9. ΕΚΤΟ μάθημα Συνταγματικό ΕΣΔΑ 10.5.17

Uncategorized

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Tο Συμβούλιο της Ευρώπης είναι ο επιφανέστερος οργανισμός προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ευρωπαϊκής ηπείρου. Περιλαμβάνει 47 κράτη μέλη, 28 από τα οποία είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όλα τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης έχουν υπογράψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ένα σύμφωνο που έχει σχεδιαστεί για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβλέπει την εφαρμογή της Σύμβασης στα κράτη μέλη. Μεμονωμένα άτομα μπορούν να καταγγείλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Δικαστήριο του Στρασβούργου εφόσον έχουν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες έφεσης στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να υπογράψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δημιουργώντας έναν κοινό ευρωπαϊκό νομικό χώρο για πάνω από 820 εκατομμύρια πολίτες. Ήδη με την Συνθήκη της Λισαβόνας, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προσχωρήσει στην ΕΣΔΑ.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης προασπίζεται την ελευθερία έκφρασης και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, την ελευθερία του συνέρχεσθαι, την ισότητα και την προστασία των μειονοτήτων. Έχει ξεκινήσει εκστρατείες για θέματα όπως είναι η προστασία των παιδιών, η ρητορική μίσους στο διαδίκτυο και τα δικαιώματα των Ρομά, της μεγαλύτερης μειονότητας στην Ευρώπη.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης συνδράμει τα κράτη μέλη στην καταπολέμηση της διαφθοράς και της τρομοκρατίας, καθώς και στην υιοθέτηση των απαραίτητων δικαστικών μεταρρυθμίσεων. Η ομάδα συνταγματολόγων του, γνωστή και ως Επιτροπή της Βενετίας, προσφέρει νομικές συμβουλές σε χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης προάγει τα ανθρώπινα δικαιώματα μέσω διεθνών συμβάσεων, όπως η Σύμβαση για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας καθώς και της Σύμβασης για το Έγκλημα στον Κυβερνοχώρο. Επιβλέπει την πρόοδο των κρατών μελών σε αυτούς του τομείς και κάνει συστάσεις μέσω ανεξάρτητων εποπτικών φορέων που αποτελούνται από εμπειρογνώμονες. Σήμερα ούτε ένα μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν εφαρμόζει τη θανατική ποινή

Προϊστορία και ιστορία της ΕΣΔΑ

Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν ήταν πάντα νομικά αναγνωρισμένα. Διατάξεις προστατευτικές των δικαιωμάτων περιελήφθησαν για πρώτη φορά στην αγγλική Magna Karta του 1215, ενώ ακολούθησαν αργότερα μερικά βασικά κείμενα όπως το Habea Corpus το 1679 και το Bill of Rights το 1689. Ακολούθως το Αμερικάνικο Σύνταγμα του 1787 περιέλαβε στο κείμενό του διατάξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα ενώ η Διακήρυξη του Ανθρώπου και του Πολίτη το 1789 που ενσωμάτωσε και αυτή κατάλογο ανθρώπινων δικαιωμάτων, επηρέασε τα συντάγματα και των υπόλοιπων χωρών της Ευρώπης. Από την στιγμή εκείνη η κατοχύρωση του ανθρώπου, του πολίτη και των κοινωνικών ομάδων γίνεται σταθερό στοιχείο των ευρωπαϊκών συνταγμάτων.

Ωστόσο το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι καινούριο. Έχει αρχίσει να αναπτύσσεται από το 1945 και ιδίως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου εξαιτίας των εγκλημάτων των φασιστικών καθεστώτων αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για διεθνοποίηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πράγματι την περίοδο που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαμορφώθηκε και αναπτύχθηκε ένα εντυπωσιακό σε αριθμό corpus κανόνων και αρχών αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, σε τέτοιο βαθμό ώστε αυτά να αποτελούν βασικό στοιχείο της μεταπολεμικής διεθνούς έννομης τάξης ως αναφορά δικαίου, πολιτικής και δράσης. Από την στιγμή εκείνη λοιπόν, η κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παύει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της εθνικής συνταγματικής πολιτικής και καθίσταται αναπόσπαστο κομμάτι του διεθνούς δικαίου.

Οι ιδρυτές των Ηνωμένων Εθνών, είχαν διαπιστώσει πως ήταν απαραίτητη μια στοιχειώδης συμφωνία μεταξύ των μεγαλύτερων δυνάμεων επί των σημαντικών διεθνών ζητημάτων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η αρχή έγινε με την υπογραφή του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ στις 26 Ιουνίου 1925 στον Άγιο Φραγκίσκο στο τέλος της Διασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για τη Διεθνή Οργάνωση και τη θέση του σε ισχύ την 24η Οκτωβρίου 1945. Σύμφωνα με τη θεωρία, ο Χάρτης του ΟΗΕ χαράσσει μια νέα εποχή, αφού για πρώτη φορά υπάρχει τυπική αναγνώριση κα ρητή είσοδος των δικαιωμάτων του ανθρώπου στο διεθνές δίκαιο αποτελώντας παράλληλα μέσω των διατάξεών του και το ιδεολογικό αποκρυστάλλωμα των αρχών που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις την περίοδο εκείνη. Στο προοίμιο του μάλιστα, αναφέρει πως οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών έχουν ως στόχο «να διακηρύξουν και πάλι την πίστη τους στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξιοπρέπεια και στην αξία του ανθρώπου, αποτελούν βασικό στοιχείο της μεταπολεμικής διεθνούς έννομης τάξης ως αναφορά δικαίου, πολιτικής και δράσης. Από την στιγμή εκείνη λοιπόν η κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παύει να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της εθνικής συνταγματικής πολιτικής και καθίσταται αναπόσπαστο κομμάτι του διεθνούς δικαίου. Οι ιδρυτές των Ηνωμένων Εθνών είχαν διαπιστώσει πως ήταν απαραίτητη μια στοιχειώδης συμφωνία μεταξύ των μεγαλύτερων δυνάμεων επί των σημαντικών διεθνών ζητημάτων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η αρχή έγινε με την υπογραφή του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ στις 26 Ιουνίου 1925 στον Άγιο Φραγκίσκο στο τέλος της Διασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για τη Διεθνή Οργάνωση και τη θέση του σε ισχύ την 24η Οκτωβρίου 1945. Σύμφωνα με τη θεωρία, ο Χάρτης του ΟΗΕ χαράσσει μια νέα εποχή, αφού για πρώτη φορά υπάρχει τυπική αναγνώριση και ρητή είσοδος των δικαιωμάτων του ανθρώπου στο διεθνές δίκαιο αποτελώντας παράλληλα μέσω των διατάξεών του και το ιδεολογικό αποκρυστάλλωμα των αρχών που διέπουν τις διεθνείς σχέσεις την περίοδο εκείνη. Στο προοίμιο του μάλιστα αναφέρει πώς οι λαοί των Ηνωμένων Εθνών έχουν ως στόχο «να διακηρύξουν και πάλι την πίστη τους στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξιοπρέπεια και στην αξία του ανθρώπου, στα ίσα δικαιώματα ανδρών και γυναικών και μεγάλων και μικρών εθνών». Την υπογραφή του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ακολούθησε το 1948 η υπογραφή και υιοθέτηση από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η Διακήρυξη περιλαμβάνει έναν εκτενή κατάλογο δικαιωμάτων28, όμως θεωρείται πώς είναι ένα κείμενο με περισσότερο ιδεολογική και ηθική αξία παρά νομική, καθώς είναι μεν κείμενο κανονιστικό αλλά δεν προβλέπει κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των προστατευόμενων δικαιωμάτων (lex imperfecta).

Παράλληλα, την περίοδο εκείνη δημιουργήθηκαν ολοκληρωμένα συστήματα προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και σε περιφερειακά πλαίσια, αναγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο πως η περιφερειακή λύση για την αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζουν οι διεθνείς συμβάσεις είναι η καλύτερη.

Στον ευρωπαϊκό χώρο το σημαντικότερο κείμενο είναι η ΕΣΔΑ32, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη το 1950 μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, συντάχθηκε από τη μετά την έναρξη των εργασιών του Συμβουλίου της Ευρώπης και τέθηκε σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 195335. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο λοιπόν, η ΕΣΔΑ αποτέλεσε την πρώτη διεθνή συμβατική κωδικοποίηση διεθνούς προστασίας ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων του ανθρώπου37 και σε αυτό έγκειται και η ιστορική της σημασία. Η ΕΕπιτρΔΑ-ελεγκτικός μηχανισμός της ΕΣΔΑ, σε απόφασή της, ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της, είχε διαπιστώσει πώς στόχος των συμβαλλομένων κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης  με τη σύναψη της ΕΣΔΑ ήταν «να εγκαθιδρύσουν μια κοινοτική δημόσια τάξη ελεύθερων δημοκρατιών στην Ευρώπη για να προασπίσουν την κοινή κληρονομιά των πολιτικών παραδόσεων, των ιδεωδών της ελευθερίας και της υπεροχής του δικαίου»40. Πρωταρχικός στόχος των συντακτών ήταν να γίνουν τα πρώτα βήματα για την ενίσχυση ορισμένων δικαιωμάτων, όπως αυτά είχαν διατυπωθεί στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ομική Επιτροπή της Συμβουλευτικής Συνελεύσεως Ανθρώπου στο Παρίσι το 194941. Στο πέρασμα όμως των χρόνων το περιεχόμενο της ΕΣΔΑ εμπλουτίσθηκε και σε αυτό συνέβαλε τόσο η υιοθέτηση πρωτοκόλλων όσο και η ερμηνεία των διατάξεών της από τα όργανα της Σύμβασης.

Σύμφωνα με τη θεωρία, η υιοθέτηση της ΕΣΔΑ αποτελεί κομβικό σημείο στην προσπάθεια ενοποιητικής διαδικασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σηματοδοτώντας την αρχή μιας νέας εποχής για τον άνθρωπο με τις επιπτώσεις της να είναι καταλυτικές τόσο σε κάθε έννομη τάξη όσο και στη διεθνή κοινότητα43. Ιδιαίτερα εύστοχος είναι ο χαρακτηρισμός της, από εκπρόσωπο της θεωρίας, ως το δημοκρατικό μανιφέστο του Δυτικού κόσμου και ως το πιο κατάλληλο «όπλο» για τη διεξαγωγή του ψυχρού πολέμου με ιδεολογικά μέσα.

Σημαντική ιδιαιτερότητα και καινοτομία της ΕΣΔΑ, έναντι των υπόλοιπων διεθνών κειμένων των σχετικών με την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, θεωρήθηκε η θέσπιση θεσμικών εγγυήσεων που προέβλεπε για την τήρησή της, αφού για πρώτη φορά σε διεθνές επίπεδο προβλεπόταν η ύπαρξη ενός δικαστικού μηχανισμού προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επιφορτισμένο να ελέγχει μετά από άσκηση διακρατικής ή ατομικής προσφυγής την τήρηση της Σύμβασης από τα συμβαλλόμενα κράτη και να επιβάλλει τις σχετικές κυρώσεις σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης των διατάξεών της. Πρόκειται λοιπόν, όπως υποστηρίζεται, για ένα σύστημα που αυτοπροσδιορίζεται, το σύστημα που καθιέρωσε η ΕΣΔΑ, στο βαθμό που τα όργανα του Στρασβούργου λειτουργούν ανεξάρτητα από τις δικαστικές αρχές των συμβαλλομένων κρατών.

Αρχικά η Σύμβαση υπογράφηκε από δώδεκα κράτη , ενώ σήμερα τα κράτη μέλη που έχουν προσχωρήσει σε αυτή ανέρχονται σε σαράντα επτά. Παλαιότερα, η ιδιότητα του μέλους του Συμβουλίου, δεν σήμαινε απαραίτητα ότι αυτό ήταν και συμβαλλόμενο μέρος της ΕΣΔΑ. Σήμερα ωστόσο η είσοδος στο Συμβούλιο της Ευρώπης προϋποθέτει ως όρο την αποδοχή και επικύρωση της ΕΣΔΑ.

Η ΕΣΔΑ κυρώθηκε αρχικά από την Ελλάδα μαζί με το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλό της με το ν. 2329/195350, στη συνέχεια το καθεστώς της δικτατορίας την κατήγγειλε και τέθηκε εκ νέου σε ισχύ με το ν. δ. 53/1974. Η κύρωση εκ νέου της ΕΣΔΑ ήταν μια από τις πρώτες πράξεις της Μεταπολίτευσης, κάτι το οποίο θεωρήθηκε αναμενόμενο αφού η Σύμβαση αποτέλεσε βασικό σημείο ιδεολογικοπολιτικής αναφοράς στον αγώνα κατά του δικτατορικού καθεστώτος, σηματοδοτώντας παράλληλα και την επιστροφή της Ελλάδας στον «ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό». Ωστόσο η ουσιαστική εφαρμογή της ΕΣΔΑ από την ελληνική έννομη τάξη επήλθε το 1985, οπότε το ελληνικό κράτος με δήλωσή του, που κατατέθηκε στις 20 Νοεμβρίου 1985, παραχώρησε σε όσους υπάγονταν στην δικαιοδοσία του δικαίωμα ατομικής προσφυγής στο ΕΔΔΑ, ενέργεια η οποία είχε ως αποτέλεσμα να καταδικασθεί πολλές φορές το ελληνικό κράτος σε καταβολή αποζημίωσης με αποφάσεις του προαναφερθέντος Δικαστηρίου. Οι διατάξεις της Σύμβασης δέσμευαν βεβαίως εξαρχής την Ελλάδα διεθνώς και ίσχυαν στην εσωτερική έννομη τάξη, ωστόσο η παραβίαση των διατάξεων της δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί από τα δικαιοδοτικά της όργανα.

Ι. Τα προστατευόμενα δικαιώματα και οι ελευθερίες

Κατά την διάρκεια διαμόρφωσης του περιεχομένου της ΕΣΔΑ, οι συντάκτες της αρνήθηκαν να συμπεριλάβουν σε αυτή οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Η απουσία ωστόσο δικαιωμάτων τέτοιας φύσης, θεωρήθηκε «κενό» της Σύμβασης60, το οποίο, όσον αφορά τουλάχιστον τα κοινωνικά δικαιώματα, ήρθε να καλύψει η υιοθέτηση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη το 1961 και η θέση του σε ισχύ το 196561. Οι λόγοι που οδήγησαν στην μη υιοθέτηση αυτών των δικαιωμάτων δεν είναι ασήμαντοι και φανερώνουν τις προθέσεις των συντακτών της.

Όπως αποδεικνύεται από έγγραφο εργασίας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, η δικαιολογία των συντακτών της ήταν ότι «ήταν σημαντικότερο να σημαδεύσουν την περίοδο που ακολουθούσε τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο με εγγυήσεις συνδεδεμένες με τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την αρχή της νομιμότητας και της πολιτικής δημοκρατίας». Επιπλέον θεωρήθηκε πως δεν ήταν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, την περίοδο εκείνη, σε θέση να θέσουν σε εφαρμογή και να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις που θα απέρρεαν από την υιοθέτηση οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, μη δυνάμενες έτσι να εγγυηθούν τον σεβασμό τους για το σύνολο των ατόμων που υπάγονταν στη δικαιοδοσία τους. Η κεντρική ιδέα, επομένως, του κειμένου της ΕΣΔΑ  συμπυκνώνεται στην προστασία και την διασφάλιση της ιδιωτικής αυτονομίας του ατόμου.

Καινοτομία της ΕΣΔΑ, όπως προαναφέρθηκε δεν είναι ο κατάλογος των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει αλλά το γεγονός πώς για πρώτη φορά προβλέφθηκε από κείμενο του διεθνούς δικαίου η ύπαρξη ενός δικαιοδοτικού μηχανισμού, υπεύθυνου να προασπίσει τα προβλεπόμενα δικαιώματα σε περίπτωση παραβίασής τους. Μάλιστα θεωρείται, πώς το ΕΔΔΑ μέσα από την πλούσια νομολογία του, κατάφερε να εμπλουτίσει το στοιχειώδες κείμενο προστασίας της ΕΣΔΑ, συμβάλλοντας μέσα από την λεπτομερειακή και ενδελεχή περιπτωσιολογία του στην συμπλήρωση των κενών της. Σύμφωνα δε με άποψη της θεωρίας μέσα από τη διαρκή εξελισσόμενη νομολογία του έχει οδηγήσει και στην αύξηση της νομικής σημασίας της ΕΣΔΑ. Το ίδιο μάλιστα το κείμενο της Σύμβασης, αφήνει αρκετό περιθώριο στην ερμηνεία λόγω της γενικότητας με την οποία είναι διατυπωμένες οι ουσιαστικές διατάξεις της. Όπως άλλωστε τόνισε το ΕΔΔΑ σε απόφαση του, οι αποφάσεις του δεν εξαντλούνται στην επίλυση συγκεκριμένων διαφορών που άγονται ενώπιον τους αλλά χρησιμεύουν «γενικότερα για να διευκρινίζουν, να διαφυλάττουν και να αναπτύσσουν το κανονιστικό περιεχόμενο της Σύμβασης, συμβάλλοντας έτσι στον σεβασμό και στην τήρηση εκ μέρους των κρατών των υποχρεώσεων που έχουν αναλάβει». Το Δικαστήριο λοιπόν δε δέχεται ότι οι συνέπειες των αποφάσεων του εξαντλούνται στα όρια του υποκειμενικού δεδικασμένου.

Χαρακτηριστικά στοιχεία της ΕΣΔΑ είναι :

Α) η εξαγγελία ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, των λεγόμενων δικαιωμάτων «πρώτης γενιάς» και επιπλέον

Β) η αναγνώριση της προστασίας τους με μηχανισμούς διεθνούς ελέγχου και με δυνατότητα ατομικής προσφυγής.

Σύμφωνα με την άποψη του Τσάτσου, τα δικαιώματα που καθιερώνει η ΕΣΔΑ, μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις διακριτές κατηγορίες.

  • Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τις προσωπικές ελευθερίες, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 που προστατεύει το δικαίωμα στη ζωή, στο άρθρο 3 που αφορά στην απαγόρευση των βασανιστηρίων, το άρθρο 4 που απαγορεύει τη δουλεία και τα καταναγκαστικά έργα, το άρθρο 5 που προστατεύει το δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, το άρθρο 8 που προστατεύει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το άρθρο 9 που περιλαμβάνει τρεις ελευθερίες, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, το άρθρο 12 που αφορά το δικαίωμα συνάψεως γάμου και το άρθρο 2 του 4ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης που προστατεύει την ελευθερία κυκλοφορίας.
  • Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι δικαστικές εγγυήσεις, όπως είναι το άρθρο 6, που κατοχυρώνει το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης, το άρθρο 7, που κατοχυρώνει την αρχή της μη επιβολής ποινής άνευ νόμου και το άρθρο 13 που προστατεύει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Περαιτέρω η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τα δικαιώματα του ανθρώπου ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, όπου ως τέτοια νοούνται η ελευθερία έκφρασης (άρθρο 10) και η ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 11) και τέλος στην κατηγορία εντάσσονται τα περιουσιακά δικαιώματα, όπως αυτά προστατεύονται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης.
  • Τα προβλεπόμενα δικαιώματα συμπληρώνονται από τρεις βασικές αρχές που διέπουν την εφαρμογή τους. Αυτές είναι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 14 της Σύμβασης, η αρχή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος (άρθρο 17) και τέλος η αρχή της απαγόρευσης κατάχρησης εξουσίας (άρθρο 18). Στα άρθρα λοιπόν 2-18 της ΕΣΔΑ, καταγράφονται τα ανθρώπινα δικαιώματα που προβλέπονται από την Σύμβαση, ενώ στα άρθρα 9-15 θεσπίζεται ένας διεθνής μηχανισμός προστασίας των αναγνωριζόμενων δικαιωμάτων. Το αρχικό περιεχόμενο της ΕΣΔΑ εμπλουτίστηκε με μια σειρά πρωτοκόλλων που υιοθετήθηκαν σταδιακά από τα πρώτα χρόνια ύπαρξης της Σύμβασης.

Πιο συγκεκριμένα το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο προσέθεσε, όπως προαναφέρθηκε, προσέθεσε την προστασία της περιουσίας (άρθρο 1), το δικαίωμα στην εκπαίδευση (άρθρο 2) και το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι (άρθρο 3). Το 4ο Πρωτόκολλο76 απαγορεύει τη φυλάκιση για ιδιωτικά χρέη (άρθρο 1), αναγνωρίζει την ελευθερία κυκλοφορίας, μετακίνησης και επιλογής κατοικίας (άρθρο 2) και απαγορεύει τις ομαδικές απελάσεις (άρθρο 3). Περαιτέρω το 6o και το 13 Πρωτόκολλο που το ακολούθησε προχώρησαν σε κατάργηση της θανατικής ολοκληρωτική κατάργηση της θανατικής ποινής σε όλες τις περιστάσεις, ακόμη και σε περίοδο πολέμου. Η ρύθμιση αυτή θεωρήθηκε ότι αποτέλεσε μια σημαντική κατάκτηση του κινήματος των ανθρώπινων δικαιωμάτων και άνοιξε το δρόμο για αντίστοιχα βήματα σε οικουμενικό επίπεδο. Το 7ο Πρωτόκολλο προσέθεσε ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις σχετικά με την απέλαση αλλοδαπών (άρθρο 1), το δικαίωμα για διπλό βαθμό δικαιοδοσίας σε θέματα ποινικού δικαίου (άρθρο 2), το δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση δικαστικής πλάνης (άρθρο 3), την αρχή ne bis in idem (άρθρο 4) την αρχή της ισότητας των συζύγων σε όλες τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου που αναπτύσσονται (άρθρο 5). Με τη σειρά του, το 11ο Πρωτόκολλο, αναδόμησε το σύστημα ελέγχου προστασίας από παραβιάσεις των δικαιωμάτων που εγκαθιδρύει η ΕΣΔΑ. Τέλος, το 12ο Πρωτόκολλο, υπογραμμίζει για μια ακόμη φορά την αρχή της γενικής απαγόρευσης των διακρίσεων βάσει της Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 1). Όπως τονίζεται, η αρχή αυτή επεκτείνεται δραστικά με το εν λόγω Πρωτόκολλο σε όλο το πεδίο του δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου.

ΙΙ. Βασικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία της

Οι βασικές αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Σύμβασης είναι: 

  • η αυτοδύναμη ή άλλως η άμεση εφαρμογή της,
  • ο επικουρικός της χαρακτήρας,
  • η αρχή της μη αμοιβαιότητας και
  • η αντικειμενικότητα των κατοχυρούμενων διατάξεων,
  • η εξελικτική και δυναμική ερμηνεία των διατάξεών της
  • και το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτουν τα κράτη μέλη σε μια δημοκρατική κοινωνία.

II.I. Η αυτοδύναμη και άμεση εφαρμογή των διατάξεών της

Η αυτοδύναμη και άμεση εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης έγκειται, στο ότι πρόκειται για διατάξεις που είναι νομικά πλήρεις και δεν χρήζουν περαιτέρω εξειδικεύσεων και επεξεργασίας από τα όργανα κάθε εσωτερικής έννομης τάξης που τις εφαρμόζει. Στα κράτη μέλη μάλιστα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα, που έχουν κυρώσει την Σύμβαση με αυξημένη υπερνομοθετική ισχύ οι διατάξεις της είναι άμεσα εφαρμόσιμες αναγνωρίζοντας στα άτομα τα δικαιώματα που εγγυάται. Πρακτικά η άμεση εφαρμογή των διατάξεων της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με την άποψη του κ. Περράκη, σημαίνει ότι οι κανόνες που αυτή περιέχει χαρακτηρίζονται από σαφήνεια περιεχομένου και στόχου, και γι’ αυτό το λόγο δε χρειάζονται ειδικά εσωτερικά μέτρα εκτελέσεως.

II. Ο επικουρικός της χαρακτήρας

Οι κανόνες του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα προσδιορίζουν το κατώτατο και όχι το ανώτατο όριο προστασίας όσον αφορά τον σεβασμό των δικαιωμάτων από τα κράτη, και αυτό αποτελεί γενική αρχή του δημοσίου διεθνούς δικαίου, όπως πηγάζει από πολλές διεθνείς συμβάσεις. Όπως άλλωστε ορίζεται στη διάταξη του άρθρου  της ΕΣΔΑ: «Ουδεμία των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως δύναται να ερμηνευθεί ως περιορίζουσα ή αναιρούσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και θεμελιώδεις ελευθερίας, τα οποία τυχόν αναγνωρίζονται συμφώνως προς τους νόμους οιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών ή προς πάσα άλλη Σύμβαση την οποία ταύτα έχουν υπογράψει».

Ο ρόλος της διεθνούς κοινότητας είναι διορθωτικός και επικουρικός κάθε φορά, δεδομένου ότι κύριος στόχος των διεθνών κειμένων και των διαδικασιών που προβλέπονται σε αυτά είναι η κατάργηση της αυθαιρεσίας της εξουσίας, συμπληρώνοντας ή αποκαθιστώντας όταν χρειάζεται την εσωτερική νομοθεσία. Έτσι λοιπόν και η ΕΣΔΑ επιβάλλει στα κράτη υποχρεώσεις που πρέπει να σέβονται στην εσωτερική τους έννομη τάξη, υπογραμμίζοντας με αυτό τον τρόπο πως πρωταρχικός παράγοντας προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί η εθνική έννομη τάξη. Εξάλλου τόσο η ΕΕπιτρΔΑ όσο και το ΕΔΔΑ δεν παρέλειπαν να τονίσουν σε αποφάσεις τους, ότι ο ρόλος τους είναι επικουρικός με την κύρια ευθύνη για την εφαρμογή της Σύμβασης να βαρύνει τα εσωτερικά όργανα των κρατών μελών που εφαρμόζουν τις διατάξεις της και συνεπώς έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι επιλαμβάνονται μιας υπόθεσης που άγεται ενώπιον τους μετά την εξάντληση όλων των εσωτερικών ενδίκων μέσων που προβλέπονται σε κάθε εθνική έννομη τάξη για την προστασία των δικαιωμάτων.

II.III. Η αρχή της μη αμοιβαιότητας και ο αντικειμενικός χαρακτήρας των κατοχυρωμένων διατάξεων

Οι πολυμερείς διεθνείς συνθήκες που ρυθμίζουν τα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βασίζονται σε αντικειμενικούς κανόνες συμπεριφοράς για ένα κράτος και όχι αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ακολούθως και η ΕΣΔΑ, βασίζεται στην αρχή των αντικειμενικών κανόνων και στα δικαιώματα των ανθρώπων που πρέπει να προστατεύονται από την κατάχρηση εξουσίας του κράτους.

Η έννοια της αρχής της μη αμοιβαιότητας και του αντικειμενικού χαρακτήρα των διατάξεων της Σύμβασης έγκειται, στην υποχρέωση κάθε κράτους να εφαρμόζει την Σύμβαση υπέρ όλων των προσώπων που βρίσκονται στην δικαιοδοσία του, ανεξάρτητα από το τι πράττουν τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη. Τα κράτη λοιπόν δεσμεύονται κατά τρόπο αντικειμενικό στην προώθηση εξωκρατικών συμφερόντων και ιδεωδών.

Τέλος η αρχή της αμοιβαιότητας δεν μπορεί να βρει έρεισμα, σε σχέση με τους κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου, ούτε κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος δεν εξαρτά την υποχρέωση των ελληνικών κρατικών οργάνων να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από κανέναν όρο και καμία προϋπόθεση.

II.IV. Η εξελικτική-δυναμική και αυτόνομη ερμηνεία των διατάξεών της

Η εξελικτική ερμηνεία της ΕΣΔΑ, είναι μια μέθοδος ερμηνείας που έχουν υιοθετήσει τα όργανα της Σύμβασης από τα πρώτα χρόνια ύπαρξής της. Σύμφωνα με την άποψη του κ. Σισιλιανού, η μέθοδος αυτή βασίζεται στην παραδοχή ότι στο μέτρο που τα δικαιώματα του ανθρώπου αντικατοπτρίζουν ένα σύστημα αξιών δεν μπορούν να παραμένουν «απολιθωμένα» αλλά εξελίσσονται με την πρόοδο του χρόνου.

Συνακόλουθα τα δικαιοδοτικά όργανα της Σύμβασης, ερμηνεύουν το κείμενό της με ένα δυναμικό τρόπο, ανταποκρινόμενα έτσι στις εξελισσόμενες κοινωνικοπολιτικές ανάγκες για προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα. Πιο συγκεκριμένα το ΕΔΔΑ σε πλήθος αποφάσεών του, ακολουθεί μια εξελικτική προσέγγιση της Σύμβασης κατανοώντας την ως ένα «ζωντανό όργανο», που πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των εκάστοτε σύγχρονων συνθηκών106. Στην εξελικτική λοιπόν ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης συνετέλεσαν δύο βασικά της στοιχεία, η ύπαρξη και ο τρόπος λειτουργίας του δικαιοδοτικού της οργάνου καθώς και η χρήση στο κείμενό της αόριστων αξιολογικών εννοιών, όπως η έννοια της δημοκρατικής κοινωνίας, της δημόσιας ασφάλειας και άλλες. Παράλληλα το ΕΔΔΑ έχει αναπτύξει ένα σύστημα «αυτόνομων» εννοιών. Σύμφωνα με τον ορισμό του Ρούκουνα, αυτονομία σημαίνει ότι η έννοια που περιλαμβάνεται στην Σύμβαση δεν ερμηνεύεται αναγκαία με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους αλλά με ένα τρόπο αυτόνομο, δημιουργώντας έτσι μια ομοιογενή ερμηνεία. Σύμφωνα δε με την άποψη του Παραρά επιτυγχάνεται έτσι η διατύπωση ενός ευρωπαϊκού ορισμού των αόριστων εννοιών που χρησιμοποιεί η ΕΣΔΑ, αυτόν που θα είναι ο πιο συμβατός με το αντικείμενο και τον σκοπό της Σύμβασης. Την αυτονομία των εννοιών, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του Στρασβούργου, αναγνώρισε σε πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας το ΣτΕ, υπογραμμίζοντας ότι, η έννοια της περιουσίας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο. Έτσι περιλαμβάνονται σ’ αυτήν όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως» καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα».

Η θέση της ΕΣΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη με βάση την τυπική ιεραρχία των κανόνων δικαίου

Στο ζήτημα της σχέσης του διεθνούς δικαίου και του εσωτερικού δικαίου κάθε εθνικής έννομης τάξης καθώς και της θέσης που επιφυλάσσει το δεύτερο στο πρώτο κυριαρχούν δύο θεωρίες, η μονιστική και η δυαδική.

Στην ελληνική έννομη τάξη η θέση της ΕΣΔΑ προσδιορίζεται από το άρθρο 28 παρ.1 εδ.α΄ του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι διεθνείς συμβάσεις από την στιγμή που κυρώνονται και τίθενται σε ισχύ έχουν τυπική δύναμη υπέρτερη κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου και υπερισχύουν αυτής. Σύμφωνα με άποψη της θεωρίας, η προσέγγιση αυτή βρίσκεται πιο κοντά στη δυαδική θεωρία δεδομένου ότι είσοδος των διεθνών συνθηκών, και εν προκειμένω της ΕΣΔΑ, στηρίζεται στην επικύρωσή της με νόμο από τη Βουλή. Η εφαρμογή δε της Σύμβασης δεν εξαρτάται από την τήρηση της αρχής της αμοιβαιότητας, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 28 παρ.1 εδ. β΄ του Συντάγματος, καθώς η ρήτρα αυτή ως ένα άλλο «είδος επιφυλάξεως» δεν ισχύει στις διεθνείς συμβάσεις περί προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου

 Σύμφωνα με την άποψη του κ. Χρυσόγονου η διάταξη αυτή είναι αρκετά προωθημένη συγκριτικά με τον τρόπο που τα υπόλοιπα κράτη μέλη έχουν ενσωματώσει την ΕΣΔΑ στην εσωτερική τους έννομη τάξη. Η μονιστική θεωρία με κύριο εκφραστή της τον Kelsen, διακηρύσσει την αρχή της ενότητας της παγκόσμιας έννομης τάξης και της εσωτερικής ιεράρχησης, αντιμετωπίζοντας το δίκαιο ως μια ενιαία πυραμίδα δικαίου με τυπική μεταξύ τους ιεράρχιση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την άμεση εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου σε κάθε εσωτερική έννομη τάξη. Στον αντίποδα η δυαδική θεωρία των Triepel και Anzilotti, προτάσσει την πλήρη ετερογένεια του διεθνούς και του εσωτερικού δικαίου. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η διεθνής και η εσωτερική έννομη τάξη είναι δύο διαφορετικές και ξεχωριστές έννομες τάξεις και αυτό οφείλεται τόσο στο ότι είναι και οι δύο προϊόντα διαφορετικών βουλήσεων η μεν είναι προϊόν βουλήσεων περισσοτέρων διαφορετικών κρατών ενώ η δε προϊόν βουλήσεως ενός μόνο κράτους- όσο και στο ότι πραγματεύονται διαφορετικό αντικείμενο. Η διεθνής έννομη τάξη ρυθμίζει σχέσεις μεταξύ υποκειμένων του διεθνούς δικαίου ενώ η εσωτερική έννομη τάξη ρυθμίζει έννομες σχέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό ενός κράτους. Συνέπεια αυτής της πλουραλιστικής αντίληψης των εννόμων τάξεων, είναι ότι απαιτείται η θεσμοθέτηση μιας ειδικής διαδικασίας για την είσοδο του διεθνούς δικαίου στην εθνική έννομη τάξη. Αν λοιπόν το διεθνές δίκαιο δεν υποστεί την απαιτούμενη σχετική μετατροπή σε εσωτερικό δίκαιο τότε δεν έχει καμία απολύτως ισχύ στην εσωτερική έννομη τάξη. Προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα της εισόδου του διεθνούς δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη, σχεδόν σε όλα τα σύγχρονα συνταγματικά κείμενα των κρατών υπάρχει διάταξη που ορίζει αν και με ποιες προϋποθέσεις το διεθνές δίκαιο είναι πηγή του δικαίου καθώς και τη θέση του στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου, τη σχέση του δηλαδή με τους νόμους και το Σύνταγμα.

Η θέση της ΕΣΔΑ στην ελληνική έννομη τάξη και η αξιοποίησή της μέσα από τη νομολογιακή πρακτική του ΣτΕ. Ο ρόλος του ΕΔΔΑ

          ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΕΣΔΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΕΝΩΣΗ

Η ΕΣΔΑ συνήφθη στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης και τέθηκε σε ισχύ την 3-9-1953. Συμβαλλόμενα μέρη, επομένως, της Σύμβασης αυτής είναι όλα τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, δηλ. σήμερα 47 Ευρωπαϊκά κράτη, μεταξύ των οποίων όλα τα κράτη μέλη της Ε.Ε. Οι ιδρυτικές Συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προέβλεψαν διατάξεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κενό που έγινε σύντομα αντιληπτό και αρχικά επιχειρήθηκε να καλυφθεί μέσω της ad hoc νομολογίας του ΔΕΕ και βάσει των γενικών αρχών του Κοινοτικού Δικαίου. Το 1996 το ΔΕΕ τάχθηκε κατά μιας  προσχώρησης της Ε.Ε. στην ΕΣΔΑ, με την υπ’ αριθμό 2/1994 γνωμοδότησή του. Αργότερα, συντάχθηκε από τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. «Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων», ο οποίος υιοθετήθηκε επίσημα στη Νίκαια το Δεκέμβριο του 2000, ενώ το 2009 απέκτησε και νομική ισχύ μέσω της Συνθήκης της Λισσαβόνας.

Πιο συγκεκριμένα, η Συνθήκη της Λισσαβόνας τροποποίησε το άρθρο 6 της ΣυνθΕΕ  ως εξής:

«Άρθρο 6:  1.   Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007, στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες. Οι διατάξεις του Χάρτη δεν συνεπάγονται καμία επέκταση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, όπως αυτές ορίζονται στις Συνθήκες. Τα δικαιώματα, οι ελευθερίες και οι αρχές του Χάρτη ερμηνεύονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του τίτλου VII του Χάρτη που διέπουν την ερμηνεία και την εφαρμογή του και λαμβανομένων δεόντως υπόψη των επεξηγήσεων οι οποίες αναφέρονται στον Χάρτη και στις οποίες μνημονεύονται οι πηγές των εν λόγω διατάξεων. 

2. Η Ένωση προσχωρεί στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Η προσχώρηση στην εν λόγω Σύμβαση δεν μεταβάλλει τις αρμοδιότητες της Ένωσης όπως ορίζονται στις Συνθήκες. 

3. Τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως απορρέουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, αποτελούν μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης.»

Βάσει των ανωτέρω προβλέψεων με άλλα λόγια, η Ε.Ε. από τη μια πλευρά ανέδειξε τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων σε νομικό κείμενο ισότιμο των Συνθηκών και, από την άλλη, δεσμεύτηκε να προσχωρήσει και στην ΕΣΔΑ. Η προσχώρηση, πάντως, αυτή συμφωνήθηκε να πληροί συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες τέθηκαν με ειδικό Πρωτόκολλο (υπ’ αριθμ. 8) στο άρθρο 6 παρ. 2 ΣΛΕΕ. Χονδρικά, το Πρωτόκολλο αυτό απαιτεί ενόψει της προσχώρησης, να διατηρηθούν αναλλοίωτες οι αρμοδιότητες και εξουσίες της Ένωσης και των Οργάνων της, καθώς και οι ιδιαιτερότητες του δικαίου της.

Οι διαπραγματεύσεις για το κείμενο της συμφωνίας προσχώρησης ξεκίνησαν την 4/6/2010 επί Ισπανικής Προεδρίας με επικεφαλής της Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Μετά από μια εμπλοκή το 2012, επιτεύχθηκε εν τέλει σύμπτωση απόψεων μεταξύ των εμπλεκομένων φορέων την 5/4/2013. Το ΔΕΕ ενεπλάκη στη διαδικασία την 4/7/2013, όταν η Επιτροπή απευθύνθηκε σε αυτό βάσει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ (πρώην 300 ΣΕΚ) ζητώντας τη γνωμοδότησή του για τη συμβατότητα της συμφωνίας προσχώρησης με τις Συνθήκες. Πράγματι, η παράγραφος 11 του οικείου άρθρου, το οποίο αναφέρεται στη σύναψη συμφωνιών μεταξύ Ε.Ε. και τρίτων κρατών ή διεθνών οργανισμών, προβλέπει ότι «ένα κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να γνωμοδοτήσει εάν η σχεδιαζόμενη συμφωνία είναι συμβατή με τις Συνθήκες. Εάν η γνώμη του Δικαστηρίου είναι αρνητική, η σχεδιαζόμενη συμφωνία μπορεί να τεθεί σε ισχύ μόνο εφόσον τροποποιηθεί, ή εάν αναθεωρηθούν οι Συνθήκες». Όπως ειπώθηκε, το ΔΕΕ με τη σχολιαζόμενη γνωμοδότησή του έκρινε ότι το σχέδιο περί προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ δεν είναι συμβατό με τις Συνθήκες. Ας δούμε γιατί.

