διοίκηση αιτιολόγησε την προσβληθείσα με την αίτηση ακυρώσεως πράξη με αναφορά στον χαρακτήρα της υφισταμένης κατά τον κρίσιμο χρόνο συμβάσεως εργασίας, ως συμβάσεως αορίστου χρόνου, χωρίς προηγουμένως να προβεί στις ως άνω ενέργειες. Συνεπώς, υπήρξε εν προκειμένω παράβαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως συναφώς με προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως του διοικουμένου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος. Έσφαλε δε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Κορίνθου που απέρριψε τον λόγο ακυρώσεως περί παραβάσεως του ως άνω δικαιώματος, όπως βασίμως προβάλλεται με το δικόγραφο της κρινομένης εφέσεως, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή.

ΣτΕ 5002/13 (ανανέωση άδειας διαμονής για παροχή εξαρτημένης εργασίας)
Η απόρριψη του αιτήματος ανανέωσης άδειας διαμονής για παροχή εξαρτημένης εργασίας δεν προϋποθέτει, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο εκκαλών, και ύπαρξη, κατά τον χρόνο απορρίψεως του αιτήματος, τελεσίδικης ποινικής καταδίκης για τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τους λόγους αυτούς και αποτελούν το αιτιολογικό έρεισμα της απόρριψης του αιτήματος. Τούτο δε σαφώς συνάγεται από τη διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 10 περ. β΄ του ν.3386/2005, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του τελευταίου εδαφίου της περ. β΄ με το άρθρο 3 του ν. 3536/2007, και εξειδικεύεται από την εισηγητική έκθεση του τελευταίου αυτού νόμου, με τη ρητή ενδεικτική συμπερίληψη της τελεσίδικης ποινικής καταδίκης για κακούργημα ή πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους στους εν γένει λόγους δημόσιας τάξης και ασφάλειας που κωλύουν τη χορήγηση ή ανανέωση της άδειας διαμονής καθώς και με την πρόβλεψη ειδικής αιτιολόγησης στις λοιπές περιπτώσεις.
 
ΣτΕ 715/2015 (απόρριψη αιτήματος ανανεώσεως άδειας διαμονής για ανεξάρτητη εργασία)
*     Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 86 παρ. 6, 25 παρ. 3 περ. (α), (β) και 75 παρ. 1 περ. (α) του ν. 3386/2005 προς αυτήν του άρ. 12 παρ. 5 του ιδίου νόμου, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβληθείσης πράξεως (30.6.2006, πριν, δηλαδή, την τροποποίησή τους με το άρ. 44 παρ. 4 του ν. 3801/2008), και μόνη η διαπίστωση της Διοικήσεως ότι δεν ασκείται πλέον η ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα από τον αλλοδαπό που έτυχε γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο αδείας διαμονής, αρκεί για να εκδοθεί νομίμως και άνευ ετέρου η πράξη με την οποίαν η άδεια αυτή ανακαλείται ή απορρίπτεται το αίτημα ανανεώσεώς της.
*     Κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3386/2005 για την άσκηση της αρμοδιότητας χορηγήσεως, ανανεώσεως ή ανακλήσεως των αδειών διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα δεν συνεκτιμώνται κριτήρια αναγόμενα στην προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση του ενδιαφερομένου αλλοδαπού, αλλά κρίνεται αν συντρέχουν ή όχι οι ειδικώς τασσόμενες προϋποθέσεις του νόμου. Το πλέγμα των ρυθμίσεων αυτών -σε συνδυασμό και με τις λοιπές, συναφείς ρυθμίσεις του νόμου, αποβλέπει σε θεμιτούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, όπως την κυριαρχικώς ασκούμενη (βλ. ΣτΕ 2107, 5029/2012) μεταναστευτική πολιτική (υπό την έννοια του ελέγχου των αλλοδαπών που βρίσκονται στη χώρα κατά περιοχές και κατά κλάδο δραστηριότητας με όλες τις εντεύθεν συνέπειες στην άσκηση της πολιτικής αυτής), την ρύθμιση της οικονομικής ζωής και την αποτροπή κλονισμού του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Οι ρυθμίσεις αυτές, επιβάλλουσες στους αλλοδαπούς την υποχρέωση να συμμορφώνονται με τους ορισμούς (αντικείμενο δραστηριότητας, τοπικά όρια αυτής) των αδειών διαμονής αυτού του τύπου, δεν υπερβαίνουν -και μάλιστα προδήλως- το κατά την κοινή πείρα αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη των σκοπών αυτών ούτε και παρίστανται απρόσφορες προς τούτο. Δεν καθίστανται δε αντίθετες στο Σύνταγμα ή την Ε.Σ.Δ.Α. οι ρυθμίσεις αυτές, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, εκ μόνου του λόγου ότι επακολούθησε η λιγότερο αυστηρή ρύθμιση του άρ. 44 παρ. 4 ν. 3801/2009, διότι ο νομοθέτης διαθέτει ευχέρεια να θεσπίσει νέες ρυθμίσεις αναλόγως των μεταβαλλομένων συνθηκών (βλ. ΣτΕ 4091/2012 7μ.). Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι λόγοι προστασίας της προσωπικής ή οικογενειακής ζωής δεν είναι -κατά τα ήδη γενόμενα ερμηνευτικώς δεκτά- ακουστοί στο παρόν στάδιο, αλλ’ ενδεχομένως σ’ επόμενο (όπως αυτό λ.χ. της απομακρύνσεως του αλλοδαπού από την χώρα), δεν συνιστά παράβαση της Ε.Σ.Δ.Α., οι εγγυήσεις του άρ. 8 (ιδίως της παρ. 2) της οποίας δεν συνεπάγονται και την άνευ ετέρου χορήγηση αδείας διαμονής συγκεκριμένου τύπου [βλ. αντί πολλών σκ. 91 στην απόφαση της 15.1.2007 της ευρείας συνθέσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της προσφυγής υπ’ αρ. 60654/2000, Syssoeva κλπ. κ. Λεττονίας], για την οποίαν η οικεία εθνική νομοθεσία απαιτεί την συνδρομή ορισμένων άλλων, ασχέτων προς την οικογενειακή και κοινωνική ζωή, προϋποθέσεων στο πρόσωπο του αλλοδαπού (βλ. την απόφαση του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας της 20.6.1997 επί της υποθέσεως Rezli).
 
