53/1995 ΑΕΔ
Δ/ΝΗ/1996 (575), ΔΔΙΚΗ/1996 (79), ΔΔΙΚΗ/1997 (348), ΔΦΟΡΝΟΜΟΘ/1996 (959), ΕΔΚΑ/1996 (7) ΑΕΔ. Καταδίκη στη δικαστική δαπάνη του δικηγόρου των αιτούντων, ο οποίος ζήτησε μεν προθεσμία για προσκόμιση των νομιμοποιητικών εγγράφων, αλλά δεν τα προσκόμισε, στα δικαστικά έξοδα των καθών η απαράδεκτη (εξ αυτού του λόγου) αίτηση. Δικαιοδοσία ΑΕΔ. Αποφατική σύγκρουση αρμοδιότητας. Η τελεσιδικία των αποφάσεων, από τις οποίες προήλθε η σύγκρουση, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης για τη άρση της σύγκρουσης αυτής. Η προθεσμία των 90 ημερών για την κατάθεση της αίτησης αυτής αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης εκείνης, η οποία έγινε τελεσίδικη βραδύτερα σε σχέση με την άλλη. Διοικητικές διαφορές ουσίας. Στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων υπάγονται και οι περιπτώσεις σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Αντιθέτως, σε περίπτωση που για τις μνημομευόμενες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες ενάγεται, ως προσωπικές υπεύθυνο προς αποζημίωση, όχι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ αλλά το όργανον του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ που προκάλεσε τη ζημία, τότε η σχετική διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου. Θάνατος εργάτη του ΟΛΠ, ενώ εργαζόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία, συνεπεία αμελούς οδηγήσεως του οδηγού αμαξανταλίκας του ΟΛΠ. Η αγωγή της συζύγου και των τέκνων του θανόντος, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του οδηγού και της ασφαλιστικής εταιρείας, στην οποία ήταν ασφαλισμένη η νταλίκα, εμπίπτει στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων. Το αυτό ισχύει και ως προς την κύρια παρέμβαση – αγωγή που άσκησε το ΙΚΑ, και η οποία είχε ωα αίτημα την σε αυτό καταβολή αποζημιώσως από τους ενάγοντες για τις παροχές (σύνταξη λόγω θανάτου από εργατικό ατύχημα) τις οποίες είχε καταβάλει στη πρώτη ενάγουσα.
Ανωτ. Ειδικού Δικαστηρίου 53/1995 Πρόεδρος : ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Εισηγητής: ΦΩΤΙΟΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Δικηγόροι: Ν. Δούναβης, Γ.Βασιλόπουλος 2. Επειδή, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, έχουν γίνει οι κοινοποιήσεις που επιβάλλονται από τα άρθρα 10 παρ. 2, 45, 46 παρ. 22 και 47 του Κώδικα ” περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτ. Ειδικού Δικαστηρίου” που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 345/1976 (ΦΕΚ 141 τ.Α`). Συνεπώς νομίμως, κατά το άρθρο 16 παρ.3 του ίδιου Κώδικα το Δικαστήριο προχώρησε στην επί ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία δεν παρέστησαν από τους καθ` ων ο Α.Π. και το ΙΚΑ. 3. Επειδή, κατά το άρθρ. 14 παρ.2 που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο Γ` ” Γενικαί Διαδικαστικαί Διατάξεις ” του πιο πάνω Κώδικα :” Η πληρεξουσιότης προς δικηγόρο παρέχεται δι` ειδικού συμβολαιογραφικού εγγράφου η προφορικώς κατά την επ` ακροατηρίου συζήτηση, δια δηλώσεως, καταχωριζομένης εις τα πρακτικά”. Εξ` άλλου στο άρθρ. 15 ορίζεται ότι “1 Δια πράξεις της προδικασίας και μέχρι της επ` ακροατηρίου συζητήσεως θεωρείται υπάρχουσα πληρεξουσιότητα, δια δε την επ` ακροατηρίου συζήτησιν απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, άλλως ο διάδικος θεωρείται απών. Εάν το δικόγραφον είναι υπογεγραμμένον παρά δικηγόρου στερουμένου πληρεξουσιότητος κατά την συζήτησιν, η δι` αυτού ασκηθείσα διαδικαστική πράξις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, καταδικαζομένου του δικηγόρου εις την δικαστικήν δαπάνην. 