Το ΔΕΕ φαίνεται να στηρίζει την απόφασή του στη σκέψη ότι η προσχώρηση, όπως έχει μέχρι στιγμής σχεδιαστεί, θα θέσει σε αμφισβήτηση την αυτονομία του δικαίου της ΕΕ, καθώς θα επιτρέψει εξωτερικό έλεγχο σε ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο παρατηρεί ανακολουθίες και διαβλέπει συγκρούσεις ως προς τη συνύπαρξη και συνεργασία ΕΣΔΑ και Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (στο εξής Χάρτης), ΕΔΔΑ και ΔΕΕ. Αναλυτικότερα:

1) Μια πρώτη ασυμβατότητα παρατηρείται μεταξύ των άρθρων 53 ΕΣΔΑ και 53 του Χάρτη. Η διατύπωση των άρθρων αυτών είναι αντίστοιχα η ακόλουθη:

«Άρθρo 53 ΕΣΔΑ – Πρoστασία τωv αvαγvωρισµέvωv δικαιωµάτωv τoυ αvθρώπoυ: Ουδεµία τωv διατάξεωv της παρoύσης Συµβάσεως δύvαται vα ερµηvευθεί ως περιoρίζoυσα ή αvαιρoύσα τα δικαιώµατα τoυ αvθρώπoυ και θεµελιώδεις ελευθερίας, τα oπoία τυχόv αvαγvωρίζovται συµφώvως πρoς τoυς vόµoυς oιoυδήπoτε τωv Συµβαλλoµέvωv Μερώv ή πρoς πάσαv άλληv Σύµβασιv, τηv  oπoίαv  ταύτα έχoυv υπoγράψει».

«Άρθρο 53 Χάρτη – Επίπεδο προστασίας: Καμία διάταξη του παρόντος Χάρτη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από το δίκαιο της Ένωσης, το διεθνές δίκαιο καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες είναι μέρη η Ένωση, ή όλα τα κράτη μέλη, και ιδίως από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και από τα Συντάγματα των κρατών μελών».

Στις παραπάνω διατάξεις το ΔΕΕ αποδίδει αντιφατικό και αντικρουόμενο περιεχόμενο. Από τη μια πλευρά, δηλ. η ΕΣΔΑ εισάγει minimum εναρμόνιση, επιτρέποντας στα συμβαλλόμενα μέρη της να θεσπίσουν αυστηρότερα στάνταρτ προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις επικράτειές τους, ενώ από την άλλη ο Χάρτης, όπως ερμηνεύτηκε στην απόφαση Melloni (EU:C:2013:107, σκέψη 60), απαγορεύει σε εθνικές ρυθμίσεις να διακυβεύσουν το επίπεδο προστασίας που αυτός προβλέπει και την υπεροχή, την ενότητα και την αποτελεσματικότητα του ενωσιακού δικαίου. Στο σχέδιο προσχώρησης δεν προβλέπεται κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορούν οι προβλέψεις αυτές να ισχύσουν παράλληλα εντός ΕΕ.

2) Περαιτέρω, με τη σχεδιαζόμενη προσχώρηση πρόκειται τόσο η ΕΕ, όπως και κάθε κράτος μέλος της, να γίνουν ισότιμα συμβαλλόμενα μέρη στην ΕΣΔΑ. Αυτό θα σημάνει ότι κάθε κράτος μέλος της ΕΕ θα έχει την υποχρέωση να ελέγχει την τήρηση της ΕΣΔΑ από οποιονδήποτε αντισυμβαλλόμενο, είτε πρόκειται για τρίτη χώρα εκτός ΕΕ, είτε για άλλο κράτος μέλος. Μια τέτοια προοπτική, όμως, έρχεται σε σύγκρουση με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, που ισχύει στο Κοινοτικό δίκαιο. Για τη ρύθμιση της εν λόγω σύγκρουσης το σχέδιο προσχώρησης δεν περιέχει πρόβλεψη.

3) Η διαδικασία προσφυγής στο ΕΔΔΑ κατά το Πρωτόκολλο 16 στην ΕΣΔΑ δίνει το δικαίωμα στα ανώτατα δικαστήρια των συμβαλλομένων κρατών να προσφύγουν στο ΕΔΔΑ για ερμηνεία των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ. Αν η τελευταία γίνει ενωσιακό δίκαιο μέσω της προσχώρησης, η παραπάνω προσφυγή μπορεί να υπερκεράσει το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΔΔΑ

Κατά ποίου μπορούν οι προσφυγές να στρέφονται;

Οι προσφυγές πρέπει να στρέφονται απαραίτητα κατά ενός ή περισσοτέρων Κρατών που έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση. Σε περίπτωση που η προσφυγή στρέφεται κατά τρίτου Κράτους ή ιδιώτη, τότε απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Πώς μπορεί κάποιος να προσφύγει στο Δικαστήριο;

Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει απευθείας ο ίδιος, χωρίς να απαιτείται η εκπροσώπηση από δικηγόρο στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Απαιτείται η αποστολή στο Δικαστήριο του εντύπου της προσφυγής επιμελώς συμπληρωμένου. Θα πρέπει να έχουν επισυναφθεί στο τελευταίο τα απαραίτητα σχετικά έγγραφα. Ωστόσο, η καταχώριση της προσφυγής δεν προεξοφλεί καθ’ εαυτήν το παραδεκτό ή βάσιμο της προσφυγής.

Το σύστημα της Σύμβασης προβλέπει μία απλοποιημένη διαδικασία προσφυγής στο Δικαστήριο, έτσι ώστε οιοσδήποτε να έχει τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό, ακόμα και εάν βρίσκεται σε ακριτική περιοχή ή δεν έχει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα. Αντανακλώντας την ίδια λογική, η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι δωρεάν.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε ατομική και διακρατική προσφυγή;

Η πλειονότητα των προσφυγών που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ατομικές και προέρχονται από ιδιώτες. Γίνεται λόγος για διακρατική προσφυγή, όταν ένα Κράτος μέλος προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά άλλου Κράτους μέλους.

Είναι απαραίτητη η εκπροσώπηση ενώπιον του Δικαστηρίου από δικηγόρο;

Η εκπροσώπηση από δικηγόρο δεν είναι απαραίτητη στην αρχή της διαδικασίας, και άρα ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει ο ίδιος, απευθείας. Παρά ταύτα, η εκπροσώπηση από δικηγόρο είναι απαραίτητη από τη στιγμή που η προσφυγή κοινοποιηθεί στο εγκαλούμενο Κράτος για να υποβάλει παρατηρήσεις. Δικαστική αρωγή μπορεί να χορηγηθεί στον προσφεύγοντα σε αυτό το στάδιο της δίκης, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο.

Δεν υφίσταται κατάλογος δικηγόρων, οι οποίοι μπορούν να παρασταθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάθε συνήγορος που έχει τη δυνατότητα άσκησης του επαγγέλματος σε ένα από τα Κράτη μέλη της Σύμβασης ή έχει λάβει σχετική άδεια από τον πρόεδρο Τμήματος μπορεί να εκπροσωπήσει προσφεύγοντα.

Ποια είναι τα στάδια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου;

Τα στάδια είναι βασικά δύο.

Η εξέταση του παραδεκτού και της ουσίας της προσφυγής. Μία προσφυγή μπορεί να ακολουθήσει διαφορετικές διαδρομές κατά την εξέτασή της από το Δικαστήριο.

Η μονομελής σύνθεση θα κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη, όπου αυτό είναι προφανές. Η απόφαση αυτή δεν επιδέχεται άσκηση ενδίκου μέσου.

Η τριμελής Επιτροπή θα αποφανθεί σχετικά με υπόθεση, η οποία εγείρει ζητήματα για τα οποία υφίσταται πάγια νομολογία.

Το Τμήμα θα κοινοποιήσει την υπόθεση στο εγκαλούμενο Κράτος για παρατηρήσεις. Σε αυτήν την περίπτωση θα γίνει ανταλλαγή παρατηρήσεων μεταξύ των μερών. Το Δικαστήριο αποφασίζει στη συνέχεια αν είναι απαραίτητη η διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας, κάτι που λαμβάνει χώρα σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεδομένου του υψηλού αριθμού των υπό κρίση υποθέσεων.

Τέλος, το Τμήμα εκδίδει απόφαση η οποία δεν καθίσταται οριστική παρά μόνο αφού εκπνεύσει η προθεσμία των τριών μηνών εντός της οποίας ο προσφεύγων ή η Κυβέρνηση μπορούν να ζητήσουν την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης για επανεξέταση. Εάν η παραπομπή γίνει δεκτή από το Συμβούλιο του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, η υπόθεση εξετάζεται εκ νέου, ενδεχομένως και με τη διενέργεια ακροαματικής διαδικασίας. Η υπόθεση που εκδίδει το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης είναι τελεσίδικη.

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις του παραδεκτού;

Οι προσφυγές πρέπει να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, ειδάλλως μπορεί να απορριφθούν ως απαράδεκτες από το Δικαστήριο, χωρίς καν αυτό να εξετάσει τις αιτιάσεις. Το Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί μιας προσφυγής μόνο αφού έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Αυτό σημαίνει ότι αυτός που παραπονείται για παραβίαση των δικαιωμάτων του οφείλει προηγουμένως να έχει φέρει την υπόθεσή του ενώπιον των δικαστηρίων της χώρας του έως τον ανώτατο βαθμό δικαιοδοσίας. Έτσι το Κράτος είναι σε θέση να επανορθώσει το ίδιο, σε εθνικό επίπεδο, την προβαλλόμενη παραβίαση. Οι προσφεύγοντες πρέπει να επικαλεσθούν ένα ή περισσότερα δικαιώματα που αναφέρονται στη Σύμβαση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει παράπονα σχετικά με παραβιάσεις άλλων δικαιωμάτων από αυτά που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση. Η υπόθεση πρέπει να εισαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την ημερομηνία της τελεσίδικης εσωτερικής απόφασης. Ο προσφεύγων πρέπει να είναι προσωπικά και άμεσα θύμα της παραβίασης και θα πρέπει να έχει υποστεί σημαντική βλάβη. Η προσφυγή πρέπει να απευθύνεται κατά ενός Κράτους μέλους της Σύμβασης και όχι κατά τρίτου Κράτους ή ιδιώτη.

Τι είναι η παρέμβαση τρίτου;

Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μπορεί να επιτρέψει σε πρόσωπο, διαφορετικό από τον προσφεύγοντα, ή σε Κράτος μέλος της Σύμβασης, διαφορετικό από αυτό κατά του οποίου στρέφεται η προσφυγή, να παρέμβει στη διαδικασία. Γίνεται σε αυτήν την περίπτωση λόγος για παρέμβαση τρίτου. Αυτό το πρόσωπο ή το Κράτος μπορεί να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις ή να λάβει μέρος στην ακροαματική διαδικασία.

Μπορεί το Δικαστήριο να διορίσει εμπειρογνώμονες ή να εξετάσει μάρτυρες;

Ναι. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε διερευνητικές αποστολές μεταβαίνοντας στα εγκαλούμενα Κράτη προκειμένου να εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά ορισμένων υποθέσεων.

Η αντιπροσωπεία του Δικαστηρίου μπορεί έτσι να εξετάσει μάρτυρες και να πραγματοποιήσει αυτοψία. Το Δικαστήριο μπορεί επίσης να διορίσει εμπειρογνώμονες, όπως στην περίπτωση που ζητεί από γιατρούς να εξετάσουν προσφεύγοντες, οι οποίοι τελούν υπό κράτηση.

Το Δικαστήριο πραγματοποιεί δημόσιες συνεδριάσεις;

Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου είναι γραπτή, αλλά το ίδιο μπορεί να αποφασίσει να διεξαχθεί και προφορική διαδικασία σε κάποιες υποθέσεις.

Η ακροαματική διαδικασία λαμβάνει χώρα στην έδρα του Δικαστηρίου, στο Στρασβούργο. Είναι δημόσια, εκτός αν ληφθεί απόφαση από τον πρόεδρο του επταμελούς Τμήματος ή από το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, ανάλογα με την περίπτωση, να γίνει κεκλεισμένων των θυρών.

Ο Τύπος και το κοινό μπορούν να παρακολουθήσουν αυτήν τη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιδείξουν στην υποδοχή την κάρτα τύπου ή την ταυτότητά τους.

Η ακροαματική διαδικασία βιντεοσκοπείται και αναμεταδίδεται στον ιστότοπο του Δικαστηρίου αυθημερόν, μετά τις 14:30 (τοπική ώρα).

Τι σημαίνουν οι προκαταρκτικές ενστάσεις;

Οι προκαταρκτικές ενστάσεις είναι τα επιχειρήματα που προβάλλει το εγκαλούμενο Κράτος για να αποτρέψει την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας.

Τι είναι ο φιλικός διακανονισμός;

Φιλικός διακανονισμός είναι η συμφωνία ανάμεσα στους διαδίκους που έχει σκοπό να θέσει τέλος στην προσφυγή. Ο προσφεύγων και το εγκαλούμενο Κράτος συμφωνούν να θέσουν τέρμα στην αντιδικία και τις περισσότερες φορές αυτό μεταφράζεται με την καταβολή ενός χρηματικού ποσού στον προσφεύγοντα. Το Δικαστήριο διαγράφει την υπόθεση από το πινάκιο, αφού πρώτα εξετάσει τους όρους του φιλικού διακανονισμού και θεωρήσει ότι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν δικαιολογεί τη διατήρηση της προσφυγής.

Το Δικαστήριο παρακινεί τους διαδίκους να καταλήξουν σε φιλικό διακανονισμό. Εάν δεν καταλήξουν σε συμφωνία, προχωρεί στην εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας.

Το Δικαστήριο μπορεί να υποδείξει προσωρινά μέτρα;

Όταν επιλαμβάνεται υπόθεσης, το Δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από ένα Κράτος να λάβει προσωρινά μέτρα έως ότου αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης. Τις περισσότερες φορές ζητεί από το Κράτος να μην απελάσει κάποιον σε κράτος όπου θα μπορούσε να καταδικαστεί σε θάνατο ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια.

Οι διασκέψεις είναι δημόσιες;

Όχι, οι διασκέψεις του Δικαστηρίου γίνονται πάντα κεκλεισμένων των θυρών.

Έχει συμβεί τα Κράτη να αρνηθούν να συνεργαστούν με το Δικαστήριο;

Συμβαίνει ενίοτε τα Κράτη να παραλείπουν ή ακόμη και να αρνούνται να υποβάλουν στο Δικαστήριο τις πληροφορίες και τα έγγραφα που αυτό χρειάζεται για να κρίνει την υπόθεση.

Σε αυτή την περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει αυτά τα Κράτη για παραβίαση του άρθρου 38 (υποχρέωση να παρέχουν τις απαραίτητες διευκολύνσεις για την εξέταση μιας υπόθεσης) της Σύμβασης.

Πόσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου;

Δεν είναι δυνατόν να πούμε εκ των προτέρων πόσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο προσπαθεί να εξετάζει τις υποθέσεις μέσα σε διάστημα τριών ετών από την εισαγωγή τους, αλλά η εξέταση ορισμένων υποθέσεων απαιτεί κάποιες φορές περισσότερο χρόνο, όπως συμβαίνει επίσης και ορισμένες από αυτές να εξετάζονται ταχύτερα.

Η διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ποικίλει ανάλογα με την υπόθεση, με τον δικαστικό σχηματισμό στον οποίο θα ανατεθεί, με την επιμέλεια που επιδεικνύουν τα μέρη στο να παρέχουν πληροφορίες στο Δικαστήριο καθώς και με άλλους παράγοντες, π.χ. τη διενέργεια ακροαματικής διαδικασίας, την παραπομπή ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, κ.α.

Ορισμένες προσφυγές μπορούν να χαρακτηριστούν ως επείγουσες και να εξεταστούν κατά προτεραιότητα.

Μερικές προσφυγές μπορεί να καταχωρισθούν ως επείγουσες και να διεκπεραιωθούν με προτεραιότητα, ειδικά σε υποθέσεις όπου ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο φυσικής βλάβης.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ απόφασης επί του παραδεκτού και απόφασης επί της ουσίας;

Απόφαση επί του παραδεκτού λαμβάνεται συνήθως από ένα δικαστή, Επιτροπή ή Τμήμα του Δικαστηρίου. Αφορά μόνο ζητήματα επί του παραδεκτού και όχι σχετικά με την ουσία της υπόθεσης. Κανονικά, το Τμήμα εξετάζει το παραδεκτό και την ουσία μιας προσφυγής ταυτόχρονα, και μετά δημοσιεύει την απόφαση επί της ουσίας.

Τα Κράτη μέλη δεσμεύονται από καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον τους;

Αποφάσεις επί της ουσίας που βρίσκουν παραβιάσεις δεσμεύουν τα Κράτη μέλη και είναι υποχρεωμένα να τις εκτελούν. Η Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης επιβλέπει την εκτέλεση των αποφάσεων επί της ουσίας, ιδιαίτερα για να διασφαλίζει την καταβολή ποσών που επιδικάσθηκαν στους προσφεύγοντες ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν.

Μπορούν οι αποφάσεις να εφεσιβληθούν;

Αποφάσεις επί του παραδεκτού, όπως και αποφάσεις επί τις ουσίας που εκδίδονται από Επιτροπές ή το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, είναι τελεσίδικες και δεν μπορούν να εφεσιβληθούν.

Ωστόσο, εντός τρίμηνης προθεσμίας από την έκδοση απόφασης του Τμήματος, οι διάδικοι μπορούν να ζητήσουν την παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης για επανεξέταση. Αιτήματα παραπομπής ενώπιον του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης εξετάζονται από Συμβούλιο πέντε δικαστών, το οποίο αποφασίζει αν πρέπει ή όχι να παραπεμφθεί.

Πώς εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου;

Όταν το Δικαστήριο εκδίδει απόφαση με την οποία κρίνεται ότι υπήρξε παραβίαση, διαβιβάζει το φάκελο στην Επιτροπή των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο συνεργάζεται με το εμπλεκόμενο κράτος και το τμήμα που είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των αποφάσεων για να αποφασίσει με ποιον τρόπο η απόφαση πρέπει να εκτελεστεί και πώς θα αποφευχθούν ομοειδείς παραβιάσεις της Σύμβασης στο μέλλον.

Αυτό θα οδηγήσει σε γενικά μέτρα, ειδικότερα, νομοθετικές τροποποιήσεις, και εξατομικευμένα μέτρα όπου αυτά κρίνονται αναγκαία.

Ποιες είναι οι συνέπειες μιας απόφασης που διαπιστώνει ότι υπήρξε παραβίαση;

Σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης, το εγκαλούμενο Κράτος πρέπει επιμελώς να διασφαλίσει ότι τέτοιες παραβιάσεις δε θα συντελεσθούν ξανά στο μέλλον, ειδάλλως εκτίθεται σε νέες καταδικαστικές αποφάσεις από το Δικαστήριο.

Σε ορισμένες υποθέσεις το Κράτος θα υποχρεωθεί να τροποποιήσει το νομοθετικό του πλαίσιο ώστε να αυτό να εναρμονίζεται με τη Σύμβαση.

Τι είναι η δίκαιη ικανοποίηση;

Εάν το Δικαστήριο καταδικάσει Κράτος μέλος και διαπιστώσει ότι ο προσφεύγων έχει υποστεί ζημία, κατά κανόνα επιδικάζει στον προσφεύγοντα δίκαιη ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ως αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστη.

Η Επιτροπή των Υπουργών διασφαλίζει ότι η επιδικασθείσα αποζημίωση θα καταβληθεί στον προσφεύγοντα.

Τι είναι η πιλοτική υπόθεση;

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, το Δικαστήριο έχει αναπτύξει μια νέα διαδικασία ώστε να αντιμετωπισθεί η μαζική εισροή προσφυγών που αφορούν παρόμοια προβλήματα, γνωστά επίσης και ως «συστημικά προβλήματα» – δηλαδή αυτά που ανακύπτουν λόγω της ασυμβατότητας του εσωτερικού δικαίου προς την Σύμβαση.

Το Δικαστήριο ανέπτυξε προσφάτως αυτήν τη διαδικασία κατά την οποία εξετάζεται μόνο μία ή ορισμένες από τις προαναφερθείσες προσφυγές και αναβάλλεται η εξέταση υπολοίπων ομοειδών προσφυγών. Αφού εκδώσει μία «πιλοτική» απόφαση, το Δικαστήριο καλεί το εμπλεκόμενο Κράτος να προσαρμόσει τη νομοθεσία του στις επιταγές της Σύμβασης και του υποδεικνύει γενικώς τα ληπτέα μέτρα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο χειρίζεται τις υπόλοιπες παρόμοιες υποθέσεις.

Τι είναι η χωριστή προσωπική γνώμη;

Οι δικαστές μπορούν να εκφράσουν την προσωπική τους γνώμη αναφορικά με μία υπόθεση στης οποίας την εκδίκαση έχουν συμμετάσχει. Η γνώμη επισυνάπτεται στην απόφαση.

Όταν οι δικαστές εξηγούν γιατί ψήφισαν σύμφωνα με την πλειοψηφία, πρόκειται για σύμφωνη γνώμη.

Αντιθέτως, όταν εξηγούν γιατί δεν συμφωνούν με τη γνώμη της πλειοψηφίας, τότε πρόκειται για μειοψηφούσα γνώμη.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΔΔΑ

ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ

1. Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 25145/05) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, από έναν υπήκοο του Κράτους αυτού, τον κύριο Εμμανουήλ Βασιλάκη («ο προσφεύγων»), ο οποίος προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 28 Ιουνίου 2005 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»).

2. Ο προσφεύγων εκπροσωπείται από τον κ. Σ. Τσακυράκη, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, κύριο Σ. Σπυρόπουλο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τον κύριο Ι. Μπακόπουλο, δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

3. Ο προσφεύγων επικαλέστηκε ειδικότερα την προσβολή του δικαιώματός του για πρόσβαση σε δικαστήριο και εκείνου για προστασία της ελευθερίας έκφρασής του.

4. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2006, το Δικαστήριο αποφάσισε να κοινοποιήσει την προσφυγή στην Κυβέρνηση. Επικαλούμενο το άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης, αποφάσισε να αποφανθεί ταυτόχρονα επί του παραδεκτού και επί της ουσίας της υπόθεσης.

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

Α. Η γένεση της υπόθεσης

 

5. Δημοσιογράφος το επάγγελμα, ο προσφεύγων δημοσίευσε το 1999 μία σειρά από άρθρα πολιτικού περιεχομένου που επέκριναν τα μέλη του «Δικτύου 21», ενός σωματείου πολιτικού χαρακτήρα, ορισμένα μέλη του οποίου είχαν συνδράμει, τον Φεβρουάριο του 1999, τον κ. Αμπντουλάχ Οτσαλάν, τούρκο υπήκοο και πρώην ηγέτη του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν («ΡΚΚ»). Ενώ οι τουρκικές αρχές τον καταζητούσαν για τρομοκρατικές πράξεις, ο κ. Οτσαλάν μετέβη στην Ελλάδα, τον Φεβρουάριο 1999, με την συνδρομή ελλήνων υπηκόων. Προηγουμένως, η Ελληνική Κυβέρνηση είχε δηλώσει ότι η είσοδος του κ. Οτσαλάν στο ελληνικό έδαφος θα ήταν ιδιαίτερα ανεπιθύμητη για τον λόγο ότι θα προκαλούσε επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι συνθήκες υπό τις οποίες ο κ. Οτσαλάν εισήλθε και διέμεινε στην Ελλάδα, η μεταγενέστερη σύλληψή του στην Κένυα και η μεταφορά του στην Τουρκία προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ελληνικών μέσων ενημέρωσης.

6. Μετά την δημοσίευση των άρθρων αυτών, πολλά μέλη του «Δικτύου 21», ενεργούντα ατομικώς, κατέθεσαν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγές αποζημίωσης για δυσφήμηση και εξύβριση στρεφόμενες κατά του προσφεύγοντος. Το οικονομικό αντικείμενο των αγωγών αυτών υπερέβαινε τα δύο δισεκατομμύρια δραχμές (έξι εκατομμύρια ευρώ περίπου). Ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] και ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης], δικηγόροι και μέλη του «Δικτύου 21», κατέθεσαν πολλές αγωγές κατά του προσφεύγοντος, είτε ατομικά είτε ως εκπρόσωποι άλλων μελών του σωματείου αυτού.

7. Στις 12 Ιουλίου 1999, στην διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου, ο δημοσιογράφος Ρ.Σ. [Ριχάρδος Σωμερίτης] ανακοίνωσε μία δήλωση υπογεγραμμένη από «εκατόν είκοσι προσωπικότητες του δημοσίου βίου, από τον ακαδημαϊκό, τον πνευματικό και τον δημοσιογραφικό χώρο», με την οποία εκδηλωνόταν η υποστήριξή τους προς τον προσφεύγοντα. Η δήλωση αυτή βεβαίωνε ότι η κλιμάκωση των αγωγών κατά του προσφεύγοντος στόχευε στην πραγματικότητα να εξασθενίσει την ελευθερία του Τύπου και να τρομοκρατήσει τους δημοσιογράφους. Τον Σεπτέμβριο 1999, ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] κοινοποίησε εξώδικες διαμαρτυρίες σε ορισμένα από τα εκατόν είκοσι άτομα που είχαν προσφέρει την υποστήριξή τους στον προσφεύγοντα, καλώντας τους να δηλώσουν δημοσίως αν συντάσσονταν με τις απόψεις που εκφράστηκαν από τον δημοσιογράφο Ρ.Σ. [Ριχάρδο Σωμερίτη] στην συνέντευξη τύπου και να δημοσιεύσουν μία ανακοίνωση στον τύπο για να επανορθώσουν την προσβολή της προσωπικότητάς τους.

8. Τον Νοέμβριο 1999, ο προσφεύγων απηύθυνε μία επιστολή στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας. Με αυτήν, παραπονέθηκε για την συμπεριφορά του Δ.Κ. [Διονύσιου Καραχάλιου] και του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη], την οποία χαρακτήρισε «αντίθετη προς τον κώδικα δεοντολογίας των δικηγόρων». Ισχυρίστηκε ειδικότερα ότι η σώρευση αγωγών σε βάρος του από τα μέλη του «Δικτύου 21» στόχευε, στην ουσία, στην οικονομική και επαγγελματική εξόντωσή του. Επίσης, βεβαίωνε ότι ο Δ.Κ. και ο Φ.Κ. είχαν κοινοποιήσει πολλές εξώδικες διαμαρτυρίες σε προσωπικότητες της πολιτικής ή του πνεύματος που είχαν εκφράσει εν τω μεταξύ την υποστήριξή τους στο πρόσωπό του. Τέλος, ο προσφεύγων ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά του Δ.Κ. [Διονύσιου Καραχάλιου] και του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη] συνιστούσε κατάχρηση δικαιώματος που είχε συνέπειες στην ελευθερία του τύπου και της δικαιοσύνης. Ο προσφεύγων ζητούσε από τον πρόεδρο των δικηγόρων της Αθήνας να παρέμβει και να ενεργήσει τα νόμιμα μέσα στα πλαίσια της δεοντολογίας του Δικηγορικού Συλλόγου.

Β. Η επίδικη δικαστική διαδικασία

9. Στις 8 Μαΐου 2000, ο Δ.Κ. [Διονύσιος Καραχάλιος] προσέφυγε εκ νέου στα πολιτικά δικαστήρια με μία αγωγή αποζημίωσης για δυσφήμηση στρεφόμενη κατά του προσφεύγοντος. Ζητούσε ένα ποσό 8 εκατομμυρίων δραχμών (23.500 ευρώ περίπου) για ηθική βλάβη. Υποστήριζε ότι «οι επίδικες εκφράσεις τον μείωναν και προσέβαλαν, με πρωτοφανή βιαιότητα, την επαγγελματική και πολιτική υπόστασή του».

10. Στις 29 Οκτωβρίου 2001, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή του Δ.Κ. (απόφαση αριθ. 5074/2001).

11. Στις 4 Φεβρουαρίου 2002, ο προσφεύγων άσκησε έφεση. Στις 5 Δεκεμβρίου 2002, το Εφετείο Αθηνών επικύρωσε την προσβληθείσα απόφαση. Το σκεπτικό του είχε ως εξής:

«Ο εναγόμενος χρησιμοποιεί στην επιστολή [που απηύθυνε στον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας] εκφράσεις όπως “ζητώ την παρέμβασή σας για να υπομνησθεί [στον Διονύσιο Καραχάλιο και τον Φαήλο Κρανιδιώτη] ο ρόλος τους ως δικηγόρων (…), για να τεθεί ένα τέλος στην τρομοκρατία που ασκούν στους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης καταχρώμενοι της εξουσίας τους (…), οι κύριοι αυτοί απάντησαν καταθέτοντας δεκάδες καταχρηστικές, αβάσιμες και περιέχουσες παράλογα επιχειρήματα αγωγές (…). [Ο Δ.Κ, και ο Φ.Κ.] διαστρεβλώνουν τα κείμενα των δημοσιογράφων (…) διότι εγκαινιάζουν μία νέα πρακτική φίμωσης και κατάργησης της ελευθερίας της έκφρασης (…) που στοχεύει να τρομοκρατήσει και να εκμηδενίσει τα άτομα που αντιτίθενται στις ιδέες τους (…), θεωρούν ότι όλοι εκείνοι που επικρίνουν τις πολιτικές πράξεις και τους στόχους τους είναι εχθροί της πατρίδας και του έθνους και ότι πρέπει να φιμωθούν και να εξουδετερωθούν (…), κάνουν κατάχρηση της ιδιότητάς τους [του δικηγόρου] με απίστευτο φανατισμό, ο οποίος καταντά ιδεοληψία (…), κοινοποίησαν εξωφρενικές εξώδικες διαμαρτυρίες σε 120 προσωπικότητες αξιώνοντας από αυτές “δηλώσεις μετανοίας” σε ό,τι αφορά την υποστήριξή τους στον Μ. Βασιλάκη (…), όλα αυτά είναι εξωφρενικά, όπως και η θέλησή τους να εξοντώσουν μέσω αυτής της πρωτότυπης μεθόδευσης (…), [ο Δ.Κ. και ο Φ.Κ.] οργάνωσαν την εξόντωση προς παραδειγματισμό δημοσιογράφων-θυμάτων μέσω αυτής της καταχρηστικής διαδικασίας (…), κάνοντας κατάχρηση της ιδιότητάς τους ως δικηγόροι και της δυνατότητας να προσφύγουν στα δικαστήρια χωρίς έξοδα, εξαπολύουν αυτό το ανθρωποκυνηγητό (…)».

[Όλες οι εκφράσεις αυτές] συνιστούν σαρκασμούς και, σε κάθε περίπτωση, αμφισβητούν την επαγγελματική δραστηριότητα και την εντιμότητα του ενάγοντος, είναι υβριστικές και δυσφημιστικές και προσβάλλουν παρανόμως την τιμή και την υπόληψη του ενδιαφερομένου (…).·Ο εναγόμενος είχε σκοπό να ενεργοποιήσει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά του προσφεύγοντος ενώπιον του αρμοδίου συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και στόχευε, μέσω των πιο πάνω εκφράσεων, να τον καταστήσει ύποπτο παράβασης των καθηκόντων του κατά την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του. (…) Αν ο εναγόμενος πίστευε ότι ο ενάγων ασκούσε το επάγγελμά του κατά τρόπο αξιόμεμπτο, του αρκούσε, προκειμένου να εκπληρώσει τον σκοπό του, να συντάξει την διαμαρτυρία του εκμεταλλευόμενος διαφορετικά τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.»

12. Δυνάμει των άρθρων 57 και 914 του Αστικού Κώδικα σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 και 362 του Ποινικού Κώδικα, το Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον προσφεύγοντα να καταβάλει στον Δ.Κ. το ποσό των 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη (απόφαση αριθμός 9537/2002).

13. Στις 19 Ιουλίου 2002, ο προσφεύγων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, προβάλλοντας δύο λόγους. Αφενός, ισχυρίστηκε ότι το Εφετείο δεν είχε ερμηνεύσει ορθά το άρθρο 14 του Συντάγματος, το άρθρο 10 της Σύμβασης και τα άρθρα 361 και 362 του Ποινικού Κώδικα. Αφετέρου, ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του Εφετείου δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Ανέφερε τις εκφράσεις που είχαν κριθεί δυσφημιστικές από το Εφετείο και τους λόγους στην βάση των οποίων αυτό είχε απορρίψει την προσφυγή του.

14. Στις 7 Φεβρουαρίου 2005, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως, κρίνοντας απαράδεκτους τους δύο λόγους που προέβαλε ο προσφεύγων, για τον λόγο ότι αυτός δεν είχε διευκρινίσει τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία είχε στηριχθεί το Εφετείο για να απορρίψει την έφεσή του. Το σκεπτικό του είχε ειδικότερα ως εξής:

«Δυνάμει των άρθρων 118 § 4, 566 § 1, 577 § 3 και 578 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όταν η αγωγή κρίθηκε βάσιμη ή αβάσιμη, δεν αρκεί να εκθέσει ο αναιρεσείων μέσα στην αίτηση αναιρέσεώς του την δική του εκδοχή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, τις διατάξεις των οποίων επικαλείται την παραβίαση, την ερμηνεία που τους δίνει αυτός και το αμφισβητούμενο από τον ίδιο συμπέρασμα του κατωτέρου δικαστηρίου. Αυτός πρέπει κυρίως να εκθέσει, κατά τρόπο πλήρη και σαφή, αυτό που το τελευταίο δέχθηκε στην ουσία, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία αυτό στήριξε το συμπέρασμά του ως προς την ουσία της υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, το βάσιμο των λόγων αναιρέσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί, στο μέτρο που αυτά δεν προκύπτουν από το περιεχόμενο της αιτήσεως αναιρέσεως (…). [Εν προκειμένω] ο αναιρεσείων εκθέτει (…) κατά τρόπο αποσπασματικό την εκτίμηση του Εφετείου σε ό,τι αφορά την επιστολή [την απευθυνθείσα στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας] [και] τα τελικά συμπεράσματα του δικαστηρίου αυτού. Αντιθέτως, δεν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε επί της ουσίας το Εφετείο προκειμένου να θεμελιώσει την απόφασή του» (απόφαση αριθμός 225/2005).

Π. ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

15. Το άρθρο 14 του Συντάγματος ορίζει:

«1. Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους.

(…)»

16. Τα εφαρμοστέα άρθρα του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζουν:

Άρθρο 118

«Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: (…) 4) το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο (…)»

Άρθρο 566 § l

«Το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120, να αναφέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους της αναίρεσης, αίτηση για την αναίρεση, ολική ή εν μέρει της προσβαλλόμενης απόφασης και αίτηση για την ουσία της υπόθεσης.»

Άρθρο 577 § 3

«Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.»

Άρθρο 578

«Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση (…)»

17. Σύμφωνα με την νομολογία του Αρείου Πάγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να αναφέρει τον κανόνα δικαίου που φέρεται να έχει παραβιαστεί, να διευκρινίζει σε τι συνίσταται η επικαλούμενη νομική πλημμέλεια, δηλαδή πού βρίσκεται η παραβίαση που φέρεται να έχει διαπραχθεί κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή τού εν λόγω κανόνα, καθώς επίσης και να περιλαμβάνει την έκθεση των πραγματικών περιστατικών πάνω στα οποία στηρίχθηκε το Εφετείο για να απορρίψει την έφεση (Άρειος Πάγος αριθ. 372/2002 και 388/2002).

18. Οι εφαρμοστέες διατάξεις του Αστικού Κώδικα ορίζουν:

Άρθρο 57

«Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή κα να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Αν η προσβολή αναφέρεται στην προσωπικότητα προσώπου που έχει πεθάνει, το δικαίωμα αυτό έχουν ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη.

Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.»

Άρθρο 914

«Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.»

19. Τα εφαρμοστέα άρθρα του Ποινικού Κώδικα ορίζουν:

Άρθρο 361

Εξύβριση

«1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης

(…)»

Άρθρο 362

Δυσφήμηση

«Όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Η χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί και μαζί με την ποινή της φυλάκισης.»

Άρθρο 367

«1. Δεν αποτελούν άδικη πράξη: α) οι δυσμενείς κρίσεις για επιστημονικές, καλλιτεχνικές ή επαγγελματικές εργασίες (…) γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον (…)».

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

20. Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η απόρριψη της αίτησης αναιρέσεώς του παραβίασε το δικαίωμα πρόσβασής του σε δικαστήριο, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης. Τα εφαρμοστέα αποσπάσματα της διάταξης αυτής έχουν ως εξής:

«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (…) εντός λογικής προθεσμίας υπό (…) δικαστηρίου (…), το οποίον θα αποφασίση (…) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (…)»

Α. Επί του παραδεκτού

21. Κρίνοντας ότι η αιτίαση του προσφεύγοντος δεν είναι προδήλως αβάσιμη με την έννοια του άρθρου 35 § 3 της Σύμβασης και ότι δεν προσκρούει σε κανέναν άλλο λόγο απαράδεκτο, το Δικαστήριο την κρίνει παραδεκτή.

Β. Επί της ουσίας

Ι. Επιχειρηματολογία των διαδίκων

22. Η Κυβέρνηση εκθέτει ότι ο Άρειος Πάγος δεν λειτουργεί ως τρίτος βαθμός δικαιοδοσίας. Η αποστολή του δεν συνίσταται στην επανεξέταση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, αλλά να κρίνει την νομιμότητα της προσβληθείσας απόφασης. Η Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, στην παρούσα υπόθεση, ο Άρειος Πάγος απλώς εφάρμοσε την πάγια νομολογία του σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας αίτησης αναίρεσης. Ειδικότερα, σύμφωνα με την νομολογία αυτή, όταν η έφεση απορρίπτεται ως αβάσιμη από το κατώτερο δικαστήριο μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, το ανώτατο δικαστήριο απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο να παραθέσει στην αίτηση αναίρεσής του τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά έγιναν δεκτά από το κατώτερο δικαστήριο. Για την Κυβέρνηση, η παράθεση αυτή είναι απαραίτητη για να επιτρέψει στον Άρειο Πάγο να ασκήσει τον έλεγχό του στην γενόμενη από το κατώτερο δικαστήριο ερμηνεία του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Η Κυβέρνηση κρίνει εύλογη την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να εκθέσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά έγιναν δεκτά από το Εφετείο μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος θα είχε την υποχρέωση να αναζητήσει ο ίδιος τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης που οδήγησαν το Εφετείο στην επίδικη ερμηνεία του εθνικού δικαίου.

23. Ο προσφεύγων απαντά ότι πράγματι παρέθεσε στην αίτηση αναίρεσής του τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία το Εφετείο είχε στηρίξει την κρίση του. Γι’ αυτόν, ούτε ο Άρειος Πάγος ούτε η Κυβέρνηση διευκρίνισαν τα σημεία εκείνα από τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης που δεν ήταν επαρκώς πλήρη και σαφή. Αυτός υποστηρίζει ότι με τον τρόπο αυτό έμεινε στην αβεβαιότητα ως προς τους λόγους για τους οποίους η αίτηση αναίρεσής του είχε κριθεί αόριστη. Προσθέτει ότι η συμπεριφορά του ανωτάτου δικαστηρίου που συνίσταται στην απόρριψη των λόγων εξαιτίας της έλλειψης σαφήνειάς τους έχει ήδη πολλές φορές αποτελέσει αντικείμενο κυρώσεων εκ μέρους του Δικαστηρίου [Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου]. Αναφέρει προς τον σκοπό αυτό τις αποφάσεις Λιακοπούλου κατά Ελλάδας, αριθ. 20627/04, 24 Μαΐου 2006, Ευσταθίου και λοιποί κατά Ελλάδας, αριθ. 36998/02, 27 Ιουλίου 2006, και Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας, αριθ. 77574/01, 14 Δεκεμβρίου 2006. Εκτιμά ότι η απόρριψη ως απαράδεκτης της αίτησης αναίρεσής του δεν είναι μία μεμονωμένη περίπτωση, αλλά εντάσσεται σε μία γενικότερη πρακτική του Αρείου Πάγου που συνίσταται στην κήρυξη των αιτήσεων αναίρεσης ως απαραδέκτων προκειμένου να αποφευχθεί η επί της ουσίας εξέταση των υποθέσεων.