ΣτΕ 2100/2013 (άδεια διαμονής για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας)
*     Κατά την έννοια του άρθρου 25 παρ. 3 ν. 2910/2001, προκειμένου η αρμοδία Αρχή να χορηγήσει άδεια διαμονής σε αλλοδαπό προς άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, νομίμως αποβλέπει -μεταξύ άλλων- στην νομιμότητα της προελεύσεως των χρημάτων που πρόκειται να διατεθούν εκ μέρους του για τον σκοπό αυτό, προκειμένου να αποφεύγεται η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες μέσω της πραγματοποιήσεως επενδύσεων στη χώρα. Τούτο προκύπτει σαφώς από την θεσπιζόμενη στην περίπτωση (α) του ανωτέρω άρθρου 25 παρ. 3 ρητή απαίτηση, να προκύπτουν οπωσδήποτε από την σχετική οικονομοτεχνική μελέτη, την οποία πρέπει να υποβάλει ο αλλοδαπός μαζί με την αίτησή του για την χορήγηση της αδείας παραμονής, οι πηγές χρηματοδοτήσεως για την δραστηριότητα που πρόκειται ν’ ασκήσει. Ως πηγή δε χρηματοδοτήσεως δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι νοείται η ύπαρξη απλώς και μόνον τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο είναι κατατεθειμένο το χρηματικό ποσό, που θα χρησιμοποιηθεί για την χρηματοδότηση της επιχειρήσεως του αλλοδαπού, αν δεν προκύπτει περαιτέρω από πού προέρχεται το ποσό αυτό. Ούτε, επίσης, μπορεί να θεωρηθεί ότι αρκεί η επίκληση στην οικονομικοτεχνική μελέτη της πηγής, από την οποία προέρχεται το ανωτέρω ποσό, ανεξαρτήτως της νομιμότητας αυτής. Συνεπώς, νομίμως απορρίπτεται αίτημα αλλοδαπού περί χορηγήσεως αδείας παραμονής για την άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητος, εάν αυτός δεν αποδείξει, με την προσκόμιση πρόσφορων προς τούτο στοιχείων, ότι τα χρήματα, που πρόκειται να χρησιμοποιήσει για την άσκηση της επιχειρήσεώς του, έχουν κτηθεί νομίμως.
*     Η ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει κατ’ αρχήν δικαίωμα του αλλοδαπού να εισέλθει ή να παραμείνει στο έδαφος κράτους, του οποίου δεν έχει την ιθαγένεια (βλ. απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Κuric και άλλοι κατά Σλοβενίας σκ. 355) δοθέντος ότι η αιτούσα δεν επικαλείται συγκεκριμένες συνθήκες οικογενειακής και προσωπικής καταστάσεως, οι οποίες θα συνιστούσαν παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ – αλλά αναφέρει απλώς ότι έχει δημιουργήσει στην Ελλάδα «νόμιμα ιδιωτική και οικογενειακή ζωή».
*     Αβασίμως προβάλλεται κατ’ επίκληση σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ότι εν προκειμένω η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 25 δεν είχε τα χαρακτηριστικά της «προσβασιμότητας και της προβλεψιμότητας» (βλ. περί των χαρακτηριστικών αυτών που πρέπει να έχει μια νομοθετική ρύθμιση, η οποία επιτρέπει επέμβαση στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, την σκέψη 341 της ανωτέρω αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Τούτο διότι η υποχρέωση να γνωστοποιείται στη Διοίκηση  η πηγή των χρημάτων, τα οποία ο αλλοδαπός προτίθεται να διαθέσει για την έναρξη της επιχειρήσεώς του, θεσπίζεται ρητώς με τη διάταξη του άρθρου 25, την οποία ο αλλοδαπός που υποβάλλει την αίτησή του με βάση τη διάταξη αυτή, προφανώς γνωρίζει ή θα έπρεπε να γνωρίζει καθώς και να προβλέψει ότι σε περίπτωση που δεν αποδείξει ότι έχει αποκτήσει νομίμως τα χρήματά του, η αίτησή του θα απορριφθεί.
 
