7. ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΟΥΣΙΑΣ Α ΜΕΡΟΣ 24.2.2017

Uncategorized

 

BANNER1

ΚΔΔικ

Γενικές Αρχές  Διοικητικής Δικονομίας

1.Αρχή καλής πίστης, χρηστών ηθών, αλήθειας, υποχρέωση για ευπρεπή διατύπωση δικογράφων αρ. 42-43 ΚΔΔμίας

2.Αρχή της πρωτοβουλίας των διαδίκων για την έναρξη της δίκης.

3.Αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης.

4.Αρχή της πρωτοβουλίας του δικαστηρίου για την πρόοδο της δίκης αρ. 33 Κ (πχ διενεργεί η γραμματεία του Δικαστηρίου επιδόσεις των δικογράφων  με εξαίρεση προσθέτους λόγους, παρέμβαση, αίτηση αναστολής, κλήση αναίρεσης στον αναιρεσίβλητο)

5. Η ερημοδικία δεν ασκεί  επιρροή στην πρόοδο της δίκης (αρ. 34 ΚΔΔμίας, αρ. 28 πδ 18/89)

6.  Ισχύει το Ανακριτικό σύστημα :

α) έλεγχος αυτεπαγγέλτως των διαδικαστικών προυποθέσεων και αρχή jura novit curia , πρέπει να σχηματιστεί πλήρης δικανική πεποίθηση, δεν αρκεί πιθανολόγηση με εξαίρεση την προσωρινή εν γένει δικαστική προστασία.

β) η συνεχής παράλειψη της διοίκησης να αποστείλει τον φάκελο της υπόθεσης παρά την έκδοση προδικαστικής απόφασης δημιουργεί τεκμήριο συνομολόγησης πραγματικών ισχυρισμών (ΣτΕ 2739/87, 511/2007).

7. Αρχή της ισότητας των διαδίκων και όπλων (αρ. 40 ΚΔΔμίας)

8. Αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως

9.  Αρχή της δημοσιότητας την συζήτησης. Εξαίρεση η εν συμβουλίω διαδικασία της προσωρινής δικαστικής προστασίας, με εξαίρεση την προσωρινή επιδίκαση απαίτησης που γίνεται επ΄ακροατηρίου.

10.Προφορικότητα της συζήτησης και συνεπώς δεν απαιτείται υποβολή υπομνημάτων-προτάσεων  για να θεωρηθεί δικονομικά παρών ο διάδικος.

11. Ειδική αιτιολόγηση αποφάσεων.

12. Η απαγγελία των αποφάσεων σε δημόσια συνεδρίαση

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ ΣΤΟΝ ΚΔΔ

Αφετηρία

Από την επόμενη μέρα από εκείνη που συντελέστηκε το γεγονός (αρ. 60 §1 διάκριση σε  γνήσιες και καταχρηστικές)

Επι σιωπηρής άρνησης η τρίμηνη προθεσμία (ή η προθεσμία που τάσσει ο νόμος) της παράλειψης αρχίζει την επόμενη της συντελεσθείσης σιωπηρής άρνησης ή παράλειψης.

Επι διοικητικής προσφυγής η προθεσμία διακόπτεται για 30 ημέρες ώστε να απαντήσει το διοικητικό όργανο, εκτός αν ο νόμος τάσσει άλλη προθεσμία (αρ. 25 § 2 ΚΔΔιαδ). Αν η απάντηση επι διοικητικής προσφυγής κοινοποιηθεί νωρίτερα από ένα μήνα τότε η προθεσμία για άσκηση ενδίκου μέσου αρχίζει από την κοινοποίηση.

Επι κανονιστικών διοικητικών πράξεων από την ημέρα της πραγματικής κυκλοφορίας του ΦΕΚ και όχι της αναγραφόμενης ημερομηνίας, εφόσον υπάρχει διάσταση.