2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου

α) Γενικές αρχές

24. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει την πάγια νομολογία του σύμφωνα με την οποία δεν έχει ως αποστολή του να υποκαθιστά τα εθνικά δικαστήρια. Η ευθύνη της ερμηνείας της εθνικής νομοθεσίας ανήκει καταρχήν στις εθνικές αρχές και ειδικότερα στα δικαστήρια (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Garcia Manibardo, αριθ. 38695/97, § 36, CEDH 2000-ΙΙ). Εξάλλου, το «δικαίωμα σε δικαστήριο», του οποίου το δικαίωμα πρόσβασης συνιστά μία ιδιαίτερη πλευρά, δεν είναι απόλυτο και προσφέρεται σε περιορισμούς, οι οποίοι γίνονται σιωπηρά δεκτοί, ειδικότερα ως προς τους όρους του παραδεκτού μιας προσφυγής, διότι απαιτεί από την ίδια την φύση του μία ρύθμιση από το Κράτος, το οποίο απολαμβάνει ως προς τούτο μιας συγκεκριμένης διακριτικής ευχέρειας. Εν τούτοις, οι περιορισμοί αυτοί δεν θα μπορούσαν να περιορίσουν την ανοικτή πρόσβαση ενός διοικούμενου κατά τρόπο ή σε βαθμό ώστε το δικαίωμά του σε δικαστήριο να θιγεί στην ίδια την ουσία του. Τέλος, δεν συμβιβάζονται με το άρθρο 6 § 1, παρά μόνον αν τείνουν προς θεμιτό σκοπό και αν υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Edificaciones MarchGallego S.A. κατά Ισπανίας, απόφαση της 19 Φεβρουαρίου 1998, Recueil des arrêtset décisions 1998-I, σελ. 290, § 34). Πράγματι, το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο θίγεται όταν η ρύθμισή του παύει να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεί ένα είδος φραγμού που εμποδίζει την επί της ουσίας εξέταση της υπόθεσης του διοικούμενου από το αρμόδιο δικαστήριο.

25. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει εξάλλου ότι το άρθρο 6 της Σύμβασης δεν υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα Κράτη να θεσπίσουν εφετεία ή ακυρωτικά δικαστήρια (βλέπε, ειδικότερα, Delcourt κατά Βελγίου, απόφαση της 17 Ιανουαρίου 1970, sérieA no. 11, σελ. 13-15, §§ 25-26). Εν τούτοις, αν υπάρχουν τέτοια δικαστήρια, οι εγγυήσεις του άρθρου 6 πρέπει να τηρούνται, ειδικότερα ως προς την εξασφάλιση στους διαδίκους ενός πραγματικού δικαιώματος πρόσβασης στα δικαστήρια προκειμένου αυτά να αποφασίσουν επί των αμφισβητήσεων των σχετικών με τα «δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους αστικής φύσεως (βλέπε, μεταξύ άλλων, Brualla Gόmez de la Torre κατά Ισπανίας της 19 Δεκεμβρίου 1997, Recueil desarrêts et decisions 1997-VIII, σελ. 2956, § 37). Εξάλλου, η συμβατότητα των περιορισμών που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο προς το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο αναγνωρίζεται από το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της επίδικης διαδικασίας και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της δίκης που διεξήχθη μέσα στην εθνική έννομη τάξη και ο ρόλος που έπαιξε σε αυτήν το ανώτατο δικαστήριο, αφού οι προϋποθέσεις του παραδεκτού μιας αίτησης αναίρεσης μπορούν να είναι πιο αυστηρές από εκείνες μιας έφεσης (Khalfaoui κατά Γαλλίας, αριθ. 34791/97, CEDH 1999-ΙΧ).

26. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει τέλος ότι η ρύθμιση του τύπου της άσκησης μιας προσφυγής στοχεύει στην εξασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και του σεβασμού, ιδιαίτερα, της αρχής της ασφαλείας του δικαίου. Εν τούτοις, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να μπορούν να αναμένουν ότι οι κανόνες αυτοί θα εφαρμοστούν (Miragall Escolano και λοιποί κατά Ισπανίας, αριθ. 38366/97, 38688/97, 40777/98, 40843/98, 41015/98, 41400/98, 41446/98, 41484/98, 41487/98 και 41509/98, § 33, CEDH 2000-I).

27. Εν τούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει πολλές φορές ότι η εφαρμογή εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων συγκεκριμένου τύπου που πρέπει να τηρείται για την άσκηση μιας προσφυγής μπορεί να παραβιάσει το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει όταν η υπερβολικά τυπολατρική ερμηνεία της συνήθους νομιμότητας εκ μέρους ενός δικαστηρίου εμποδίζει, τοις πράγμασιν, την επί της ουσίας εξέταση μιας προσφυγής ασκηθείσας από τον ενδιαφερόμενο (Beles κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, αριθ. 47273/99, § 69, CEDH 2002-ΙΧ, Zvolsky και Zvolska κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, αριθ. 46129/99, § 55, CEDH 2002-ΙΧ).

β) Εφαρμογή των πιο πάνω αναφερομένων αρχών στην παρούσα υπόθεση

28. Στην προκειμένη περίπτωση, η αποστολή του Δικαστηρίου συνίσταται στην εξέταση του κατά πόσο η αιτιολογία για την οποία ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντος στέρησε, τοις πράγμασιν, τον ενδιαφερόμενο από το δικαίωμά του να εξεταστεί η υπόθεσή του στην ουσία. Για να το πράξει, το Δικαστήριο θα επικεντρωθεί στην αναλογικότητα του επιβαλλόμενου περιορισμού σε σχέση με τις απαιτήσεις της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

29. Καταρχήν, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο κανόνας που εφαρμόζεται από τον Άρειο Πάγο για να αποφανθεί επί του παραδεκτού των επιδίκων λόγων είναι μία κατασκευή της νομολογίας: δεν απορρέει από μία συγκεκριμένη δικονομική διάταξη, αλλά από τον συνδυασμό τεσσάρων άρθρων του κώδικα πολιτικής δικονομίας. Εν συντομία, το ανώτατο δικαστήριο ορίζει ως προς το σημείο αυτό μία προϋπόθεση του παραδεκτού αναφερόμενη στην σαφήνεια των λόγων αναίρεσης.

30. Επίσης, αυτός ο νομολογιακός κανόνας υπακούει, γενικά, στις απαιτήσεις της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Όταν ο αναιρεσείων παραπονείται κατά του Εφετείου για μία εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών σε σχέση με τον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου, φαίνεται εύλογο να ζητείται από αυτόν να εκθέσει μέσα στην αίτηση αναίρεσής του τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο. Ελλείψει αυτού, το ανώτατο δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να ασκήσει τον ακυρωτικό έλεγχό του έναντι της προσβληθείσας απόφασης, θα ήταν υποχρεωμένο να προβεί σε μία νέα παραδοχή των αρμοζόντων πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και να τα εκτιμήσει το ίδιο σε σχέση με τον κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε από το Εφετείο. Το ενδεχόμενο αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό, διότι θα ισοδυναμούσε με αξίωση από το ανώτατο δικαστήριο να διατυπώσει το ίδιο τους λόγους αναίρεσης που υποτίθεται ότι υποβάλλονται στην κρίση του. Συμπερασματικά, ο νομολογιακός κανόνας που εφαρμόστηκε εν προκειμένω συμβιβάζεται με την ιδιαιτερότητα του ρόλου του Αρείου Πάγου, ο έλεγχος του οποίου περιορίζεται στην τήρηση του νόμου (βλέπε, προς τούτο, Μπρέχος κατά Ελλάδας (déc.), αριθ. 7632/04, 11 Απριλίου 2006).

31. Δεν μπορεί εν τούτοις να υποστηριχθεί εν προκειμένω ότι η αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντος επιβάρυνε τον Άρειο Πάγο με την υποχρέωση να προβεί σε μία νέα παραδοχή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης. Το Δικαστήριο σημειώνει πράγματι ότι ο προσφεύγων είχε αναφέρει στην αίτηση αναίρεσής του όλες τις εκφράσεις που κρίθηκαν δυσφημιστικές από το κατώτερο δικαστήριο καθώς και τους λόγους στην βάση των οποίων αυτό είχε απορρίψει την έφεσή του. Ο Άρειος Πάγος είχε επομένως στην διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για να εξετάσει το βάσιμο της εν λόγω αίτησης αναίρεσης. Επιπλέον, η επίδικη απόφαση του Εφετείου είχε επισυναφθεί στην αίτηση αναίρεσης. Ο ανώτατος δικαστής ήταν έτσι σε θέση να εξετάσει ευχερώς το κείμενο της προσβληθείσας απόφασης και να επαληθεύσει την ακρίβεια των αναφερομένων στην αίτηση αναίρεσης πραγματικών περιστατικών.

Να προσεχθεί η σκέψη 32

32. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο εκτιμά ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως αυτά έγιναν δεκτά από το Εφετείο, είχαν αχθεί σε γνώση του Αρείου Πάγου. Η κήρυξη του απαραδέκτου των προβληθέντων λόγων αναίρεσης για τον λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν εξέθεσε μέσα στην αίτηση αναίρεσής του «τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν επί της ουσίας δεκτά από το Εφετείο για την θεμελίωση της κρίσης του» (πιο πάνω παράγραφος 14) συνιστά μία υπερβολικά τυπολατρική προσέγγιση, η οποία εν προκειμένω εμπόδισε τον προσφεύγοντα από το να τύχουν οι αιτιάσεις του μιας επί της ουσίας εξέτασης εκ μέρους του Αρείου Πάγου (βλέπε, προς τούτο, πιο πάνω αναφερόμενη Beles κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, § 69, και πιο πάνω αναφερόμενη Zvolsky και Zvolska κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, § 55).

33. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ως προς τούτο ότι ο Άρειος Πάγος δέχθηκε με την απόφασή του με αριθμό 225/2005 ότι ο προσφεύγων είχε εκθέσει κατά τρόπο αποσπασματικό την εκτίμηση του Εφετείου επί των εκφράσεων που περιέχονταν μέσα στην απευθυνθείσα στον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας επιστολή, καθώς και τα τελικά συμπεράσματα του δικαστηρίου αυτού, πριν να συμπεράνει, εν τούτοις, ότι έλειπαν τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία το Εφετείο είχε θεμελιώσει την απόφασή του. Όμως, ο Άρειος Πάγος δεν μνημόνευσε, έστω και συνοπτικά, αυτό που έλειπε από την αίτηση αναίρεσης και υποτίθεται ότι δεν περιλαμβάνονταν μεταξύ των εκτεθέντων κατά τρόπο «αποσπασματικό» πραγματικών περιστατικών. Έτσι μπορούμε εύλογα να θεωρήσουμε ότι ο προσφεύγων, ο οποίος μπορούσε εύλογα να έχει την πεποίθηση ότι είχε πληρώσει την προϋπόθεση του παραδεκτού που έχει καθιερωθεί από την νομολογία του Αρείου Πάγου, βυθίστηκε στην αβεβαιότητα ως προς τα στοιχεία που έλειπαν από την αίτηση αναίρεσής του.

34. Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, το Δικαστήριο εκτιμά ότι εν προκειμένω ο περιορισμός του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο που επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα δεν είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της εξασφάλισης της ασφαλείας του δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.

35. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο του προσφεύγοντος.

Ιωάννα ΚΟΥΦΑΚΗ κατά Ελλάδας

και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας

1. Η πρώτη προσφεύγουσα, η κ. Ιωάννα Κουφάκη, είναι Ελληνίδα υπήκοος, γεννηθείσα το 1967 και κατοικεί στην Αθήνα. Εκπροσωπείται ενώπιον του Δικαστηρίου από τους κ.I. Αδαμόπουλο, Β. Χειρδάρη και Α. Αργυρό, δικηγόρους Αθήνας. Η δεύτερη προσφεύγουσα είναι η Συνδικαλιστική Οργάνωση των Δημοσίων Υπαλλήλων (ΑΔΕΔΥ). Εκπροσωπείται ενώπιον του Δικαστηρίου από τους κ. Μ.-Μ. Τσίπρα και [αρχικό μικρού ονόματος] Μηλιαράκη, δικηγόρους Αθήνας.

A. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

2. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπωςεκτέθηκαν από τις προσφεύγουσες, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.

3. Η πρώτη προσφεύγουσα είναι δικηγόρος Αθηνών και από τις 2 Μαρτίου 2001, μέλος του επιστημονικού προσωπικού του Γραφείου του Συνηγόρου του Πολίτη της Δημοκρατίας. Από εκείνη την ημερομηνία, προσλήφθηκε με σύμβαση ιδιωτικούδικαίου για πέντε έτη αρχικά και κατόπιν ως αορίστου χρόνου.Ο μισθός της διέπεται από τους Νόμους 2477/1997 και 3205/2003 για τις «μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου».Στις 10 Απριλίου 2012, αποσπάστηκε στις κεντρικές υπηρεσίες του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, νομικούπροσώπου δημοσίου δικαίου.

4. Η δεύτερη προσφεύγουσα είναι μία συνδικαλιστική οργάνωση που εκπροσωπεί περισσότερες συνδικαλιστικέςοργανώσεις υπαλλήλων (μονίμων ή με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου) του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο κύριος σκοπός της είναι η προστασία των οικονομικών, κοινωνικών και επαγγελματικών συμφερόντων των υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων της συνταξιοδότησης.

5. Στις 15 Μαρτίου 2010, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης ο Ν. 3833/2010 με τίτλο «Προστασία της εθνικής οικονομίας – Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (σκέψεις 14 και επόμενες κατωτέρω). Ο νόμος αυτόςμείωσε κατά ένα ποσοστό που κυμαίνεται από 12% ως 30% τους μισθούς και τα επιδόματα εκείνων που εργάζονται στον δημόσιο τομέα -ανεξάρτητα από το είδος της σχέσης εργασίας τους-κατισχύοντας κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας (άρθρο 1). Επίσης, έθεσε νέο ανώτατο όριο για τους μισθούς και τιςπρόσθετες αμοιβές όλων των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα (άρθρο 2) και καθιέρωσε την εισοδηματική πολιτική της κυβέρνησης για το έτος 2010. Οι προαναφερθείσες μειώσεις έπρεπε να εφαρμοστούν αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου και την 1η Μαρτίου 2010.

6. Στις 3 Μαΐου 2010, ο Υπουργός Οικονομίας και ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, εκπροσωπώντας την Ελληνική Δημοκρατία, από τη μία πλευρά, και ο Επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την άλλη πλευρά, υπέγραψανκείμενο με τον τίτλο «MemorandumofUnderstanding» (Μνημόνιο Συνεννόησης) («Μνημόνιο»). Αυτό το κείμενο καθόριζε λεπτομερώς τα μέτρατριετούς προγράμματος [που θα λαμβάνονταν] από τις ελληνικές αρχές, μετά από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Επίσης, όριζε, μεταξύ άλλων, ότι «η εισοδηματική πολιτική και η πολιτική κοινωνικής προστασίας πρέπει να στηρίξουν την προσπάθεια για δημοσιονομική προσαρμογή και την επανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Η προσαρμογήτων εσόδων σε βιώσιμα επίπεδα είναι απαραίτητη για τη στήριξη της δημοσιονομικής αναδιάρθρωσης και τη μείωση του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω του μέσου όρου στηνευρωζώνη, καθώς και για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους και τιμών σε μόνιμη βάση». Τέλος, επεσήμανε περαιτέρω ότι:

«Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί για μια δίκαιη κατανομή του κόστους προσαρμογής. Η δέσμευση για την προστασία των πιο ευάλωτων από τις συνέπειες της οικονομικής ύφεσης λαμβάνεται υπόψη στο σχεδιασμό των πολιτικών προσαρμογής. Στην εξυγίανση των οικονομικών, μεγαλύτερη θα είναι η συνεισφορά από όσους δεν έχουν κατά παράδοση συμβάλλει με το μερίδιο που τους αναλογεί στη φορολογική επιβάρυνση. Όσον αφορά τη μείωση των μισθών και των συντάξεων στο δημόσιο τομέα, οι χαμηλόμισθοι έχουν προστατευτεί. [Σχετικά με τις] μειώσεις συντάξεων: η κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης αντισταθμίζεται για όσους λαμβάνουν λιγότερο από 2.500 ευρώ μηνιαίως, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου επιδόματος 800 ευρώ ετησίως. Η μείωση αυτή βαραίνει περισσότερο όσους λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις. Μειώσεις στους μισθούς: Η πληρωμή του 13ου και 14ου μισθού θα απαλειφθεί για όλους τους εργαζομένους. Για την προστασία των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων, για όσους λαμβάνουν λιγότερο από 3.000 ευρώ μηνιαίως, θα υιοθετηθεί ένα ενιαίο επίδομα 1.000 ευρώ ετησίως ανά εργαζόμενο, το οποίο θα χρηματοδοτείται μέσω μείωσης επιδομάτων για τους υψηλόμισθους».

7. Στις 6 Μαΐου 2010, δημοσιεύθηκε ο Ν. 3845/2010 με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», ο οποίος κατ’ ουσίαν επικύρωσε το Μνημόνιο Συνεννόησης ανάμεσα στην Ελλάδα και τακράτη-μέλη της Ευρωζώνης. Το άρθρο 3 του εν λόγω νόμου μείωσε περαιτέρω κατά 8% τους μισθούς των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 4, αύξησε το ποσοστό του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης.

8. Στις 8 και 10 Μαΐου 2010, ο Υπουργός Οικονομίας υπέγραψε δύο συμφωνίες με τίτλο «Σύμβαση Δανειακής Διευκόλυνσης μεταξύ αφενός κρατών-μελών της ευρωζώνης και της KfW (ως Δανειστών) και της Ελληνικής Δημοκρατίας (ως Δανειολήπτη) και της Τράπεζας της Ελλάδας (ωςαντιπροσώπου του Δανειολήπτη)» και «Διακανονισμός χρηματοδότησης αμέσου ετοιμότητας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο».

9. Σύμφωνα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, η πρώτη προσφεύγουσα, η οποίαελάμβανε ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές ύψους 3.339 Ευρώ (EUR) (που αντιστοιχεί σε 2.435,83 ευρώ καθαρέςαποδοχές), έλαβετο ειδικό της επίδομα μειωμένο κατά 20 % από την 1η Ιανουαρίου 2010, και το επίδοματου “Πάσχα” μειωμένο κατά 30% – αυτό το τελευταίο έχει στη συνέχεια καταργηθεί εντελώς, μαζί με το επίδομα των «Χριστουγέννων» και το επίδομααδείας. Ειδικότερα, οι ακαθάριστες αποδοχές της αποτελούνταν από ένα βασικό μισθό ύψους 2.311 ευρώ, το οικογενειακό επίδομα στο ποσό των 53 ευρώ, το επίδομα ανώτατης εκπαίδευσηςστο ποσό των 45 ευρώ και ένα ειδικό επίδομα στο ποσό των 752,93 ευρώ. Το τελευταίο αυτό επίδομα ορίστηκε την 1 Ιανουαρίου 2008 σε 930 ευρώ, αλλά μειώθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2010 κατά 12%, και έπειτα από την 1η Ιουνίου 2010 κατά 8% επιπλέον. Με την έναρξη ισχύος του ν. 3845/2010, τα επιδόματα για τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και την άδεια καταργήθηκαν, επειδή η συνολική αμοιβή της υπερβαίνει τα 3.000 ευρώ μηνιαίως (βλ. σκέψη 16 κατωτέρω).

10. Ο νόμος 3847/2010 μείωσε το ύψος των εν λόγωεπιδομάτων για τους συνταξιούχους του δημόσιουτομέα, ενώ τα κατάργησε πλήρως για όσους είναι κάτω των 60 ετών.

11. Στις 26 Ιουλίου 2010, μαζί με άλλους, οι προσφεύγουσες προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας: η πρώτη, με αίτηση ακύρωσης της μισθοδοσίας της, η δεύτερημε αίτηση ακύρωσης κατά των συνεπειών των ανωτέρω νόμων σε βάρος της οικονομικής κατάστασης των μελών της. Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι οι παραπάνω νόμοι ήταν αντίθετοι προς το Σύνταγμα και διάφορα διεθνήκείμενα, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 1ου του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

12. Στις 20 Φεβρουαρίου 2012, το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε Ολομέλεια, απέρριψε την αίτηση ακύρωσης (απόφαση με αριθμό 668/2012, δημοσιευμένη στις 2 Μαρτίου 2012). Το Δικαστήριο εξέφρασε γνώμη καιόσον αφοράτο σχετικό ισχυρισμό περί παραβίασης του άρθρου 1 ΠΠΠ:

«(…)με τους νόμους 3833 και 3845/2010 ελήφθησαν διάφορα μέτρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περικοπή αποδοχών των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα […] και [η περικοπή] συνταξιοδοτικών παροχών αφ’ ενός μεν για την άμεση αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από το νομοθέτη οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, η οποία, κατ’ αυτόν, είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της, και αφ’ ετέρου για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών με τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος[…]. Ειδικώς δε η λήψη των μέτρων του ν. 3845/2010, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περαιτέρω περικοπή αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, […] κρίθηκε αναγκαία από τον νομοθέτη εν όψει του ότι, κατά την εκτίμησή του, τα προγενεστέρως θεσπισθέντα με τις διατάξεις του ν. 3833/2010 μέτρα απεδείχθησαν ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της χώρας, με συνέπεια να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στον αποφασισθέντα από τα λοιπά, πλην της Ελλάδας, κράτη μέλη της Ευρωζώνης ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας […].

Η θεσπισθείσα με τους προαναφερόμενους νόμους περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προωθήσεως διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως. Δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ’ αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, εν όψει της καθιερουμένης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως υποχρεώσεως δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφαλίσεως της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσεώς τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημοσίων δαπανών.

[…] Τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται, κατ’ αρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ’ αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο. Συνεπώς, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι οι λόγοι, κατ’ επίκληση των οποίων επιχειρείται η περικοπή των αποδοχών και των επιδομάτων […] δεν αρκούν για τη δικαιολόγηση […] και ότι με τα μέτρα αυτά επιδιώκεται αποκλειστικώς η εξυπηρέτηση των ταμειακών συμφερόντων του Δημοσίου.

[…] Και τούτο διότι η περικοπή των αποδοχών των ανωτέρω εργαζομένων και των συνταξιοδοτικών παροχών αποβλέπει κυρίως, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, στον περιορισμό των δαπανών της γενικής κυβερνήσεως, ο οποίος θα συμβάλει στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας. Στις δαπάνες δε της γενικής κυβερνήσεως περιλαμβάνονται και οι δαπάνες των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως, ανεξαρτήτως του ότι οι οργανισμοί αυτοί αποτελούν αυτοτελή, σε σχέση με το νομικό πρόσωπο του κράτους, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με οικονομική αυτοτέλεια. Εν όψει δε του ότι η περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα αποβλέπει, κατά τα προεκτεθέντα, κυρίως στον ανωτέρω σκοπό, δεν ασκεί καμία επιρροή ως προς την προσφορότητα του μέτρου αυτού ή την ανάγκη λήψεώς του το αν η περικοπή των ανωτέρω αποδοχών μπορεί πράγματι να ασκήσει περαιτέρω επίδραση, όπως εκτιμά ο νομοθέτης, και στη διαμόρφωση των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, η οποία θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους παραγωγής των εγχωρίων προϊόντων και διόρθωση της τιμής των προϊόντων και υπηρεσιών και, κατά συνέπεια, σε χαμηλότερο πληθωρισμό, αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, ενδυνάμωση της απασχόλησης και, τελικώς, σε αύξηση του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος.

Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα, αβασίμως προβάλλεται ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να εξετάσει προ της λήψεως των συγκεκριμένων μέτρων, το ενδεχόμενο υιοθετήσεως εναλλακτικών λύσεων, ηπιότερων […]. Η αντιμετώπιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης της χώρας δεν στηρίζεται μόνον στην μείωση των δαπανών μισθοδοσίας των εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και των δαπανών των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, αλλά στη λήψη και άλλων μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών, η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται από το νομοθέτη ότι θα συμβάλει στην έξοδο της Χώρας από την κρίση και στη βελτίωση των δημοσιονομικών της μεγεθών, κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και στο μέλλον, δηλαδή μετά την πάροδο της τριετίας, στην οποία, κατ’ αρχήν αποβλέπει το περιλαμβανόμενο στο Μνημόνιο πρόγραμμα.

Ορισμένα από τα μέτρα αυτά θεσπίζονται με διατάξεις των ίδιων νόμων 3833 και 3845/2010 (αύξηση κρατικών εσόδων μέσω της αυξήσεως των συντελεστών του φόρου προστιθέμενης αξίας και ειδικών φόρων κατανάλωσης και της επιβολής εκτάκτων εισφορών), ενώ με άλλους νόμους θεσπίσθηκαν μέτρα για την αποκατάσταση της φορολογικής δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, για τη μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και του συστήματος συνταξιοδοτήσεως των υπαλλήλων του Δημοσίου, για την αναθεώρηση των διαδικασιών παρακολούθησης και ελέγχου της εξελίξεως των δημοσίων οικονομικών, […] για την απελευθέρωση ορισμένων κλειστών επαγγελμάτων και για την εξυγίανση δημοσίων επιχειρήσεων για την αναδιάρθρωση, την εξυγίανση και την ανάπτυξη του Σιδηροδρομικού Οργανισμού της Ελλάδας […].

Εξ άλλου, απορριπτέος τυγχάνει και ο προβαλλόμενος με ισχυρισμός ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν προσδόθηκε προσωρινός χαρακτήρας στα επίμαχα μέτρα. […] Με το σύνολο των μέτρων, που έχει λάβει ο νομοθέτης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα επίμαχα, επιδιώκεται όχι μόνον η αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, αλλά και η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, κατά τρόπο βιώσιμο.

Με τα επίμαχα μέτρα […] εξασφαλίζεται, κατ’ αρχήν, ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του συντρέχοντος εν προκειμένω γενικού συμφέροντος και την ανάγκη προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων και συνταξιούχων, εν όψει και του συγκεκριμένου ύψους των επερχομένων περικοπών, καθώς και του γεγονότος ότι προβλέπεται η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, έστω και σε μειωμένα εν σχέσει με το προϊσχύον δίκαιο ποσά, σε εργαζομένους και συνταξιούχους, των οποίων, αντιστοίχως, οι αποδοχές ή η σύνταξη δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.000 ή των 2.500 ευρώ […]. Εν όψει των ανωτέρω, οι επίμαχες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, ούτε στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας […].Περαιτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης, εφ’ όσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεων και δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η διαφοροποίηση αυτών αναλόγως με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες. Εξ άλλου, το γεγονός ότι ο νομοθέτης θέσπισε ως υποχρεωτική τη μείωση των επιδομάτων για όλους τους εργαζομένους και των συνταξιοδοτικών παροχών για όλους τους συνταξιούχους χωρίς να προβλέψει ευχέρεια της Διοικήσεως να κρίνει […], υπό τον έλεγχο στη συνέχεια των δικαστηρίων, αν θα εφαρμόσει ή όχι την θεσπισθείσα από το νομοθέτη ως γενικό μέτρο μείωση σε κάθε ατομική περίπτωση χωριστά – δεν αντίκειται σε κάποια συνταγματική ή άλλη διάταξη. Τούτο δε προεχόντως εν όψει του σκοπού που επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα, της αντιμετωπίσεως δηλαδή επείγουσας δημοσιονομικής ανάγκης (πρβλ. απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, Νο 8793/79, σκέψη 68). Επίσης, εν όψει του σκοπού, που επιδιώκεται με τα επίμαχα μέτρα, και της φύσεως των μέτρων αυτών, συνισταμένων, κατά τα προεκτεθέντα, σε περιορισμό και όχι στέρηση περιουσιακών δικαιωμάτων, δεν απαιτείτο η πρόβλεψη από το νομοθέτη για τον περιορισμό αυτό αποζημιώσεως (πρβλ., άλλωστε, αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α.: τέως Βασιλέας της Ελλάδας και λοιποί κατά Ελλάδας, της 23.11.2000, Νο 25701/94, σκέψη 89, Ιερές Μονές κατά Ελλάδας, της 9.12.1994, σκέψη 71, James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 21.2.1986, σκέψη 54). […]

Περαιτέρω, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβιάσεως του προστατεύοντος την ανθρώπινη αξία άρθρου 2 του Συντάγματος είναι απορριπτέος εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμος, διότι η συνταγματική αυτή διάταξη, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, δεν κατοχυρώνει δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών ή συντάξεως, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδυνεύσεως της αξιοπρεπούς διαβιώσεως […]. Οι αιτούντες, όμως, δεν προβάλλουν με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι οι επίμαχες περικοπές αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, εν όψει του ύψους τους, συνεπάγονται τέτοια διακινδύνευση είτε για τα μέλη των αιτούντων νομικών προσώπων είτε για τα συγκεκριμένα αιτούντα φυσικά πρόσωπα (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Budina κατά Ρωσίας, της 18.6.2009, Νο 45603/2003, Larioshina κατά Ρωσίας, της 23.4.2002, Νο 56869/00, Florin Huc κατά Ρουμανίας και Γερμανίας, της 1.12.2009, Νο 7269/05).

[…]»

13. Στις 28 Φεβρουαρίου 2012, μια νέα διοικητική απόφαση, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του νόμου 4024/2011 (συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015), μείωσε το μισθό της προσφεύγουσας κατά το ποσό των 700 ευρώ επιπλέον, έτσι ώστε οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές της να μειωθούν σε 1.885,79 ευρώ.

B. Σχετικό εθνικό δίκαιο και πρακτική

14. Το άρθρο 1 του Ν. 3833/2010 με τον τίτλο «Προστασία της εθνικής οικονομίας – Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» αφορούσε στη μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα. Στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος μειώθηκαν κατά ποσοστό 12%. Τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώθηκαν κατά ποσοστό 30%.

15. Το άρθρο 2 του νόμου προέβλεπε ότι τα προαναφερόμενα επιδόματα, οι αποζημιώσεις και οι αμοιβές δεν μπορούν να υπερβαίνουν αυτές των γενικών γραμματέων των υπουργείων.

16. Το άρθρο 3 του νόμου (εισοδηματική πολιτική έτους 2010) προέβλεπε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012, απαγορεύεται η συνομολόγηση ή χορήγηση, με οποιοδήποτε πρόσχημα, αυξήσεων στις κάθε είδους αποδοχές των παραπάνω υπαλλήλων. Εξαιρέθηκαν από την απαγόρευση αυτή οι αυξήσεις αποδοχών που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή τη μισθολογική ή υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων αυτών, που ήδη προβλέπονται από νόμο, οι κανονιστικές πράξεις, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι διαιτητικές αποφάσεις ή οι κανονισμοί εργασίας.

17. Η εισαγωγική έκθεση του νόμου αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:

«Το νομοσχέδιο που κατατίθεται στη Βουλή για να ψηφιστεί με τη διαδικασία του κατεπείγοντος αποτελεί τη συντονισμένη δράση της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει την αξιοπιστία της χώρας, έχει υπονομεύσει την προσπάθεια για την κάλυψη των δανειακών αναγκών της και απειλεί σοβαρά την εθνική οικονομία.

Η δεινή θέση των δημόσιων οικονομικών, λόγω του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους, που έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα στην ιστορία των δημόσιων οικονομικών της χώρας, σε συνδυασμό με τη χρηματοπιστωτική κρίση που έχει περιορίσει τη ρευστότητα στις διεθνείς αγορές, αλλά και το έλλειμμα αξιοπιστίας που εκθέτει τη χώρας μας σε κερδοσκοπικές επιθέσεις, καθιστούν αναγκαία τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων, με μείωση των δημοσίων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων.

[…]

Είναι ιστορική ευθύνη και εθνικό χρέος η αντιμετώπιση της κρίσης και η έξοδος από αυτή, ώστε η Χώρα να τεθεί σε τροχιά ανάπτυξης και ευημερίας.

Τα μέτρα που προτείνονται επιβάλλεται να ληφθούν από το Σύνταγμα. Το κράτος δικαιούται και, υπό τις παρούσες δυσμενείς συνθήκες, επιβάλλεται να αξιώσει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους τους για κοινωνική και εθνική αλληλεγγύη (άρθρο 25 παρ.4). Υποχρεούται να λάβει μέτρα για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος […]. Η πραγματικότητα της δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας την οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση μετά τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 έχει σε αδρές γραμμές ως εξής:

α) το δημοσιονομικό έλλειμμα ανέρχεται σε ύψος 12,7% του ΑΕΠ (30 δισ. ευρώ),

β) το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης υπερβαίνει το 120% του ΑΕΠ (περίπου 300 δισ. ευρώ), ενώ το χρέος της γενικής κυβέρνησης υπερβαίνει το 113% του ΑΕΠ (άνω των 270 δισ. ευρώ),

γ) οι ετήσιες δαπάνες για τόκους από 9 – 9,5 δισ. ευρώ που ήταν από το 2000 μέχρι το 2008 ξεπερνούν πλέον τα 12 δισ. ευρώ,

δ) οι πρωτογενείς δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκαν κατά τα τρία τελευταία χρόνια της προηγούμενης κυβέρνησης κατά 50% (20 δισ. ευρώ).

Η δεινή αυτή δημοσιονομική κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα, με σημαντικές τομές και πρωτοβουλίες και με τήρηση των αρχών της ισότητας, της αναλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κάθε πολίτης καλείται να συμμετέχει στην εθνική αυτή προσπάθεια και ανάλογα με την ικανότητά του να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη.

Με το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ), το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 16ης Φεβρουαρίου 2010, η Χώρα μας δεσμεύτηκε απέναντι στους πολίτες της και τους ευρωπαίους εταίρους της να επιτύχει τη δημοσιονομική εξυγίανση με συγκεκριμένους στόχους και σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Οι ρυθμίσεις που προτείνονται με το σχέδιο νόμου υλοποιούν μέρος του σχεδιασμού που περιλαμβάνεται στο ΠΣΑ και ενισχύουν τη δυνατότητα πραγματοποίησής του.

[…]

Οι εγχώριοι παράγοντες κινδύνου, η πιθανότητα μιας μεγαλύτερης ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, αλλά και τα συνεχώς υψηλά επιτόκια και οι πρόσθετοι κίνδυνοι δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου, θέτουν σε κίνδυνο την υλοποίηση των στόχων αυτών και καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να εκτελεσθεί απαρέγκλιτα το κυβερνητικό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, με τη λήψη πρόσθετων, αναγκαίων μέτρων.

[…]»

18. Το άρθρο 3 του ν. 3845/2010, με τίτλο «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο»ορίζει ότι τα επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά των δημοσίων υπαλλήλων μειώνονται κατά ένα επιπλέον ποσοστό 8%. Τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και διακοπών πλέον ανέρχονται σε 500 ευρώ, 250 ευρώ και 250 ευρώ, αντίστοιχα. Επιπλέον, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται καθόσον το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου δεν υπερβαίνει τα 3.000 ευρώ.

19. Το άρθρο μόνο του Ν. 3847/2010, με τίτλο «Επανακαθορισμός των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας συνταξιούχων Δημοσίου»προέβλεπε ότι τα εν λόγω επιδόματα χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ο έτος της ηλικίας του και το συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξής του δεν υπερβαίνει τα 2.500 ευρώ. Εφεξής τα εν λόγω επιδόματα καθορίστηκαν σε 400 ευρώ για το επίδομα Χριστουγέννων, σε 200 ​​ευρώ για το επίδομα Πάσχα και σε 200 ​​ευρώ για το επίδομα αδείας. Εάν το μηνιαίο ποσό της σύνταξης υπερβαίνει τα 2.500 ευρώ, τα επιδόματα μειώνονται, έτσι ώστε το συνολικό ποσό να αθροίζει σε 2.500 ευρώ.

ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ

20. Στηριζόμενες στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, οι προσφεύγουσες παραπονιούνται για τη μείωση των μισθών και των συντάξεων που επήλθαν με τους Νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 3847/2010. Η δεύτερη προσφεύγουσα επικαλείται επιπλέον παραβίαση του άρθρου 6 § 1, 8, 13, 14 και 17 της Σύμβασης.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

21. Οι προσφεύγουσες παραπονιούνται για παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, το οποίο έχει ως εξής:

«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού παρά μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση σε ισχύ Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων. »

22. Οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι το δικαίωμα όλων όσοι εργάζονται στις δημόσιες υπηρεσίες να λαμβάνουν τον μισθό τους αποτελεί μέρος της περιουσίας τους και εμπίπτει στην προστασία του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Υποστηρίζουν ότι η μείωση των μισθών και των συντάξεων, όπως προβλέπεται από τους νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 3847/2010, οι οποίοι εισάγουν μέτρα με μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, καταργούν τα επιδόματα των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των διακοπών και μειώνουν κατά 20% το ποσό των ειδικών επιδομάτων τους, συνιστά στέρηση της ιδιοκτησίας.

23. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η έννοια της «δημόσιας ωφέλειας», η οποία αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου, δεν καλύπτει το απλό ταμειακό συμφέρον του δημοσίου, τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος ή τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών. Η επίκληση της δημόσιας ωφέλειας προϋποθέτει εμπεριστατωμένη απόδειξη μέσω οικονομικοτεχνικής μελέτης, η οποία εξετάζει προηγουμένως όλες τις εναλλακτικές λύσεις και όλα τα ηπιότερα μέτρα σε επίπεδο συνεπειών. Η προσφυγή στην στέρηση της ιδιοκτησίας θα πρέπει να θεωρείται ως ύστατη λύση.

24. Οι προαναφερόμενοι νόμοι δεν είναι νόμοι υποδοχής κανόνων διεθνούς δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη. Η ρύθμιση που τέθηκε σε ισχύ είναι αντισυνταγματική επειδή είναι αντίθετη προς τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές (ισότητα στα δημόσια βάρη, αρχή αναλογικότητας) και προς τα κοινωνικά δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Η επίκληση της συγκυρίας του δυσμενούς δημοσιονομικού κινδύνου, όπως ακριβώς και η επίκληση του δημοσίου συμφέροντος, υπονομεύουν την εσωτερική έννομη τάξη και κυρίως την αυξημένη τυπική ισχύ του Συντάγματος και της Συνθήκης έναντι των απλών νόμων. Η αντίθεση αυτής της ρύθμισης στο Σύνταγμα και την Συνθήκη δεν υποσκάπτει μόνο συγκεκριμένες πτυχές των προστατευόμενων εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων αλλά το σύνολο της κοινωνικής πολιτικής του ελληνικού κράτους.

25. Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, αυτή υποχρεώνει το νομοθέτη να εξετάζει πριν την ψήφιση των επίδικων μέτρων εάν το αποτέλεσμά τους έχει χαρακτήρα μόνιμο ή προσωρινό, εάν η έκταση και η διάρκεια των τιθέμενων περιορισμών συνάδουν με τον επιδιωκόμενο σκοπό και εάν συνοδεύονται από αντισταθμιστικά μέτρα (όπως για παράδειγμα, τη μείωση των έμμεσων και άμεσων φόρων καθώς και των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης).

