τα τμήματα των ΑΕΙ που καλύπτουν κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 1268/1982 το γνωστικό αντικείμενο μιάς επιστήμης και χορηγούν πτυχίο μετά από επιτυχή περαίωση προπτυχιακών σπουδών στο αντικείμενο που θεραπεύουν, οφείλουν, κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών να περιλάβουν σ’ αυτό επαρκή αριθμό ωρών διδασκαλίας προπτυχιακών μαθημάτων που εμπίπτουν στο γνωστικό αντικείμενο μέλους ΔΕΠ του Γενικού Τμήματος – το δικαίωμα αυτό του μέλους ΔΕΠ Γενικού Τμήματος δεν ικανοποιείται από μόνη την ανάθεση διδακτικού έργου σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών.
Αριθμός 41/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Κ. Μενουδάκος, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδροι, Νικ. Ρόζος, Νικ. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ευ. Νίκα, Σπ. Μαρκάτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Ά. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Αντ. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Σύμβουλοι, Τ. Κόμβου, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Μ. Πικραμένος καθώς και ο Πάρεδρος Χρ. Παπανικολάου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει τις από 20 Οκτωβρίου 2006 (Ε. 5979-81/2006) αιτήσεις:
του Ιωάννη Σ. Στράγγα, κατοίκου Αθηνών (Θ. Νικήτα 7), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 4925),
κατά του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, το οποίο παρέστη με τον δικηγόρο Μελέτιο Μουστάκα (Α.Μ. 10371), που τον διόρισε με εξουσιοδότησή του ο Πρύτανης.
Οι πιο πάνω αιτήσεις παραπέμφθηκαν στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 338/2011 αποφάσεως του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με τις αιτήσεις αυτές ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθούν αντίστοιχα :
Α. η παράλειψη οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσουν στον αιτούντα, καθηγητή του Πανεπιστημίου αυτού, διδακτικό έργο εμπίπτον στο γνωστικό του αντικείμενο, ώστε να είναι εφικτή αφενός η ποσοτικώς ελάχιστη νόμιμη εβδομαδιαία διδακτική απασχόλησή του, αφετέρου η ποιοτικώς επαρκής διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου για το οποίο έχει εκλεγεί. Η παράλειψη αυτή συντελέσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος και καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, α) με την από 12.4.2006 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, με την οποία καταρτίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος αυτού για το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007 και β) με την υπ’ αριθμ. 25/31.8.2006 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού, η οποία διαλαμβάνει το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών.
Β. η παράλειψη οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσουν στον αιτούντα, καθηγητή του Πανεπιστημίου αυτού, διδακτικό έργο εμπίπτον στο γνωστικό του αντικείμενο, ώστε να είναι εφικτή αφενός η ποσοτικώς ελάχιστη νόμιμη εβδομαδιαία διδακτική απασχόλησή του, αφετέρου η ποιοτικώς επαρκής διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου για το οποίο έχει εκλεγεί. Η παράλειψη αυτή συντελέσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος και καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, εν συνδυασμώ με τα διαβιβασθέντα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο στοιχεία, α) με την από 5.6.2006 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις από 18.10.2006 και 6.12.2006 αποφάσεις της, με την οποία καταρτίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος αυτού για το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007 και β) με τις υπ’ αριθμ. 31/28.6.2006, 1/19.10.2006, 3/11.12.2006 και 4/20.3.2007 πράξεις του Προέδρου του Τμήματος αυτού, οι οποίες διαλαμβάνουν το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών, όπως αυτό τροποποιήθηκε.