ΣτΕ 475/2013 (άδεια παραμονής για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας)
Προκειμένου να χορηγηθεί άδεια ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας, η διάταξη του άρθρου 24 του ν. 3386/2005 απαιτεί να διαθέτει ο αλλοδαπός επαρκείς πόρους για την άσκηση της αιτουμένης δραστηριότητας και, ειδικότερα, οικονομική επιφάνεια 60.000 ευρώ τουλάχιστον, με κατάθεση σε πιστωτικό ίδρυμα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οι εν λόγω πόροι πρέπει να προέρχονται από νόμιμη πηγή, προκειμένου να αποφεύγεται η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά την πραγματοποίηση επενδύσεων στη χώρα. Εξάλλου, ως απόδειξη της ύπαρξης επαρκών πόρων, στην οποία οφείλει να προβεί ο ενδιαφερόμενος νοείται η πλήρης απόδειξη ότι αυτός μπορεί να υλοποιήσει τη δραστηριότητα με κεφάλαια νομίμως κτηθέντα, άρα απαιτείται και η τεκμηρίωση του τρόπου κτήσης του σχετικού κεφαλαίου, με την προσκόμιση πρόσφορων προς τούτο στοιχείων. Ενόψει των ανωτέρω, μη νομίμως έκρινε η εκκαλουμένη ότι δεν απαιτείται η προσκόμιση στοιχείων για τον τρόπο κτήσης του κεφαλαίου του εφεσιβλήτου και ότι δεν ευρίσκουν έρεισμα στο νόμο, ως αναγόμενες στον τρόπο κτήσης του κεφαλαίου, οι κρίσεις της Επιτροπής για το συσχετισμό των εισοδημάτων του εφεσιβλήτου προς το ύψος της δαπάνης της επένδυσης και των διαθεσίμων πόρων του.
 
ΣτΕ 4747/2013 (ανακληση άδειας παραμονής)
Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθ. 43 ν. 2910/2001, η ύπαρξη καταδικαστικής ποινικής απόφασης σε βάρος αλλοδαπού αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο, το οποίο στηρίζει επαρκώς την κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής για τη συνδρομή λόγων δημόσιας τάξης οι οποίοι επιβάλλουν την ανάκληση της άδειας παραμονής του αλλοδαπού στη χώρα, εφόσον η καταδικαστική απόφαση εξακολουθεί να υφίσταται και η αιτιολογία της ανακλητικής πράξης, η οποία στηρίζεται στην ποινική ευθύνη που αποδόθηκε στον αλλοδαπό, δεν κλονίζεται από το περιεχόμενο άλλης απόφασης ποινικού δικαστηρίου για την ίδια υπόθεση (πρβλ. ΣτΕ808/2013 επτ., 2113/2012, 2525/2011 κ.ά.).
Με τα δεδομένα, όμως, αυτά μη νομιμη η αιτιολογία. Και τούτο, διότι, ναι μεν η καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς (683/2001), στην οποία στηρίχθηκαν οι προσβαλλόμενες με την αίτηση ακυρώσεως διοικητικές πράξεις, δεν ανατράπηκε τυπικά ως προς τον εφεσίβλητο, λόγω της απόρριψης ως εκπρόθεσμης της έφεσης που αυτός άσκησε κατά της εν λόγω καταδικαστικής απόφασης, η αιτιολογία όμως των προσβαλλόμενων διοικητικών πράξεων, η οποία στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ποινική ευθύνη που αποδόθηκε στον εφεσίβλητο με την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση για απλή συνέργεια στα ποινικά αδικήματα της πλαστογραφίας ποινικών μητρώων και της συναφούς παράβασης καθήκοντος, που φέρονταν να έχουν τελεσθεί από άλλον ως φυσικό αυτουργό, κλονίσθηκε κατά τρόπο καίριο μετά την αθώωση του τελευταίου. Τούτο δε, ειδικότερα, διότι η αθώωση αυτή, όπως εκτέθηκε, στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι σε όλες τις περιπτώσεις έκδοσης ποινικών μητρώων αλλοδαπών, στις οποίες αυτός φερόταν να έχει αναμειχθεί, τα δελτία ποινικού μητρώου που εκδόθηκαν ήταν γνήσια και όχι πλαστά, η δε ποινική ευθύνη που είχε αποδοθεί στον εφεσίβλητο αφορούσε τη διακίνηση από αυτόν «πλαστών» δελτίων ποινικού μητρώου, τα οποία φέρονταν, σύμφωνα με την – ανατραπείσα κατά τούτο – καταδικαστική απόφαση με αριθμό 683/2001 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, να έχουν καταρτισθεί από άλλον.
 