Επι ατομικών  από την κοινοποίηση ή την πλήρη γνώση του διοικουμένου και από την δημοσίευση για τους τρίτους, για όσες είναι δημοσιευτέες. Αν δεν είναι δημοσιετέες, από την πλήρη γνώση τους για τους τρίτους.

Επί ατομικών γενικής εφαρμογής από την επομένη της δημοσίευσης με εξαίρεση τους θιγόμενους ιδιοκτήτες πχ καθορισμός οριογραμμής αιγιαλού, κήρυξη εκτάσεως ως δασικής.

Κανόνες υπολογισμού

Computatio civilis – πολιτικός τρόπος

1.Η ημέρα που συνέβη το γεγονός δεν συναριθμείται.

2.Η προθεσμία ξεκινάει ακόμη και αν η επόμενη μέρα είναι αργία

3.Συναπτός υπολογισμός του χρόνου – tempus continuum  οι ενδιάμεσες μέρες αργίας δεν αφαιρούνται από τον διανυθέντα χρόνο.

4.Πλήρεις ημέρες , δηλαδή δεν λαμβάνεται υπόψη η ημέρα τέλεσης των διαδικαστικών πράξεων.

5. Μέσον θεωρείται η 15η ημέρα

6. Λήξη: Λήγουν 7.00 το βράδυ της τελευταίας ημέρας ή της ώρας λειτουργίας των υπηρεσιών του δημοσίου και των Δικαστηρίων.

Αν αυτή είναι αργία (60 § 1), κατά τον νόμο εξαιρετέα ή μη εργάσιμη πχ  Σάββατο (αρ. 1 § 2 Ν 1157/81) τότε λήγει την ίδια ώρα της αμέσως επόμενης εργάσιμης μέρας.

7.Οι καταχρηστικές προθεσμίες για λόγους ασφάλειας δικαίου λήγουν με τον ίδιο τρόπο (60§1).Απλώς δεν αναστέλλονται ούτε διακόπτονται ούτε παρατείνονται. Πχ η προθεσμία ασκήσεως ενδίκων μέσων είναι τρία χρόνια από την δημοσίευση της απόφασης αλλά εάν η τελευταία μέρα είναι εξαιρετέα υπολογίζεται και άρα δεν παρεκτείνεται την αμέσως επόμενη εργάσιμη , επίσης δεν μετρά η αναστολή από 1-7- εώς 15-9 κάθε έτους.

8. Η μη τήρηση της προθεσμίας που αφορά αποκλειστικά σχέση των διαδίκων θεραπεύεται αν αυτοί δεν αντιλέξουν ( 61 § 6 σχετική ακυρότητα)

9. Διακοπή προθεσμίας , σημαίνει ότι η διαδραμούσα προθεσμία δεν υπολογίζεται και μετά το πέρας του διακοπτικού γεγονότος κινεί νέα και τελευταία προθεσμία  εξαρχής. ΠΧ διακοπτικό αποτέλεσμα στην προθεσμία του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής  και αιτήσεως έχει η εμπρόθεσμη άσκηση ειδικής προσφυγής καθώς και η εντός της προθεσμίας του ενδίκου βοηθήματος άσκηση απλής προσφυγής. Θα πρέπει να προσεχθεί ότι εάν προβλέπεται ειδική προσφυγή τότε αυτή έχει διακοπτικό αποτέλεσμα εφόσον ασκηθεί εμπρόθεσμα και όχι η αντ΄ αυτής τυχόν ασκηθείσα εντός της προθεσμίας του ενδίκου βοηθήματος αλλά εκτός της προθεσμίας της ειδικής , απλή προσφυγή.

Η άσκηση κάθε διοικητικής προσφυγής πλην της ενδικοφανούς που αποτελεί δικονομικό βάρος και προϋπόθεση παραδεκτού της αίτησης ακύρωσης και της προσφυγής, , ήτοι της χαριστικής προσφυγής, της ιεραρχικής προσφυγής και της ειδικής προσφυγής, διακόπτει την προθεσμία του άρθρου 66 ΚΔΔικ για μία μόνο φορά υπο τους ανωτέρω  όρους.