Γ. η παράλειψη οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσουν στον αιτούντα διδακτικό έργο εμπίπτον στο γνωστικό του αντικείμενο, ώστε να είναι εφικτή αφενός η ποσοτικώς ελάχιστη νόμιμη εβδομαδιαία διδακτική απασχόλησή του αφετέρου η ποιοτικώς επαρκής διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου για το οποίο έχει εκλεγεί. Η παράλειψη αυτή συντελέσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος και καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, εν συνδυασμώ με τα διαβιβασθέντα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο στοιχεία, α) με την από 18.7.2006 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με την οποία καταρτίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος αυτού για το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007 και β) με την υπ’ αριθμ. 5/13.2.2007 απόφαση του Προέδρου του Τμήματος αυτού, η οποία διαλαμβάνει το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο Γ. Ποταμιά.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αιτούντα ως δικηγόρο, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις και τον πληρεξούσιο του καθ’ ου Πανεπιστημίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή τους.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της από 20.10.2006 αιτήσεως ακυρώσεως (αριθμ. καταθ. Ε 5979/23.10.2006) καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 2342609, 3619120/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου). Περαιτέρω, για την άσκηση δευτέρας από 20.10.2006 αιτήσεως ακυρώσεως (αριθμ. καταθ. Ε 5980/23.10.2006) καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1163593, 1301499 ειδικά έντυπα παραβόλου). Τέλος, για την άσκηση τρίτης από 20.10.2006 αιτήσεως ακυρώσεως (αριθμ. καταθ. Ε 5981/23.10.2006) καταβλήθηκε, επίσης, το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1163592, 1301500/2006 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την πρώτη των ως άνω αιτήσεων ακυρώσεως (αριθμ. καταθ. Ε 5979/23.10.2006), ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσουν στον αιτούντα, καθηγητή του Πανεπιστημίου αυτού, διδακτικό έργο εμπίπτον στο γνωστικό του αντικείμενο, ώστε να είναι εφικτή αφενός η ποσοτικώς ελάχιστη νόμιμη εβδομαδιαία διδακτική απασχόλησή του, αφετέρου η ποιοτικώς επαρκής διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου για το οποίο έχει εκλεγεί. Η παράλειψη αυτή συντελέσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος και καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, α) με την από 12.4.2006 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, με την οποία καταρτίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος αυτού για το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007 και β) με την υπ’ αριθμ. 25/31.8.2006 πράξη του Προέδρου του Τμήματος αυτού, η οποία διαλαμβάνει το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών.
3. Επειδή, με τη δεύτερη των ως άνω αιτήσεων ακυρώσεως (αριθμ. καταθ. Ε 5980/23.10.2006), ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσουν στον αιτούντα, καθηγητή του Πανεπιστημίου αυτού, διδακτικό έργο εμπίπτον στο γνωστικό του αντικείμενο, ώστε να είναι εφικτή αφενός η ποσοτικώς ελάχιστη νόμιμη εβδομαδιαία διδακτική απασχόλησή του, αφετέρου η ποιοτικώς επαρκής διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου για το οποίο έχει εκλεγεί. Η παράλειψη αυτή συντελέσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος και καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, εν συνδυασμώ με τα διαβιβασθέντα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο στοιχεία α) με την από 5.6.2006 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, όπως αυτή τροποποιήθηκε με τις από 18.10.2006 και 6.12.2006 αποφάσεις της, με την οποία καταρτίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος αυτού για το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007 και β) με τις υπ’ αριθμ. 31/28.6.2006, 1/19.10.2006, 3/11.12.2006 και 4/20.3.2007 πράξεις του Προέδρου του Τμήματος αυτού, οι οποίες διαλαμβάνουν το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών, όπως αυτό τροποποιήθηκε.
4. Επειδή, τέλος, με την τρίτη των ως άνω αιτήσεων ακυρώσεως (αριθμ. καταθ. Ε 5981/23.10.2006), ζητείται η ακύρωση της παραλείψεως οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσουν στον αιτούντα διδακτικό έργο εμπίπτον στο γνωστικό του αντικείμενο, ώστε να είναι εφικτή αφενός η ποσοτικώς ελάχιστη νόμιμη εβδομαδιαία διδακτική απασχόλησή του αφετέρου η ποιοτικώς επαρκής διδασκαλία του γνωστικού αντικειμένου για το οποίο έχει εκλεγεί. Η παράλειψη αυτή συντελέσθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος και καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου της αιτήσεως ακυρώσεως, εν συνδυασμώ με τα διαβιβασθέντα από το Πάντειο Πανεπιστήμιο στοιχεία α) με την από 18.7.2006 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, με την οποία καταρτίσθηκε το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος αυτού για το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007 και β) με την υπ’ αριθμ. 5/13.2.2007 απόφαση του Προέδρου του Τμήματος αυτού, η οποία διαλαμβάνει το εν λόγω πρόγραμμα σπουδών.