26. Η πρώτη προσφεύγουσα υποστηρίζει ειδικότερα ότι παρά το γεγονός ότι ο μισθός της μειώθηκε με μόνιμο τρόπο, δεν έλαβε καμία αποζημίωση γι’ αυτή την στέρηση της ιδιοκτησίας ούτε καμία υπόσχεση προς αποζημίωση αλλά ούτε και αποζημίωση υπό άλλη μορφή – όπως για παράδειγμα μείωση του χρόνου εργασίας ή του επιτοκίου του οφειλόμενου δανείου ή του ποσού της αποπληρωμής του. Εξάλλου, δεν ελήφθη κανένα μέτρο που να της επιτρέπει να αντισταθμίσει αυτή τη στέρηση της ιδιοκτησίας – όπως θα ήταν η δυνατότητα να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου συγχρόνως με τα καθήκοντά της στην υπηρεσία του Συνηγόρου του Πολίτη. Αντιθέτως, η οικονομική της κατάσταση χειροτερεύει με την υιοθέτηση δυσβάσταχτων οικονομικών μέτρων: επαγγελματικός φόρος ύψους 753,43 ευρώ, έκτακτος φόρος ακίνητης περιουσίας, πρόσθετοι φόροι στο ποσό των 1731 ευρώ βάσει του εισοδήματος του 2012. Στα ανωτέρω προστίθεται η αύξηση των τιμών των αναγκών πρώτης ανάγκης, των καυσίμων και του κόστους των δημοσίων υπηρεσιών. Όλα αυτά τα μέτρα εισάγουν μία δραματική πτώση του επιπέδου της ζωής της.

27. Πιο συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα λάμβανε αρχικά μηνιαίο μισθό ύψους 3.339 ευρώ (οι καθαρές αποδοχές της ανέρχονταν στο ύψος των 2.435,83 ευρώ), εκ των οποίων τα 2.311 ευρώ λάμβανε ως βασικό μισθό, 53 ευρώ ως οικογενειακό επίδομα, 45 ευρώ ως επίδομα ανώτατων σπουδών και 930 ευρώ ως ειδικό επίδομα. Σε αυτά προσθέτονταν το επίδομα του Πάσχα, των Χριστουγέννων και των διακοπών για ποσά που δεν αναφέρονται στην προσφυγή. Μετά την θέση σε ισχύ των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, η προσφεύγουσα είδε τις ειδικές αποδοχές της να μειώνονται από 930 σε 752,93 ευρώ και τις αποδοχές των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των διακοπών αρχικά να μειώνονται και έπειτα να εξαλείφονται. Επιπλέον, μετά την έκδοση των προαναφερόμενων νόμων, στις 28 Φεβρουαρίου του 2012, μία νέα υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης του νόμου 4024/2011, μείωσε τον μισθό της προσφεύγουσας επιπλέον 700 ευρώ, έτσι ώστε ο καθαρός μηνιαίος μισθός της να βρεθεί μειωμένος στο ύψος των 1885,79 ευρώ.

28. Η δεύτερη προσφεύγουσα παραπονείται ότι η επίδικη νομοθεσία εισάγει τις ίδιες μειώσεις για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους ανεξάρτητα από το επίπεδο των αποδοχών τους. Ειδικότερα, η μείωση των επιδομάτων των δημοσίων υπαλλήλων και η κατάργηση του 13ου και 14ουμισθολογικού μήνα έπληξαν αδιακρίτως υψηλά και χαμηλά εισοδήματα. Παρομοίως, η μείωση του 13ουκαι 14ου συνταξιοδοτικού μήνα των συνταξιούχων δημοσίων υπαλλήλων έπληξε με τον ίδιο τρόπο τόσο αυτούς που λαμβάνουν χαμηλές συντάξεις όσο και αυτούς που λαμβάνουν 2500 ευρώ το μήνα. Επιπλέον, αυτές οι συντάξεις καταργήθηκαν πλήρως για τους συνταξιούχους κάτω των 60 ετών.

29. Λαμβάνοντας υπόψη την συνάφεια των υποθέσεων σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και το πρόβλημα του περιεχομένου που θέτουν, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαία την συνεκδίκασή τους και αποφασίζει να τις εξετάσει από κοινού σε μία και ενιαία απόφαση.

30. Καταρχάς, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η δεύτερη προσφεύγουσα έχει την ιδιότητα του «θύματος» σύμφωνα με το άρθρο 34 της Συνθήκης. Ωστόσο, το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι αναγκαίο να τοποθετηθεί επί του ζητήματος, διότι, ακόμα και εάν υποτεθεί ότι η δεύτερη προσφεύγουσα είχε την ιδιότητα του «θύματος», οι αντιρρήσεις της είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτες για τους λόγους που εκτίθενται παρακάτω.

31. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα Κράτη μέλη της Συνθήκης χαίρουν ευρείας διακριτικής ευχέρειας σχετικά με τον καθορισμό της κοινωνικής τους πολιτικής. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την εξισορρόπηση των εσόδων και των δαπανών του Κράτους προϋποθέτουν τακτική επανεξέταση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι εθνικές αρχές βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με ένα διεθνές δικαστήριο ώστε να επιλέξουν τα πιο κατάλληλα μέσα προς την επίτευξη του σκοπού αυτού και σέβεται τις επιλογές τους, εκτός εάν προδήλως στερούνται εύλογης αιτίας (Terrazi S.r.L κατά Ιταλίας υπ’ αρ. 27265/95, 17 Οκτωβρίου 2002, Wieczorek κατά Πολωνίας, υπ αρ. 18176/05, 8 Δεκεμβρίου 2009, Jahn κλπ κατά Γερμανίας υπ΄αρ. 46720/99, 72203/01 και 72552/01,CEDH 2005-VI, Mihaies και Sentes κατά Ρουμανίας υπ’ αρ. 44232/11, 44605/11, 6 Δεκεμβρίου 2011 και Frimu κλπ κατά Ρουμανίας υπ’ αρ. 45312/11, 45581/11, 45583/11, 45587/11, 45588/11, σκ. 40, 7 Φεβρουαρίου 2012, σκ. 42). Αυτή η ευρεία διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών διευρύνεται περισσότερο στα επίδικα ζητήματα, τα οποία αφορούν τον καθορισμό των προτεραιοτήτων σχετικά με την κατανομή των περιορισμένων πηγών του Κράτους (O’ Reilyκλπ κατά Ιρλανδίας υπ αρ. 54725/2000, 28 Φεβρουαρίου 2002, Pentiacova κλπ κατά Μολδαβίας υπ’ αρ. 14462/03, 4 Ιανουαρίου 2005 και Huc κατά Ρουμανίας και Γερμανίας υπ’ αρ. 7269/05, σκ 64, 1 Δεκεμβρίου 2009).

32. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι αρχές που εφαρμόζονται γενικά σε υποθέσεις που αφορούν το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου εφαρμόζονται και σε ζητήματα σχετικά με μισθούς και κοινωνικές παροχές (βλ. Mutatis mutandis, Stummer κατά Αυστρίας υπ’ αρ. 37452/02, σκ. 82, 7 Ιουλίου 2011). Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου απαιτεί, πριν και πάνω απ’ όλα, οποιαδήποτε επέμβαση δημόσιας εξουσίας στην απόλαυση του δικαιώματος του σεβασμού της περιουσίας να είναι νόμιμη και να εξυπηρετεί το νόμιμο σκοπό της «δημόσιας ωφέλειας». Μία τέτοια επέμβαση πρέπει να είναι ανάλογη με το νόμιμο σκοπό που εξυπηρετεί, δηλαδή να ιδρύει μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού δημοσίου συμφέροντος και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Τέτοια ισορροπία δεν επιτυγχάνεται εάν το άτομο υποβάλλεται σε υπερβολική επιβάρυνση(Khoniakina κατά Γεωργίας υπ’ αρ. 17767/08, σκ. 70, 19 Ιουνίου 2012).

33. Επιπλέον, το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο που να αναγνωρίζει δικαίωμα σε ένα συγκεκριμένο ποσό σύνταξης (βλ. κυρίως Skorkiewicz κατά Πολωνίας, υπ’ αρ. 39860/98, 1η Ιουνίου 1999, Jancovic κατά Κροατίας, υπ’ αρ. 43440/98, CEDH 2000-X, Kunaκατά Γερμανίας υπ’ αρ. 52449/99, CEDH-2001. BlancoCallejas κατά Ισπανίας , υπ’ αρ. 64100/00, 18 Ιουνίου 2002, Maggio κλπ κατά Ιταλίας, υπ’ αρ. 46286/09, 52851/08, 53727/08,54486/08 και 56001/08, σκ. 55, 31 Μαίου 2011, Valkov κλπ κατά Βουλγαρίας υπ’ αρ. 2033/04, 25 Οκτωβρίου 2011, Frimu κλπ κατά Ρουμανίας, σκ. 40, όπ.αν.) ή σε ένα συγκεκριμένο ποσό αμοιβής (Panfile κατά Ρουμανίας υπ’ αρ. 13902/11, σκ. 18 , 20 Μαρτίου 2012).

34. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι περιορισμοί που εισάγονται από την επίμαχη νομοθεσία δεν πρέπει να νοηθούν ως «στέρηση της ιδιοκτησίας», όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, αλλά μάλλον ως επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος του σεβασμού της περιουσίας κατά την έννοια της πρώτης παραγράφου του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Kjartan Asmmundsson κατά Ισλανδίας, υπ΄αρ. 60669/00, σκ. 40, CEDH 2004-IX, Wieczorek, όπ. π., σκ. 61, Valkov κλπ κατά Βουλγαρίας, υπ’ αρ. 2033/04, 19125/04, 19475/04, 19490/04, 19497/04, 24729/04, 171/05 και 2041/05, σκ. 88, 25 Οκτωβρίου 2011, όπ. επ., mutate smutandis, Mauriceκατά Γαλλίας υπ’ αρ. 11810/03, σκ. 67-71 και 79, CEDH 2005-IX, Draon κατά Γαλλίας υπ’ αρ. 1513/03, σκ. 70-72, 6 Οκτωβρίου 2005 και Hasani κατά Κροατίας υπ΄ αρ. 20844/09, 30 Σεπτεμβρίου 2010).

35. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η επέμβαση προβλεπόταν από τον νόμο, δηλαδή από τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010.

36. Προκειμένου να εκτιμήσει τον χαρακτήρα της δημόσιας ωφέλειας των επίδικων μέτρων, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 3833/2010 καθώς και στο σκεπτικό της απόφασης με αριθμό 668/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας.

37. Το Δικαστήριο επισημαίνει, πρώτον, ότι η υιοθέτηση των προσβαλλόμενων μέτρων είναι δικαιολογημένη από την ύπαρξη μίας χωρίς προηγούμενο εξαιρετικής κρίσης στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Όπως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση του νόμου 3833/2010, πρόκειται για «την πιο μεγάλη κρίση των δημόσιων οικονομικών της τελευταίας δεκαετίας», κρίση η οποία «έχει υπονομεύσει την αξιοπιστία της χώρας, την προσπάθεια να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πιστώσεων της και απειλεί σοβαρά την εθνική οικονομία». Η έκθεση αναφέρει ότι η έξοδος από την κρίση ήταν «ιστορική ευθύνη και εθνικό καθήκον» και ότι η Ελλάδα είχε δεσμευθεί στο να «επιτύχει την δημοσιονομική εξυγίανση βάσει στόχων και μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο» (βλ. ανωτ. παρ. 17).

38. Το Συμβούλιο της Επικρατείας αναφέρει επίσης στην απόφασή του με αριθμό 668/2010 ότι η μείωση των αποδοχών, επιδομάτων, δώρων και συντάξεων των εργαζομένων στις δημόσιες υπηρεσίες, που αποφασίσθηκε βάσει των προαναφερομένων νόμων, αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, στο σύνολό του, σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει την επείγουσα ανάγκη για χρηματοδότηση της χώρας και να βελτιώσει την οικονομική και χρηματοπιστωτική της κατάσταση για το μέλλον. Οι στόχοι αυτοί είναι γενικού συμφέροντος και συμπίπτουν επίσης με αυτούς των Κρατών Μελών της ζώνης του ευρώ, λαμβάνουν υπόψη την υποχρέωση δημοσιονομικής πειθαρχίας και διατήρησης της σταθερότητας στη ζώνη του ευρώ, όπως καθορίζονται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από τη φύση τους, τα μέτρα αυτά θα συμβάλλουν στην άμεση μείωση των δημοσίων δαπανών (β. ανωτ. παρ. 12).

39. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η έννοια της «δημόσιας ωφέλειας» είναι από τη φύση της ευρεία. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η έκδοση νόμων που αφορούν την εξισορρόπηση μεταξύ των εσόδων και των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού προϋποθέτει τακτική επανεξέταση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων και ο νομοθέτης διαθέτει μεγάλα περιθώρια για να ασκήσει οικονομική και κοινωνική πολιτική. Το Δικαστήριο σέβεται ως εκ τούτου τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τις απαιτήσεις της «δημόσιας ωφέλειας», εκτός εάν η απόφασή του στερείται πλήρως λογικής βάσης ( (Jahn κλπ, όπ. π. , σκ. 91, Zvolsky και Zvolska κατά Τσεχίας υπ’ αρ. 46129/99, σκ. 67 τέλος, CEDH 2002-IX και Mihaies και Sentes, βλ. αν., σκ 19). Δεδομένου ότι διακυβεύονται ζητήματα γενικής πολιτικής, πάνω στα οποία είναι λογικό να υπάρχουν έντονες αποκλίσεις μέσα σε ένα δημοκρατικό κράτος, είναι απαραίτητο να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στο ρόλο αυτού που παίρνει τις εθνικές αποφάσεις (Jamesκλπ κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 21ης Φεβρουαρίου 1986 Α αρ. 98, σελ. 32. Σκ. 46, όπ. και Valkovκλπ, όπ.π., σκ. 92).

40. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι εκτός από τα μέτρα μισθολογικής φύσης που λήφθηκαν με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010, και άλλα μέτρα εισήχθησαν από άλλους νόμους όπως, μεταξύ άλλων, για την εγκαθίδρυση της φορολογικής δικαιοσύνης και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, για την αναμόρφωση του συστήματος εθνικής ασφάλισης και της συνταξιοδότησης των δημοσίων υπαλλήλων, την αναθεώρηση των διαδικασιών βεβαίωσης και ελέγχου των δημοσίων οικονομικών, του ανοίγματος κάποιων κλειστών επαγγελμάτων και την εξυγίανση των δημοσίων επιχειρήσεων.

41. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προηγούμενα, το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει ότι, αποφασίζοντας τη μείωση των αποδοχών και των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων, ο νομοθέτης εξυπηρετούσε λόγους δημοσίας ωφέλειας.

42. Μένει να καθορισθεί εάν διατηρήθηκε δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού δημοσίου συμφέροντος και τις επιταγές της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων της πρώτης προσφεύγουσας και των μελών της δεύτερης προσφεύγουσας.

43. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο νόμος 3833/2010 μείωσε κατά 12% τις αποδοχές και τις συντάξεις όλων όσοι εργάζονται ή εργάσθηκαν στον δημόσιο τομέα. Ο νόμος 3845/2010, ο οποίος εκδόθηκε δύο μήνες αργότερα, μείωσε επιπλέον τις αποδοχές και τις συντάξεις κατά 8% και έφερε τα επιδόματα των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των διακοπών στο ποσό των 500, 250 και 250 ευρώ αντίστοιχα, εισάγοντας την επιπλέον προϋπόθεση να μην υπερβαίνει το συνολικό λαμβανόμενο μηνιαίο εισόδημα το ποσό των 3000 ευρώ. Τα προβλεπόμενα από το νόμο 3845/2010 μέτρα κρίθηκαν αναγκαία από το νομοθέτη, με δεδομένο το γεγονός ότι τα μέτρα που λήφθηκαν με τον προηγούμενο νόμο 3833/2010 κρίθηκαν ανεπαρκή να αντιμετωπίσουν την πληγείσα οικονομική κατάσταση της χώρας.

44. Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο σκεπτικό της απόφασης της 20ηςΦεβρουαρίου 2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο απέρριψε πολλούς προβαλλόμενους ισχυρισμούς αναφορικά με την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας για τα επίδικα μέτρα. Πιο συγκεκριμένα, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο μη προσωρινός χαρακτήρας της μείωσης των μισθών και των συντάξεων ήταν δικαιολογημένος, διότι ο σκοπός του νομοθέτη ήταν όχι μόνο να ανταπεξέλθει στην οξεία δημοσιονομική κρίση προς στιγμή, αλλά επίσης και να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά του κράτους με τρόπο βιώσιμο. Αναφέρθηκε, επίσης, στη νομολογία του Δικαστηρίου, σχετικά με τη μείωση των μισθών και των συντάξεων, στη μείωση την οποία ακολούθησαν πολλά κράτη μέσα στο ίδιο πλαίσιο της γενικής οικονομικής κρίσης. Τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι οι προσφεύγουσες ενώπιον του δεν επικαλέστηκαν με έναν συγκεκριμένο τρόπο ότι η κατάστασή τους έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο σημείο που η ύπαρξή τους να τίθεται σε κίνδυνο.

45. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η πρώτη προσφεύγουσα παράσχει λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα εισοδήματά της πριν την θέση σε ισχύ των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, μετά τη θέση σε ισχύ καθώς και έπειτα από την υπουργική απόφαση που εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης του νόμου 4024/2011. Αποδείχθηκε με αυτόν τον τρόπο ότι ο καθαρός μισθός της μετατράπηκε από 2435,83 ευρώ σε 1889,79 ευρώ (παράγραφοι 9 και 13 παραπάνω).

46. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η μείωση του μισθού της πρώτης προσφεύγουσας δεν είναι σε τέτοιο επίπεδο που να την εκθέτει σε κακουχίες ασυμβίβαστες με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και το ειδικό πλαίσιο της κρίσης μέσα στο οποίο λαμβάνει χώρα, η επίδικη παρέμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβαρύνει υπερβολικά την προσφεύγουσα.

47. Όσον αφορά την αναλογικότητα των επίδικων μέτρων σχετικά με τους μισθούς και τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων, μελών της δεύτερης προσφεύγουσας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναφερθεί παρά μόνο στο ίδιο το κείμενο του μνημονίου. Σύμφωνα με το κείμενο, από τη μία πλευρά, η κατάργηση του 13ου και 14ου συνταξιοδοτικού μήνα αντισταθμίζεται για όσους λαμβάνουν κάτω από 2500 ευρώ το μήνα με τη δημιουργία ενός ενιαίου δώρου των 800 ευρώ το έτος. Από την άλλη πλευρά, αν και η καταβολή του 13ου και 14ου μισθολογικού μήνα καταργήθηκε για όλους τους μισθούς, προβλέφθηκε ένα ετήσιο δώρο των 1000 ευρώ, το οποίο χρηματοδοτείται από τη μείωση των επιδομάτων που υπολογίζονται για τους υψηλούς μισθούς. Αυτό το δώρο δημιουργήθηκε για να προστατεύσει τα στρώματα του πληθυσμού με χαμηλά εισοδήματα (τα άτομα που λαμβάνουν κάτω από 3000 ευρώ το μήνα) ( παράγραφος 6 παραπάνω).

48. Όσον αφορά τις εναλλακτικές λύσεις, η πιθανή ύπαρξή τους δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ως αδικαιολόγητη την εν λόγω νομοθεσία. Δεδομένου ότι ο νομοθέτης δεν υπερέβη τα όρια της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να πει εάν επέλεξε να μεταχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο το πρόβλημα ή αν θα έπρεπε να διαχειριστεί την εξουσία του διαφορετικά (Jamesκλπ, οπ. π., σκ. 51 και J.A. Pye (Oxford) Ltdκατά Ηνωμένου Βασιλείου υπ’ αρ. 44302/02, σκ. 45, 15 Νοεμβρίου 2005).

49. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η αιτίαση σχετικά με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου είναι προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 παρ. 3 α) και 4 της Συνθήκης.

50. Όσον αφορά τις αιτιάσεις σχετικά με τα άρθρα 6,8,13,14 και 17 της Συνθήκης που τέθηκαν από την δεύτερη προσφεύγουσα, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της και στο μέτρο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, το Δικαστήριο δεν αναγνωρίζει καμία ένδειξη παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται σ’ αυτά τα άρθρα. Το Δικαστήριο καταλήγει επομένως στο ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 35 παρ. 3 α) και 4 της Συνθήκης.

Lautsi: Η τελική απόφαση του ΕΔΔΑ

Η Απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης

Η απόφαση αυτή συγκέντρωσε πάνω της τα φώτα της δημοσιότητας ακόμη και πριν εκδοθεί. Αυτό φαίνεται και από τον μεγάλο αριθμό δεκαεπτά στον αριθμό- παρεμβαίνοντων τρίτων. Το δικαστήριο πριν προχωρήσει στα επιχειρήματα των μερών έλαβε υπ’ όψιν του μια επισκόπηση των θεμάτων γύρω από τα θρησκευτικά σύμβολα στην εκπαίδευση άλλων κρατών. Σε μικρό αριθμό κρατών απαγορεύεται η ανάρτησή τους( Γεωργία, Γαλλία πλην της Αλσακίας και Φ.Υ.Ρ.Ο.Μ.). Επιβάλλεται όμως η έκθεσή τους, σε περισσότερες χώρες (εκτός από την Ιταλία, σε Αυστρία, Πολωνία και σε κρατίδια της Γερμανίας ιδίως στα δυτικά, όπως η Βαυαρία, και της Ελβετίας). Ενώ ανευρίσκονται τέτοια σύμβολα σε πληθώρα χωρών μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, η Ισπανία κ.α.

Τέλος αναζήτησε και σε ποίες χώρες έχει ανακύψει τέτοιο ζήτημα. Στην Ελβετία το Ομοσπονδιακό δικαστήριο έκρινε τη παρουσία τους απαράδεκτη, χωρίς να τα ‘’αποκαθυλώνει’’. Στην Γερμανία, στην υπόθεση Kruzifix, το δικαστήριο δέχτηκε την ύπαρξη παραβίασης. Τα Πολωνικά δικαστήρια αποδέχτηκαν την ύπαρξη των συμβόλων αυτών. Στην Ρουμανία πάλι, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να λύνεται με διαβουλεύσεις γονέων, παιδιών και δασκάλων. Στην Ισπανία δέχτηκαν τα δικαστήρια την απομάκρυνση των συμβόλων, μόνο εφόσον το ζητήσουν οι γονείς.

α. Οι ισχυρισμοί της προσφευγούσης και των υποστηρικτών αυτής, παρεμβαινόντων τρίτων 

 Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε, όπως και στην πρώτη ακρόασή της στο ΕΔΔΑ, ότι η τοποθέτηση σε δημόσιο σχολείο θρησκευτικού συμβόλου ήταν αντίθετη στην ελευθερία των θρησκευτικών της πεποιθήσεων. Το κράτος παραβίαζε την αρχή του εκπαιδευτικού πλουραλισμού και στερούσε από τους μαθητές την δυνατότητα ανάπτυξης κριτικής σκέψης σχετικά με τα θρησκευτικά τους πιστεύω, προσβάλλοντας το δικαίωμά της προς εκπαίδευση των παιδιών της (άρθρο 2ΠΠΠ). Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος δεν σέβοταν τις θρησκευτικές μειονότητες και δεν τις προστάτευε επαρκώς. Εξάλλου το κράτος πρέπει να τις προστατέψει από την ‘τυρρανία’ της πλειοψηφίας (§ 45 δεύτερης Απόφασης).

 Επιπροσθέτως, επανέλαβε την άποψή της ότι ο Σταυρός είναι προπάντων θρησκευτικό σύμβολο. Οι προσπάθειες να του προσδώσουν πολυπολιτισμική αξία ήταν απλώς, κατά αυτήν, “μια τελευταία γραμμή άμυνας” από την Κυβέρνηση10. Εξάλλου δεν είναι ούτε σύμβολο εθνικής ταυτότητας, αφού το Σύνταγμα αναγνωρίζει ως κάτι τέτοιο μόνο την ιταλική σημαία.

 Επικαλέστηκε στην συνέχεια την απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού δικαστηρίου, για μια αντίστοιχη υπόθεση. Κατά αυτήν, και μόνο το γεγονός να προσδώσουμε στο Σταυρό χαρακτήρα μη θρησκευτικό είναι βέβηλο. Ο χαρακτηρισμός του ως ‘παθητικό σύμβολο’ δεν αναιρεί το γεγονός ότι συνειρμικά, ο νους του ανθρώπου ‘διαβάζει’ πρώτα την θρησκευτική του φύση. Την δύναμη του συμβόλου αποδέχτηκε το ΕΔΔΑ στην απόφασή του Dahlab κατά Ελβετίας. Με τον Σταυρό αναρτημένο σε δημόσιο χώρο δηλώνεται ο κρατικός χαρακτήρας  μιας συγκεκριμένης θρησκείας και η ανώτερη θέση της έναντι άλλων.

Είναι χρέος κάθε δημοκρατικής κοινωνίας να διασφαλίζει την αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας όχι όμως να ασπάζεται τη αθεΐα. Αυτή η αρχή δηλώνει την ίση απόσταση που οφείλει να έχει το κράτος απένατι σε κάθε θρησκεία. Δηλαδή το κράτος “πρέπει να δημιουργήσει ένα ουδέτερο χώρο, μέσα στον οποίο θα μπορεί να ζήσει καθένας με τις δικές του πεποιθήσεις”11. Με την τοποθέτηση των θρησκευτικών συμβόλων το Ιταλικό κράτος κάνει το αντίθετο. Αντίθετα με την αθεΐα, η κρατική ουδετερότητα προστατεύει όλες τις πεποιθήσεις.

Κλείνοντας, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι “απομακρύνοντας τους Εσταυρωμένους, κατά την Κυβέρνηση, απομακρύνεις και μέρος της ιταλικής ταυτότητας, η διατήρησή τους όμως ήταν ασύμβατη με τα θεμέλια της δυτικής πολιτικής σκέψης, των αρχών του φιλελεύθερου κράτους και της πλουραλιστικής, ανοιχτής δημοκρατίας καθώς και του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες που εγγυάται το ιταλικό Σύνταγμα και η Σύμβαση”12.

Στην υπόθεση παρενέβη ξανά το ΕΠΣΕ. Επανέλαβε την θέση του ότι ο Εσταυρωμένος είναι μόνο θρησκευτικό σύμβολο και επομένως η ανάρτησή του στα σχολεία δηλώνει την προτίμηση σε κάποια θρησκεία. Επίσης επέστησε την πιθανότητα να υπάρχουν ‘αντίποινα’ σε όσους είναι αντίθετοι. Στην δίκη παρενέβη και ο μη-κυβερνητικός οργανισμός Associazione nazionale del libero Pensiero, που ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά του κράτους δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ. Αμφισβήτησε την ισχύ των β. δ. του 1924 και 1928. Τέλος αναφέρθηκε στην απόφαση του Ιταλικού Ακυρωτικού που κατέβασε τους Σταυρούς από σχολικές αίθουσες που ήταν εκλογικά κέντρα και υποστήριξε ότι για την ασφάλεια δικαίου η θέση αυτή έπρεπε να γίνει δεκτή.

Παρέμβαση έκανε και ο μη-κυβερνητικός οργανισμός Eurojuris. Βασικό σκεπτικό του ήταν ότι παραβιάζοταν η αρχή της ουδετερότητας του κράτους, το οποίο κατηχεί με αυτόν τον τρόπο τους μαθητές. Με τη σειρά του αμφισβήτησε την συνταγματικότητα των δύο β.δ. ως μη συμβατών με την αρχή της ουδετερότητας που κατοχυρώνεται συνταγματικώς. Τέλος αρνήθηκε τον συμβολισμό μέσω του Σταυρού κοσμικών αξιών που κάνουν δεκτές και μη-Χριστιανοί.  

             Τέλος υποστήριξαν την πλευρά της Lautsi και οι μη-κυβερνητικοί οργανισμοίInternational Commission of Jurists, Interights και Human Rights Watch που εκπροσωπήθηκαν από κοινού. Υποστήριξαν ότι ο εκπαιδευτικός πλουραλισμός ήταν μια θεμελιώδης αρχή που κατοχυρώνοταν από πολλές δικαστικές αποφάσεις εθνικών και διεθνών δικαστηρίων. Τα κράτη έπρεπε να σεβαστούν την αρχή της κρατικής ουδετερότητας σε τομείς δημόσιας εξουσίας, όπως και η εκπαίδευση και να την παρέχουν με κριτικό, αντικειμενικό και πλουραλιστικό τρόπο, χωρίς κατηχητισμό. Αυτό πρέπει να γίνεται όχι μόνο στην ‘ενεργητική’ διδασκαλία αλλά και στην διαμόρφωση του σχολικού χώρου. Παρέθεσαν προς υποστήριξη των ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις Ανωτάτων εθνικών δικαστηρίων.

β. Οι ισχυρισμοί της Κυβέρνησης και των υποστηρικτών αυτής, προσφευγόντων τρίτων

Η Κυβέρνηση αρχικά κατηγόρησε το Τμήμα για την πρώτη απόφασή του. Είπε, ότι έπρεπε αρχικά να κάνει μια συγκριτική ανασκόπηση των ρυθμίσεων που ισχύουν στην Ευρώπη για τις σχέσεις κράτους-Εκκλησίας. Μια τέτοια αναζήτηση θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει consensusστην Ευρωπαϊκή ήπειρο για αυτό το ζήτημα και επομένως τα κράτη θα έπρεπε να απολαμβάνουν από την Σύμβαση ένα περιθώριο ευχέρειας. Επιπλέον θεώρησε ότι η πρώτη απόφαση περιείχε σύγχυση των εννοιών ‘’ουδετερότητας’’ και ‘’εκκοσμίκευσης’’ του κράτους. Κατά την κυβέρνηση, η πρώτη σημαίνει μη προώθηση καμία θρησκείας από τον κρατικό μηχανισμό, ενώ η δεύτερη την προώθηση της αθεΐας και άρα είναι ανεπίτρεπτη13.

Επίσης, η Κυβέρνηση υποστήριξε τις διαφορετικές ερμηνείες κάθε συμβόλου. Έτσι, ο Σταυρός ήταν αδιαμφισβήτητα θρησκευτικό σύμβολο, αλλά στον σχολικό χώρο προηγείτο η πολιτισμική και ηθική ερμηνεία του. Πρέπει να θεωρείται λοιπόν, κατά τη γνώμη τους, σύμβολων των αξιών που αποτελούν την βάση του Δυτικού πολιτισμού και δημοκρατίας, όπως άλλωστε φαίνεται από την παρουσία του σε πλήθος ευρωπαϊκών σημαιών. Επιπλέον, επανάλαβε ότι το σύμβολο αυτό είναι ‘παθητικό’ και δεν συγκρίνεται με άλλα ‘ενεργητικά’ όπως η διδασκαλία.

Συγχρόνως, χαρακτήρισε ως πολιτισμική παράδοση την ύπαρξη του Εσταυρωμένου. Η ύπαρξή του δηλώνει ακριβώς, τις ιδιαίτερες σχέσεις ανάμεσα στην Πολιτεία, τον πληθυσμό και την Καθολική Εκκλησία και άρα πρέπει να διατηρηθεί. Άλλωστε το δικαίωμα των γονέων στην εκπαίδευση των παιδιών τους πρέπει να σέβεται το δικαίωμα της κοινότητας προς μεταφορά των παραδόσεών της από γενιά σε γενιά. Συνεπώς το δικαστήριο οφείλει να σεβαστεί αυτήν την εθνική παράδοση που εκφράζει το δημόσιο αίσθημα και να αφήσει κάθε κράτος να έχει τις δικές του συνταγματικές αρχές σχετικά με τις σχέσεις κράτους-Εκκλησίας14.

           Στην συνέχεια, κατέκρινε την άποψη του Β’ Τμήματος για την αποδοχή της παραβίασης του άρθρου 2ΠΠΠ. Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί ότι το άρθρο αυτό αναφέρεται στον περιορισμό του δικαιώματος της εκπαίδευσης από τους γονείς, μόνο όσον αφορά το σχολικό πρόγραμμα και όχι το σχολικό περιβάλλον. Υποστήριξε ότι μόνο η ύπαρξη του Εσταυρωμένου δεν περιορίζει το δικαίωμα των γονέων να εκπαιδεύουν τα παιδία τους βάσει των πεποιθήσεών τους. Εξάλλου το άρθρο 2ΠΠΠ δεν απαγορεύει στα κράτη να έχουν επίσημη θρησκεία ή έστω να δείχνουν προτίμηση σε κάποια και επιπλέον η επιρροή των γονέων στην διαμόρφωση των πεποιθήσεων των παιδιών τους είναι σαφώς μεγαλύτερη από αυτή του σχολείου.

Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι στην χώρα υπάρχει πλήρης σεβασμός σε όλες τις θρησκείες στο σχολικό περιβάλλον15. Προς ενίσχυση της θέσης αυτή είπε τα ακόλουθα. Στην Ιταλία, η εκπαίδευση είναι κριτική και πλουραλιστική σχετικά με την θρησκεία, δίχως προσηλυτισμό με αναφορά σε όλα τα δόγματα και θρησκείες. Η χώρα δείχνει έμπρακτο σεβασμό στους αλλόθρησκους μαθητές. Για παράδειγμα έφερε ότι επιτρέπονται στα δημόσια σχολεία οι μαντήλες και τα άλλα θρησκευτικά σύμβολα, υπάρχουν συχνά εορτές για την έναρξη και λήξη του Ραμαζανιού, ενώ οι Εβραίοι μαθητές απαλλάσσονται από τις εξετάσεις το Σάββατο.

Τέλος το δικαστήριο πρέπει να λογαριάσει και την βούληση της πλειοψηφίας που θέλει την διατήρηση των Σταυρών στις αίθουσες.

Στην υπόθεση παρενέβησαν υπέρ της Ιταλίας δέκα χώρες. Συγκεκριμένα, οι Κυβερνήσεις της Αρμενίας, Βουλγαρίας, Κύπρου, Ρωσίας, Ελλάδος, Λιθουανίας, Μάλτας και Αγίου Μαρίνου υποστήριξαν ότι το Τμήμα συνέχεε τον όρο ‘’ουδετερότητα’’ με αυτόν της ‘’εκκοσμίκευσης’’. Το Τμήμα επέμεινε στο ‘‘εκκοσμικευμένο’’ κράτος, το οποίο όμως δεν είναι ουδέτερο καθώς προβάλλει την αθεΐα. Είπαν επίσης, ότι ο Σταυρός είναι και κρατικό σύμβολο- μαζί με θρησκευτικό-και ως εκ τούτου επιτρέπεται σε εκπαιδευτικούς χώρους, καθώς και σύμβολο εθνικής ταυτότητας. Τα κράτη δεν μπορούν να αλλάξουν αυτήν την ταυτότητά τους, μόνο και μόνο επειδή είναι θρησκευτική. Το Πριγκιπάτο του Μονακό, ισχυρίστηκε ότι είναι ‘παθητικό’ σύμβολο που ευρίσκεται σε σημαίες και αποδεικνύει την εθνική ταυτότητα. Σε αντίστοιχο κλίμα κινήθηκε και Ρουμανίας η οποία τόνισε ότι για τέτοια θέματα δεν υπάρχει Ευρωπαϊκό consensus. Ως εκ τούτου τα κράτη πρέπει να έχουν ένα ευρύ περιθώριο εκτίμησης. Το σύμβολο αυτό δεν βλάπτει επαρκώς τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των υπολοίπων.

Παρενέβη στην διαδικασία και ο μη-κυβερνητικός οργανισμός ‘’Ευρωπαϊκό Κέντρο για το Δίκαιο και την Δικαιοσύνη’’. Κατ’ αρχήν τόνισε ότι οι πεποιθήσεις των παιδιών δεν παραβλάπτονται τόσο σοβαρά καθώς δεν εξαναγκάστηκαν να δράσουν ούτε αντίθετα με τις πεποιθήσεις τους ούτε εμποδίστηκαν να δράσουν σύμφωνα με αυτές. Το Β’ Τμήμα με την απόφασή του επέβαλλε στα κράτη νέα υποχρέωση που αφορά στην διαμόρφωση θρησκευτικά, ουδέτερου σχολικού περιβάλλοντος. 

Από κοινού παρενέβησαν και οι μη-κυβερνητικοί οργανισμοί Zentralkomitee der deutschenkatholiken, Semaines sociales de France και Associazioni cristiane lavoratori italiani. Αρχικά συμφώνησαν με την άποψη του Τμήματος ότι ο Σταυρός από την πληθώρα των ερμηνειών έχει καταρχήν θρησκευτική έννοια. Διαφώνησαν όμως με την κατάληξη καθώς δεν καταλαβαίνουν πως η παρουσία του Σταυρού επηρεάζει τους μαθητές στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης. Επομένως πρέπει να βρεθεί η ‘’χρυσή τομή’’ ανάμεσα στα δικαιώματα των Χριστιανών μαθητών και των υπολοίπων. Τέλος, πρότειναν ότι πρέπει να υπάρχει ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τα κράτη πάνω σε αυτά τα ζητήματα, αφού οι σχέσεις κράτους-Εκκλησίας ποικίλουν. Τέλος παρενέβησαν και 33 μέλη του Ευρωκοινοβουλίου. Ζήτησαν από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει περιθώριο ευχέρειας για τα κράτη λόγω της ιδιομορφίας του θέματος. 

γ. Η εκτίμηση του δικαστηρίου

 Το δικαστήριο κατέληξε στην απόφασή του με ψήφους 15 προς 2. Σημειώθηκαν από 4 δικαστές 3 σύμφωνες απόψεις η οποίες όμως συνέκλιναν στο τέλος με την κύρια. Επίσης και οι δύο μειοψηφούντες αιτιολόγησαν την αποκλίνουσα άποψή τους. 

i. Η κυρίως απόφαση και η αιτιολογία της

Το δικαστήριο αρχικά έκρινε ότι οι απόψεις της προσφευγούσης είχαν επαρκή βαθμό συνοχής, σοβαρότητας και πειστικότητας16. Έπειτα εξέφρασε κάποιες γενικές αρχές. Το άρθρο 2 ΠΠΠ είναι κατά το δικαστήριο lex specialis απεναντι στο 9 της ΕΣΔΑ. Κατοχυρώνεται στο κράτος, με βάση τα δύο άρθρα, η υποχρέωση ουδετερότητας έναντι κάθε θρησκείας που εκφράζεται και με κάποια θετική συμπεριφορά εκ μέρους του. Η Σύμβαση δεν απαγορεύει στα κράτη να τοποθετούν στα σχολικά προγράμματα θρησκευτικά μαθήματα αρκεί όμως αυτό να γίνεται με πλουραλιστικό και αντικειμενικό τρόπο.

Εφαρμόζοντας αυτές τις αρχές, το δικαστήριο απαντά στο ερώτημα αν ο σεβασμός στην θρησκευτική ελευθερία αφορά μόνο το σχολικό πρόγραμμα και την διδασκαλία ή και το σχολικό περιβάλλον. Με σειρά αποφάσεων το ΕΔΔΑ έχει δεχτεί και τα δύο. Άρα και το σχολικό περιβάλλον πρέπει να είναι κατά τέτοιο τρόπο οργανωμένο ώστε να μην προσβάλλει το δικαίωμα του άρθρου 2ΠΠΠ.     

Το δικαστήριο, εκφράζει την άποψη ότι ο Εσταυρωμένος είναι πρωτίστως θρησκευτικό σύμβολο. Το θέμα του αν έχει και άλλα νοήματα το δικαστήριο το χαρακτηρίζει επουσιώδες. Παρόλα αυτά αμφιβάλλει για την επίδραση που μπορεί να έχει στους μαθητές η θέασή του. Παράλληλα, θεωρεί κατανοητή την θέση της προσφευγούσης ότι η τοποθέτηση των Σταυρών δείχνει έλλειψη σεβασμού στο δικαίωμα που της χορηγεί το άρθρο 2ΠΠΠ17.