2. Αιτήσει του παρισταμένου κατά την συζήτησιν δικηγόρου δύναται να δοθή σύντομος προθεσμία προς υποβολήν του πληρεξουσίου δια της Γραμματείας”. 4. Επειδή, ο δικηγόρος Ν.Δ., ο οποίος υπογράφει το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης εζήτησε και έλαβε προθεσμία μέχρι της 16.10.1995 για να προσκομίσει για την νομιμοποίηση του πληρεξούσια έγγραφα προς αυτόν από τους αιτούντες Α.Π. και Ι.Π. το γένος Γ.Ρ., δεν προσκόμισε όμως τέτοια πληρεξούσια μέσα στην προθεσμία αυτή. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν` αποριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους πιο πάνω αιτούντες και να καταδικασθεί ο δικηγόρος Ν.Δ., που υπογράφει την κρινόμενη αίτηση και δεν νομιμοποιήθηκε, στη δικαστική δαπάνη της Α.ΕΕΓ.Α “………………”. 5. Επειδή, οι λοιποί αιτούντες έχουν έννομο συμφέρορν για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, δοθέντος ότι ήσαν διάδικοι στις δίκες, στις οποίες εκδόθηκαν οι πιο πάνω αποφάσεις, όσα σε αντίθετα προβάλλει η ΑΕΕΓΑ “…………..” πρέπει ν` απορριφθούν ως αβάσιμα. 6. Επειδή, κατά την παρ.1 του άρθρου 46 του πιο πάνω Κώδικα ” εφ` όσον τα κατά το άρθρο 44 παρ.1 δικαστήρια έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της αυτής υποθέσεως, η σύγκρουσις αίρεται επιμέλεια παντός διαδίκου, δια καταθέσεως αιτήσεως ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της νεωτέρας αποφάσεως”. Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, η τελεσίδικα των δύο αποφάσεων από τις οποίες προήλθε η αποφατική σύγκρουση, αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης για την άρση της σύγκρουσης αυτής. Ο νόμος αξιώνει, κατά τρόπο αδιάστικο και χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, τελεσίδικη κρίση των δικαστηρίων, από τις αποφάσεις των οποίων προήλθε η αποφατική σύγκρουση, και συνεπώς είναι πρόδηλο ότι τασσόμενη από την πιο πάνω διάταξη προϋπόθεση της τελεσιδικίας συντρέχει όχι μόνο στην περίπτωση κατά ην οποία οι αποφάσεις αυτές δεν υπέκειντο, από την έκδοση τους, σε έφεση γιατί εκδόθηκαν από δευτεροβάθμια δικαστήρια ή από πρωτοβάθμια μεν δικαστήρια, ανεκκλήτως, όμως, κατά νόμο, αλλά και όταν υπέκειντο μεν, κατά χρόνο της έκδοσης τους, σε έφεση, ακολούθως, όμως, κατέστησαν τελεσίδικες με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο και ειδικότερα με την παρέλευση της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης κατ` αυτών ή μεν την αποδοχή του εκ μέρους εκείνου που είχε δικαίωμα έφεσης. Αντίθετη άποψη δεν είναι δυνατόν να συναχθεί από τα οριζόμενα στην ίδια διάταξη ότι η κατάθεση της αίτησης για την άρση της αποφατικής σύγκρουσης πρέπει να γίνει εντός 90 ημερών από τη δημοσίευση της νεότερης από τις αποφάσεις από τις οποίες προκλήθηκε η σύγκρουση, γιατί η τελευταία αυτή ρύθμιση αγορά τη συνηθέστερη περίπτωση, κατά την οποία, η αποφατική σύγκρουση προκαλείται από αποφάσεις που εκδίδονται από δευτεροβάθμια δικαστήρια, περίπτωση με την οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι εξομοιώνεται και εκείνη των ανέκκλητων αποφάσεων πρωτοβαθμίων δικαστηρίων. Συνακόλουθα η προθεσμία των 90 ημερών, εντός της οποίας πρέπει να κατατεθεί η αίτηση για την άρση της σύγκρουσης, αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης εκείνης η οποία έγινε τελεσίδικη βραδύτερα σε σχέση με την άλλη (Α.Ε.Δ. 5/1989, 22/1990, 44/1995). 7. Επειδή, κατά το άρθρο 518 του ΚΠολΔ (ήδη Π.