5. Επειδή, καθ’ ερμηνείαν των δικογράφων των υπό κρίση αιτήσεων, που είναι συνεκδικαστέες ως μία αίτηση, ζητείται η ακύρωση, κατά τα ήδη εκτεθέντα, παραλείψεως των οργάνων του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσουν στον αιτούντα, καθηγητή Φιλοσοφίας του Δικαίου του Γενικού Τμήματος Δικαίου του Πανεπιστημίου αυτού, διδακτικό έργο, σύμφωνα με όσα ειδικότερα προβάλλει, που να εμπίπτει στο γνωστικό αντικείμενό του για το ακαδημαϊκό έτος 2006-2007 (ΣτΕ 246/2006, 411/2008, 1672/2009).
6. Επειδή, οι κρινόμενες αιτήσεις συζητήθηκαν ενώπιον του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο κατά τα ανωτέρω τις συνεκδίκασε, και με την υπ’ αριθμ. 338/2011 απόφασή του τις παρέπεμψε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του πρ. δ/τος 18/1989.
7. Επειδή, ενόψει του γεγονότος ότι η πρώτη συζήτηση των συνεκδικαζομένων αιτήσεων ακυρώσεως, εν συνεχεία των οποίων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 995/2007, 996/2007 και 997/2007 προδικαστικές αποφάσεις του Τμήματος, με τις οποίες ζητήθηκε από το Πάντειο Πανεπιστήμιο η αποστολή του σχετικού φακέλου, εχώρησε κατά τη διάρκεια του ακαδημαϊκού έτους 2006-2007, η παρούσα δίκη εξακολουθεί να διατηρεί το αντικείμενό της, παρά τη λήξη του ακαδημαϊκού αυτού έτους (ΣτΕ 246/2006, 411/2008).
8. Επειδή, με το άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες, η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα. 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3. … 4. … 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει … 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει το όριο ηλικίας των καθηγητών των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων· εωσότου εκδοθεί ο νόμος αυτός οι καθηγητές που υπηρετούν αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους».
9. Επειδή, με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις κατοχυρώνεται η ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης, ως θεμελιώδης σκοπός του κράτους, και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και οι αρχές που πρέπει να διέπουν την παροχή της ανώτατης εκπαίδευσης, για την οποία θεσπίζονται συγκεκριμένα οργανωτικά και λειτουργικά πλαίσια που οριοθετούν τη δράση όχι μόνο της διοίκησης αλλά και του κοινού νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση από αυτόν των σχετικών θεμάτων. Κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων, η ανώτατη εκπαίδευση, σκοπός της οποίας είναι η προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης με την έρευνα και τη διδασκαλία, παρέχεται από αυτοτελή ιδρύματα, που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, σύμφωνα αφενός με την αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και αφετέρου την αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των ιδρυμάτων αυτών (ΣτΕ 2786/1984 Ολ.). Ειδικότερα, η αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, αποτελεί δε ατομικό δικαίωμα του πανεπιστημιακού ερευνητή ή διδασκάλου, ασκούμενο ως οργανωμένη δραστηριότητα, στο πλαίσιο της λειτουργίας των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Για την πραγματοποίηση της επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας μέσα στο πλαίσιο των αρχών της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της αυτοδιοίκησης των Α.Ε.Ι., ο συνταγματικός νομοθέτης προέβλεψε την ύπαρξη διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού, τα μέλη του οποίου αναγνωρίζονται ως δημόσιοι λειτουργοί, τελούντες υπό ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς εγγυώμενο την προσωπική και λειτουργική τους ανεξαρτησία (ΣτΕ 2786/1984 Ολ., 246/2006). Εκ τούτου έπεται ότι, κατά την οργάνωση των καθηκόντων των ανωτάτων εκπαιδευτικών λειτουργών, πρέπει να εξασφαλίζεται η άσκηση του ερευνητικού και διδακτικού τους έργου. Συνεπώς, η κατάρτιση των προγραμμάτων της πανεπιστημιακής διδασκαλίας πρέπει να παρέχει συγκεκριμένες δυνατότητες ασκήσεως του ατομικού αυτού δικαιώματος προς έρευνα και διδασκαλία (ΣτΕ 3478-3479/2001, 2460-2461/2002, 1234/2003, 56/2005, 246/2006).