ΣτΕ 4001/2013 (ανάκληση άδειας παραμονής)
*     Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2696/2012, 2816/2012), η κατά το άρθρο 66 παρ. 9 του ν. 2910/2001 διαγραφή από τον κατάλογο ανεπιθυμήτων αλλοδαπών δεν αφορά περιπτώσεις κατά τις οποίες η απέλαση έχει διαταχθεί με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, έστω και λόγω παράνομης εισόδου ή παραμονής του αλλοδαπού στη χώρα. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι άδειες παραμονής του εκκαλούντος, εκδοθείσες υπό το καθεστώς του ν. 2910/2001, ήταν μη νόμιμες, λόγω της ύπαρξης δικαστικής απέλασης εις βάρος του, και, κατά συνέπεια, νομίμως ανεκλήθησαν από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής. Ούτε, εξάλλου, το – ισχύον κατά το χρόνο έκδοσης της ανακλητικής πράξης – άρθρο 91 παρ. 11 περ. στ΄ του ν. 3386/2005, αφορά περιπτώσεις εγγραφής στους καταλόγους ανεπιθύμητων αλλοδαπών λόγω δικαστικής απέλασης, προεχόντως διότι δεν προκύπτει ότι η μεταγενέστερη αυτή διάταξη έχει ευρύτερο περιεχόμενο σε σχέση με την προϊσχύσασα του άρθρου 66 παρ. 9 του ν. 2910/2001. Ενόψει αυτών, ανεξαρτήτως των ειδικοτέρων αιτιολογιών που παραθέτει το Διοικητικό Πρωτοδικείο, νομίμως κρίθηκε ότι δεν είχε επέλθει αυτοδίκαιη διαγραφή του εκκαλούντος από τον κατάλογο ανεπιθυμήτων αλλοδαπών, στον οποίον αυτός είχε εγγραφεί λόγω της δικαστικής απόφασης με την οποία είχε διαταχθεί η απέλασή του από τη χώρα.
*     Λόγοι περί παραβάσεως του δικαιώματος ακροάσεως, των αρχών της αναλογικότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος διότι η προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται στο αντικειμενικό δεδομένο της δικαστικής απέλασης, οι δε λοιποί δύο διότι η Διοίκηση ενήργησε κατά δεσμία αρμοδιότητα.

ΣτΕ 808/2013 (ανάκληση άδειας παραμονής)
Όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια του άρθρου 6 του Κ.Δ.Δ., το εύρος εφαρμογής του οποίου συμπίπτει με εκείνο του 20 παρ. 2 του Συντάγματος, δεν επιβάλλεται η προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου, όταν η δυσμενής πράξη εκδίδεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων (ΣτΕ 4597/2005, 3222/2000 κ.α.). Εξ άλλου, η τυχόν ύπαρξη καταδικαστικής ποινικής αποφάσεως αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο, το οποίο στηρίζει την κρίση της Διοικήσεως περί συνδρομής λόγων δημοσίας τάξεως που επιβάλλουν, κατά την παρατεθείσα διάταξη, την ανάκληση της αδείας παραμονής του αλλοδαπού, μη καταλειπομένου στην Διοίκηση σταδίου διακριτικής ευχερείας, δεδομένου μάλιστα ότι, κατά την ποινική διαδικασία που έχει προηγηθεί, έχουν διερευνηθεί πλήρως η υπαιτιότητα, οι λοιπές συνθήκες διαπράξεως του ποινικού αδικήματος και η προσωπικότητα του αλλοδαπού. Στην περίπτωση αυτή, συνεπώς, η Διοίκηση δεν υποχρεούται να καλέσει τον αλλοδαπό σε ακρόαση, κατά τα άρθρα 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κ.Δ.Δ., πριν από την ανάκληση της χορηγηθείσης αδείας διαμονής (βλ. Σ.Ε. 2515/2011 κ.ά).