Η Κυβέρνηση είχε χαρακτηρίσει την παρουσία του Εσταυρωμένου ως πολιτισμική παράδοση, ταυτίζοντάς την και με την ιταλική, εθνική ταυτότητα. Το Στρασβούργο όμως κρίνει ότι η επίκληση αυτών των παραδόσεων και ιδιαιτεροτήτων εκ μέρους του κράτους δεν επαρκούν για να αποφύγει υποχρεώσεις του όπως αυτές του άρθρου 2 του ΠΠΠ.

Βέβαια θεωρεί ότι στην διατήρηση των παραδόσεών του, το κράτος απολαμβάνει ένα περιθώριο ευχέρειας. Το ίδιο περιθώριο κρίνει ότι υπάρχει και για την οργάνωση του σχολικού προγράμματος και περιβάλλοντος (επικαλούμενο και παλαιότερη νομολογία του). Επομένως καταλήγει ότι το ΕΔΔΑ οφείλει να σέβεται τις επιλογές του κράτους ως προς αυτόν τον τομέα, εφόσον βέβαια δεν οδηγούν σε κατήχηση των μαθητών σε μια θρησκεία18. Καταλήγοντας κρίνει ότι η παρουσία των Σταυρών εμπίπτει στο περιθώριο ευχέρειας του κράτους, δεδομένου ότι δεν υπάρχει Ευρωπαϊκό consensus για αυτό το θέμα.

Απαντώντας στο επιχείρημα του κράτους αλλά και των προσφευγόντων τρίτων τονίζει ότι η επίκληση της βούλησης της πλειοψηφίας δεν δικαιολογεί παραβίαση υποχρέωσης αυτής. Ανέφερε ως παράδειγμα την υπόθεση FolgerØ κατά την οποία τα σχολικά βιβλία των θρησκευτικών στην Νορβηγία, ήταν μεν πλουραλιστικά, έδινα όμως μεγαλύτερη βαρύτητα στον Χριστιανισμό. Το δικαστήριο δικαίωσε το κράτος επικαλούμενο την ιστορία αυτού του κράτους που οδηγούσε σε ένα περιθώριο ευχέρειας.

    ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ ΑΥΤΗ Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ        

Στην συνέχεια καταλήγει στην βασική του θέση. Κρίνει το δικαστήριο ότι είναι απαραίτητο να εξετασθούν όλες οι περιστάσεις γύρω από την θρησκευτική εκπαίδευση στη Ιταλία. Πρώτον η παρουσία του Σταυρού δεν συνδυάζεται με την μονοφωνική και κατηχητική εκπαίδευση, καθώς το σχολικό πρόγραμμα είναι πλουραλιστικό. Δεύτερον, το σχολικό περιβάλλον στην Ιταλία είναι αρκετά ανοιχτό για της θρησκευτικές μειονότητες (εορτές στο Ραμαζάνι, στήριξη σε αλλόθρησκους μαθητές κ.α.). Ούτε ακόμη και οι προσφεύγοντες επικαλέστηκαν ότι υπάρχει προσηλυτισμός στα Ιταλικά σχολεία. Επομένως, τα δύο παραπάνω είναι ενθαρρυντικά στοιχεία για την στάση του κράτους σε θρησκευτικά ζητήματα.

            Άρα η προσφεύγουσα κατά την κρίση του, ουδέποτε εμποδίστηκε στο δικαίωμά της να εκπαιδεύει τα παιδία της. Η διατήρηση των Σταυρών είναι στο περιθώριο ευχέρειας του κράτους. Συνεπώς αποφασίζει ότι δεν υπάρχει παραβίαση του άρθρου 2 του ΠΠΠ σε συνδυασμό με το 9 της ΕΣΔΑ. Ούτε άλλωστε, βλέπει παραβίαση του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ.

Οι δικαστές Malinverni και Kalaydjeva διαφώνησαν με την άποψη του Τμήματος ευρείας Συνθέσεως. Δέχονται γενικά την ύπαρξη περιθωρίου ευχέρειας, όμως σε τέτοιες περιπτώσεις όπως αυτήν, αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετά πιο στενό. Η μη ύπαρξη Ευρωπαϊκού consensus μπορεί να ερμηνευθεί και διαφορετικά, αφού εξίσου λίγες χώρες ρητά το επιτρέπουν. Άλλωστε, τα περισσότερα Συνταγματικά Δικαστήρια έχουν αποφανθεί αρνητικά για την ύπαρξή του στα σχολεία. Επίσης, παρατηρεί ότι η νομική βάση που στηρίζεται η έκθεση του Σταυρού, δηλαδή τα β. δ. του 1924 και 1928 είναι πολύ αδύναμη.                 

Το άρθρο 2 του ΠΠΠ προϋποθέτει ‘θετική’ πράξη του κράτους για την προστασία του και για την δημιουργία ανεκτικού κλίματος. Επομένως, όπου τα κράτη είναι υποχρεωμένα να προβούν σε πράξη το περιθώριο ευχέρειάς του μειώνεται. Η επίκληση της βούλησης της πλειοψηφίας δεν είναι επερκής λόγος προς αποφυγήν αυτής της υποχρέωσης.

Επειδή οι κοινωνίες σήμερα είναι πολυπολιτισμικές, οφείλει το κράτος να είναι ουδέτερο. Άρα και η εκπαίδευση απαιτείται να είναι πλουραλιστική. “Τα σχολεία πρέπει να είναι τόπος συνάντησης διαφορετικών θρησκειών και φιλοσοφικών πεποιθήσεων”(§2). Αυτές οι αρχές πρέπει να διέπουν όχι μόνο το σχολικό πρόγραμμα αλλά και το σχολικό περιβάλλον και ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα (§3). Αυτό αποδέχονται και άλλα διεθνή κείμενα όπως λ.χ. η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, αλλά και αποφάσεις δικαστηρίων έξω από την Ευρώπη λ.χ. του Καναδά.

Έπειτα αναφέρει αποσπάσματα από διάφορες αποφάσεις. Κυρίως εμμένει στην απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. Κατά αυτές, ο Εσταυρωμένος αντιβαίνει την υποχρέωση του κράτους ιδίως όταν εξαναγκάζονται τα παιδία να βρίσκονται σε τέτοιο σχολικό περιβάλλον, από το οποίο δεν μπορούν να φύγουν ή μπορούν αλλά με δυσανάλογες δαπάνες, καθώς τελούν σε σχέση εξάρτησης. Συνεπώς παραβιάζεται το ‘αρνητικό’ δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας(§4).

Ο Εσταυρωμένος είναι θρησκευτικό σύμβολο. Δευτερευόντως δύναται να έχει και άλλες ερμηνείες, οι οποίες όμως δεν είναι τόσο ισχυρές. Το επιχείρημα ότι μπορεί να έχει και παραδοσιακή αξία δεν πρέπει να είναι πειστικό για το ΕΔΔΑ, αφού στην απόφασή του για την υπόθεση Buscarini, αρνήθηκε την παραδοσιακή προέλευση του θρησκευτικού όρκου(§5).  

Η επιρροή του Εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες είναι πολύ δραστικότερη από αυτήν του ίδιου συμβόλου σε άλλους χώρους, όπως τα δικαστήρια. Και αυτό γιατί απευθύνεται σε άτομα δίχως ολοκληρωμένη κριτική ικανότητα(§7). Καταλήγοντας, δέχονται παραβίαση των άρθρων 2ΠΠΠ και 9ΕΣΔΑ αφού η αρχή της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους επεκτείνεται και στο σχολικό περιβάλλον.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ

 

Υπόθεση Ανώνυμος Τουριστική Εταιρεία

Ξενοδοχεία Κρήτης κατά Ελλάδος

(Affaire Anonymos Touristiki Etairia Xenodocheia Kritis c. Grèce)

Προσφυγή υπ’ αριθμ. 35332/05

ΑΠΟΦΑΣΗ

Στρασβούργο, 21 Φεβρουαρίου 2008

Η παρούσα απόφαση θα καταστεί οριστική υπό τις οριζόμενες στο άρ. 44 §2 της Σύμβασης προϋποθέσεις. Ενδέχεται να υποστεί ορισμένες μορφολογικές αλλαγές.

3. Η προσφεύγουσα εταιρεία καταγγέλλει, υπό το πρίσμα του άρ. 6 §1 της Σύμβασης, την (υπέρμετρη) διάρκεια της επίδικης διαδικασίας και, υπό το πρίσμα του άρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ), την προσβολή του δικαιώματός της σε σεβασμό της περιουσίας της.

[…]

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

 

Α. Η αφετηρία της υπόθεσης

5. Η προσφεύγουσα εταιρεία συστήθηκε το 1972 με σκοπό την παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας στον τομέα του τουρισμού στην Ελλάδα. Κατά τα έτη 1972, 1973 και 1974 απέκτησε διαδοχικά την κυριότητα μιας έκτασης περίπου δεκαέξι εκταρίων στην Κρήτη, και συγκεκριμένα στη χερσόνησο της Σπιναλόγκας, στην περιοχή της Ελούντας, με σκοπό την κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος.

6. Το 1973 η προσφεύγουσα υπέβαλε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ) σχέδιο κατασκευής ξενοδοχειακού συγκροτήματος δυναμικότητας 606 κλινών στο ανωτέρω ακίνητο. Στις 12 Νοεμβρίου 1973, με την υπ’αρ. 551898/1973 πράξη του, ο ΕΟΤ ενέκρινε το επίμαχο σχέδιο.

Β. Η υιοθέτηση περιοριστικών μέτρων δόμησης στο επίμαχο ακίνητο

 

7. Κατά την απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου, η κείμενη νομοθεσία δεν απαγόρευε την κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος. Οι όροι δόμησης της επίμαχης επιφάνειας ρυθμίζονταν από το άρ. 5 §1 του προεδρικού διατάγματος της 23ης Οκτωβρίου 1928 «περί καθορισμού των όρων και περιορισμών δόμησης της εντός και εκτός της ζώνης των πόλεων ανέγερσης οικοδομών». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η κατασκευή οικοδομών σε περιοχές εκτός της ζώνης των πόλεων επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι η επιφάνεια του ακινήτου έχει ελάχιστο εμβαδόν 4.000 m2 και ότι η προς κατασκευή οικοδομή δεν θα υπερβαίνει το 10 % της επιφάνειας του ακινήτου. Το 1970, δυνάμει απόφασης του αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, η περιοχή της Ελούντας χαρακτηρίστηκε ως «περιοχή ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους». Το 1976, δυνάμει υπουργικής απόφασης, η χερσόνησος της Σπιναλόγκας χαρακτηρίστηκε ως «αρχαιολογικός χώρος». Οι συγκεκριμένες υπουργικές αποφάσεις δεν επέβαλαν κανέναν ειδικό περιορισμό ως προς τη δομησιμότητα των ακινήτων που βρίσκονται στην περιοχή της Ελούντας.

8. Το 1976 η προσφεύγουσα εταιρεία υπέβαλε στην 14η Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων το τελικό σχέδιο κατασκευής, εντός του επίμαχου ακινήτου, ξενοδοχειακού συγκροτήματος δυναμικότητας 612 κλινών. Στις 28 Ιανουαρίου 1977 ο Υπουργός Πολιτισμού ικανοποίησε το αίτημα της προσφεύγουσας επιβάλλοντας ωστόσο ορισμένους περιορισμούς: περιόρισε τη δυναμικότητα του ξενοδοχείου στις 350 κλίνες, επέβαλε δε και τροποποιήσεις ως προς το μέγιστο ύψος της σχεδιαζόμενης κατασκευής. Η προσφεύγουσα εταιρεία καταγγέλλει ότι η τροποποίηση του σχεδίου κατασκευής, ιδίως όσον αφορά στη δυναμικότητα του ξενοδοχείου, ανέτρεψε τα οικονομικά δεδομένα της επένδυσης και επέβαλε de facto την εκπόνηση ενός νέου σχεδίου κατασκευής.

9. Στις 21 Ιουνίου 1984 ο Υπουργός Πολιτισμού απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας εταιρείας αναφορικά με την κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος με το επιχείρημα ότι το επίμαχο ακίνητο βρισκόταν σε περιοχή που είχε χαρακτηριστεί ως αρχαιολογικός χώρος και περιοχή ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους. […]

10. Στις 28 Ιουνίου 1984 ο Υπουργός Πολιτισμού χαρακτήρισε την περιοχή ως «Ζώνη Α – απόλυτης προστασίας», δηλαδή, ζώνη στην οποία απαγορεύεται απολύτως οποιαδήποτε κατασκευή, ανεξαρτήτως της φύσης της (πράξη υπ’αρ. 1213/28.06.1984).

11. Στις 30 Ιουνίου 1986 η Αρχαιολογική Υπηρεσία επιβεβαίωσε την απαγόρευση δόμησης στην ιδιοκτησία της προσφεύγουσας εταιρείας.

12. Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα εταιρεία προέβη ματαίως σε διάφορες ενέργειες ενώπιον των αρμοδίων αρχών προκειμένου να επιτύχει την ανανέωση της αρχικής άδειας κατασκευής ξενοδοχειακού συγκροτήματος 350 κλινών.

Γ. Το αίτημα απαλλοτρίωσης και η προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

13. Στις 2 Μαρτίου 1993 η προσφεύγουσα ζήτησε από τον Υπουργό Πολιτισμού την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της υποστηρίζοντας ότι το βάρος που επέβαλε η ολική απαγόρευση δόμησης είχε de facto καταστήσει το δικαίωμα στην περιουσία της κενό περιεχομένου.

14. Ο Υπουργός Πολιτισμού ζήτησε τη γνωμοδότηση της 14η Εφορείας Κλασικών Αρχαιοτήτων και της 13η Εφορείας Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, οι οποίες προέβησαν σε επιτόπια αυτοψία. Οι γνώμες που συνέταξαν οι ως άνω υπηρεσίες καταγράφουν την απουσία αρχαιοτήτων στην επιφάνεια του ακινήτου […]. Οι υπηρεσίες γνωμοδότησαν αρνητικά ως προς το αίτημα απαλλοτρίωσης του επίμαχου ακινήτου.

15. Στις 3 Αυγούστου 1998, η προσφεύγουσα εταιρεία απηύθυνε νέο αίτημα απαλλοτρίωσης στους Υπουργούς Πολιτισμού και Οικονομικών. Ενόψει του ότι η Διοίκηση δεν της απάντησε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η προσφεύγουσα εταιρεία κατέθεσε, στις 28 Νοεμβρίου 1998, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση ακύρωσης κατά της σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης να προβεί σε απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας της. Η προσφεύγουσα εταιρεία κατήγγειλε, μεταξύ άλλων, ότι η άρνηση της Διοίκησης να προβεί στην απαλλοτρίωση του επίμαχου ακινήτου παραβιάζει το δικαίωμά της στην περιουσία, όπως αυτό κατοχυρώνεται στα άρ. 17 του Συντάγματος και 1 ΠΠΠ της Σύμβασης. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα ανέφερε ότι το επίμαχο ακίνητο ήταν δομήσιμο σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία κατά το χρόνο απόκτησής του. Προσέθεσε δε ότι η διαδοχική επιβολή περιορισμών, η οποία οδήγησε στην απόλυτη αδυναμία δόμησης της ιδιοκτησίας της, αποτέλεσε υπερβολικό βάρος το οποίο συνέβαλε στην απόλυτη υποτίμηση της περιουσίας της. Για την προσφεύγουσα, η ανωτέρω πρακτική της Διοίκησης ισοδυναμούσε με de facto απαλλοτρίωση, η οποία αντίκειται ευθέως στο δικαίωμα προστασίας της περιουσίας.

17. Μετά από αλλεπάλληλες αναβολές εξαιτίας της αλλαγής Εισηγητή και αρμοδίου Τμήματος για την εκδίκαση της υπόθεσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση ακύρωσης στις 30 Μαρτίου 2005. Ειδικότερα, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Διοίκηση υπέχει την υποχρέωση απαλλοτρίωσης ενός ακινήτου αποκλειστικά στην περίπτωση κατά την οποία οι επιβληθέντες σε αυτό περιορισμοί καθιστούν μερικώς ή ολικώς αδύνατη την εκμετάλλευση του σύμφωνα με τον προορισμό του. Ωστόσο, στην υπό κρίση περίπτωση, το Συμβούλιο της Επικρατείας σημείωσε ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν εκτός σχεδίου πόλεως και, συνεπώς, είχε εκ φύσεως ως αποκλειστικό προορισμό τη γεωργική, πτηνοτροφική και δασοπονική εκμετάλλευση, καθώς και την αναψυχή του κοινού. Το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε ότι ενόψει των περιστάσεων της υπόθεσης, κανένας μερικός ή ολικός περιορισμός δεν είχε διαταράξει την επίμαχη περιουσία και ότι η επίδικη κατάσταση δεν ισοδυναμούσε με απαλλοτρίωση (ΣτΕ 982/2005).

ΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ

 

Α. Το Σύνταγμα[2]

[…]

Γ. Το προεδρικό διάταγμα της 23ης Οκτωβρίου 1928 «περί καθορισμού των όρων και περιορισμών δόμησης της εντός και εκτός της ζώνης των πόλεων ανέγερσης οικοδομών»Η Κυβέρνηση

 

33. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ’αρχάς, ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη, καθώς η προσφεύγουσα εταιρεία δεν υπέβαλε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αγωγή αποζημίωσης επί τη βάσει των άρ. 24 §6 Σ και 105 και 106 ΕισΝΑΚ. […]

34. Επί της ουσίας, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, υπό τις δεδομένες περιστάσεις της υπόθεσης, δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της προσφεύγουσας εταιρείας στο σεβασμό της περιουσίας της. Για την Κυβέρνηση, το επιβληθέν βάρος στην επίμαχη περιουσία εξυπηρετούσε νόμιμο σκοπό, και συγκεκριμένα αυτόν της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι το επίμαχο ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και, ως εκ τούτου, έχει ως αποκλειστικό προορισμό τη γεωργική, πτηνοτροφική και δασοπονική εκμετάλλευση, καθώς και την αναψυχή του κοινού.

 

  1. Η προσφεύγουσα εταιρεία

 

35. Αναφορικά με την ένσταση περί απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Κυβέρνηση, η προσφεύγουσα εταιρεία αντιτείνει ότι η αίτηση ακύρωσής της ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας στηρίχθηκε στα ίδια πραγματικά περιστατικά και νομικά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τυχόν αγωγής επί τη βάσει είτε του άρ. 24 §6 Σ είτε των άρ. 105-106 ΕισΝΑΚ.

36. Επί της ουσίας, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την ορθότητα του εφαρμοσθέντος από το Συμβούλιο της Επικρατείας κριτηρίου, στο μέτρο που αυτό δεν λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν οικοδομήσιμο κατά το χρόνο απόκτησης της κυριότητάς του. Επ’ αυτού η προσφεύγουσα καταγγέλλει ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν διαδοχικά στο ακίνητό της εκμηδένισαν κατ’ ουσίαν την αξία του, γεγονός που συνιστά, στην πραγματικότητα, de facto απαλλοτρίωση.

Β. Επί του παραδεκτού

 

37. […]

38. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο σημειώνει, κατ’ αρχάς, ότι η προσφεύγουσα εταιρεία καταγγέλλει τη διαδοχική επιβολή περιορισμών στο ακίνητό της, γεγονός που οδήγησε στην πλήρη αδυναμία δόμησής του και η οποία κορυφώθηκε με την απόρριψη της αίτησης ακύρωσης της προσφεύγουσας με την υπ’αρ. 982/2005 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ειδικότερα, καταγγέλλει το εφαρμοσθέν από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο κριτήριο, σχετικά με τον προορισμό των ακινήτων που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως, το οποίο οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης ακύρωσής της. Ωστόσο, η ανωτέρω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτέλεσε αμετάκλητη απόφαση εγχώριου δικαστηρίου, καθώς στο πλαίσιο της επίδικης διαδικασίας, δεν προβλέπεται κανένα ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής. Κατά συνέπεια η προσφεύγουσα εταιρεία δεν όφειλε να εξαντλήσει κανένα περαιτέρω εσωτερικό ένδικο μέσο πριν την κατάθεση της παρούσας προσφυγής της ενώπιον του Δικαστηρίου.

39. Εξάλλου, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η αίτηση ακύρωσης της προσφεύγουσας εταιρείας στρεφόταν κατά της σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης να προβεί σε απαλλοτρίωση του επίμαχου ακινήτου ενόψει του απόλυτου «παγώματός» του. Δια μέσου της αίτησης ακύρωσης αυτής, η προσφεύγουσα εταιρεία ήγειρε ρητώς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την καταγγελλόμενη παραβίαση του δικαιώματός της σε σεβασμό της περιουσίας της. Επομένως, και σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσε να απαιτηθεί η αξιοποίηση περαιτέρω ενδίκων μέσων από την προσφεύγουσα.

40. Εντούτοις, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ., ανωτέρω, §19), το άρ. 24 §6 Σ μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για αποζημίωση εξαιτίας «παγώματος» μιας ιδιοκτησίας, σε περίπτωση που υφίσταται ουσιώδης προσβολή της χρήσης της σύμφωνα με τον προορισμό της. Ωστόσο, η προσφεύγουσα εταιρεία καταγγέλλει ακριβώς το εφαρμοσθέν από το Συμβούλιο της Επικρατείας κριτήριο το οποίο αφορά στον προορισμό του επίμαχου ακινήτου. Κατά συνέπεια, ένα ένδικο βοήθημα επί τη βάσει του άρ. 24 §6 Σ  δεν θα ήταν αποτελεσματικό υπό την έννοια του άρ. 35 §1 της Σύμβασης, καθώς το αρμόδιο δικαστήριο θα εφάρμοζε το κριτήριο εκείνο το οποίο καταγγέλλει η προσφεύγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσον αφορά δε την αξίωση αποζημίωσης επί τη βάσει των άρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ, το Δικαστήριο σημειώνει ότι τα αρμόδια εγχώρια δικαστήρια θα δεσμεύονταν ως προς τον καθορισμό τυχόν αποζημίωσης από το κριτήριο το οποίο είχε εφαρμόσει το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, δηλαδή, από το γεγονός ότι το «παγωμένο» ακίνητο προορίζόταν, σε κάθε περίπτωση, για γεωργική, πτηνοτροφική και δασοπονική εκμετάλλευση καθώς και για την την αναψυχή του κοινού. Συνεπώς, θα αντίκειτο στο πνεύμα του άρ. 35 §1 της Σύμβασης να απαιτηθεί από την προσφεύγουσα εταιρεία να ξεκινήσει ένα νέο κύκλο διαδικαστικών ενεργειών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, οι οποίες θα οδηγούσαν μετά βεβαιότητας στην εφαρμογή του κριτηρίου το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.

41. Ενόψει όλων αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφεύγουσα εταιρεία ορθώς αξιοποίησε τα ένδικα βοηθήματα που της αναγνωρίζει το ελληνικό δίκαιο. Θα πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η ένσταση περί μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων μέσων, την οποία προέβαλε η Κυβέρνηση. Εξάλλου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η υπό κρίση προσφυγή δεν είναι προδήλως αβάσιμη, υπό την έννοια του άρ. 35 §3 της Σύμβασης. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει εξάλλου, ότι η υπό κρίση προσφυγή δεν γεννά κανένα άλλο λόγο απαραδέκτου. Επομένως, θα πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.

Γ. Επί του βασίμου

 

42. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του, το άρ. 1 ΠΠΠ, το οποίο κατοχυρώνει επί της ουσίας το δικαίωμα στην περιουσία, περιλαμβάνει τρεις διακριτούς κανόνες: ο πρώτος, ο οποίος εκφράζεται στην πρώτη φράση του πρώτου εδαφίου και έχει γενικότερο χαρακτήρα, κατοχυρώνει την αρχή του σεβασμού της περιουσίας· ο δεύτερος, ο οποίος εμφαίνεται στη δεύτερη φράση του ίδιου εδαφίου, αφορά τη στέρηση της ιδιοκτησίας και την υποβάλει σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις· όσον αφορά δε στον τρίτο, ο οποίος αποτυπώνεται στο δεύτερο εδάφιο, αναγνωρίζει στα Συμβαλλόμενα Κράτη την εξουσία να ρυθμίζουν τη χρήση αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον. Ο δεύτερος και ο τρίτος κανόνας, οι οποίοι αναφέρονται σε ειδικότερα παραδείγματα προσβολών του δικαιώματος στην περιουσία, θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως της αρχής που κατοχυρώνεται από τον πρώτο (βλ., μεταξύ άλλων, Anheuser-Busch Inc. κατά Πορτογαλίας  [ΤΕΣ], προσφυγή υπ’ αριθμ. 73049/01, §62, CEDH 2007‑…).

43. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τη θέση της Κυβέρνησης ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος της προσφεύγουσας εταιρείας στην ελεύθερη διάθεση των αγαθών της. Συναφώς, θα πρέπει να σημειώθεί ότι κατά την κτήση της κυριότητας του επίμαχου ακινήτου από την προσφεύγουσα, το εσωτερικό δίκαιο αναγνώριζε, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τη δομησιμότητά του (βλ., ανωτέρω, §22). Επιπλέον, η Διοίκηση, εν συνεχεία, αναγνώρισε ρητώς στην προσφεύγουσα εταιρεία το δικαίωμα να κατασκευάσει στο επίμαχο ακίνητο ξενοδοχειακό συγκρότημα: το 1973 ο ΕΟΤ, ως αρμόδια αρχή, ενέκρινε το σχέδιο κατασκευής ξενοδοχειακού συγκροτήματος, το οποίο του υπεβλήθη από την προσφεύγουσα εταιρεία. Περαιτέρω, το 1977 ο Υπουργός Πολιτισμού ενέκρινε το ίδιο σχέδιο επιβάλλοντας ωστόσο ορισμένες τροποποιήσεις ως προς τη δυναμικότητα του ξενοδοχείου και το ύψος της κατασκευής.

44. Μολαταύτα, η εκμετάλλευση του επίμαχου ακινήτου κατέστη τελικώς αδύνατη μέσω μιας σειράς διοικητικών πράξεων: στις 21 Ιουνίου 1984 ο Υπουργός Περιβάλλοντος απέρριψε το αίτημα έκδοσης οικοδομικής άδειας στο επίμαχο ακίνητο· στις 28 Ιουνίου 1984 ο Υπουργός Περιβάλλοντος προέβη στο χαρακτηρισμό της περιοχής όπου βρίσκεται η επίδικη έκταση ως «ζώνης Α – απόλυτης προστασίας», δηλαδή, ζώνης στην οποία απαγορεύονται απολύτως η δόμηση και η εκμετάλλευση. Στις 30 Ιουνίου 1986 η Αρχαιολογική Υπηρεσία επιβεβαίωσε την απαγόρευση κάθε είδους δόμησης στην ιδιοκτησία της προσφεύγουσας. Ενόψει της ολοκλήρωσης της δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την υπ’αρ. 982/2005 απόφασή του, μιας δίκης σημαντικής για την εκτίμηση της αναλογικότητας των επίμαχων μέτρων, το Δικαστήριο θα πρέπει να  εξετάσει κατά πόσον η επέμβαση στο δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρείας να διαθέτει ελεύθερα τα αγαθά της υπήρξε δικαιολογημένη, υπό το πρίσμα της δεύτερης παραγράφου του άρ. 1 ΠΠΠ (βλ. Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου Αττικής κ.λπ. κατά Ελλάδος, προσφυγή υπ’ αριθμ. 35859/02, §36, της 13ης Ιουλίου 2006).

45. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, αφενός, σε ένα πεδίο τόσο πολύπλοκο και δύσκολο όσο η χωροταξία, τα Συμβαλλόμενα Κράτη απολαμβάνουν ενός ευρέος περιθωρίου εκτίμησης προκειμένου να είναι σε θέση να διαξάγουν την οικιστική τους πολιτική (βλ. Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου Αττικής κ.λπ. κατά Ελλάδος, ό.π., §37· EliaS.r.L. κατά Ιταλίας, προσφυγή υπ’ αριθμ. 37710/97, §77, CEDH 2001-IX). Εκτιμά, ως εκ τούτου, ότι η επέμβαση στο δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρείας σε σεβασμό των περιουσιακών της αγαθών ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του δημοσίου συμφέροντος. Αφετέρου, ο νόμιμος σκοπός της προστασίας του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, ανεξαρτήτως της σπουδαιότητάς του, δεν απαλλάσσει το Κράτος από την υποχρέωσή του να αποζημιώσει τους ενδιαφερόμενους όταν η επέμβαση στο δικαίωμά τους στην περιουσία είναι δυσανάλογη. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξακριβώσει, εν προκειμένω, κατά πόσον επετεύχθη η επιθυμητή ισορροπία κατά τρόπο σύμφωνο προς το δικαίωμα της προσφεύγουσας εταιρείας σε σεβασμό των περιουσιακών της αγαθών (βλ. Saliba κατά Μάλτας, προσφυγή υπ’ αριθμ. 4251/02, §45, της 8ης Νοεμβρίου 2005, και Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αναπήρων και Θυμάτων Πολέμου Αττικής κ.λπ. κατά Ελλάδος, ό.π., §37).

46. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα της νομιμότητας των επιβληθέντων στην επίδικη ιδιοκτησία περιορισμών  δόμησης εξετάστηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης η οποία θα έκρινε στην ακύρωση της σιωπηρής άρνησης της διοίκησης να προβεί στην απαλλοτρίωση του επίμαχου ακινήτου. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο με την υπ’αρ. 982/2005 απόφασή του έκρινε ότι η ολική απαγόρευση δόμησης εντός του επίδικου ακινήτου δεν προσέβαλε το δικαίωμα στην προστασία της περιουσίας, καθώς η επίμαχη ιδιοκτησία βρίσκόταν εκτός σχεδίου πόλεως. Σύμφωνα με το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, κάθε έκταση που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως προορίζεται εκ φύσεως για γεωργική, πτηνοτροφική και δασοπονική εκμετάλλευση, καθώς και για αναψυχή του κοινού.  Με άλλα λόγια, το Συμβούλιο της Επικρατείας, θεώρησε αδύνατον η απαγόρευση δόμησης εντός του επιδίκου ακινήτου να αποτελεί προσβολή του δικαιώματος σε σεβασμό της περιουσίας, αφ’ ης στιγμής η επίμαχη έκταση ήταν σε κάθε περίπτωση, εξαιτίας και της φύσης της, μη δομήσιμη.

47. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κριτήριο το οποίο χρησιμοποίησε το Συμβούλιο της Επικρατείας, προκειμένου να απορρίψει την αίτηση ακύρωσης που είχε καταθέσει η προσφεύγουσα εταιρεία, διακρίνεται για την ιδιαίτερη αυστηρότητά του: στην πραγματικότητα η εξομοίωση κάθε ακινήτου το οποίο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως με ακίνητο το οποίο προορίζεται για γεωργική, πτηνοτροφική και δασοπονική εκμετάλλευση, καθώς και για αναψυχή του κοινού, εισάγει ένα αμάχητο τεκμήριο, το οποίο παραγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες κάθε ακινήτου που δεν βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως. Ειδικότερα, η αναφορά στον «προορισμό» του ακινήτου, όρος perse αόριστος και ασαφής, δεν επιτρέπει στον εθνικό δικαστή να λάβει υπ’ όψη του τη νομοθεσία η οποία, ενδεχομένως, διήπε inconcreto την εκμετάλλευση πρό της εισαγωγής των επίμαχων περιορισμών δόμησης. Στην περίπτωση που η κείμενη νομοθεσία δεν προβλέπει παρά μόνο την αγροτική εκμετάλλευση, ο «προορισμός» του ακινήτου, πράγματι, δεν είναι άλλος από τη γεωργία. Ωστόσο, εφόσον η κείμενη νομοθεσία προβλέπει ρητώς τη δομησιμότητα του ακινήτου, ο εθνικός δικαστής δεν θα μπορούσε να αγνοήσει το στοιχείο αυτό επικαλούμενος απλώς τον «προορισμό» κάθε ακινήτου το οποίο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως.

48. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο προορισμός της επίδικης έκτασης δεν εξαντλείτο στην αγροτική εκμετάλλευση. Ειδικότερα, η απαγόρευση οποιασδήποτε δόμησης επί του επίμαχου ακινήτου ερείδεται σε μια ρύθμιση που εισάγει εξαίρεση στις διατάξεις του κοινού δικαίου ως προς τους όρους δόμησης των ακινήτων που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναδειχθεί μία αντίφαση που ενυπάρχει στην πρακτική των εθνικών αρχών ως προς τη διασφάλιση της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, εάν η επίμαχη έκταση ήταν abinitio μη δομήσιμη εξαιτίας του προορισμού της για γεωργική εκμετάλλευση, όπως συνάγεται από το σκεπτικό της υπ’αρ. 982/2005 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν θα ήταν απαραίτητο για τις εθνικές αρχές να επιβάλλουν στην προσφεύγουσα εταιρεία τη μη δομησιμότητά της. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η απαγόρευση δόμησης υπήρξε αποτέλεσμα μιας σειράς διοικητικών πράξεων, οι οποίες κατέστησαν κενό περιεχομένου το αρχικώς αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο δικαίωμα.

49. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κριτήριο που επικαλέστηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας στην υπ’αρ. 982/2005 απόφασή του, καθώς και η συνακόλουθη πρακτική των εθνικών αρχών διατάραξαν τη δίκαιη ισορροπία η οποία θα πρέπει να επικρατεί, στο πεδίο της ρύθμισης της χρήσεως των αγαθών, ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό συμφέρον.

Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ

Μία από τις σοβαρότερες δυσλειτουργίες του Ελληνικού δικαστικού συστήματος είναι η απαράδεκτα μεγάλη διάρκεια απονομής της δικαιοσύνης, που έχει πλέον βγει εκτός ελέγχου μετά και τις πρόσφατες πολύμηνες αποχές των δικαστών. Στον χώρο της διοικητικής δικαιοσύνης το πρόβλημα εντείνεται ακόμη περισσότερο. Ως αποτέλεσμα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), στα 52 χρόνια λειτουργίας του η χώρα μας έχει καταδικαστεί συνολικά 403 φορές για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εξαιτίας υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, ενώ μόνο στο 2011 οι καταδίκες ανήλθαν τις πενήντα. Σε κάθε μία από τις υποθέσεις αυτές το Ελληνικό κράτος εξαναγκάστηκε από το ΕΔΑΔ να καταβάλει αποζημίωση πολλών χιλιάδων Ευρώ στους παθόντες, το ανθρώπινο δικαίωμα των οποίων σε δίκαιη δίκη κρίθηκε ότι παραβιάστηκε.

Για την αντιμετώπιση του ζητήματος θεσμοθετήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του Ν. 4055/2012 το ένδικο βοήθημα της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση των πολιτών στις περιπτώσεις υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του νόμου, οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την ευθυγράμμιση της χώρας μας στις απαιτήσεις του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε συμμόρφωση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, όπως αυτά ερμηνεύθηκαν με την απόφαση του ΕΔΑΔ, της 21.12.2010, Αθανασίου κλπ. κατά Ελλάδος. Είχε άλλωστε προηγηθεί και σχετική απόφαση του ΕΔΑΔ, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική έννομη τάξη δεν προσφέρει στους ενδιαφερομένους μια πραγματική προσφυγή για το παράπονο του εύλογου χρόνου (βλ. Απόφαση της 10 Απριλίου 2003, nο. 53401/99, Κόντη-Αρβανίτη κατά Ελλάδος, παρ.παρ. 29-30).

Με το νέο αυτό ένδικο βοήθημα το Ελληνικό κράτος επιχειρεί να περιορίσει την έκθεση της χώρας στη διεθνή κοινότητα εξαιτίας της σωρείας των αιτήσεων αποζημίωσης που συσσωρεύονται κάθε χρόνο ενώπιον του ΕΔΔΑ. Στην ουσία όμως στοχεύει στον έλεγχο της οικονομικής αιμορραγίας από επιδικασθείσες μέσω του ΕΔΑΔ αποζημιώσεις σε βάρος της χώρας, δημιουργώντας έναν εγχώριο βαθμό δικαιοδοσίας για το θέμα, ο οποίος και θα επιδικάζει σαφώς κατώτερα ποσά (ΣτΕ 4467/2012). Και αυτό γιατί μετά την θεσμοθέτηση του ενδίκου αυτού βοηθήματος η πιθανότητα επιτυχίας τυχόν προσφυγών στο ΕΔΑΔ για μεγαλύτερα ποσά αποζημίωσης καθίσταται πρακτικά μηδαμινή, αφού σύμφωνα με τη νομολογία του τελευταίου τα επιδικαζόμενα σε εθνικό επίπεδο ποσά δύνανται να είναι χαμηλά, αρκεί να μην είναι πολύ κατώτερα ενός ευλόγου ορίου (“unreasonable”) και υπό τον όρο ότι οι σχετικές αποφάσεις, οι οποίες πρέπει να είναι σύμφωνες με τη νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο (“standard of living”) της συγκεκριμένης χώρας, εκδίδονται ταχέως, είναι αιτιολογημένες και εκτελούνται άμεσα (βλ. απόφ. ΕΔΑΔ της 10.10.2004, Dubjakova κατά Σλοβακίας και της 26.3.2006, Scordino κατά Ιταλίας).

Τα Κριτήρια για το Εύλογο της Διάρκειας της Δίκης στη Νομολογία του ΕΔΔΑ

Το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προβλέπει ρητά ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε δίκη, μεταξύ άλλων, εντός λογικής προθεσμίας. Κατά συνέπεια, η απονομή δικαιοσύνης εντός ευλόγου χρόνου αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του ανθρώπινου δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Η υπέρβαση του εύλογου χρόνου συνιστά παραβίαση του ανθρώπινου αυτού δικαιώματος και δημιουργεί την ευθύνη του παραβαίνοντος κράτους σε αποζημίωση του παθόντος για τη ζημία που υπέστη.

Από τη νομολογία του ΕΔΑΔ προκύπτει ότι ο υπολογισμός του εύλογου χρόνου της απονομής δικαιοσύνης πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση. Βασικά κριτήρια υπολογισμού είναι το σύνολο των συνθηκών της υπόθεσης και, ειδικότερα, η φύση και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, η συμπεριφορά του προσφεύγοντος και εκείνη των αρμοδίων αρχών καθώς και η σημασία του αντικειμένου της διαφοράς για τους προσφεύγοντες (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Frydlender κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 30979/96, παρ. 43, CEDH 2000-VII, Grand Chamber, Γκιόκα κατά Ελλάδος, Νο. 44806/07, 16.4.2009, Βausthlgewebe Gmbh, 1999, 487). Εξ αυτών, το κριτήριο της σημασίας του αντικειμένου της διαφοράς για τον προσφεύγοντα είναι το πιο καθοριστικό για την εκτίμηση υπέρβασης ή μη της εύλογης διάρκειας απονομής της δικαιοσύνης (βλ. Comingersoll S.A.v. Portugal [GC], No 35382/97, par. 19, ECHR 2000 – IV). Ιδιαίτερα, στην διοικητική δίκη, όπου ισχύει το ανακριτικό σύστημα, η ευθύνη των δικαστικών αρχών για την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης είναι μεγαλύτερη. Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΑΔ η διάρκεια της απονομής δικαιοσύνης στη διοικητική δίκη θα πρέπει να υπολογίζεται αρχόμενη από την διοικητική διαδικασία που προηγείται και αποτελεί την αναγκαία προδικασία της διοικητικής δίκης (X. c France, 31.3.1992, A 234 – C, Vallée c. France, 26.avr. 1994, A 289, Santoni c France, 29 juill. 2003, D 2003, 2269) μέχρι και την συμμόρφωση της Διοίκησης στην εκδοθείσα δικαστική απόφαση, συμπεριλαμβάνοντας έτσι και τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον των δικαστικών συμβουλίων κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3068/2002 (Silva Pontes; Di Pede et Zappia c. Italie, 26.9.1996, JCP, 1997, I, 4000, Bouilly c. France, Satonnet c. France, 2 août 2000, Pinto de Oliveira c. Portugal).