10. Επειδή, στις παραγράφους 1 έως 4 του άρθρου 6 του ν. 1268/1982 (φ. Α’ 87) ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Τα Α.Ε.Ι. αποτελούνται από Σχολές. Οι Σχολές καλύπτουν ένα σύνολο συγγενών επιστημών έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η αναγκαία για την επιστημονική εξέλιξη αλληλεπίδραση τους και ο αναγκαίος για την έρευνα και τη διδασκαλία τους συντονισμός. 2. Οι Σχολές διαιρούνται σε Τμήματα. Το Τμήμα αποτελεί τη βασική λειτουργική ακαδημαϊκή μονάδα και καλύπτει το γνωστικό αντικείμενο μιας επιστήμης. Το πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος οδηγεί σε ένα ενιαίο πτυχίο. … 3. α) Είναι δυνατή η ίδρυση ξεχωριστών Γενικών Τμημάτων σε Σχολές που τα προγράμματα σπουδών των Τμημάτων τους έχουν μεγάλο αριθμό κοινών μαθημάτων, προκειμένου να επιτευχθεί ο καλύτερος συντονισμός τους. Τα Τμήματα αυτά δεν χορηγούν ιδιαίτερο πτυχίο. β) Τα Γενικά Τμήματα έχουν δικό τους Δ.Ε.Π. 4. α) Τα Τμήματα διαιρούνται σε Τομείς. β) Ο Τομέας συντονίζει τη διδασκαλία μέρους του γνωστικού αντικειμένου του Τμήματος που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο πεδίο της επιστήμης. γ) … δ) … ε) Η σύσταση, συγχώνευση, κατάτμηση, κατάργηση των Τομέων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μετά από γνώμη της Γ.Σ. του αντίστοιχου τμήματος …». Εξάλλου, στις παραγράφους 1, 8 και 10 του άρθρου 24 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Το πρόγραμμα σπουδών περιέχει τους τίτλους των υποχρεωτικών, των κατ’ επιλογή υποχρεωτικών και των προαιρετικών μαθημάτων, τα περιεχόμενά τους, τις εβδομαδιαίες ώρες διδασκαλίας τους, στις οποίες περιλαμβάνεται το κάθε μορφής επιτελούμενο διδακτικό έργο και τη χρονική αλληλουχία ή αλληλεξάρτηση των μαθημάτων» (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2188/1994, φ. Α’ 18), «8. Στα προγράμματα σπουδών ενός Τμήματος μπορούν να περιλαμβάνονται και μαθήματα που ανήκουν στο γνωστικό πεδίο τομέα άλλων Τμημάτων της ίδιας ή άλλης Σχολής. Στην περίπτωση αυτή η ανάθεση διδακτικού έργου σε μέλη του Δ.Ε.Π. του Τομέα αυτού γίνεται με απόφαση της κοσμητείας ή του Πρυτανικού Συμβουλίου αντίστοιχα μετά από πρόταση των αντίστοιχων Τμημάτων ή Σχολών» και «10. Για όλα τα μαθήματα του Προγράμματος Σπουδών καθορίζεται ο τομέας που έχει αρμοδιότητα για τη διδασκαλία του. Τα μαθήματα αυτά μπορούν να διδάσκονται από όλα τα μέλη του Δ.Ε.Π. του Τμήματος».
11. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια της διατάξεως της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 1268/1982, η ίδρυση σε ορισμένη Σχολή ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος Γενικού Τμήματος, η οποία γίνεται όταν υπάρχει «μεγάλος αριθμός κοινών μαθημάτων» στα προγράμματα των σπουδών των Τμημάτων της Σχολής, έχει ως σκοπό την ανάθεση της διδασκαλίας των κοινών μαθημάτων στο Γενικό Τμήμα για τον «καλύτερο συντονισμό» της διδασκαλίας των μαθημάτων αυτών, καθώς και την καλύτερη αξιοποίηση των διδασκόντων και της υλικοτεχνικής υποδομής των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (ΣτΕ 2211/1993 Ολ., 411/2008). Από τον συνδυασμό των προπαρατεθεισών διατάξεων συνάγεται ότι Γενικό Τμήμα ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος δεν μπορεί, κατά νόμο, να καταρτίζει ιδιαίτερο πρόγραμμα σπουδών. Επομένως, τα μέλη Δ.Ε.Π. του Τμήματος τούτου, ως προς το διδακτικό τους έργο, εξαρτώνται από τα προγράμματα σπουδών των λοιπών (μη Γενικών) Τμημάτων Α.Ε.Ι. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι, ενόσω εξακολουθεί υφιστάμενο συσταθέν Γενικό Τμήμα Α.Ε.Ι., μέλος Δ.Ε.Π. του Τμήματος τούτου δεν επιτρέπεται να στερηθεί της δυνατότητας να ασκεί το δικαίωμά του προς έρευνα και διδασκαλία ακόμη και κατά την περίπτωση που στα προγράμματα σπουδών των λοιπών μη Γενικών Τμημάτων δεν υφίστανται καθόλου μαθήματα ή δεν υφίστανται αρκετά «κοινά μαθήματα» εμπίπτοντα στο γνωστικό αντικείμενο του εν λόγω μέλους Δ.Ε.Π. Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να καταστεί δυνατή, για το μέλος Δ.Ε.Π. του Γενικού Τμήματος, η άσκηση του δικαιώματος προς έρευνα και διδασκαλία, επιβάλλεται όπως Τμήμα ή Τμήματα, εκ των μη Γενικών, περιλάβουν στο πρόγραμμα σπουδών τους επαρκή αριθμό ωρών διδασκαλίας μαθήματος ή μαθημάτων που εμπίπτουν στο γνωστικό αντικείμενο του μέλους Δ.Ε.Π. του Γενικού Τμήματος (ΣτΕ 246/2006, 411/2008).
12. Επειδή, στο άρθρο 10 του ν. 2083/1992 (φ. Α’ 159) ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έχουν την κύρια ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών (Π.Μ.Σ.), τα οποία έχουν επιστημονική ενότητα και πληρούν προϋποθέσεις, που εγγυώνται υψηλό επίπεδο σπουδών. 2. Τα Π.Μ.Σ. βρίσκονται μέσα στο πλαίσιο των σκοπών και των στόχων των Α.Ε.Ι., αναφέρονται σε συγγενείς ειδικότητες και αποσκοπούν στην προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και στην ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας. … 3. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 12 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Για την οργάνωση και την εν γένει λειτουργία των Π.Μ.Σ. αρμόδια όργανα είναι τα εξής: α) … β) … 2. α) Στα Π.Μ.Σ. γίνονται δεκτοί πτυχιούχοι Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ομοταγών αναγνωρισμένων ιδρυμάτων της αλλοδαπής. … 3. α) Τη διδασκαλία των μαθημάτων και τις ασκήσεις μπορούν να αναλαμβάνουν: -Μέλη του Δ.Ε.Π. του οικείου τμήματος ή άλλων τμημάτων του ίδιου ή άλλου Α.Ε.Ι., ομότιμοι καθηγητές ή ειδικοί επιστήμονες. … β) Δεν επιτρέπεται στα μέλη Δ.Ε.Π. να απασχολούνται αποκλειστικά σε Π.Μ.Σ. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής ορίζονται στον κανονισμό μεταπτυχιακών σπουδών». Επί τη βάσει των ανωτέρω διατάξεων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 47218/Β7/10.6.2004 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (φ. Β’ 926), με την οποία εγκρίθηκε από το ακαδημαϊκό έτος 2004-2005 η λειτουργία Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) στο Γενικό Τμήμα Δικαίου του καθ’ ου η αίτηση Πανεπιστημίου (άρθρο 1). Στο άρθρο 2 της ίδιας υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι: «1. Το αντικείμενο του Π.