Δ. 502/1985 – ΦΕΚ 182 τ.Α` ) ” 1. Αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είανι τριάντα ημέρες αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. 2. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. 3(…)”. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του Ν. 1406/1983 (ΦΕΚ 182 τ.Α` ), οι διατάξεις των άρθρων 66 έως 76 του Π.Δ. 341/1978 (ΦΕΚ 71 τ. Α`) εφαρμόζονται αναλόγως ” αν πρόκειται για έφεση κατ` απόφασης που εκδόθηκε ύστερα από έγερση αγωγής”. Συνεπώς οι διατάξεις αυτές έχουν ανάλογη εαρμογή και επί αγωγών αποζημίωσης, κατά, τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, οι οποίες έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. η του πιο πάνω Ν. 1406/1983. Το άρθρο 66 παρ.1 του Π.Δ. 341/1978 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ” εις έφεσιν υπόκεινται αι οριστικαί αποφάσεις των Πρωτοδικείων. αι εκδιδόμεναι επί διαφορών εξ αγωγών περί αποζημιώσεως” το δε άρθρο 68 παρ.1 αυτού ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι ως προς την προθεσμίαν της εφέσεως εφαρμόζονται και οι διατάξεις του άρθρου 167 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Τέλος , κατά την παρ. 1 του άρθρου 165 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (ήδη Π.Δ. 331/1985 – ΦΕΚ 116 τ. Α` ) “Ηπρθεσμία για την άσκηση της έφεσης είναι μηνιαία και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης”. 8. Επειδή, η απόφαση 2869/1991 του Μονομ. Πρωτοδ. Αθηνών (Τμήμα Αυτοκινήτων), δημοσιεύθηκε στις 22.5.1991, σύμφωνα δε με το υπ` αριθ. 9105 της 10.5.1995 πιστοποιητικό του Γραμματέα Πρωτοδ. Αθηνών δεν είχε ασκηθεί ένδικο μέσο κατ` αυτής μέχρι της 5.5.1995.Επομένως η πιο πάνω απόφαση, της οποίας δεν αποδεικνύεται κοινοποίηση, έχει καταστεί τελεσίδικη από τις 23.5.1994. Εξάλλου απόφαση, της οποίας δεν αποδεικνύεται κοινοποίηση, έχει καταστεί τελεσίδικη από τις 23.5.1994. Εξάλλου η απόφαση 1499/1994 του Τριμ. Διοικ. Πρωτοδ. Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή των αιτούντων, κοινοποιήθηκε σ` αυτούς, όπως προκύπτει από το οικείο αποδεικτικό στις 23.9.1994. Δοθέντος ότι, κατά την από 30.5.1995 υπηρεσιακή βεβαίωση της Γραμματείας του Διοικ. Προωτοδ. Πειραιά, δεν έχει ασκηθεί κατά της απόφασης αυτής έφεση (ή άλλο ένδικο μέσο), η απόφαση έγινε τελεσίδικη στις 24.10.1994. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22.11.1994 είναι εμπρόθεσμη. 9. Επειδή, στο άρθρο 94 παρ.1 του Συντάγματος ορίζεται ότι ” Η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Από τις διαφορές αυτές όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπι να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται με νόμο”. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι Εωσότου υπάχθουν στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και οι υπόλοιπες ουσιαστικές διοικητικές διαφορές, είτε στο σύνολο τους, είτε κατά κατηγορίες, εξακολουθούν να υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια” και στην παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι, ” στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαορές”. Εξάλλου στην πειπτ. η της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 1406/ 1983, που ήδη μνημονεύθηκε, ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας, που κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων, αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά “την ευθύνη του Δημοσίου της νομοθεσίας που αφορά ” την ευθύνη του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότ ” Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέρχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη η παράλειψει έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον ακι το υπαίτιο πρόσωπο”. Τέλος, στο άρθρο 106 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι ” Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων των κοινοτήτων ή άλλων ΚΠΔΔ από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους”. 