Το Ένδικο Βοήθημα των Άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012

Με βάση τα άρθρα 53 – 58 του Ν. 4055/2012 μπορεί να προσφύγει στη δικαιοσύνη ο καθένας, το δικαίωμα του οποίου σε δίκαιη δίκη παραβιάστηκε, επειδή η διαδικασία για την εκδίκαση της υπόθεσής του ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων διήρκεσε πέραν του ευλόγου χρόνου που απαιτείται για τη διάγνωση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν στη δίκη αυτή. Αντικείμενο της αίτησης είναι η δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποζημίωση της περιουσιακής του ζημίας και την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.

Η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση των άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012 ασκείται από οποιονδήποτε διάδικο, πλην του Δημοσίου και των δημόσιων νομικών προσώπων τα οποία συνιστούν κυβερνητικούς οργανισμούς, κατά την έννοια του άρθρου 34 της ΕΣΔΑ. Έτσι, δεν ενδιαφέρει αν ο αιτών διάδικος νίκησε ή έχασε κατά την δίκη, που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης (βλ. άρθρο 4γ ΠΟΛ 1129/28-05-2012). Η αίτηση στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτό εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών.

Ως προς τα θέματα διοικητικής δικονομίας, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση :

  1. Ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας.
  2. Ασκείται εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής.
  3. Υπογράφεται από δικηγόρο βάσει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και συνοδεύεται με παράβολο 200 €.
  4. Περιέχει, μεταξύ άλλων, την ηλεκτρονική διεύθυνση ή τον αριθμό του τηλεφώνου ή του τηλε-ομοιοτύπου (φαξ) του αιτούντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του.
  5. Κατατίθεται στη γραμματεία του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου.
  6. Κοινοποιείται στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με επιμέλεια του αιτούντος.

Αρμόδιος δικαστικός λειτουργός για την εκδίκαση της αίτησης είναι, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον (άρθρο 54 Ν. 4055/2012) :

  1. του Συμβουλίου της Επικρατείας, Σύμβουλος ή Πάρεδρος,
  2. των διοικητικών εφετείων, Πρόεδρος Εφετών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση,
  3. των διοικητικών πρωτοδικείων, Πρόεδρος Πρωτοδικών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση.

Η κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση των άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012 περιλαμβάνει τρία (3) στάδια. Στο πρώτο στάδιο, το δικαστήριο αποφαίνεται αν συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Τα κριτήρια, που προβλέπονται στον νόμο για την εκτίμηση υπέρβασης ή μη της εύλογης διάρκειας απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης, ταυτίζονται με αυτά που έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του ΕΔΑΔ, και, συγκεκριμένα, είναι (άρθρο 57 Ν. 4055/2012) :

  • Η συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι η διάρκεια της υπερέβη την εύλογη διάρκεια,
  • Η πολυπλοκότητα των τιθέμενων νομικών ζητημάτων,
  • Η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών, και
  • Το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα.

Von Hannover κατά Γερμανίας

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (εφεξής, ΕΔΔΑ), στις 7 Φεβρουαρίου του 2012 παρέδωσε την ομόφωνη απόφασή του στην υπόθεση Von Hannover. Η απόφαση αυτή έγινε ιδιαιτέρως δεκτή από τον αγγλικό τύπο καθώς σε μια υπόθεση σχετική με την σύγκρουση της προστασίας του ιδιωτικού βίου, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής, ΕΣΔΑ) και της ελευθερίας του τύπου (άρθρο 10 της ΕΣΔΑ), η απόφαση έκλινε προς την ελευθερία του τύπου.

Στην υπόθεση αυτή εξετάστηκαν παρόμοια ζητήματα με αυτά που αναπτύχθηκαν κατά την προηγηθείσα υπόθεση Von Ηannover κατά την οποία η πριγκίπισσα Καρολίνα του Μονακό προσέφυγε στο ΕΔΔΑ ζητώντας την καταδίκη της Γερμανίας καθώς τα γερμανικά δικαστήρια, αρνούμενα να διατάξουν ασφαλιστικά μέτρα για την απαγόρευση δημοσίευσης των φωτογραφιών της προσφεύγουσας, απέτυχαν να προστατέψουν επαρκώς το δικαίωμά της για προστασία της ιδιωτικής της ζωής όπως θεμελιώνεται στο αρ.8 της ΕΣΔΑ. Τα γερμανικά δικαστήρια στην αιτιολογία τους, κατηγοριοποιούσαν την πριγκίπισσα ως «δημόσιο πρόσωπο της απόλυτης επικαιρότητας» (public figure par excellence) συνεπώς η επέμβαση του Τύπου σε θέματα του ιδιωτικού της βίου, κρίθηκε δικαιολογημένη.

Το ΕΔΔΑ στην από 2004 απόφασή του έκρινε την αιτιολογία αυτή ως εσφαλμένη, καθώς εξαιρούσε έμμεσα τη δυνατότητα ενός δημοσίου προσώπου να υπερασπιστεί την δημοσίευση φωτογραφιών του. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το επιθυμητό αποτέλεσμα κατά την στάθμιση των δύο ισοδύναμων δικαιωμάτωνπαρεχόμενων από τα αρ.8 και 10 της ΕΣΔΑ, θα προέκυπτε βάσει του εάν η δημοσίευση συνέβαλε ή όχι σε μια “συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος” (debate of general interest).  Και επειδή το τι κάνει ένα άτομο στην σφαίρα του ιδιωτικού του βίου, προφανώς δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης δημοσίου  ενδιαφέροντος, η από 2004 απόφαση του ΕΔΔΑ έκλινε υπέρ της προσφυγούσης.

Η επίμαχη φωτογραφία

Η φωτογραφία που συζητήθηκε στα πλαίσια της δεύτερης υπόθεσης Von Ηannover (2012) απεικόνιζε την πριγκίπισσα Καρολίνα και τον σύζυγό της να περπατούν σε ένα πολυσύχναστο δρόμο(St Moritz) κατά τη διάρκεια των διακοπών τους. Η φωτογραφία αυτή είχε δημοσιευτεί σε τρία γερμανικά περιοδικά τα οποία έκαναν λόγο για τις διακοπές της πριγκιπικής οικογένειας τη στιγμή που ο 78χρονος πατέρας της πριγκίπισσας ήταν κατάκοιτος ένεκα των σοβαρών προβλημάτων υγείας του. Τα γερμανικά δικαστήρια αρνήθηκαν να διατάξουν την απαγόρευση δημοσίευσης της εν λόγω φωτογραφίας με το αιτιολογικό αυτή τη φορά να είναι ότι η φωτογραφία αυτή σε συνδυασμό με το σχετικό άρθρο αποτελούσε ένα «σύγχρονο κοινωνικό γεγονός» (event of contemporary society)  το οποίο ο Τύπος είχε κάθε δικαίωμα να αναφέρει. Αφού η υπόθεση εξάντλησε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων, οδηγήθηκε στο ΕΔΔΑ.

Το ΕΔΔΑ ομόφωνα απέρριψε τους ισχυρισμούς των προσφυγόντων περί παραβίασης του αρ.8 της ΕΣΔΑ. Την απόφασή του αυτή στήριξε στις βασικές αρχές που χαρακτηρίζουν αφενός μεν, την προστασία του ιδιωτικού βίου και αφετέρου, την ελευθερία της έκφρασης:

Σχετικά με τον ιδιωτικό βίο:

Ο πρωταρχικός σκοπός του άρθρου 8 της Συνθήκης είναι να διασφαλίσει την ανάπτυξη, χωρίς οποιαδήποτε παρεμβολή, της προσωπικότητας κάθε ατόμου στις σχέσεις του με τους υπολοίπους ανθρώπους. Υπάρχει, λοιπόν μια ζώνη συναναστροφής ενός ατόμου με άλλα άτομα (zone of interaction of a person with others) η οποία μπορεί να εμπίπτει στην σφαίρα του ιδιωτικού βίου. Συνεπώς η δημοσίευση μιας φωτογραφίας μπορεί να παρεισφρέει στον ιδιωτικό βίο ενός ατόμου ακόμα κι αν το πρόσωπο αυτό είναι δημόσιο πρόσωπο.

Αναφορικά με τις φωτογραφίες, το δικαστήριο απεφάνθη ότι:

«…η φωτογραφία ενός προσώπου αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, αφού αποκαλύπτει τα ατομικά χαρακτηριστικά του γνωρίσματα και το διαχωρίζει από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Το δικαίωμα στην προστασία της ατομικής εικόνας ενός προσώπου είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία της προσωπικής του ανάπτυξης. Γεννιέται λοιπόν το δικαίωμα ενός προσώπου να ελέγχει το πώς χρησιμοποιείται μια φωτογραφία  του ως επίσης και το δικαίωμα να αρνηθεί την οποιαδήποτε δημοσίευσή της».

Σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης:

Η ελευθερία της έκφρασης καλύπτει όχι μόνο τις «πληροφορίες» ή τις «ιδέες» που μπορεί να θεωρηθούν ως μη προσβλητικές αλλά και αυτές που προσβάλλουν, σοκάρουν ή ενοχλούν. Έτσι επιβάλλουν οι αρχές του πλουραλισμού και  της ανεκτικότητας χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει «δημοκρατική κοινωνία». Όπως ορίζεται στο άρθρο 10, η ελευθερία της έκφρασης υπόκειται σε εξαιρέσεις οι οποίες , ωστόσο, πρέπει να ερμηνεύονται στενά και η ανάγκη για οποιουσδήποτε περιορισμούς πρέπει να θεμελιώνεται πειστικά.

«Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει τον θεμελιώδη ρόλο του Τύπου σε μια δημοκρατική κοινωνία. Παρόλο που ο Τύπος δεν πρέπει να υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια, σχετικά με την προστασία της εικόνας, της τιμής και της υπόληψης κάποιου προσώπου, ο ρόλος του είναι, ωστόσο, να μεταδίδει – έτσι  ώστε να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις και στις ευθύνες του – πληροφορίες και ιδέες σε όλα τα ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Και αντίστροφα: ο Τύπος έχει το δικαίωμα να μεταδίδει τέτοιες πληροφορίες και ιδέες, αλλά και το κοινό έχει το δικαίωμα να τις λαμβάνει…»

Η ελευθερία της έκφρασης συμπεριλαμβάνει την δημοσίευση φωτογραφιών. Σημειωτέον, ωστόσο, πως στο πεδίο αυτό, “…η προστασία της υπόληψης των απεικονιζόμενων προσώπων ενέχει εξίσου σημαντικό ρόλο, καθώς οι εν λόγω φωτογραφίες εμπεριέχουν προσωπικές πληροφορίες για ένα πρόσωπο ή την οικογένειά του…»[8]

«…φωτογραφίες οι οποίες εμφανίζονται σε «σκανδαλοθηρικά» περιοδικά , τα οποία γενικά τείνουν στο να ικανοποιούν την «κοινωνική περιέργεια» για την προσωπική ζωή ενός προσώπου, συχνά λαμβάνονται σε κλίμα παρατεταμένης παρενόχλησης η οποία μπορεί να δημιουργήσει στο θιγόμενο πρόσωπο ένα ισχυρό αίσθημα παραβίασης της προσωπικής του ζωής, μέχρι και καταδίωξης».[9]

Το Δικαστήριο τονίζοντας ότι τα δικαιώματα των άρθρων 8 και 10 της Συνθήκης κατέχουν την ίδια ιεραρχική θέση και κανένα δεν υπερτερεί του άλλου, απαρίθμησε τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την στάθμιση αυτών των δυο συγκρουόμενων δικαιωμάτων:

1.Συμβολή σε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος(debate of general interest).

Ο ορισμός του γενικού ενδιαφέροντος  εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης και εκτείνεται πέραν των πολιτικών ζητημάτων ή εγκληματικών πράξεων. Μια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος μπορεί να αφορά αθλητικά ή καλλιτεχνικά γεγονότα, δεν μπορεί, ωστόσο, να αφορά  για παράδειγμα φήμες για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στο γάμο του ο Πρόεδρος μιας δημοκρατίας ή τις οικονομικές δυσκολίες ενός διάσημου τραγουδιστή.

2.Πόσο γνωστό ήταν το θιγόμενο πρόσωπο  και ποιο είναι το περιεχόμενο της δημοσίευσης;

ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΣΤΟ ΕΥΡΥ ΚΟΙΝΟ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Ένα πρόσωπο άγνωστο στο ευρύ κοινό μπορεί δικαιολογημένα να διεκδικήσει αυξημένη προστασία της ιδιωτικής του ζωή – δεν ισχύει το ίδιο όμως στην περίπτωση των δημοσίων προσώπων. Ακόμα και στην τελευταία περίπτωση όμως, πάντοτε θα πρέπει να υπάρχει ένα όριο το οποίο θα καθορίζεται από την δυνατότητα της εν λόγω δημοσίευσης να συμβάλει σε μια συζήτηση στα πλαίσια μιας δημοκρατικής κοινωνίας (debate in a democratic society). Ο ρόλος του τύπου ως «φύλακας του δημοσίου συμφέροντος» παραμένει σημαντικός ωστόσο ο ρόλος αυτός είναι άσχετος με την δημοσίευση φωτογραφιών και άρθρων τα οποία συνδέονται αποκλειστικά με την προσωπική ζωή ενός ατόμου, ανεξάρτητα από το πόσο γνωστό αυτό το πρόσωπο είναι, και αποσκοπούν  στην ικανοποίηση της κοινωνικής περιέργειας.

3. Προηγούμενη συμπεριφορά του θιγόμενου προσώπου.

Παρ’ όλο που η συνεργασία με τον Τύπο σε κάποιες περιπτώσεις δεν σημαίνει ότι επιτρέπεται άνευ όρων η παραβίαση του ιδιωτικού βίου, η προηγούμενη συμπεριφορά ενός προσώπου και το εύρος των πληροφοριών που έχουν ήδη δημοσιευτεί με την άδεια του προσώπου αυτού ενέχει ιδιαίτερο ρόλο στην διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου.

4.Περιεχόμενο, διαμόρφωση και συνέπειες της δημοσίευσης.

Όχι μόνο η δημοσίευση εν γένει, αλλά και ο τόπος που επιλέγεται να δημοσιευτεί το συγκεκριμένο περιστατικό, (π.χ. στο εξώφυλλο δημοφιλούς περιοδικού) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

5.Συνθήκες κάτω υπό τις οποίες πάρθηκαν οι φωτογραφίες.

Εάν οι φωτογραφίες πάρθηκαν μετά από παρακολούθηση ή καταδίωξη του απεικονιζόμενου προσώπου, θα λαμβάνεται σοβαρά υπόψη καθώς στην περίπτωση υπάρχει σημαντική παραβίαση της ιδιωτικής σφαίρας. Το αντίκτυπο, βέβαια, θα είναι μεγαλύτερο σε ένα απλό πρόσωπο σε σχέση με κάποιο που αποτελεί ήδη δημόσιο πρόσωπο.

Από το αιτιολογικό του δικαστηρίου προκύπτει καθαρά ότι ο σκοπός του δεν ήταν να υπαγάγει τα προαναφερθέντα κριτήρια  στα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έτσι ώστε να καταλήξει σε μια δική του απόφαση στην οποία θα σταθμίζει τα δυο συγκρουόμενα δικαιώματα. Αντίθετα, το ΕΔΔΑ ηθέλησε απλά να επιβεβαιώσει ότι θα γερμανικά δικαστήρια έλαβαν υπόψη τους τα κριτήρια αυτά κατά την διαμόρφωση της δικής τους κρίσης. Συνεπώς, το ΕΔΔΑ παρατήρησε ότι:

«Το γεγονός ότι το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο αξιολόγησε την πληροφοριακή αξία της επίμαχης φωτογραφίας με κριτήριο το περιεχόμενο του δημοσιογραφικού σχολιασμού που τη συνόδευε, δεν μπορεί να κατακριθεί σύμφωνα με την ΕΣΔΑ. Σχετικά με το χαρακτηρισμό της αρρώστιας του Πρίγκιπα Ρανιέρ ως ένα σύγχρονο κοινωνικό γεγονός  (event of contemporary society), το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη την αιτιολογία των Γερμανικών Δικαστηρίων, αυτή η ερμηνεία είναι δικαιολογημένη».

Η προσέγγιση αυτή πιθανό να έπαιξε ρόλο στον χαρακτηρισμού του πριγκιπικού ζεύγους ως δημοσίων προσώπων, παρά σαν ιδιωτικών. Το ΕΔΔΑ παραδέχτηκε πως τα γερμανικά δικαστήρια θεμελίωσαν την αιτιολογία τους στο γεγονός ότι οι αιτούντες πολύ δημοφιλή πρόσωπα στο ευρύ κοινό και που πολύ συχνά είχαν προσελκύσει τα φώτα της δημοσιότητας στο παρελθόν. Το επιχείρημα αυτό όμως, δεν στηρίχτηκε σε κανένα είδος απόδειξης ή περαιτέρω αιτιολόγησης. Παρ’ όλα αυτά το ΕΔΔΑ παραδέχτηκε ότι, «δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι προσφεύγοντες, οι οποίοι αδιαμφισβήτητα είναι πολύ δημοφιλείς στο ευρύ κοινό, αποτελούν απλά ιδιωτικά πρόσωπα».

Τέλος, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι τα Γερμανικά δικαστήρια έλαβαν υπόψη τους τις συνθήκες κάτω υπό τις οποίες λήφθηκε η φωτογραφία, ενώ σημείωσε ότι επειδή ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν  στην μέση ενός πολυσύχναστου δημόσιου δρόμου δεν μπορούν να κριθούν αυτό καθεαυτό παράνομες έτσι ώστε να μπορεί να απαγορευτεί η δημοσίευσή τους.

USCC  Texas v Johnson (κάψιμοσημαίας)

Τοιστορικό

Gregory Lee Johnson burned an American flag outside of the convention center where the 1984 Republican National Convention was being held in Dallas, Texas. Johnson burned the flag to protest the policies of President Ronald Reagan. He was arrested and charged with violating a Texas statute that prevented the desecration of a venerated object,. He appealed, arguing that his actions were “symbolic speech” protected by the First Amendment. The Supreme Court agreed to hear his case.

Tο κάψιμο της σημαίας αποτελεί συμβολική έκφραση άποψης, η οποία εμπεριέχεται και προστατεύεται από την Ελευθερία του Λόγου, όπως καθιερώνεται από την 1η Τροποποίηση του Συντάγματος των Η.Π.Α. (1st Amendment). Ας υπογραμμισθεί το σκεπτικό του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο «η ελευθερία του λόγου προστατεύει απόψεις που, ακριβώς, η κοινωνία βρίσκει ενοχλητικές ή προσβλητικές. Η οργή της κοινωνίας δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογητική βάση για τον περιορισμό της ελευθερίας του λόγου.

        

         USCC   LANDMARKCOMMUNICATIONSVVIRGINIA 

                 Η απαγόρευση δημοσιοποίησης στοιχείων της ποινικής προδικασίας μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο όταν η  ανάγκη για την διατήρηση της μυστικότητας  είναι  πρόδηλη  άλλως παραβιάζεται η ελευθερία της έκφρασης.              

        Brown v. Plata (2011

  1. Είναι γεγονός ότι λχ και οι Η.Π.Α. μαστίζονται από τον υπερπληθυσμό των φυλακών. Στο πλαίσιο αυτά εκδόθηκε, μάλιστα, η μνημειώδης για την αμερικανική νομολογία απόφαση, Brown v. Plata (2011). Εν προκειμένω, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, αφενός αποφάνθηκε ότι ο υπερσυνωστισμός που παρατηρείτο στις φυλακές της California (η χωρητικότητά τους αντιστοιχούσε σε 85.000 άτομα, ενώ ο αριθμός των κρατουμένων ήσαν διπλάσιος) ήταν υπεύθυνος για την ανεπαρκή ιατρική μέριμνα των φυλακισμένων και αφετέρου υποχρέωσε το σωφρονιστικό σύστημα της Πολιτείας να αναδιανείμει τους κρατούμενους και τους υπόδικους με ασφάλεια και κατά τρόπο που θα μείωνε τον συνολικό πληθυσμό σε αποδεκτά από το νόμο επίπεδα. ΕνδεικτικώςNewman, W./Scott, C. (2012) Brown v. Plata: Prison overcrowding in California, Journal of the American Academy of Psychiatry and Law, 40: 547-552, Petersilia, J. (2014) California prison downsizing and its impact on local criminal justice system, Harvard Law and Policy Review, 8: 801-832 και Pitts, J./Griffin, H. III./Wesley–Johnson, W. (2014) Contemporary prison overcrowding: short term fixes to a perpetual problem: Contemporary Justice Review, 17(1): 124-139.

ΕΚΔΟΣΗ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΕ ΑΛΛΗ ΧΩΡΑ (ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΘΕΜΑ ΛΟΓΩ ΤΩΝ 8 ΤΟΥΡΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ)

Διαφωτιστική περί του σκεπτικού του Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους ζητήματα είναι η απόφασηAhmad κ.ά. κατά Μεγάλης Βρετανίας.Στην υπόθεση αυτή εξετάστηκε, μεταξύ άλλων ζητημάτων, το κατά πόσον οι συνθήκες κράτησης που επικρατούσαν σε μία αμερικάνικη φυλακή υψίστης ασφαλείας (ADX Florence) μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για την έκδοση κρατουμένων από την Αγγλία στις ΗΠΑ, για εγκλήματα που αφορούσαν σε τρομοκρατικές ενέργειες. Σημειωτέον ότι η αίτηση περί της έκδοσης συνοδευόταν από διαβεβαιώσεις των Η.Π.Α. ότι ούτε θα επιδιωχθεί, ούτε θα εκτελεστεί η θανατική ποινή και (ότι) οι δίκες θα διεξάγονταν ενώπιον Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν συνιστά κάθε πράξη κακομεταχείρισης αποτρεπτικό λόγο για την έκδοση ενός κρατουμένου, πολύ περισσότερο σε κράτος που δεν είναι μέλος της Ε.Ε. Με αυτό το δεδομένο, έκρινε ότι μεταχείριση, που δύναται να παραβιάζει το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ εντός των ορίων της Ε.Ε., δεν δύναται ταυτόχρονα να υπερβαίνει το ελάχιστο όριο αυστηρότητας, που απαιτείται σε ένα μη κράτος-μέλος, έτσι ώστε να αποτελέσει και εκεί παραβίαση του άρθρου. Υπό την έννοια αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το επίπεδο της κακομεταχείρισης δύναται να ποικίλει μεταξύ κρατών-μελών και μη κρατών-μελών. Το ΕΔΔΑ παρέθεσε μία λίστα παραγόντων που πρέπει να συντρέχουν, προκειμένου να μην εκδοθεί ο κρατούμενος, όπως η ύπαρξη έντονης προκατάληψης και η σαφής πρόθεση ταπείνωσης και υποβάθμισης της προσωπικότητάς του.

To  Δικαστήριο ανέφερε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανεύρει αποτρεπτικό λόγο για την έκδοση, ιδίως όταν το κράτος που αιτείται (Η.Π.Α.) έχει μία μακρά ιστορία σεβασμού της δημοκρατίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των κανόνων δικαίου.Στα ως άνω πλαίσια, αποφάνθηκε ότι οι συνθήκες κράτησης του συγκεκριμένου σωφρονιστικού καταστήματος δεν παραβιάζουν το άρ. 3 της ΕΣΔΑ. Πλέον συγκεκριμένα, ως προς την πιθανότητα κράτησης των προσφευγόντων σε καθεστώς απομόνωσης ή απαγόρευσης επικοινωνίας με άλλους κρατούμενους, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τούτη δεν αποτελούσεperseκακομεταχείριση, αν τηρούνταν συγκεκριμένες δικονομικές δικλείδες και (εάν) συνέτρεχαν συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως ορισμένη διάρκεια αυτής ή ειδικοί λόγοι ασφαλείας.

Η απόφαση αυτή δέχθηκε τόσο θετική,όσο και αρνητική κριτική.Η τελευταία επικεντρώθηκε, κυρίως, στον τρόπο ερμηνείας της παρεχόμενης εκ του άρθρου 3 της Σύμβασης προστασίας. Κατά τους επικριτές της απόφασης, το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ερμηνεύθηκε κατά τρόποσχετικό, έτσι ώστε,αφενός, η προστασία που παρέχει να μην εκλαμβάνεται ως απόλυτη, αλλά, ως επιδεχόμενη εξαιρέσεων,αφετέρου,το περιεχόμενό της να διαφοροποιείται σημασιολογικά, όταν οι κρινόμενες συνθήκες κράτησης ευρίσκονται εκτός των ορίων της Ε.Ε.Τούτο δε επισημάνθηκε ενόψει του γεγονότος ότι, η Μείζων Σύνθεση του ΕΔΔΑ έχει, ήδη, επιβεβαιώσει ότι «η προστασία που παρέχεται από το άρθρο 3 είναι απόλυτη και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η έκδοση ή απέλαση ενός προσώπου που, εξαιτίας αυτής, διατρέχει τον υπαρκτό κίνδυνο να υποστεί τέτοιου είδους μεταχείριση(σ.σ. βασανιστήριο ή κακομεταχείριση).

Στην πραγματικότητα, το ΕΔΔΑ, δεν διαφοροποιείται στην απόφαση αυτή από τη μέχρι σήμερα στάση του επί του ζητήματος, αλλά, δείχνει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι εξαρτά την κρίση του περί των συνθηκών κράτησης (και της εξαρτώμενης από αυτές έκδοσης) από το κατά ποσόν η χώρα που αιτείται την έκδοση (εντός της οποίας ευρίσκεται και το υπό κρίση σωφρονιστικό κατάστημα) τοποθετείται στο διεθνές στερέωμα μεταξύ εκείνων που δείχνουν σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δημοκρατικές αξίες. Πλοηγό, δηλαδή για την τελική απόφαση του Δικαστηρίου  αποτελεί το κράτος που αιτείται την έκδοση και όχι το εκάστοτε σωφρονιστικό κατάστημα.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι Ramirez Sanchez κατά Γαλλίας, της 4.07.2006 (αρ. προσφυγής 59450/2000) και Khider κατά Γαλλίας, της 25.10.2013 (αρ. προσφυγής 56054/2012). Απαντώνται, βεβαίως, και αποφάσεις που επισημαίνουν ότι η άνευ βάσιμης αιτιολογίας απομόνωση και η ολοκληρωτική στέρηση επικοινωνίας του κρατούμενου λχ με τους οικείους ή τους συνηγόρους του, συνιστά παραβίαση του άρ. 3 της ΕΣΔΑ∙ ενδεικτικώς, Ilascu κ.ά. κατά Μολδαβίας και Ρωσίας (Μείζων Σύνθεση ΕΔΔΑ), της 8.07.2004 (αρ. προσφυγής 48787/2009), Ramishvili και Κοkhreidze κατά Γεωργίας, της 27.01.2009 (αρ. προσφυγής 1704/2006) και Χ κατά Τουρκίας, της 9.10.2012 (αρ. προσφυγής 24626/2009).

OBERGEFELLVHODGER (USSC)

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε με ψήφους 5 -4 την Παρασκευή ότι είναι νόμιμο για όλους τους Αμερικανούς ανεξάρτητα από το φύλο τους ή τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, να παντρεύονται τους ανθρώπους που αγαπούν.

Η απόφαση είναι μια δικαίωση για τους ακτιβιστές των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων  οι οποίοι πάλεψαν για χρόνια στα κατώτερα δικαστήρια.

Τριάντα επτά πολιτείες και η περιφέρεια της Columbia, αναγνωρίζουν ήδη την ισότητα στους γάμους. Οι υπόλοιπες 13 πολιτείες απαγορεύουν αυτές τους γάμους παρόλο που η υποστήριξη της κοινής γνώμης έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ.

Οι Δικαστές έκριναν ότι οι πολιτείες πρέπει να εκδίδουν άδειες γάμου σε ζευγάρια του ίδιου φύλου και να αναγνωρίσουν την ένωση ατόμων του ιδίου φύλου που εκτελούνται νόμιμα σε άλλα κράτη.

Πώς ξεκίνησε η δικαστική περιπέτεια

Όλα ξεκίνησαν όταν ο Jim Obergefell θέλησε να αναφέρεται ως ο επιζών σύζυγος στο πιστοποιητικό θανάτου του συζύγου του. Το 2013 ο Obergefell παντρεύτηκε τον επί δύο δεκεατίες συντροφό του John Arthur ο οποίος υπέφερε από ALS. O Arthur απεβίωσε τον Οκτώβριο αυτού του χρόνου και τρεις μήνες μετά κατατέθηκε η σχετική μήνυση.

Ο Obergefell ενώθηκε με αρκετούς δεκάδες άλλους ομοφυλόφιλους ενάγοντες από το Κεντάκι το Μίσιγκαν, το Οχάιο και το Τενεσί, οι οποίοι αγωνίζονταν ώστε να μπορούν να παντρεύονται και ο γάμος τους να αναγνωρίζεται σε κάθε πολιτεία της χώρας.

Οι Δικαστές στην πλειοψηφούσα γνώμη περιέγραψαν διάφορους λόγους για τους οποίους τα δικαιώματα του γάμου θα έπρεπε να επεκταθούν και σε ζευγάρια του ίδιου φύλου. Όπως έγραψαν το δικαίωμα στο γάμο αποτελεί εγγενές στοιχείο της ατομικής αυτονομίας, ενώ ανέφεραν ότι οι ομοφυλόφιλοι Αμερικανοί έχουν το δικαίωμα για «στενή σχέση» πέρα από την απλή ελευθερία των νόμων που απαγορεύουν την ομοφυλοφιλία.

Η απόφαση της πλειοψηφίας έλαβε επίσης υπ’ όψιν τις βαθιές πολιτιστικές αλλαγές στις απόψεις του γάμου. Οι δικαστές σημείωσαν πως ο γάμος έχει μετατραπεί από μια ένωση που κανόνιζαν οι γονείς ενός ζευγαριού για οικονομικούς λόγους σε μια εθελοντική ένωση, και από μια ανδροκρατούμενη σχέση σε μια συμφωνία όπου οι γυναίκες έχουν ίση αξιοπρέπεια.

         ΜΑΜΑΤΑΣ ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ

 Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) με απόφαση του της 21ης Ιουλίου 2016, απέρριψε την προσφυγή των ιδιωτών ομολογιούχων κατά της Ελλάδας για το κούρεμα των ομολόγων του 2012 (PSI), αποφαινόμενο ότι δεν υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας αλλά ούτε και του άρθρου 14 της ΕΣΔΑ  που απαγορεύει τις διακρίσεις. Η υπόθεση (Mamatas and Others v. Greece αρ. προσφ. 63066/14, 64297/14 & 66106/14) αφορά

στην προσφυγή 6.320 ιδιωτών κατόχων ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου για το νόμο του 2012 που προέβλεπε ανταλλαγή των ομολόγων με άλλα χρεόγραφα μικρότερης αξίας.

Όπως τονίζει το ΕΔΔΑ, η νομοθετική αυτή παρέμβαση επεδίωκε σκοπό δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας και την αναδιάρθρωση του εθνικού χρέους, σε μια εποχή που η Ελλάδα ήταν βυθισμένη σε μια σοβαρή οικονομική κρίση.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν υποστεί καμία ειδική ή υπερβολική επιβάρυνση, και ότι η εμπορική αξία των ομολόγων, είχε ήδη επηρεαστεί από τη μειωμένη φερεγγυότητα του ελληνικού κράτους.

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το κούρεμα των ομολόγων ήταν το κατάλληλο και αναγκαίο μέσο για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση του κράτους από τη χρεοκοπία και ότι έτσι και αλλιώς η επένδυση σε ομόλογα ενέχει κίνδυνο καθώς και ότι οι αιτούντες ομολογιούχοι θα έπρεπε να έχουν επίγνωση των μεταπτώσεων της χρηματοπιστωτικής αγοράς και του κινδύνου μιας πιθανής πτώσης της αξίας των ομολόγων τους, λαμβάνοντας υπόψη το ελληνικό έλλειμμα και το μεγάλο χρέος της χώρας, ακόμη και πριν από την κρίση του 2009.

Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η διαδικασία ανταλλαγής των ομολόγων δεν έκανε διακρίσεις, ιδίως λόγω της δυσκολίας εντοπισμού των ομολογιούχων σε μια τέτοια ασταθή αγορά, καθώς και ότι η θέσπιση συγκεκριμένων κριτηρίων για τη διαφοροποίηση μεταξύ των ομολογιούχων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την όλη διαδικασία, με καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία.

ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΑΠΟ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΔΔΑ ΤΟΥ 2017 (ΚΥΡΙΩΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥΣ ΣΤΟ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟ)

ΕΔΔΑ 9.3.2017 (dec.), Pihl v. Sweden (74742/14)
Σεβασμός ιδιωτικού βίου (άρ. 8 ΕΣΔΑ) – Προστασία της φήμης τινός – Ελευθερία έκφρασης στο  Ίντερνετ (άρ. 10 ΕΣΔΑ) – Απόρριψη αγωγής αποζημίωσης για δυσφήμιση του ενάγοντος, λόγω ανακριβούς σχολίου (περί συμμετοχής του στο ναζιστικό κόμμα) σε blog μη κερδοσκοπικής ένωσης, που αφαιρέθηκε άμεσα και με διορθωτική ανάρτηση
Το επίμαχο σχόλιο αφαιρέθηκε, αμέσως μετά την ενημέρωση της ένωσης από τον προσφεύγοντα για την ανακρίβειά του, και δημοσιεύθηκε δήλωση της ένωσης με την οποία αυτή ζητούσε συγγνώμη – Εξάλλου επρόκειτο περί μικρής μη κερδοσκοπικής ένωσης, άγνωστη στο ευρύ κοινό, με συνέπεια να είναι απίθανο να προσελκύσει μεγάλο αριθμό σχολίων ή να διαβάστηκε το επίμαχο σχόλιο από μεγάλο αριθμό προσώπων – Το να αναμένεται από την ένωση να υποθέσει ότι κάποια μη φιλτραρισμένα σχόλια θα μπορούσαν να παραβιάζουν το νόμο θα απαιτούσε υπερβολική και μη πρακτική πρόνοια εκ μέρους της, ικανή να υπονομεύσει το δικαίωμα μετάδοσης πληροφοριών μέσω του ίντερνετ – Πέραν τούτων, υπήρχε ρητή επισήμανση στο blog ότι η ένωση δεν ήλεγχε τα σχόλια πριν από τη δημοσίευσή τους και ότι οι σχολιαστές ήταν υπεύθυνοι για τις δηλώσεις τους και έπρεπε να επιδεικνύουν χρηστή και σύμφωνη με τη νομοθεσία συμπεριφορά – Επιπλέον, η ένωση αφαίρεσε το σχόλιο μία ημέρα μετά από την ενημέρωσή της από τον προσφεύγοντα ότι το αναρτηθέν σχόλιο ήταν ανακριβές, περαιτέρω δε, προέβη σε ανάρτηση με εξήγηση και συγγνώμη για το σφάλμα – Το επίμαχο σχόλιο παρέμεινε αναρτημένο για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα (εννέα ημέρες) – Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι το σχόλιο μπορεί ακόμα να ανασυρθεί μέσω μηχανών αναζήτησης, σημειώνεται ότι ο προσφεύγων έχει το δικαίωμα να ζητήσει να αφαιρεθούν τέτοια ίχνη από τις μηχανές αναζήτησης (βλ. C-131/12, Google Spain) – O προσφεύγων πέτυχε να λάβει την IP διεύθυνση του κομπιούτερ από το οποίο είχε προέλθει το σχόλιο, αλλά δεν διευκρίνισε εάν προέβη σε ενέργειες για να μάθει την ταυτότητα του συγγραφέα του – Τέλος, τυχόν καταδίκη της ένωσης μπορούσε να οδηγήσει σε αυτοπεριορισμό όσον αφορά την ελευθερία της έκφρασης στο ίντερνετ, ιδίως για μη εμπορικά websites – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, τα εθνικά δικαστήρια δεν υπερέβησαν το περιθώριο εκτίμησης που διέθεταν, εν προκειμένω, και πραγματοποίησαν δίκαιη στάθμιση μεταξύ της ελευθερίας της έκφρασης της ένωσης και του δικαιώματος ιδιωτικού βίου του προσφεύγοντος 


ΕΔΔΑ 9.2.2017,Selmani and others v. FYROM (67259/14)

Δίκαιη δίκη (άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, αστικό σκέλος) – Πεδίο εφαρμογής – Υποχρέωση για δημόσια ακροαματική διαδικασία στο Συνταγματικό Δικαστήριο, που έκρινε σε πρώτο και τελευταία βαθμό
Ελευθερία του τύπου (άρ. 10 ΕΣΔΑ) – Αναγκαστική απομάκρυνση διαπιστευμένων δημοσιογράφων από τα θεωρεία της Βουλής, κατόπιν επεισοδίου μεταξύ του Προέδρου της και βουλευτών της αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τον προϋπολογισμό 
(Α) Το δικαίωμα των προσφευγόντων δημοσιογράφων να ενημερώνονται και να μεταδίδουν πληροφορίες για τα δρώμενα στη Βουλή ήταν «αστικής» φύσης και, συνεπώς, βρίσκει εφαρμογή το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ – Σε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου που κρίνει σε πρώτο και μοναδικό βαθμό, το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα δημόσιας ακρόασης, εκτός κι αν υπάρχουν εξαιρετικές συνθήκες που δικαιολογούν τη μη τήρηση τέτοιας διαδικασίας – Εν προκειμένω, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό το ένδικο βοήθημα των προσφευγόντων που παραπονιόντουσαν για προσβολή της ελευθερίας έκφρασης, λόγω της αποβολής τους από τα θεωρεία της Βουλής – Εξάλλου, η υπόθεση δεν αφορούσε αποκλειστικά νομικά ζητήματα, δεδομένου ότι οι κρίσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου σχετικά με την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του επίμαχου μέτρου στηρίζονταν σε εκτιμήσεις περί τα πράγματα στις οποίες έπρεπε να προβεί το Δικαστήριο, το οποίο βασίστηκε σε πραγματικά περιστατικά που αμφισβητούσαν οι προσφεύγοντες – Εξάλλου, οι προσφεύγοντες ζήτησαν ρητώς δημόσια ακροαματική διαδικασία και το δικαίωμά τους να εξηγήσουν δημόσια στο Δικαστήριο την εκδοχή τους περί των γεγονότων υπερείχε της ανάγκης ταχύτητας της διαδικασίας που επικαλείται η Κυβέρνηση – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν συνέτρεχαν εξαιρετικές συνθήκες που να δικαιολογούν ότι δεν έγινε δημόσια ακροαματική διαδικασία – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ
(Β) Το επίμαχο μέτρο σκοπούσε στην προστασία της δημόσιας τάξης – Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου στην αίθουσα της Βουλής, οι προσφεύγοντες ήταν παθητικοί παρατηρητές που έκαναν απλώς τη δουλειά τους, χωρίς να έχουν με οποιοδήποτε τρόπο συμμετάσχει ή συμβάλει στην προκληθείσα αναστάτωση – Επομένως, δεν συνιστούσαν απειλή για τη δημόσια τάξη και, ειδικότερα, για την τάξη στην αίθουσα της Βουλής – Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι κάποιος από τους άνδρες ασφαλείας τραυματίσθηκε κατά την απομάκρυνση των προσφευγόντων, που αρνήθηκαν να αφήσουν τα θεωρεία, όταν διατάχθηκαν να φύγουν – Περισσότερο σημαντικό είναι, όμως, ότι η απομάκρυνσή τους από τα θεωρεία ήταν συνέπεια της εκτίμησης της ασφάλειας ότι η εξακολούθηση της παρουσίας τους στα θεωρεία ήταν επικίνδυνη για τη σωματική τους ακεραιότητα – Ωστόσο (και ανεξαρτήτως του ότι οι προσφεύγοντες δεν αισθάνονταν να απειλούνται από την κατάσταση), δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι η άτακτη συμπεριφορά των βουλευτών στην αίθουσα της Βουλής δημιουργούσε κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των προσφευγόντων, λαμβανομένου υπόψη ότι το επεισόδιο δεν περιελάμβανε πράξεις βίας ούτε προκύπτει ότι προκλήθηκαν τραυματισμοί – Το μόνο σχετικό στοιχείο που επικαλέσθηκε το Συνταγματικό Δικαστήριο, προς στήριξη της κρίσης του ότι οι προσφεύγοντες δεν ήταν ασφαλείς, είναι ότι υπήρχε ρίψη αντικειμένων στην αίθουσα, κάποιων προς την κατεύθυνση των θεωρείων, χωρίς όμως οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το είδος και τον αριθμό των αντικειμένων αυτών και ως προς το εάν κάποιο έφθασε στα θεωρεία, που βρίσκονταν πάνω από την αίθουσα της Βουλής – Συναφώς υπενθυμίζεται ότι οι προσφεύγοντες στερήθηκαν της δυνατότητας να αμφισβητήσουν σε δημόσια ακροαματική διαδικασία τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την ύπαρξη κινδύνου για την ασφάλειά τους, στα οποία στηρίχθηκε το Συνταγματικό Δικαστήριο – Τέλος, ναι μεν οι προσφεύγοντες μπορούσαν να παρακολουθήσουν τη ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση της συζήτησης, αλλά από τούτο δεν προκύπτει εάν ήταν σε θέση να δουν την αναγκαστική απομάκρυνση από την αίθουσα των βουλευτών της αντιπολίτευσης, που ήταν ζήτημα θεμιτού δημοσίου ενδιαφέροντος και, σε κάθε περίπτωση, στερήθηκαν της δυνατότητας να έχουν ευθεία και από πρώτο χέρι ενημέρωση, βάσει της προσωπικής τους εμπειρίας, των γεγονότων στην αίθουσα και του συνολικού πλαισίου τους – Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, διαπιστώνεται παραβίαση του άρ. 10 ΕΣΔΑ