Μ.Σ. προσδιορίζεται από το περιεχόμενο των κατευθύνσεών του και καλύπτεται υπό τη γενική θεματική: «Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση». 2. Σκοπός του Π.Μ.Σ. είναι να προσφέρει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές, τις ειδικές γνώσεις που απαιτούνται για την εξοικείωσή τους με τις σύγχρονες μεθόδους έρευνας και εφαρμογής των δικαιϊκών ρυθμίσεων στα πλαίσια της ενοποιούμενης Ευρώπης. …», στο δε άρθρο 3 ορίζεται ότι το Π.Μ.Σ. απονέμει Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης (Μ.Δ.Ε.) στο «Δίκαιο και Ευρωπαϊκή Ενοποίηση» σε μία από τις κάτωθι κατευθύνσεις: α. Κατεύθυνση Ιδιωτικού Δικαίου, β. Κατεύθυνση Δημοσίου Δικαίου και γ. Κατεύθυνση Ποινικού Δικαίου και Θεωρίας του Δικαίου». Στο άρθρο 4 της ως άνω υπουργικής απόφασης προβλέπεται: «Στο Π.Μ.Σ. γίνονται δεκτοί πτυχιούχοι των Τμημάτων Νομικής … Δημόσιας Διοίκησης, Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της ημεδαπής ή ισότιμων προς αυτά Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της αλλοδαπής …» και στο άρθρο 5 ότι: «Η χρονική διάρκεια για την απονομή των κατά το άρθρο 3 τίτλων ορίζεται για το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης σε τέσσερα (4) διδακτικά εξάμηνα. Μέρος του χρόνου αυτού διατίθεται για την εκπόνηση της διπλωματικής εργασίας».
13. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη και ειδικότερα από την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 περ. β του ν. 2083/1992 συνάγεται ότι τα Τμήματα εκείνα των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που καλύπτουν, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1268/1982, το γνωστικό αντικείμενο μιας επιστήμης και χορηγούν πτυχίο μετά από επιτυχή περάτωση προπτυχιακών σπουδών στο αντικείμενο που θεραπεύουν, οφείλουν, κατά την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών από τις οικείες γενικές συνελεύσεις, να περιλάβουν στο πρόγραμμα σπουδών τους επαρκή αριθμό ωρών διδασκαλίας προπτυχιακών μαθημάτων που εμπίπτουν στο γνωστικό αντικείμενο του μέλους ΔΕΠ του Γενικού Τμήματος. Το κατά τ’ ανωτέρω δικαίωμα του μέλους ΔΕΠ του Γενικού Τμήματος να του ανατεθεί διδακτικό έργο σε προπτυχιακά μαθήματα δεν ικανοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3β του ν. 2083/1992 από μόνη την ανάθεση διδακτικού έργου σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών. Κατά την γνώμη όμως του Προέδρου Π. Πικραμμένου, του Αντιπροέδρου Αθ. Ράντου και των Συμβούλων Αικ. Χριστοφορίδου, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Γ. Ποταμιά, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλου, Θ. Αραβάνη και Κ. Πισπιρίγκου η ως άνω διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 περ. β του ν. 2083/1992 απευθύνεται στο αρμόδιο όργανο του Τμήματος, το οποίο καταρτίζει το πρόγραμμα σπουδών να μην απασχολεί αποκλειστικά τα μέλη ΔΕΠ σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών. Η διάταξη αυτή επομένως, δεν θεμελιώνει δικαίωμα του μέλους ΔΕΠ του Γενικού Τμήματος να του ανατίθεται οπωσδήποτε η διδασκαλία προπτυχιακών μαθημάτων, διότι στην περίπτωση αυτή θα περιορίζετο η οργανωτική ευχέρεια του αρμοδίου οργάνου κατά την κατάρτιση του προγράμματος σπουδών να κατανείμει το διδακτικό έργο ενός μέλους ΔΕΠ Γενικού Τμήματος μεταξύ προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων.
14. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, κανένα από τα Τμήματα του Παντείου Πανεπιστημίου δεν περιέλαβε στο πρόγραμμα σπουδών του για το ακαδημαϊκό έτος 2006 – 2007 επαρκή αριθμό ωρών διδασκαλίας προπτυχιακών μαθημάτων που εμπίπτουν στο γνωστικό αντικείμενο του αιτούντος, ο οποίος είναι καθηγητής φιλοσοφίας του Δικαίου του Γενικού Τμήματος Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου. Εξάλλου, το Πάντειο Πανεπιστήμιο προβάλλει με τα από 1.12.2008 και 29.1.2010 υπομνήματά του (βλ. και τα υπ’ αριθμ. 36/4.6.2007 και 1846/6.6.2007 έγγραφά του προς το Δικαστήριο) ότι έχει οργανωθεί και λειτουργεί στο πλαίσιο του Γενικού Τμήματος του Παντείου Πανεπιστημίου πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών με την υπ’ αριθμ. 47218/Β7/106/2004 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ 926, τ. β, 21.6.2004). Ειδικότερα, προβάλλεται ότι στον αιτούντα έχει ανατεθεί για το έτος 2006 – 2007 η διδασκαλία έξι μαθημάτων τρίωρης διάρκειας, η οποία καλύπτει πλήρως τις ανάγκες διδακτικού του έργου. Εφόσον όμως δεν έχει ανατεθεί στον αιτούντα επαρκής αριθμός ωρών διδασκαλίας προπτυχιακών μαθημάτων από τα προαναφερόμενα Ειδικά Τμήματα του Παντείου Πανεπιστημίου δεν καλύπτεται το δικαίωμα του αιτούντος να διδάξει επαρκή αριθμό ωρών διδασκαλίας προπτυχιακών μαθημάτων. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνουν δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις και να ακυρωθεί η παράλειψη των Ειδικών Τμημάτων του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσουν στον αιτούντα επαρκή αριθμό ωρών διδασκαλίας σε προπτυχιακά μαθήματα για το ακαδημαϊκό έτος 2006 – 2007. Κατά την γνώμη όμως του Προέδρου Π. Πικραμμένου, του Αντιπροέδρου Αθ. Ράντου και των Συμβούλων Αικ. Χριστοφορίδου, Μ.-Ε. Κωνσταντινίδου, Γ. Ποταμιά, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλου, Θ. Αραβάνη και Κ. Πισπιρίγκου τα αρμόδια όργανα των Ειδικών Τμημάτων μπορούσαν να κατανείμουν το διδακτικό έργο του αιτούντος μεταξύ προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων. Εφόσον δε το Πάντειο Πανεπιστήμιο ισχυρίζεται και προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. το υπ’ αριθμ. 36/4.6.2007 έγγραφο του Γενικού Τμήματος Δικαίου προς τον Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου) ότι κατά το ακαδημαϊκό έτος 2006 – 2007 ανατέθηκε στον αιτούντα επαρκής αριθμός ωρών διδασκαλίας μαθημάτων στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών στο Γενικό Τμήμα Δικαίου δεν στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας και οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν.
Διά ταύτα
Συνεκδικάζει τις αιτήσεις ακυρώσεως και τις δέχεται.
Ακυρώνει την παράλειψη του Παντείου Πανεπιστημίου να αναθέσει στον αιτούντα διδακτικό έργο, εμπίπτον στο γνωστικό του αντικείμενο για το ακαδημαϊκό έτος 2006 – 2007, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου για κάθε μια από τις τρεις αιτήσεις, και
Επιβάλλει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο την δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τριών χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα (3 Χ 460 + 5 Χ 460 = 3680) Ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2012
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