10. Επειδή, όπως ήδη έχει κριθεί με την απόφαση 5/1995 αυτού του Δικαστηρίου, από το σκοπό της διατάξεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ που έχει πιο πάνω παρατεθεί, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 1 (παρ. 2 περίπτ. η`) του Ν. 1406/1983, που έχει επίσης παρατεθεί, με το οποίο ο νομοθέτης απέβλεψε να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος, όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας που στα πλαίσια της δημοσίας δράσης της Διοικητικής γεννώνται από την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, συνάγεται ότι παρά την συσταλτική διατύπωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, που αναφέρεται σε πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας, η έννοια της διατάξεως αυτής είναι η αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου για παρόντες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, υπαγομένη, ήδη, μετά του Ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, παρέχεται, βάσει της διατάξεως αυτής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, στις περιπτώσεις ευθύνης του Δημοσίου όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημοσίας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων. Από τις ίδιες δε διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι στις περιπτώσεις που για τις μνημονευμένες πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες ενάγεται, ως προσωπικώς υπεύθυνο προς αποζημίωση, όχι το Δημόσιο ή του ΝΠΔΔ), που προκάλεσε τη ζημία ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων να κρίνουν επί της αγωγής αυτής, γιατί στις πιο πάνω περιπτώσεις που η αγωγή δεν στηρίζεται στην ευθύνη του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, η διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου. 11. Επειδή, οι ήδη αιτούντες (μαζί με άλλους) με την από 20.10.1989 αγωγή τους που κατέθεσαν ενώπιον του Μονομ. Πρωτοδ. Αθηνών (αριθ. καταθ. 10993/1989), στράφηκαν κατά του Α.Π., του ΟΛΠ και της ΑΕΕΓΑ “………..” και ζήτησαν να καταδικασθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν σε ολόκληρο, (ο καθένας σε καθένα από τους ενάγοντες) τα αναγραφόμενα ειδικότερα στην αγωγή τους ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη από το θάνατο του πιο κάτω αναφερομένου συγγενούς τους και επιπλέον η πρώτη αιτούσα, χήρα του Π.Π. ζήτησε αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών και διατροφής από το σύζυγό της. Ισχυρίστηκαν δε οι ενάγοντες τα ακόλουθα. Την 5.12.1988, ο Α.Π. (πρώτος των καθών), υπάλληλος του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), ενώ εργαζόταν σε διαταγμένη υπηρεσία φορτοεκφόρτωσης στο Λιμένα Ικονίου Κερατσινίου, ως οδηγός αμαξονταλίκας του ΟΛΠ η οποία ήταν ασφαλισμένη στην ΑΕΕΓΑ “……..” (δεύτερη των καθ` ων), εκίνησε την νταλίκα προς τα πίσω για να εκφιρτώσει τα εμπορευματοκιβώτια που μετέφερε και κτύπησε με το οπίσθιο μέρος της και τραυμάτισε θανάσιμα τον Π.