ΕΔΔΑ 30.3.2017, Chowdury και άλλοι κατά Ελλάδας (21884/15)
Απαγόρευση αναγκαστικής εργασίας (άρ. 4 παρ. 2 ΕΣΔΑ) – Θετικές υποχρεώσεις –  Δικαιώματα αλλοδαπών – Αλλοδαποί εργαζόμενοι σε καλλιέργειες φράουλας (στη Μανωλάδα) υπό συνθήκες ειλωτείας – Παράλειψη των ελληνικών αρχών να αποτρέψουν την επίμαχη κατάσταση, να προστατέψουν τα θύματα, να ερευνήσουν αποτελεσματικά τα τελεσθέντα αδικήματα και να τιμωρήσουν τους υπεύθυνους   
) Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν κατάλληλο νομικό πλαίσιο, που να παρέχει συγκεκριμένη και αποτελεσματική προστασία των θυμάτων (πραγματικών ή δυνητικών) εμπορίας/εκμετάλλευσης ανθρώπων – Επίσης, η νομοθεσία περί αλλοδαπών πρέπει να ανταποκρίνεται στην ανάγκη αντιμετώπισης του εν λόγω φαινομένου ή της ανοχής του – Πέραν τούτων, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα προστασίας των θυμάτων μεταχείρισης απαγορευμένης από το άρ. 4 ΕΣΔΑ – Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν (αποδεικνύεται ότι) οι αρχές έχουν ή οφείλουν να έχουν γνώση πραγματικών συνθηκών που άγουν στη δημιουργία εύλογης υπόνοιας ότι ορισμένο πρόσωπο υφίσταται ή βρίσκεται σε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο να υποστεί από ιδιώτες μεταχείριση αντίθετη προς το άρ. 4 ΕΣΔΑ – Επιπλέον, το άρ. 4 επιβάλλει στα κράτη μέλη και διαδικαστική υποχρέωση αποτελεσματικής έρευνας καταστάσεων δυνητικής εκμετάλλευσης ανθρώπων – Η υποχρέωση αυτή γεννιέται εφόσον καθίσταται γνωστή στις αρχές μια τέτοια κατάσταση, χωρίς να απαιτείται και καταγγελία θυμάτων ή συγγενών τους – Για να είναι αποτελεσματική, η έρευνα πρέπει να διεξάγεται εντός ευλόγου χρόνου και με επιμέλεια από πρόσωπα ανεξάρτητα εκείνων που εμπλέκονται στα γεγονότα, πρέπει να επιτρέπει την ταυτοποίηση και την τιμωρία των υπεύθυνων και πρέπει να γίνεται με τη συνεργασία των θυμάτων ή των συγγενών τους
(Β) Ο όρος “αναγκαστική” εργασία αναφέρεται σε εξαναγκασμό, φυσικό ή ψυχικό, που μπορεί να απορρέει, ιδίως, από την απειλή τιμωρίας, η δε κάμψη της ελεύθερης βούλησης του ενδιαφερόμενου πρέπει να εκτιμάται ενόψει του συνόλου των συνθηκών της περίπτωσης – Εξάλλου, ο όρος “εργασία” δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε δουλειά που απαιτείται από κάποιο πρόσωπο, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η φύση και το μέγεθος της σχετικής δραστηριότητας, στο πλαίσιο δε αυτό εκτιμάται ιδίως η επιβολή δυσανάλογου βάρους στον ενδιαφερόμενο
(Γ) H εμπορία ανθρώπων για εργασία συνιστά μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και απαγορεύεται από το άρ. 4 ΕΣΔΑ
(Δ) Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες προσλήφθηκαν από τον Οκτώβριο 2012 έως το Φεβρουάριο 2013 και εργάσθηκαν χωρίς να λάβουν τη συμπεφωνημένη αμοιβή (22 ευρώ ημερησίως, για εργασία 7 ωρών και 3 ευρώ για κάθε επιπλέον ώρα μείον 3 ευρώ ημερησίως έναντι τροφής), τουλάχιστον μέχρι την ημερομηνία των γεγονότων της 17.4.2013, οπότε ο εργοδότης τους ενημέρωσε ότι δεν θα τους πλήρωνε και θα τους σκότωνε, αν δεν συνέχιζαν να εργάζονται, με αποτέλεσμα την πρόκληση επεισοδίου, που κατέληξε στον σοβαρό τραυματισμό τινών εξ αυτών, από πυροβολισμούς ενός επιστάτη – Οι συνθήκες στέγασης και εργασίας τους ήταν ιδιαιτέρως σκληρές: εργάζονταν στους αγρούς από τις 7 το πρωί έως τις 7 το βράδυ όλες τις μέρες, μαζεύοντας φράουλες, υπό τον έλεγχο ένοπλων επιστατών στην υπηρεσία του ΤΑ που τους είχε προσλάβει και ζούσαν σε παραπήγματα από χαρτόκουτα, νάιλον και καλάμια, χωρίς τουαλέτες και τρεχούμενο νερό – Δεν είχαν άδεια παραμονής και εργασίας, πράγμα γνωστό στους εργοδότες τους, με συνέπεια, αν έφευγαν, να μην έχουν ελπίδα λήψης της αμοιβής τους – Όταν ο εργοδότης κάνει κατάχρηση της εξουσίας του και επωφελείται από την ευάλωτη κατάσταση των εργατών του, με σκοπό να τους εκμεταλλευθεί, οι τελευταίοι δεν προσφέρουν την εργασία τους οικειοθελώς και η προηγούμενη συναίνεσή τους και συμφωνία τους με τον εργοδότη ουδόλως αποκλείει την ύπαρξη αναγκαστικής εργασίας, η οποία συνιστά ζήτημα πραγματικό, εκτιμώμενο ενόψει του συνόλου των συνθηκών – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, εκμετάλλευση των προσφευγόντων και αναγκαστική εργασία τους – Συνεπώς, η κατάστασή τους υπαγόταν στο πεδίο του άρθρου 4 παρ. 2 ΕΣΔΑ
(Ε) Η Ελλάδα διαθέτει κανονιστικό πλαίσιο που ανταποκρίνεται, καταρχήν, στη θετική υποχρέωσή της για ποινικοποίηση και αποτελεσματική καταστολή των πράξεων που απαγορεύει το άρ. 4 ΕΣΔΑ – Ωστόσο, οι εθνικές αρχές παρέλειψαν να λάβουν τα κατάλληλα επιχειρησιακά μέτρα πρόληψης της ως άνω κατάστασης και προστασίας των προσφευγόντων, μολονότι ήταν σε γνώση της κατάστασης, από σχετικές εκθέσεις (όπως από έκθεση του 2008 του Συνήγορου του Πολίτη) και άρθρα στον τύπο και μολονότι οι συναρμόδιοι Υπουργοί (Υγείας, Εργασίας και Δημ. Τάξης) είχαν διατάξει τη διενέργεια ερευνών και επιθεωρήσεων για αντιμετώπιση του φαινομένου – Ειδικότερα, όπως συνάγεται από μαρτυρία αστυνομικού στο Κακουργιοδικείο Πατρών, φαίνεται ότι το Αστυνομικό Τμήμα Αμαλιάδας γνώριζε για την άρνηση των εργοδοτών να πληρώσουν τους αλλοδαπούς εργάτες, κατόπιν σχετικής καταγγελίας των τελευταίων – Πέραν τούτου, ήταν ανεπαρκής και η μετέπειτα διενεργηθείσα έρευνα και δικαστική (ποινική) διαδικασία – Ο εισαγγελέας Αμαλιάδας έθεσε στο αρχείο την καταγγελία τινών εκ των προσφευγόντων, θεωρώντάς την ως μη αξιόπιστη, ενόψει και του χρόνου υποβολής της (8.5.2013), χωρίς να εξετάσει τις αιτιάσεις τους περί αναγκαστικής εργασίας και εκμετάλλευσης, ενώ το άρ. 13 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της εμπορίας και εκμετάλλευσης ανθρώπων προβλέπει προθεσμία καταγγελίας τουλάχιστον 30 ημερών – Εξάλλου, το Κακουργιοδικείο Πατρών αθώωσε τους εργοδότες από την κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων, θεωρώντας ότι οι εργάτες ήταν ελεύθεροι να φύγουν και να αφήσουν τη δουλειά τους – Στο πλαίσιο αυτό, το Κακουργιοδικείο ερμήνευσε στενά την έννοια της εμπορίας ανθρώπων και της αναγκαστικής εργασίας, εξομοιώνοντάς την με εκείνη της δουλείας – Περαιτέρω, μετέτρεψε την επιβληθείσα σε δύο πρόσωπα ποινή κάθειρξης για σοβαρή σωματική βλάβη σε χρηματική ποινή 5 ευρώ την ημέρα – Εξάλλου, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου αρνήθηκε, χωρίς επαρκή αιτιολογία, να υποβάλει αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης περί απαλλαγής από την κατηγορία της εμπορίας ανθρώπων – Τέλος, το Κακουργιοδικείο επιδίκασε σε βάρος των καταδικασθέντων για σοβαρή σωματική βλάβη αποζημίωση 1.500 ευρώ, δηλαδή μόλις 43 ευρώ ανά τραυματισθέντα εργάτη, ενώ το άρ. 15 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της εμπορίας και εκμετάλλευσης ανθρώπων προβλέπει δικαίωμα αποζημίωσης των θυμάτων και υποχρέωση δημιουργίας κεφαλαίου/ταμείου αποζημίωσης των θυμάτων – Υπό τις ως άνω συνθήκες, υπήρξε παραβίαση και της υποχρέωσης των αρχών για αποτελεσματική διερεύνηση και ένδικη διαδικασία σχετικά με την καταγγελία των προσφευγόντων – Διαπιστώνεται παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας από το άρ. 4 παρ. 2 ΕΣΔΑ

Αναρτήσεις Μαρτίου 2017

ΕΔΔΑ 7.2.2017,Lashmankin and others v. Russia (57818/09κ.ά.)Ελευθερία δημόσιας συνάθροισης (άρ. 11 ΕΣΔΑ) – Περιορισμοί ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο – Αρχές της σαφήνειας των περιορισμών και της αναλογικότητας – Προηγούμενη ενημέρωση και άδεια των αρχών – Αρχή του συγκεκριμένου ελέγχου του ΕΔΔΑ
(Α) Σε περίπτωση ατομικής προσφυγής, το καθήκον του ΕΔΔΑ δεν είναι, κατά κανόνα, να ελέγξει τη σχετική εθνική νομοθεσία και πρακτική ιn abstracto, αλλά να εξετάσει τον τρόπο κατά τον οποίο η νομοθεσία αυτή εφαρμόσθηκε στην περίπτωση του προσφεύγοντος, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης
(B) Σε αντίθεση με τους περιορισμούς λόγω του περιεχομένου της συνάθροισης, που ελέγχονται πολύ στενά από το ΕΔΔΑ, τα κράτη μέλη διαθέτουν μεγαλύτερο περιθώριο εκτίμησης, όσον αφορά τον τόπο, το χρόνο ή τον τρόπο διεξαγωγής της, αλλά η εκτίμηση αυτή πρέπει να συνοδεύεται από κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις, προκειμένου να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας
(Γ) Εν προκειμένω, οι εθνικές αρχές επικαλέσθηκαν, σε μία περίπτωση, τον προγραμματισμό άλλης συγκέντρωσης στον ίδιο τόπο την ίδια ημέρα, χωρίς, όμως, να εξετάσουν εάν, ενόψει του μεγέθους του χώρου και του αναμενόμενου αριθμού συμμετεχόντων, ήταν δυνατή η ταυτόχρονη πραγματοποίηση των δύο συναθροίσεων ούτε εάν υπήρχε κίνδυνος συγκρούσεων μεταξύ τους, ο οποίος θα μπορούσε να αποφευχθεί με τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας – Σε άλλες περιπτώσεις, η απαγόρευση εχώρησε κατ’ επίκληση της αναμενόμενης διατάραξης στην κοινωνική ζωή – Ωστόσο, οι αρχές οφείλουν να επιδεικνύουν συναφώς κάποια ανοχή και να εξετάζουν τρόπους ελαχιστοποίησης της προκληθησόμενης διατάραξης, όπως η προσωρινή εκτροπή της κυκλοφορίας σε εναλλακτικές διαδρομές ή παρόμοια μέτρα, πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω – Επίσης, η επίκληση λόγων τάξης και εθνικής ασφάλειας έγινε επιλεκτικά προς απαγόρευση αντικυβερνητικών συγκεντρώσεων, ενώ επετράπησαν την ίδια περίοδο φιλοκυβερνητικές διαδηλώσεις και δημόσιοι εορτασμοί, παρά τον προβληθέντα από τις αρχές κίνδυνο τρομοκρατικών ενεργειών – Όσον αφορά τη δικαιολόγηση περί κινδύνου αρνητικών αντιδράσεων τρίτων έναντι των απόψεων των διοργανωτών της συγκέντρωσης και του εντεύθεν κινδύνου επεισοδίων και βιαιοπραγιών, υπενθυμίζεται ότι η ύπαρξη κινδύνου συγκρούσεων μεταξύ των διαδηλωτών και αντιπάλων τους δεν συνιστά επαρκή δικαιολογητικό λόγο απαγόρευσης της συγκέντρωσης, δεδομένου ότι πρέπει να ακούγονται ειρηνικά και απόψεις που ενδεχομένως ενοχλούν και το κράτος έχει καθήκον να λάβει εύλογα και κατάλληλα μέτρα που να καθιστούν δυνατές τις ειρηνικές συναθροίσεις – Τέλος, η πρακτική των αρχών να επιτρέπουν στους διαδηλωτές να συγκεντρωθούν σε σημεία της πόλης (εκτός του κέντρου της) μακριά από τα μάτια και τα αυτιά εκείνων στους οποίους στοχεύουν είναι ασύμβατη προς το άρ. 11 ΕΣΔΑ – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η πρακτική των αρμόδιων αρχών ήταν να μην αποδίδουν αρκετή σημασία στην ελευθερία συνάθροισης αλλά να προκρίνουν την προστασία άλλων συμφερόντων – Εξάλλου, δεν υπήρχε δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των σχετικών αρνητικών αποφάσεων των αρχών πριν από την ημέρα της γνωστοποιηθείσας συνάθροισης και η έκταση του δικαστικού ελέγχου δεν έφθανε στην αναγκαιότητα και στην αναλογικότητα του μέτρου
(Δ) Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, οι επίμαχες εθνικές διατάξεις περί της εξουσίας των αρχών να μην εγκρίνουν αιτιολογημένα τη γνωστοποιηθείσα συνάθροιση και να προτείνουν μεταβολή του τόπου, του χρόνου ή του τρόπου πραγματοποίησής της δεν παρέχουν επαρκή και αποτελεσματικά εχέγγυα έναντι αυθαίρετης και διακριτικής άσκησης της ευρείας ευχέρειας που καταλείπουν στις αρμόδιες αρχές – Συνεπώς, το επίδικο μέτρο δεν στηρίζεται σε νόμιμη βάση που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 11 ΕΣΔΑ – Διαπιστώνεται παραβίασή του στις περιπτώσεις των προσφευγόντων, οι αιτήσεις των οποίων απορρίφθηκαν χωρίς επαρκή αιτιολογία
(Ε) Η γενική απαγόρευση πραγματοποίησης δημόσιων εκδηλώσεων (ακόμα και μη σχετικών με δικαστικές διαδικασίες) κοντά σε κτίρια δικαστηρίων, χωρίς εκτίμηση των συνθηκών εκάστης περίπτωσης, ιδίως, δε, του κινδύνου για τη δημόσια τάξη ή της ανάγκης εξασφάλισης της ομαλής λειτουργίας της δικαιοσύνης, στερείται πειστικής δικαιολόγησης και είναι τόσο ευρεία (λόγω της ευχέρειας των αρχών να καθορίσουν εάν υπάρχει “άμεση εγγύτητα” της εκδήλωσης με δικαστικό μέγαρο) ώστε να μην συνάδει προς το άρθρο 11 ΕΣΔΑ
(ΣΤ) Το ίδιο ισχύει και την αυτόματη και άκαμπτη εφαρμογή των χρονικών ορίων γνωστοποίησης δημόσιων συναθροίσεων (το νωρίτερο 15 ημέρες και το αργότερο 10 ημέρες πριν από την ημέρα της προγραμματιζόμενης συγκέντρωσης), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αδυναμία τήρησης της προθεσμίας λόγω επίσημων αργιών ή ο (δικαιολογημένα) αυθόρμητος χαρακτήρας της συνάθροισης και χωρίς δυνατότητα αντίστοιχου δικαστικού ελέγχου
(Ζ) Κρίνεται επίσης αντίθετη προς το άρ. 11 ΕΣΔΑ η διάλυση ειρηνικής συνάθροισης και η σύλληψη συμμετεχόντων σε αυτών, λόγω μη τήρησης των νόμιμων προϋποθέσεων προηγούμενης γνωστοποίησής της, λαμβανομένου υπόψη του ειρηνικού χαρακτήρα της συγκέντρωσης, της υποχρέωσης του κράτους να δείχνει κάποια ανοχή σε τέτοιες συναθροίσεις και της δυνατότητάς του να επιβάλλει στους παραβάτες λιγότερο επαχθή μέτρα, όπως διοικητικά πρόστιμα

ΕΔΔΑ 21.2.2017,Orlovskaya Iskrav. Russia (42911/08)
Ελευθερία του τύπου και της έκφρασης (άρ. 10 ΕΣΔΑ) – Έκφραση σε προεκλογική περίοδο (κατά την εθνική νομοθεσία, ενός μηνός πριν από την ημέρα των εκλογών για τη Βουλή – Δούμα) – Δημοσιεύματα εφημερίδας κατά υποψηφίου – Θεώρησή τους ως “εκλογικής καμπάνιας” και επιβολή στην προσφεύγουσα εφημερίδα προστίμου για το διοικητικό αδίκημα της παράλειψης αναφοράς του προσώπου (πολιτικού κόμματος ή υποψηφίου για τη Δούμα) που είχε παραγγείλει, με ή χωρίς αμοιβή, τα δημοσιεύματα
(Α) Τα επίμαχα δύο δημοσιεύματα της προσφεύγουσας εφημερίδας (που έφεραν την υπογραφή ανταποκριτή της) θεωρήθηκαν ως λόγος “εκλογικής καμπάνιας”, διότι περιείχαν πληροφορίες αναφερόμενες κατά βάση σε ορισμένο υποψήφιο (τον Χ, κυβερνήτη ορισμένης Περιφέρειας), σε συνδυασμό με αρνητικά σχόλια γι’ αυτόν – Ο σκοπός της επίμαχης επέμβασης δεν ήταν η προστασία της φήμης του Χ από τυχόν ανακριβή και δυσφημιστικά δημοσιεύματα (και, συνεπώς, δεν ανακύπτει ζήτημα στάθμισης μεταξύ των δικαιωμάτων άρθρων 8 και 10 της ΕΣΔΑ), αλλά συνδεόταν με το δίκαιο ανταγωνισμό μεταξύ των υποψηφίων και το δημόσιο συμφέρον της μη νόθευσης της προεκλογικής διαδικασίας – Συνακόλουθα, το δικαίωμα έκφρασης της εφημερίδας πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 3 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης – Στο πλαίσιο αυτό, ενδέχεται να δικαιολογούνται κάποιοι περιορισμοί ή κυρώσεις, μεταξύ άλλων, για να διασφαλισθεί ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των υποψηφίων διεξάγεται επί ίσοις όροις, λ.χ. μέσω ρύθμισης των εκλογικών δαπανών τους – Οι επίμαχες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σκοπούσαν στη διαφάνεια των εκλογών, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών δαπανών, και στην ενίσχυση του δικαιώματος των εκλογέων για αμερόληπτη, ισορροπημένη και ακριβή πληροφόρηση από τα μέσα ενημέρωσης και στον τρόπο σχηματισμού της βούλησής τους – Πρόκειται για θεμιτούς σκοπούς περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης
(Β) Αναλογικότητα – Η παρούσα υπόθεση αφορά σε πολιτικό λόγο, κατά την προεκλογική περίοδο, και στο δικαίωμα μετάδοσης πληροφοριών στο πλαίσιο της συνήθους δημοσιογραφικής κάλυψης πολιτικών συζητήσεων – Συνεπώς, υπήρχε μικρό περιθώριο περιορισμών, ιδίως ενόψει του ισχυρού συμφέροντος της δημοκρατικής κοινωνίας να επαγρυπνεί ο τύπος για τα δημόσια πράγματα – Δεν προκύπτει ότι υποψήφιοι ή πολιτικά κόμματα βρίσκονταν πίσω από τα επίμαχα δημοσιεύματα – Επιπλέον, η επίμαχη εθνική νομοθετική διάταξη βασίζεται σε κριτήριο διάκρισης (μεταξύ απλού αρνητικού σχολίου και σκοπού εκλογικής καμπάνιας) που είναι αόριστο και χορηγούσε στις εθνικές αρχές πολύ ευρεία ευχέρεια ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του – Πέραν τούτων, ο ανωτέρω ρόλος του τύπου ισχύει και σε προεκλογική περίοδο, κατά την οποία ο τύπος πρέπει να έχει τη δυνατότητα, με βάση την αρχή της ελευθερίας σύνταξης, να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες για θέματα σχετικά με τους υποψηφίους και τα πολιτικά προγράμματα, η δε ενημέρωση αυτή συμβάλλει στη δυνατότητα των εκλογέων να επιλέξουν μεταξύ των υποψηφίων, αφού ενημερωθούν γι’ αυτούς – Το ΕΔΔΑ δεν βρίσκει επαρκή δικαιολογητική βάση για τη θέση ότι ο τύπος πρέπει να υποβάλλεται σε αυστηρές απαιτήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ίσης μεταχείρισης κατά την προεκλογική περίοδο – Πάντως, ο τύπος πρέπει να ενεργεί καλόπιστα, προκειμένου να παρέχει ακριβείς και αξιόπιστες πληροφορίες, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική δεοντολογία, που δικαιολογεί περιορισμούς αναγόμενους στη φήμη και στα δικαιώματα των άλλων καθώς και στη μη αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το επίμαχο κανονιστικό πλαίσιο περιόριζε υπέρμετρα και χωρίς να δικαιολογείται από επιτακτικό λόγο την ελευθερία του τύπου – Διαπιστώνεται παραβίαση το άρθρου 10 ΕΣΔΑ

ΕΔΔΑ 16.3.2017, Λούλη-Γεωργοπούλου κατά Ελλάδας (22756/09)
Δίκαιη δίκαιη (άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ – αστικό σκέλος) – Πεδίο εφαρμογής – Πολιτική αγωγή σε ποινική δίκη – Έκταση δικαιοδοσίας του ΕΔΔΑ σε σχέση με την εκτέλεση των αποφάσεών του (άρ. 46 ΕΣΔΑ)  
(Α) Ναι μεν η ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει δικαίωμα τινός για κίνηση ποινικής διαδικασίας κατά άλλου προσώπου, αλλά σε περίπτωση νομοθετικής πρόβλεψης του δικαιώματος άσκησης πολιτικής αγωγής, στο πλαίσιο ποινικής δίκης, για επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης, εφαρμόζεται το άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, ως προς το σκέλος του που αφορά σε υποθέσεις “αστικής” φύσης
(Β) Το ζήτημα της συμμόρφωσης κράτους μέλους προς απόφαση του ΕΔΔΑ διαφεύγει καταρχήν (με εξαίρεση τη διαδικασία διαπίστωσης παράλειψης εκπλήρωσης υποχρέωσης, που προβλέπεται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 46 ΕΣΔΑ) της αρμοδιότητας του ΕΔΔΑ – Ωστόσο, ο προβλεπόμενος από το άρ. 46 παρ. 2 ΕΣΔΑ ρόλος της Επιτροπής Υπουργών δεν εμποδίζει το ΕΔΔΑ να επιληφθεί νέας προσφυγής, σχετικής με μέτρα που έλαβε το κράτος μέλος στο πλαίσιο της εκτέλεσης καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ, εάν η προσφυγή αυτή αναφέρεται σε νέα στοιχεία, αναγόμενα σε ζητήματα που δεν επιλύθηκαν με την αρχική απόφαση του ΕΔΔΑ

ΕΔΔΑ 16.3.2017, Μοδέστου κατά Ελλάδας (51693/13)
Απαραβίαστο της κατοικίας και του ιδιωτικού βίου (άρ. 8 ΕΣΔΑ) – Αστυνομική έρευνα και κατάσχεση στοιχείων (Η/Υ και εγγράφων) στην προσωπική κατοικία του προσφεύγοντος, στο πλαίσιο της διερεύνησης της τέλεσης ποινικού αδικήματος – Έκταση/ορισμένο του εντάλματος έρευνας – Δικαστικός έλεγχος
(Α) Για τον έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, λαμβάνονται ιδίως υπόψη οι συνθήκες έκδοσης του εντάλματος, κυρίως δε, τα άλλα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, το περιεχόμενο και η έκταση του εντάλματος, ο τρόπος διενέργειας της έρευνας (περιλαμβανομένης της παρουσίας ανεξάρτητων παρατηρητών) και η έκταση των πιθανών επιπτώσεων στην εργασία και στη φήμη του θιγόμενου – Πρέπει επίσης να προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο επαρκείς εγγυήσεις έναντι αυθαιρεσιών, όπως η ύπαρξη αποτελεσματικού ελέγχου των λαμβανόμενων μέτρων
(Β) Εν προκειμένω, η επίμαχη έρευνα και κατάσχεση έλαβε χώρα (το Σεπτέμβριο 2010) στο πλαίσιο  προκαταρκτικής εξέτασης σε σχέση με δύο άλλα πρόσωπα (τον Χ και τον Ψ) – Το ένταλμα έρευνας κατοικίας πρέπει να έχει κάποια όρια, ώστε να μην είναι δυσανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό του – Εν προκειμένω, το εισαγγελικό ένταλμα έρευνας ήταν διατυπωμένο με γενικούς όρους, καθώς (α) ανέφερε ότι η έρευνα σκοπούσε στην εξακρίβωση του εάν είναι τελεσθεί αξιόποινες πράξεις, όπως η σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, από τον Χ και τον Ψ και από άλλα πρόσωπα συνδεόμενα με αυτούς και (β) επέτρεπε την κατάσχεση οποιουδήποτε αντικειμένου ή εγγράφου που είχε σχέση με την υπόθεση – Επομένως, το ένταλμα δεν χορηγούσε καμία πληροφορία για τη σχετική διερεύνηση και τα αντικείμενα στα οποία αφορούσε, ειδικότερα, δε, δεν περιείχε λίστα των αντικειμένων ή εγγράφων που είχαν σχέση με τη φύση του υπό έρευνα αδικήματος και καθόριζε τις υπό έρευνα κατοικίες χωρίς αναγραφή των ονομάτων των ιδιοκτητών τους ή των προσώπων που διέμεναν σε αυτές – Ειδικότερα, το ένταλμα δεν αναφερόταν ονομαστικά στον προσφεύγοντα ούτε περιέγραφε την πιθανή σχέση του με την ερευνώμενη υπόθεση – Ωστόσο, τα ανωτέρω δικαιολογούνταν από την επιδιωκόμενη συλλογή αποδείξεων σχετικών με υπόνοιες για εγκληματικές ενέργειες που εκτείνονταν σε μεγάλη χρονική περίοδο και στις οποίες εμπλέκονταν περισσότερα πρόσωπα – Όμως, σε τέτοια περίπτωση, εφόσον δεν προβλέπεται προηγούμενος δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας και της αναγκαιότητας του μέτρου, πρέπει να υπάρχουν άλλες εγγυήσεις, ιδίως, όσον αφορά την εκτέλεση του εντάλματος, ικανές να αντισταθμίσουν τις ατέλειες που συνδέονται με την έκδοση και το περιεχόμενο του εντάλματος – Εξάλλου, η απουσία εντάλματος έρευνας μπορεί να αντισταθμιστεί από αποτελεσματικό μεταγενέστερο δικαστικό έλεγχο – Στην παρούσα υπόθεση, η έρευνα συνοδεύτηκε από ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις, δοθέντος ότι διατάχθηκε από εισαγγελέα εφετών, που εξέδωσε σχετικό ένταλμα, και πραγματοποιήθηκε από αστυνομικό υπάλληλο, παρουσία εισαγγελικού λειτουργού – Μολαταύτα, ο προσφεύγων δεν ήταν παρών στην έρευνα, που διήρκεσε 12 ώρες, ούτε προκύπτει από το φάκελο ότι έγινε απόπειρα ενημέρωσής του, παρά τα οριζόμενα στο άρθρο 256 ΚΠΔ – Στην έλλειψη προηγούμενου δικαστικού ελέγχου, στην αοριστία του εντάλματος και στην απουσία του προσφεύγοντος προστίθεται η έλλειψη δικαστικού ελέγχου αμέσως μετά από την έρευνα, η οποία κατέληξε στην κατάσχεση δύο Η/Υ και εκατοντάδων εγγράφων, χωρίς να εξακριβωθεί ποτέ εάν όλα αυτά τα στοιχεία είχαν άμεση σχέση με το ερευνώμενο αδίκημα – Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών εξέδωσε την απορριπτική απόφασή του επί της προσφυγής του προσφεύγοντος, με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί άκυρη η κατάσχεση, περίπου δύο χρόνια και τέσσερις μήνες μετά από την έρευνα και αφιέρωσε το μεγαλύτερο τμήμα της απόφασής του στο εάν ήταν δυνατή η διεξαγωγή έρευνας και κατάσχεσης στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης – Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, οι εθνικές αρχές παρέλειψαν να δικαιολογήσουν επαρκώς την έκδοση του επίμαχου εντάλματος – Συνεπώς, η επίμαχη επέμβαση δεν ήταν ανάλογη του σκοπού της – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 8 ΕΣΔΑ

ΕΔΔΑ 9.3.2017, Μακρής κατά Ελλάδας (55135/10)
Ελευθερία έκφρασης (άρ. 10 ΕΣΔΑ) – Προστασία της φήμης άλλων – Κριτική σε δήμαρχο από μέλος του δημοτικού συμβουλίου – Πολιτική συζήτηση – Σημασία της διάκρισης μεταξύ δηλώσεων για γεγονότα και αξιολογικών κρίσεων   
Καταδίκη του προσφεύγοντος, δημοτικού συμβούλου και αρχηγού δημοτικής παράταξης, για συκοφαντική δυσφήμιση του (απερχόμενου) δημάρχου Σαλαμίνας Χ, λόγω σε βάρος του “καταγγελίας”, δημοσιευθείσας στον τοπικό τύπο, σχετικά με την προκήρυξη διαγωνισμού ανάθεσης έργου αποχέτευσης, που ο Χ εξέδωσε λίγο πριν από την παράδοση των ηνίων του Δήμου – Ο Άρειος Πάγος έκρινε στη σχετική απόφασή του ότι τα ψευδή πραγματικά περιστατικά που αναφέρονταν στην καταγγελία προέκυπταν από φράσεις του κειμένου της όπως: «για άγνωστους λόγους, δεν είχαν δημοσιευθεί όλα τα έγγραφα σχετικά τη χρηματοδότηση του έργου», «προκειμένου να καταστεί εφικτή η επιλογή του ανάδοχου, προτιμήθηκε η μέθοδος της μελέτης-κατασκευής, που δεν είναι παρά τρόπος απευθείας ανάθεσης της σύμβασης», «το κόστος υπερεκτιμήθηκε κατά 150%», «βιασύνη και αμφίβολες μέθοδοι υιοθετήθηκαν απλώς και μόνο προκειμένου ο ανάδοχος να μπορέσει να πάρει χρήματα μέσα σε 20 μήνες», καθώς και ότι ο απερχόμενος δήμαρχος είχε κλείσει συμφωνία πακέτο με ορισμένο πρόσωπο, που περιελάμβανε μη διαφανή διαδικασία σύναψης της σύμβασης. Ωστόσο, τόσο το Πρωτοδικείο όσο και το Εφετείο δεν εξήγησαν ποια ήταν τα ψευδή πραγματικά περιστατικά, λ.χ. όσον αφορά το κόστος των εργασιών. Εξάλλου, οι ανωτέρω φράσεις ενείχαν ως επί το πλείστον κριτική για την επιλογή της μεθόδου μελέτης-κατασκευής και των συνεπειών της για τα οικονομικά του Δήμου, η δε πραγματική βάση της καταγγελίας αυτής δεν ήταν ανύπαρκτη – Συναφώς, επισημαίνεται ότι η διάκριση μεταξύ δηλώσεων για πραγματικά γεγονότα και αξιολογικών κρίσεων είναι μικρής σημασίας σε περιπτώσεις, όπως η επίμαχη, στις οποίες οι δηλώσεις γίνονται στο πλαίσιο πολιτικής συζήτησης για τοπικά θέματα, κατά την οποία οι εκλεγμένοι πρέπει να μπορούν να έχουν μεγάλη ελευθερία να ασκούν κριτική στις πράξεις των τοπικών αρχών – Εν προκειμένω, τα λόγια του προσφεύγοντος, αν και αρνητικού περιεχομένου και χαρακτηριζόμενα από κάποια εχθρική διάθεση και βαρύτητα, διατυπώθηκαν στο πλαίσιο συζήτησης μεταξύ μελών του δημοτικού συμβουλίου και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως στερούμενα μέτρου – Επιπλέον, επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα ποινή φυλάκισης έξι μηνών με αναστολή – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η επίμαχη επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης του προσφεύγοντος ήταν δυσανάλογη – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ 

ΕΔΔΑ 2.3.2017, Παρουτσάς και άλλοι κατά Ελλάδας (34639/09)
(κατόπιν της απόφασης ΣτΕ Ε΄ Τμ. 3973/2008)
Ένδικη προστασία (άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ – αστικό σκέλος) – Ενδικοφανής προσφυγή – Εμπρόθεσμο – Απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής και, περαιτέρω, της αίτησης ακυρώσεως, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης ένστασης κατά έκθεσης αυτοψίας αυθαίρετων εργασιών κατεδάφισης κτιρίου και επιβολής σχετικού προστίμου
(Α) Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 267/1998, κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 30 ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης αυτοψίας, να υποβάλλει ένσταση – Με την απόφαση ΣτΕ 3973/2008 κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα όχι μόνο στην ανέγερση και διατήρηση αυθαιρέτου, αλλά, κατ’ αναλογίαν, και στην περίπτωση αυθαιρέτων οικοδομικών εργασιών κατεδάφισης – Λόγος ακυρώσεως ότι δεν έγινε, εν προκειμένω, τοιχοκόλληση της έκθεσης αυτοψίας διότι το ακίνητο είχε κατεδαφιστεί και δεν υπήρχαν τοίχοι για την τοιχοκόλληση, στοιχείο που είναι εξ ορισμού απαραίτητο για αυτό το είδος γνωστοποίησης – Απόρριψη του λόγου από το Εφετείο με την αιτιολογία, αφενός, ότι από την έκθεση αυτοψίας, στην οποία αναφέρεται «στάδιο εργασιών : εν εξελίξει», προκύπτει ότι η κατεδάφιση δεν είχε ολοκληρωθεί πλήρως, και αφετέρου ότι η πραγματοποίηση της τοιχοκόλλησης βεβαιώνεται με την πράξη τοιχοκόλλησης, που φέρει ημερομηνία και υπογράφεται από τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας, οι οποίοι ενέργησαν και την αυτοψία, ότι η πράξη αυτή, ως δημόσιο έγγραφο που συντάχθηκε από τα αρμόδια δημόσια όργανα κατά την άσκηση των διατεταγμένων καθηκόντων τους, αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σε αυτή ότι έγιναν από τα ίδια ή ενώπιον τους και ότι ανταπόδειξη χωρεί μόνο με προσβολή του δημοσίου αυτού εγγράφου ως πλαστού – Η ανωτέρω κρίση θεωρήθηκε νόμιμη με τη ΣτΕ 3973/2008, με την οποία απορρίφθηκε ο λόγος έφεσης ότι η εκκαλούμενη απόφαση, μη δεχθείσα την ακυρότητα της τοιχοκόλλησης, προσέβαλε το άρθρο 6 ΕΣΔΑ – Ειδικότερα, το ΣτΕ έκρινε ότι η ως άνω προβλεπόμενη στο νόμο τοιχοκόλληση, ενόψει του αντικειμένου των εκθέσεων αυτοψίας, αποτελεί πρόσφορο τρόπο γνωστοποίησης στον ενδιαφερόμενο της σχετικής πράξης, κατά της οποίας θεσπίζεται δικαίωμα να κατατεθεί ενδικοφανής προσφυγή
(B) Η παραπάνω διάταξη, στο μέτρο που θεσπίζει αμάχητο τεκμήριο γνωστοποίησης, είναι υπερβολικά ανελαστική – Συναφώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ποικιλομορφία των καταστάσεων και το ενδεχόμενο να υπήρξε πραγματικό εμπόδιο στη λήψη γνώσης της έκθεσης αυτοψίας – Συνεπώς, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και ότι μπορεί να ανατραπεί όχι μόνο σε περίπτωση ανωτέρας βίας αλλά και όταν ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύει ότι δεν έλαβε γνώση της έκθεσης, λόγω αντικειμενικών γεγονότων, που καθιστούσαν αδύνατη τη λήψη γνώσης – Εν προκειμένω, μολονότι ο προσφεύγων προέβαλε σοβαρά επιχειρήματα προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του ότι δεν τήρησε την οριζόμενη προθεσμία, διότι κάτι τέτοιο δεν του ήταν δυνατό, τα εθνικά δικαστήρια θεώρησαν επαρκή τον επίμαχο τρόπο γνωστοποίησης δια τοιχοκόλλησης – Ο προσφεύγων διατάχθηκε από την Πολεοδομία, με πράξη της 8.5.2002, να προβεί σε ορισμένες εργασίες κατεδάφισης εντός 30 ημερών, περαιτέρω δε, έγινε μεν έλεγχος από τους αρμόδιους υπαλλήλους την 31.5.2002, αλλά η επίμαχη έκθεση αυτοψίας (με την οποία διαπιστώθηκαν εργασίες κατεδάφισης πέραν εκείνων που είχε διατάξει η Πολεοδομία)  τοιχοκολλήθηκε την 21.6.2002 – Εφόσον οι εργασίες κατεδάφισης ήταν σε εξέλιξη την 31.5.2002, όπως βεβαιώνεται στην έκθεση αυτή, πιθανολογείται σφόδρα ότι οι εν λόγω εργασίες είχαν ολοκληρωθεί ή είχαν φθάσει σε πολύ προχωρημένο στάδιο κατά το χρονικό σημείο της τοιχοκόλλησης – Συνεπώς, ήταν πολύ μικρή η πιθανότητα προσφεύγων να έλαβε τότε γνώση της επίμαχης πράξης – Υπό τα ανωτέρα δεδομένα, υπήρξε υπέρμετρος περιορισμός του δικαιώματος του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε δικαστήριο – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ

ΕΔΔΑ 21.2.2017,Rubio Dosamantes v. Spain (20996/10)
Προστασία ιδιωτικού βίου (άρ. 8 ΕΣΔΑ) – Ελευθερία έκφρασης και ενημέρωσης (άρ. 10 ΕΣΔΑ) – Τηλεοπτικές εκπομπές στις οποίες ο πρώην μάνατζερ γνωστής τραγουδίστριας απάντησε σε ερωτήσεις και έκανε δηλώσεις για την ιδιωτική ζωή της, ιδίως για τη σχέση της με άλλο πρόσωπο και το σεξουαλικό της προσανατολισμό – Απόρριψη της αγωγής αποζημίωσης που αυτή άσκησε, ιδίως λόγω των δηλώσεων αναφορικά με το ότι έσπρωξε τοάλλο πρόσωπο προς τα ναρκωτικά και ήταν βίαιη απέναντί του, καθώς και αναφορικά με τις ομοφυλοφιλικές τάσεις της
Η ικανοποίηση της περιέργειας του κοινού για την ιδιωτική ζωή προσώπων, ακόμα και γνωστών, δεν συμβάλλει σε συζήτηση για θέμα γενικού ενδιαφέροντος για την κοινωνία – Η ιδιότητα της αιτούσας ως γνωστής τραγουδίστριας στην Ισπανία δεν σημαίνει ότι οι ενέργειές της στο πλαίσιο της ιδιωτικής ζωής της μπορούσαν να θεωρηθούν ως δημοσίου ενδιαφέροντος – Οι πληροφορίες που μεταδόθηκαν αφορούσαν αυστηρά ιδιωτικές πτυχές του βίου της και δεν περιείχαν στοιχεία συστατικά του δημοσίου ενδιαφέροντος – Εξάλλου, η πραγματική ή υποτιθέμενη ανοχή έναντι δημοσιευμάτων περί της ιδιωτικής ζωής τινός δεν είναι ικανή να του στερήσει το δικαίωμά του σε προστασία της – Συνεπώς, το γεγονός ότι κυκλοφορούσαν στα μέσα ενημέρωσης φήμες, βασιζόμενες σε δηλώσεις τρίτων, για τον ιδιωτικό βίο της προσφεύγουσας, χωρίς αντίδρασή της, και η συνακόλουθη πιθανή ωφέλειά της από την εν λόγω δημοσιότητα δεν οδήγησαν στην άρση της προστασίας της προσφεύγουσας έναντι ανεξέλεγκτων σχολίων σε τηλεοπτικές εκπομπές για την ιδιωτική της ζωή – Επιπλέον, η αδιάκριτη διάδοση φημών που δεν έχουν επιβεβαιωθεί και η διενέργεια σχολίων, χωρίς έλεγχο και όρια, για οποιοδήποτε θέμα της ιδιωτικής ζωής άλλου δεν είναι ανώδυνες – Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο παρέλειψε να εκτιμήσει τις επίμαχες τηλεοπτικές εκπομπές κατά τρόπο που να διακρίνει και να σταθμίζει μεταξύ εκείνου που αγγίζει τον πυρήνα του ιδιωτικού βίου και στοιχείων που θα μπορούσαν να παρουσιάζουν θεμιτό ενδιαφέρον για το κοινό – Επίσης, δεν συνεκτίμησε τις παρεμβάσεις άλλων στις εκπομπές και τα συναφή σχόλια που έκαναν – Τέλος, το αρμόδιο δικαστήριο σημείωσε ότι η ομοφυλοφιλία τινός δεν είναι ατιμωτική, χωρίς, όμως, να εξετάσει εάν συνιστούσε αθέμιτη προσβολή της ιδιωτικής ζωής της προσφεύγουσας το ότι τρίτοι εκφράσθηκαν για το εν λόγω ζήτημα της ιδιωτικής ζωής της σε τηλεοπτικές εκπομπές στις οποίες αυτή δεν συμμετείχε ούτε είχε προσκληθεί και στις οποίες δεν είχε συναινέσει – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν προκύπτει ότι η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου στηρίχθηκε σε επαρκή στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, προκειμένου να τεκμηριωθεί πειστικά η αναγκαιότητα του επίμαχου περιορισμού του δικαιώματος ιδιωτικού βίου της προσφεύγουσας – Δεδομένου ότι η απόφαση αυτή δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη και παρά το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτουν συναφώς τα εθνικά δικαστήρια, διαπιστώνεται ότι εν προκειμένω η Ισπανία παραβίασε τις θετικές υποχρεώσεις που υπείχε από το άρθρο 8 ΕΣΔΑ

Αναρτήσεις Φεβρουαρίου 2017

ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 23.2.2017, De Tommaso v. Italy (43395/09)
Προσωπική ελευθερία (άρ. 5 ΕΣΔΑ) – Ελευθερία κίνησης και επιλογής τόπου κατοικίας (άρ. 2 του 4ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ) – Αρχή της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας των περιορισμών – Δικαίωμα δίκαιης δίκης και δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας (άρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ – αστικό σκέλος) – Επιβολή μέτρων προληπτικού χαρακτήρα σε πρόσωπο που θεωρείται επικίνδυνο, ενόψει και προηγούμενης καταδίκης του για ποινικά αδικήματα (εμπόριο ναρκωτικών και οπλοκατοχή) – Θέση του προσώπου υπό διετή ειδική αστυνομική εποπτεία, που περιλαμβάνει την αναγκαστική διαμονή σε ορισμένο τόπο και να μην αλλάξει κατοικία, την υποχρέωση παρουσίας στην αστυνομική αρχή μία φορά την εβδομάδα και την υποχρέωση παραμονής κατ’ οίκον τις νυχτερινές ώρες (22.00-06.00), εκτός εάν χορηγείται άδεια 
(Α) Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 ΕΣΔΑ, το οποίο αφορά σε μέτρα στέρησης της προσωπικής ελευθερίας – Για να κριθεί εάν κάποιο μέτρο έχει τέτοιο χαρακτήρα ή συνιστά απλό περιορισμό της προσωπικής ελευθερίας, λαμβάνονται υπόψη διάφορα στοιχεία, όπως το είδος, η διάρκεια, τα αποτελέσματα και ο τρόπος εφαρμογής του επίμαχου μέτρου – Η διαφορά μεταξύ στέρησης και περιορισμού της ελευθερίας συνίσταται στο βαθμό ή στην ένταση του μέτρου, όχι στη φύση ή στην ουσία του – Ο κατ’ οίκον περιορισμός συνιστά μέτρο στερητικό της ελευθερίας – Ωστόσο, το επίδικο μέτρο δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο προσφεύγων μπορούσε να φύγει από το σπίτι του κατά τη διάρκεια της ημέρας, να έχει κοινωνική ζωή και να αναπτύξει σχέσεις με τον έξω κόσμο – Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι ζήτησε ποτέ από την αστυνομία να φύγει μακριά από τον τόπο κατοικίας του – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν εφαρμόζεται, εν προκειμένω, το άρθρο 5 ΕΣΔΑ
(Β) Η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 του 4ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ – Αρχή της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας των περιορισμών της ελευθερίας κίνησης και επιλογής κατοικίας – Το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο είχε ήδη κρίνει, με βάση την αρχή αυτή, αθέμιτη τη νομοθετική ρύθμιση που προέβλεπε την επιβολή του επίμαχου μέτρου σε όποιους επιδεικνύουν συμπεριφορά η οποία δικαιολογεί την πεποίθηση ότι έχουν εγκληματικές τάσεις – Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες προσώπων στα οποία μπορούσαν να επιβληθούν τα επίμαχα μέτρα, το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι ο νόμος περιείχε αρκούντως ειδική περιγραφή των τύπων συμπεριφοράς που θεωρούνταν ως κίνδυνος για την κοινωνία και, αφετέρου, ότι έπρεπε να τεκμηριωθεί η ύπαρξη συγκεκριμένης συμπεριφοράς που να δείχνει ότι το άτομο δημιουργούσε πραγματικό και όχι απλώς θεωρητικό κίνδυνο για την κοινωνία – Ειδικότερα, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, τα προληπτικά μέτρα δεν μπορούσαν να υιοθετηθούν βάσει απλής υπόνοιας, αλλά έπρεπε να βασίζονται σε αντικειμενική εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων περί της συνήθους συμπεριφοράς του προσώπου και του τρόπου ζωής του ή περί των εγκληματικών τάσεών του – Ωστόσο, ούτε ο νόμος ούτε η νομολογία του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου καθορίζουν με σαφήνεια τα αποδεικτικά στοιχεία ή τις συγκεκριμένες μορφές συμπεριφοράς που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της συνδρομής κινδύνου ικανού να δικαιολογήσει την επιβολή των επίμαχων μέτρων – Εξάλλου, τα επίδικα μέτρα επιβλήθηκαν στον προσφεύγοντα λόγω “ενεργών” εγκληματικών τάσεών του, βασιζόμενων στο ότι δεν είχε σταθερή νόμιμη απασχόληση και ότι η ζωή του χαρακτηριζόταν από σχέση με γνωστά άτομα του υπόκοσμου και διάπραξη αδικημάτων, χωρίς, όμως να του αποδοθεί συγκεκριμένη συμπεριφορά ή εγκληματική δραστηριότητα – Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο νόμος δεν καθόριζε με επαρκή σαφήνεια το πεδίο ή τον τρόπο άσκησης της πολύ ευρείας εξουσίας που απένειμε στα εθνικά δικαστήρια και, συνεπώς, δεν παρείχε προστασία έναντι αυθαίρετων εκτιμήσεων και δεν είχε τέτοιο περιεχόμενο ώστε να δώσει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να ρυθμίσει τη συμπεριφορά του και να προβλέψει, σε επαρκή βαθμό, την επιβολή των επίδικων μέτρων – Επιπλέον, ορισμένα από τα μέτρα αυτά, όπως η υποχρέωση να “διάγει έντιμο και νομοταγή βίο” και να “μην δίνει λαβές για υπόνοια [παράνομης συμπεριφοράς]”, ήταν διατυπωμένα με πολύ γενικούς όρους και το περιεχόμενό τους ήταν υπερβολικά αόριστο, η δε απόφαση του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου που ερμήνευσε τους οικείους όρους, αφενός, εκδόθηκε το 2010, μετά από τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης και, αφετέρου, δεν οριοθέτησε επαρκώς τις εν λόγω υποχρεώσεις, καθόσον αναφέρθηκε γενικά στην ιταλική νομοθεσία – Επίσης, μεταξύ των προβλεπόμενων μέτρων ήταν και η απόλυτη απαγόρευση παρακολούθησης δημοσίων συγκεντρώσεων, χωρίς τοπικό ή χρονικό περιορισμό – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η νόμιμη βάση των επίδικων μέτρων δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της σαφήνειας και της προβλεψιμότητας – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 2 του 4ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ
(Γ) Δικαίωμα δίκαιης δίκης – Πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ – Το ποινικό σκέλος του δεν εφαρμόζεται, διότι το επίμαχο ειδικό καθεστώς εποπτείας δεν είναι συγκρίσιμο με ποινική κύρωση, δεδομένου ότι η διαδικασία δεν αφορούσε σε “ποινική κατηγορία” – Εφαρμογή του αστικού σκέλους – Το Δικαστήριο έχει ήδη εφαρμόσει το αστικό σκέλος του άρθρου 6 παρ. 1 σε περιοριστικά μέτρα επί φυλακισμένων – Συνεπώς, από τη νομολογία του συνάγεται ότι το άρ. 6 παρ. 1 εφαρμόζεται σε υποθέσεις που δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως να αφορούν σε αστικό δικαίωμα, αλλά ενδέχεται να έχουν άμεσες και σημαντικές επιπτώσεις σε ιδιωτικό δικαίωμα του ατόμου – Αρκετά από τα επίδικα μέτρα, όπως η απαγόρευση εξόδου τις νυχτερινές ώρες ή εγκατάλειψης του τόπου διαμονής ή παρακολούθησης δημόσιων συγκεντρώσεων ή χρήσης κινητών τηλεφώνων, εμπίπτουν οπωσδήποτε στη σφαίρα των προσωπικών δικαιωμάτων και είναι, επομένως, “αστικής φύσεως” – Επομένως, εφαρμόζεται το άρ. 6 παρ. 1, ως προς το αστικό του σκέλος – Διαπιστώνεται παραβίασή του, λόγω επιβολής των επίμαχων μέτρων από τα εθνικά δικαστήρια, χωρίς δημόσια ακροαματική διαδικασία, που ήταν αναγκαία, δεδομένου ότι, για τη λήψη των μέτρων, έπρεπε να εκτιμηθούν στοιχεία όπως ο χαρακτήρας, η συμπεριφορά και η επικινδυνότητα του προσφεύγοντος 

ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 24.1.2017, Κhamtokhu and Aksenchik v. Russia (60367/08 & 961/11)
Απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας ή φύλου όσον αφορά τις ποινές (άρ. 14, σε συνδυασμό με άρ. 5 παρ. 1 ΕΣΔΑ) – Διάταξη του Ποινικού Κώδικα που προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής ισόβειας κάθειρξης για ορισμένα ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα, αλλά εξαιρεί τις γυναίκες, τους ανήλικους (κάτω των 18 ετών) κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος και όσους είναι πάνω από 65 ετών κατά το χρόνο της καταδίκης – Για τους άνδρες στους οποίους επιβάλλεται τέτοια ποινή, όπως οι προσφεύγοντες, προβλέπεται δυνατότητα απελευθέρωσης, υπό όρους, μετά τη συμπλήρωση ορισμένου αριθμού ετών φυλάκισης
(Α) Ο επιδιωκόμενος από τη Ρωσία σκοπός της θεραπείας των αρχών της δικαιοσύνης και του ανθρωπισμού, μέσω της λήψης υπόψη της ηλικίας και των φυσιολογικών χαρακτηριστικών των παραβατών, μπορεί να θεωρηθεί θεμιτός, στο πλαίσιο της πολιτικής ποινών, για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 5 και 14 ΕΣΔΑ
(Β) Διαφορετική μεταχείριση βάσει της ηλικίας: H εξαίρεση των ανήλικων συνάδει με τα διεθνή στάνταρντ και τους κανόνες των νομικών συστημάτων των κρατών μελών – Δικαιολογείται από την ανάγκη διευκόλυνσης της αναμόρφωσής τους, την τεκμαιρόμενη ανωριμότητά τους, πνευματική και συναισθηματική, και τη μεγαλύτερη ικανότητά τους για αναδιαμόρφωση της προσωπικότητας – Η εξαίρεση των άνω των 65 ετών στηρίζεται επίσης σε αντικειμενική και εύλογη δικαιολογητική βάση, συγκεκριμένα στην ανάγκη να είναι υπαρκτή και όχι απλώς θεωρητική η πιθανότητα/προοπτική πρόωρης απόλυσης – Δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του συνδυασμού των άρθρων 14 και 5 παρ. 1 της ΕΣΔΑ
(με ψήφους 16-1)
(Γ) Διαφορετική μεταχείριση με βάση το φύλο: Το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη του διάφορα ευρωπαϊκά και διεθνή κείμενα που αφορούν στην ανάγκη προστασίας των γυναικών έναντι βιαιοτήτων, καταχρήσεων και σεξουαλικών παρενοχλήσεων στο περιβάλλον της φυλακής, καθώς και στις ανάγκες προστασίας της εγκυμοσύνης και της μητρότητας – Εξάλλου το κράτος διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης και ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την εγκληματολογική/σωφρονιστική πολιτική του – Η επίμαχη εξαίρεση συνιστά, από κάθε άποψη, κοινωνική πρόοδο στο πεδίο αυτό – Δεν στοιχειοθετείται παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 14 και 5 παρ. 1 ΕΣΔΑ (με ψήφους 10-7) 

Αναρτήσεις Ιανουαρίου 2017

EΔΔΑ μειζ. συνθ. 24.1.2017, Paradiso and Campanelli v. Italy (25358/12) (με ψήφους 11-6)
Δικαίωμα ιδιωτικού και οικογενειακού βίου (άρ. 8 ΕΣΔΑ) – Πεδίο εφαρμογής – Γέννηση στη Ρωσία με παρένθετη μητέρα παιδιού που δεν έχει βιολογικό δεσμό με το ζευγάρι για το οποίο κυοφορήθηκε και οι οποίοι αναφέρονταν ως “γονείς” του στο σχετικό πιστοποιητικό γέννησης των ρωσικών αρχών, βάσει του ρωσικού δικαίου – Άρνηση των ιταλικών αρχών να αναγνωρίσουν γονική σχέση μεταξύ του παιδιού και των αιτούντων – Απομάκρυνση του παιδιού από τους αιτούντες, όταν ήταν εννέα μηνών και ανάληψή του από τις κοινωνικές υπηρεσίες της Ιταλίας, με το σκεπτικό ότι αυτοί επιχείρησαν να καταστρατηγήσουν την απαγόρευση τέτοιας σύμβασης παρένθετης μητρότητας στην Ιταλία καθώς και τους εθνικούς κανόνες περί υιοθεσίας από άλλη χώρα – Κρίνεται από το ΕΔΔΔΑ ότι δεν έχει εφαρμογή το δικαίωμα οικογενειακού βίου και ότι δεν παραβιάσθηκε το δικαίωμα ιδιωτικού βίου των προσφευγόντων 
[η αντίθετη κρίση του Τμήματος ήταν ότι οι λόγοι δημόσιας τάξης κατ’ επίκληση των οποίων ελήφθη το επίμαχο μέτρο δεν αρκούσαν για να το δικαιολογήσουν, ενόψει του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού, που επιβάλλει τη μη απομάκρυνσή του από το οικογενειακό περιβάλλον, εκτός κι αν κινδυνεύει άμεσα, πράγμα που δεν συνέβαινε εν προκειμένω]
(Α) Πεδίο εφαρμογής του άρ. 8 ΕΣΔΑ όσον αφορά τον οικογενειακό βίο: Το Τμήμα είχε κρίνει ότι υπήρχε προστατευόμενη από το άρ. 8 de facto οικογενειακή ζωή μεταξύ των προσφευγόντων και του παιδιού – Το εάν υπάρχει “οικογενειακή ζωή” είναι κατά βάση πραγματικό ζήτημα που συναρτάται με τη συνδρομή γνήσιων στενών προσωπικών δεσμών – Ενδέχεται να υπάρχουν και de facto οικογενειακοί δεσμοί – Πάντως, το άρ. 8 δεν κατοχυρώνει το δικαίωμα δημιουργίας οικογένειας ή υιοθεσίας ούτε προστατεύει την απλή επιθυμία ίδρυσης οικογένειας – Εν προκειμένω, δοθέντος ότι δεν υπάρχει βιολογικός δεσμός μεταξύ του παιδιού και των προσφευγόντων, εξετάζεται η ποιότητα των μεταξύ τους σχέσεων, ο ρόλος που έπαιξαν οι προσφεύγοντες σε σχέση με το παιδί και η διάρκεια της συγκατοίκησής τους – Οι προσφεύγοντες ανέλαβαν το ρόλο του γονιών του παιδιού, ανέπτυξαν στενούς συναισθηματικούς δεσμούς μαζί του (όπως επιβεβαιώνεται και από έκθεση κοινωνικών λειτουργών) και έμειναν μαζί του οκτώ μήνες, δύο στη Ρωσία και έξι στην Ιταλία – Η διάρκεια της σχέσης, που αποτελεί παράγοντα-κλειδί, ήταν αρκετά μικρή – Ενόψει τούτου, της ανυπαρξίας βιολογικού δεσμού και της αβεβαιότητας της σχέσης από νομική άποψη, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη de facto οικογενειακής ζωής
(Β) Πεδίο εφαρμογής του άρ. 8 ΕΣΔΑ όσον αφορά τον ιδιωτικό βίο: Ο ιδιωτικός βίος περιλαμβάνει και συναισθηματικούς δεσμούς που δημιουργούνται μεταξύ ενήλικα και παιδιού, σε περιπτώσεις πέραν της συγγένειας, δεδομένου ότι τέτοιοι δεσμοί αναφέρονται στην κοινωνική ζωή και ταυτότητα του προσώπου – Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες είχαν γνήσια πρόθεση να γίνουν γονείς του παιδιού και να το μεγαλώσουν – Επομένως, η υπόθεση σχετίζεται με την ανάπτυξη της προσωπικότητας των προσφευγόντων μέσω της εκ μέρους τους ανάληψης του ρόλου του γονιών του παιδιού – Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, η υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρ. 8 ΕΣΔΑ, ως προς το σκέλος του περί σεβασμού του ιδιωτικού βίου
(Γ) Νόμιμη βάση της επέμβασης στον ιδιωτικό βίο: Η απόφαση των ιταλικών δικαστηρίων να εφαρμόσουν την ιταλική νομοθεσία περί γονικών σχέσεων και να μην στηριχθούν στο ρωσικό πιστοποιητικό γέννησης ήταν συμβατή με τη Σύμβαση της Χάγης του 1961 και δικαιολογημένη ενόψει των εθνικών κανόνων περί του εφαρμοστέου δικαίου σε τέτοια περίπτωση, στην οποία η υπηκοόητα του παιδιού δεν προέκυπτε, λόγω της άγνωστης ταυτότητας του δότη του σπέρματος, και συνακόλουθα το παιδί εξομοιώθηκε με αλλοδαπό υπήκοο
(Δ) Θεμιτός σκοπός: To επίμαχο μέτρο εξυπηρετούσε την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού και της δημόσιας τάξης, κρινόμενης ως θεμιτής της επιδίωξης των ιταλικών αρχών να επιβεβαιώσουν την αποκλειστική αρμοδιότητα του Κράτους για την αναγνώριση της νομικής σχέσης γονέα-παιδιού, στο πλαίσιο της ανάγκης προστασίας του τελευταίου
(Ε) Αναγκαιότητα – Αναλογικότητα του μέτρου: Το Κράτος διέθετε ευρύ περιθώριο εκτίμησης, δεδομένου ότι η υπόθεση αφορούσε σε ηθικά ευαίσθητο ζήτημα (υιοθεσία και ανατροφή παιδιού που γεννήθηκε με τεχνικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή από παρένθετη μητέρα) – Τα εθνικά δικαστήρια επικαλέσθηκαν, προς στήριξη του επίδικου μέτρου, πρόσφορους και επαρκείς λόγους, αναγόμενους στη δημόσια τάξη και στην προστασία των παιδιών – Το ΕΔΔΑ δέχεται ότι οι νόμοι που παραβίασαν οι προσφεύγοντες και τα συνακόλουθα μέτρα που ελήφθησαν ως απάντηση στην παράνομη συμπεριφορά τους αφορούσαν στην προστασία πολύ σημαντικών δημοσίων συμφερόντων – Στάθμιση των συμφερόντων αυτών με τα εμπλεκόμενα ιδιωτικά συμφέροντα – Σε σχέση με το συμφέρον του παιδιού, το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο έκρινε ότι, ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας του και της σύντομης χρονικής περιόδου που συμβίωσε με τους προσφεύγοντες, με τους οποίους δεν είχε βιολογικό δεσμό, ο χωρισμός τους δεν θα δημιουργούσε ψυχοπαθολογική κατάσταση και ανεπανόρθωτο τραύμα στο παιδί, για το οποίο διέταξε να βρεθεί το συντομότερο δυνατό κάποιο κατάλληλο ζευγάρι να το φροντίσει – Αναφορικά με το συμφέρον των προσφευγόντων, το εθνικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την παράνομη συμπεριφορά τους, θεώρησε ότι το παιδί μπορεί να ήταν μέσο εκπλήρωσης ναρκισσιστικών επιθυμιών τους ή εξορκισμού προβλημάτων τους και διατύπωσε αμφιβολίες ως προς τo εάν αυτοί είχαν αληθινή ικανότητα να εκπαιδεύσουν το παιδί και να είναι στοργικοί μαζί του – Το ΕΔΔΑ, συνεκτιμώντας και το υπέρτερον συμφέρον του παιδιού, σημειώνει ότι οι ιταλικές αρχές είχαν να κάνουν μια δύσκολη επιλογή, δηλαδή, είτε να επιτρέψουν στους προσφεύγοντες να εξακολουθήσουν να έχουν σχέση με το παιδί, νομιμοποιώντας έτσι, ως τετελεσμένος γεγονός, την παράνομη κατάσταση που αυτοί είχαν δημιουργήσει, είτε να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα εξασφάλισης για το παιδί οικογένειας σύμφωνα με τη νομοθεσία περί υιοθεσίας – Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, το σκεπτικό της απόφασης του εθνικού δικαστηρίου, τον επείγοντα χαρακτήρα της ενώπιόν του διαδικασίας και το ότι οι προσφεύγοντες είχαν ξεπεράσει τα κατ’ αρχήν προβλεπόμενα στο νόμο όρια ηλικίας για υιοθεσία, το ΕΔΔΑ κρίνει ότι οι ιταλικές αρχές δεν υπερέβησαν το ευρώ περιθώριο εκτίμησης που διέθεταν εν προκειμένω – Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ 

ΕΔΔΑ 10.1.2017, Osmanoğlu and Kocabaş v. Switzerland (29086/12)
Θρησκευτική ελευθερία (άρ. 9 ΕΣΔΑ) – Θρησκευτική διαπαιδαγώγηση τέκνων και υπέρτερο συμφέρον αυτών – Υποχρεωτική συμμετοχή μαθητών (δημοτικού) και των δύο φύλων σε μικτό μάθημα κολύμβησης – Επιβολή διοικητικού προστίμου στους προσφεύγοντες μουσουλμάνους, λόγω της επανειλημμένης άρνησής τους να επιτρέψουν στις κόρες τους (7-11 ετών) να συμμετέχουν στο μάθημα, κατ’ επίκληση των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων
(Α) Το επίμαχο μέτρο σκοπούσε στην κοινωνική ενσωμάτωση των αλλοδαπών παιδιών, με διαφορετικό πολιτιστικό και θρησκευτικό υπόβαθρο, καθώς και στην καλή λειτουργία της εκπαίδευσης, το σεβασμό της υποχρεωτικότητας των μαθημάτων και την ισότητα των φύλων – Ιδίως, απέβλεπε στην προστασία των αλλοδαπών μαθητών έναντι φαινομένων κοινωνικού αποκλεισμού – Πρόκειται για θεμιτούς σκοπούς, αναγόμενους στην προστασία της τάξης και των δικαιωμάτων των άλλων, κατά την έννοια του άρ. 9 παρ. 2 ΕΣΔΑ
(Β) Τα κράτη μέλη διαθέτουν σημαντικό περιθώριο εκτίμησης ως προς τα ζητήματα των σχέσεων κράτους και θρησκειών, ιδίως στον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης – Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη υποχρεούνται μεν να μεταδίδουν γνώσεις και πληροφορίες κατά τρόπο αντικειμενικό, κριτικό και πλουραλιστικό, χωρίς να κάνουν κατήχηση, αλλά έχουν ελευθερία να διαμορφώνουν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα ανάλογα με τις ανάγκες και τις παραδόσεις τους
) Εν προκειμένω, το ΕΔΔΑ δέχεται ως πειστικά τα επιχειρήματα των ελβετικών αρχών ότι, ενόψει της σημασίας της υποχρεωτικής εκπαίδευσης για την ανάπτυξη των παιδιών και για την κοινωνική ενσωμάτωση των αλλοδαπών μαθητών, η μη παρακολούθηση κάποιου μαθήματος δεν δικαιολογείται παρά μόνο κατ’ εξαίρεση, υπό ορισμένες συνθήκες και με σεβασμό της ισότητας των θρησκευτικών ομάδων – Συνεπώς, το συμφέρον των παιδιών στην παρακολούθηση ολόκληρου του σχολικού προγράμματος, που επιτρέπει την πετυχημένη κοινωνική ενσωμάτωσή τους, σύμφωνα με τα τοπικά ήθη και έθιμα, υπερτερεί της επιθυμίας των γονέων για εξαίρεσή τους από το μικτό μάθημα κολύμβησης – Ειδικότερα, το συμφέρον των παιδιών δεν συνίσταται μόνο στη σωματική άσκηση και στην εκμάθηση της κολύμβησης αλλά, ιδίως, στη συμμετοχή στη δραστηριότητα αυτή μαζί με όλους τους άλλους μαθητές, ανεξαρτήτως της καταγωγής τους ή των θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων των γονέων – Εξάλλου, ενόψει του ομοσπονδιακού χαρακτήρα του ελβετικού κράτους και της αρμοδιότητας των καντονιών για τη διαμόρφωση του σχολικού προγράμματος, οι προσφεύγοντες αβασίμως στηρίζονται στο ότι η κολύμβηση δεν προβλέπεται ως υποχρεωτικό μάθημα στο σύνολο της χώρας – Επιπλέον, οι ελβετικές αρχές επέτρεψαν στις κόρες των προσφευγόντων να συμμετέχουν στο μάθημα φορώντως μπουρκίνι, ενώ δεν τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο ο ισχυρισμός τους ότι κάτι τέτοιο θα τις στιγμάτιζε – Επίσης, οι κόρες τους είχαν τη δυνατότητα να αλλάξουν ρούχα και να κάνουν ντους χωρίς την παρουσία των αγοριών – Τέλος τα επίμαχα πρόστιμα (350 ελβετικά φράγκα για κάθε γονιό και για κάθε παιδί, ήτοι 1400 φράγκα συνολικά), τα οποία επιβλήθηκαν στους προσφεύγοντες κατόπιν ακρόασης και προειδοποίησής τους και με επαρκείς διαδικαστικές εγγυήσεις, όσον αφορά τη δυνατότητα άσκησης δικαστικού ελέγχου, ήταν ανάλογα των ανωτέρω επιδιωκόμενων σκοπών – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν παραβιάσθηκε το άρ. 9 ΕΣΔΑ 

ΕΔΔΑ 17.11.2016, Karapetyan and others v. Armenia (59001/08)
Ελευθερία έκφρασης (άρ. 10 ΕΣΔΑ) – Έκφραση δημοσίων υπαλλήλων για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος – Απόλυση υπαλλήλων του Υπουργείου Εξωτερικών (διπλωματών) για ανακοίνωσή τους στην οποία, αναφέροντας το όνομα και την ιδιότητά τους, εξέφραζαν ανησυχίες για θέματα αναγόμενα στη διεξαγωγή εκλογών Προέδρου και καλούσαν σε συμμόρφωση προς συστάσεις της διεθνούς αποστολής παρατηρητών των εκλογών και διεθνών οργανισμών 
(Α) Το μέτρο απέβλεψε σε θεμιτό σκοπό, αναγόμενο στην εγγύηση της πολιτικής ουδετερότητας των δημοσίων υπαλλήλων και, ειδικότερα, του διπλωματικού σώματος – Επίσης, η νομοθετική διάταξη βάσει της οποίας επιβλήθηκε και η οποία προέβλεπε απόλυση, μεταξύ άλλων, λόγω άσκησης πολιτικής δραστηριότητας ή χρήσης της ιδιότητας του δημοσίου υπαλλήλου προς όφελος τρίτων και μη κυβερνητικών οργανώσεων, ικανοποιεί τις απαιτήσεις της προβλεψιμότητας στην εφαρμογή της  
(Β) Για την εκτίμηση της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των συνθηκών, ιδίως του αξιώματος των προσφευγόντων, της μορφής και του περιεχομένου της επίμαχης έκφρασης και το πλαίσιο διενέργειάς της – Εν προκειμένω, (α) οι προσφεύγοντες ήταν υψηλόβαθμοι διπλωμάτες, από τους οποίους το κράτος μπορούσε δικαιολογημένα να απαιτήσει να σεβαστούν τον μεταξύ τους ειδικό δεσμό εμπιστοσύνης και πίστης, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, (β) οι προσφεύγοντες ανέφεραν στην ανακοίνωσή τους την ιδιότητά τους καθώς και ότι ενώνονταν με τους συναδέλφους τους που είχαν εκδώσει την προηγούμενη ημέρα δελτίο τύπου για το ίδιο θέμα, (γ) το περιεχόμενο της δήλωσής τους, που περιελάμβανε αναφορά στο ενδεχόμενο απάτης στην εκλογική διαδικασία και κλήση για λήψη μέτρων υλοποίησης των συστάσεων των διεθνών παρατηρητών, ήταν τέτοιο που δικαιολογούσε την κρίση των εθνικών δικαστηρίων ότι περιείχε πολιτικές εκτιμήσεις σχετικά με τις εκλογές, (δ) η ανακοίνωση βγήκε σε περιβάλλον εσωτερικής πολιτικής κρίσης – Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 10 ΕΣΔΑ 

ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 15.11.2016, Dubská and Krejzová v. the Czech Republic (28859/11 and 28473/12) (με ψήφους 12-5)
Ιδιωτικός βίος (άρ. 8 ΕΣΔΑ) – Εθνική ρύθμιση που επιτρέπει τις γεννήσεις κατ’ οίκον αλλά απαγορεύει στους επαγγελματίες της υγείας, όπως οι μαίες, την παροχή συνδρομή σε τέτοιες γεννήσεις – Λόγως της ρύθμισης αυτής, οι προσφεύγουσες δεν μπόρεσαν να τύχουν συνδρομής μαίας όταν γέννησαν στο σπίτι
(A) Το άρθρο 8 ΕΣΔΑ δεν κατοχυρώνει δικαίωμα της γυναίκας να γεννά στο σπίτι, αλλά ο αποκλεισμός λήψης της βοήθειας μαίας για τέτοια γέννα συνιστά περιορισμό του δικαιώματος για σεβασμό του ιδιωτικού βίου της μητέρας, εξεταζόμενο από τη σκοπιά των αρνητικών υποχρεώσεων του κράτους – Το μέτρο ενθαρρύνει τις γέννες στο νοσοκομείο και σκοπεί στην προστασία της υγείας και της ασφάλειας τόσο της μητέρας όσο και του παιδιού, κατά τη διάρκεια του τοκετού και μετά από τη γέννηση – Συνεπώς επιδιώκει τους θεμιτούς, κατά το άρ. 8 ΕΣΔΑ, σκοπούς της προστασίας της υγείας και των δικαιωμάτων των άλλων
(B) Η υπόθεση, αν και δεν αγγίζει ιδιαίτερα ευαίσθητο ηθικό ζήτημα, αφορά σε σημαντικό και σύνθετο ζήτημα πολιτικής δημόσιας υγείας, που συνδέεται με εκτίμηση ειδικών και επιστημονικών δεδομένων για τους κινδύνους γέννας στο σπίτι και στο νοσοκομείο, καθώς και γενικές θεωρήσεις κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής (μεταξύ άλλων, για την κάλυψης των σχετικών δαπανών από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης) – Εξάλλου, δεν εντοπίζεται μεταξύ των κρατών μελών συναίνεση ικανή να περιορίσει το περιθώριο εκτίμησης του κράτους υπέρ της γέννας στο σπίτι – Ενόψει των ανωτέρω, οι εθνικές αρχές διέθεταν, εν προκειμένω, ευρύ περιθώριο εκτίμησης – Το ΕΔΔΑ δεν ελέγχει αφηρημένα τη σχετική εθνική νομοθεσία ή πρακτική, αλλά, χωρίς να την παραβλέπει, εξετάζει τα δεδομένα και τα ζητήματα της συγκεκριμένης υπόθεσης – Επομένως, δεν υποκαθιστά τις εθνικές αρχές ως προς τον καθορισμό της πλέον κατάλληλης πολιτικής αναφορικά με τις συνθήκες των γεννήσεων, αλλά αποφαίνεται επί της συμβατότητας προς το άρ. 8 ΕΣΔΑ της επίδικης επέμβασης στο δικαίωμα ιδιωτικού βίου, με βάση τη δίκαιη στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων
(Γ) Το ΕΔΔΑ δέχεται το επιχείρημα της Τσεχίας ότι οι γέννες στο σπίτι εγκυμονούν μεγαλύτερους κινδύνους για τις μητέρες και τα παιδιά από ό,τι οι γέννες στο μαιευτήριο – Εξάλλου, οι προσφεύγουσες μπορούσαν να γεννήσουν στο τοπικό μαιευτήριο, όπου οι επιθυμίες τους θα γίνονταν κατ’ αρχήν σεβαστές – Πάντως, για κάποια από αυτά τα νοσοκομεία φαίνεται ότι μπορούσαν να εγερθούν αντιρρήσεις ως προς τις συνθήκες ιατρικής αντιμετώπισης των γυναικών, οι επιθυμίες των οποίων μάλλον δεν γίνονταν πλήρως σεβαστές, το στοιχείο δε αυτό δεν πρέπει να παραγνωρίζεται κατά τον έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας – Ωστόσο, από το 2014, η κυβέρνηση έχει λάβει πρωτοβουλίες για βελτίωση της κατάστασης – Συμπερασματικά, ενόψει του περιθωρίου εκτίμησης του κράτους, η επίμαχη επέμβαση στον ιδιωτικό βίο δεν ήταν δυσανάλογη και, επομένως, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρ. 8 ΕΣΔΑ 

ΕΔΔΑ 13.10.2016, B.A.C. κατά Ελλάδας (11981/15)
Ιδιωτικός βίος (άρ. 8 ΕΣΔΑ) – Μακροχρόνια (άνω των 12 ετών), αδικαιολόγητη παράλειψη του Υπουργού Δημόσιας Τάξης για λήψη απόφασης επί προσφυγής κατά απόρριψης αιτήματος χορήγησης ασύλου προσώπου φερόμενου ως έχοντος αναπτύξει φιλοκουρδική πολιτική δραστηριότητα στην Τουρκία
Ο προσφεύγων βρέθηκε σε παρατεταμένη ανασφάλεια ως προς τη νομική κατάστασή του, συνεπεία της οποίας αυτός δεν μπόρεσε να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο, εργαζόταν στον τομέα των οικοδομών χωρίς άδεια εργασίας και μπόρεσε να συγκατοικήσει με τη γυναίκα του μόλις το 2008, όταν η τελευταία απέκτησε άδεια εργασίας στην Ελλάδα – Διαπιστώνεται παραβίαση της θετικής υποχρέωσης του κράτους για εφαρμογή αποτελεσματικής διαδικασίας προστασίας του ιδιωτικού βίου, μέσω της θέσπισης και τήρησης κατάλληλου κανονιστικού πλαισίου εξέτασης των αιτήσεων ασύλου εντός εύλογης προθεσμίας, ώστε να περιορίζεται κατά το δυνατό η κατάσταση αβεβαιότητας των αιτούντων 


[2] Άρ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ.

[3] Άρ. 5 §1 του Π.Δ.