Π., εργάτη του ΟΛΠ, ο οποίος, εργαζόμενος σε διαταγμένη υπηρεσία, διερχόταν πεζός από το σημείο εκείνο. Στη δίκη αυτή άσκησε κύρια παρέμβαση-αγωγή το ΙΚΑ, που είχε προσεπικληθεί από τον Α.Π., με την οποία ζήτησε από τους τέσσερις πρώτους ενάγοντες (σύζυγο και τέκνα του θανόντος) την καταβολή αποζημίωσης σ` αυτό για τις παροχές (σύνταξη λόγω θανάτου από εργατικό ατύχημα ), τις οποίες είχε καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα με απόφαση του Διοικητή του, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του Π.Π. άμεσα ασφαλισμένου στο ΙΚΑ. Τα δύο αυτά ένδικα μέσα συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν με την προαναφερόμενη απόφαση 2869/1991 του Μονομ. Πρωτοδ. Αθηνών, με την εξής αιτιολογία : εκφεύγουν της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, δοθέντος ότι ανάγονται σε διοικητική διαφορά αναφυόμενη κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί ευθύνης ΝΠΔΔ προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ”. Οι αιτούντες (μαζί με άλλους ύστερα από την έκδοση της μνημονευμένης απορριπτικής απόφασης 2869/1991 του Μονομ. Πρωτοδ. Αθηνών, κατέθεσαν (στις 23.12.1991). ομοίου περιεχομένου αγωγή ενώπιον του Διοικ. Πρωτοδ. Πειραιά κατά των καθών Α.Π. και ΑΕΕΓΑ “……….”. Το ΙΚΑ άσκησε και στη δίκη αυτή κύρια παρέμβαση, όμοια με την προηγούμενη. Το Τριμ. Διοικ. Πρωτοδ. Πειραιά, με την απόφαση του 1499/1994, απέρριψε, ως προς τους ήδη αιτούντες, την αγωγή, καθώς και την κύρια παρέμβαση του ΙΚΑ,με την αιτιολογία ότι οι σχετικές απαιτήσεις τους κατά των προσώπων αυτών για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν, προέρχονται από έννομες σχέσεις ιδιωτικού διαφορές, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ως προς μεν την ΑΕΕΓΑ “………”, γιατί η απάιτηση κατ` αυτής στηρίζεται στην ιδιωτικού δικαίου σύμβαση ασφάλισης μεταξύ του ΟΛΠ και αυτής, ως προς δε τον Α.Π. γιατί “ιδιωτική είναι και η διαφορά που αναφέρεται σε αξίωση κατά του υπαιτίου οργάνου προσωπικώς (όταν η ευθύνη των οργάνων του δημοσίου ή του νπδδ δεν έχει αποκλεισθεί)”. 12. Επειδή, υπάρχει εν προκειμένω αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας, γιατί και τα δύο δικαστήρια (Μονομ. Πρωτοδ. Αθηνών και Τριμ. Διοικ. Πρωτοδ. Πειραιά) απέρριψαν για έλλειψη δικαιοδοσίας τις αντίστοιχες αγωγές των αιτούντων, κατά το μέρος που στρέφονταν κατά του Α.Π. και της ΑΕΕΓΑ “……..”, καθώς και τις αντίστοιχες κύριες παρεμβάσεις του ΙΚΑ, για τον ίδιο λόγω οι αγωγές δε αυτές στηρίζονταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά και είχαν το ίδιο αιτητικό, και όσα αντίθετα υποστηρίζει η ΑΕΕΓΑ “……….” πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. 13. Επειδή, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στις προηγούμενες σκέψεις 9 και 10, δικαιοδοσία προς εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά τόσο καταά το μέρος που η αγωγή των αιτούντων στρέφεται κατά του Α.Π., όσο και κατά το μέρος που στρέφεται καταά της Αε-ΕΓΑ “…….”, αφού ωε προς την τελευταία αυτή, η αγωγή στηρίζεται σε σύμβαση (ασφάλισης) ιδιωτικού δικαίου. Συνεπώς, πρέπι η αποφατική σύγκρουση που δημιουργήθηκε στην παρούσα περίπτωση να αρθεί υπέρ της δικαιοδοσίας του Μονομ. Πρωτοδ. Αθηνών, στο οποίο πρέπι να παραπεμφθεί η ένδικη υπόθεση, αφού προηγουμένως εξαφανισθεί εν μέρει η αντίθετη απόφασή του, καθόσον αφορά τους αιτούντες των οποίων η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτώς και καθόσον απέρριψε την αγωγή τους κατά του Α.Π. και ΑΕΕΓΑ “………” και το αντίστοιχο μέρος της κύριας παρέμβασης του ΙΚΑ.