Η προθεσμία ξαναρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας που τάσσει ο νόμος στο όργανο για να απαντήσει. Αν δεν ορίζεται μετά από 30 μέρες από την υποβολή της αίτησης. Ξαναρχίζει από την τυχόν επίδοση αν γίνει νωρίτερα από τις παραπάνω προθεσμίες.

Αναστολή προθεσμίας :  Αναστολή σημαίνει ότι η προσδιαδραμούσα προθεσμία αναστέλλεται , δηλαδή σταματάει να τρέχει και συνεχίζει όταν πάψει το ανασταλτικό γεγονός. Εάν η προθεσμία ενσκήψει εντός της αναστολής δεν αρχίζει να τρέχει αλλά θα ξεκινήσει με το πέρας του ανασταλτικού γεγονότος.

Δηλαδή η προθεσμία δεν αχρηστεύεται , όπως συμβαίνει επι διακοπής, συνεχίζει να τρέχει από το σημείο που βρισκόταν όταν πάψει το γεγονός που την αναστέλλει.

1) Επι ανωτέρας βίας η προθεσμία αναστέλλεται αν η ανωτέρα βία βρίσκεται στη λήξη της προθεσμίας (αρ. 66 ΚΔΔικ και 10 § 6 ΚΔΔιαδ). Μετά την πάροδο της ανωτέρας βίας, η προσφυγή θα πρέπει να ασκηθεί αμελλητί, δηλαδή στον απολύτως εύλογο κατά την κρίση του Δικαστηρίου χρόπνο.

2) Οι προθεσμίες αναστέλλονται κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αρχικά με το 61 § 4 αναστέλλονταν για τους ιδιώτες από 1-31/8 ενώ για το δημόσιο, αρχές και ΝΠΔΔ αναστέλλονταν από 1/7-15/9 βάσει του αρ. 11 § 2 Ν 1756/98, αρ. 11 ΚΔικΔημ και αρ. 22 § 4 ν.

1868/1989.

Όμως στην υπόθεση του ΕΔΔΑ Φούλα Πλατάκου κλπ κατά Ελλάδος και την  ΣτΕ 2807/2002 κηρύχθηκε αντισυνταγματική η παραπάνω ρύθμιση και προστέθηκε το αρ. 12 Ν 3514/2006 που προσάρμοσε το αρ. 11 ΚΔικΔημ και όρισε οτι οι προθεσμίες αναστέλλονται μεταξύ 1/7-15/9 και

για τους ιδιώτες Άρα οι προθεσμίες αναστέλλονται μεταξύ 1/7-15/9 για όλους. Εξαίρεση οι φορολογικές διαφορές αναστέλλονται μεταξύ 1/8-31/8 σύμφωνα με το αρ. 25 Ν 3610/2007 το οποίο έχει κριθεί  συνταγματικό λόγω της διαφορετικής φύσης των φορολογικών υποθέσεων από τις λοιπές.

Δικονομική Ακυρότητα αρ. 62 §1 ΚΔΔικ

ΕΝΝΟΙΑ: Είναι οι νόμιμες κυρώσεις που απαγγέλλονται είτε από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, είτε μετά από πρόταση διαδίκου, ο οποίος υπέστη βλάβη για παράβαση διατάξεων, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Διακρίνονται σε : α) απόλυτες δικονομικές ακυρότητες και  β) σχετικές.

Α) Απόλυτη ακυρότητα αρ. 62 § 2 (α)

Είναι η αυτεπαγγέλτως αναγγελλόμενη από το δικαστήριο ακυρότητα

1) όταν προβλέπεται ρητώς από τον νόμο είτε η ακυρότητα είτε το αυτεπάγγελτο της έρευνας της πχ προφορική επίδοση.

2) Η προερχόμενη από διαδικαστική πράξη που τέλεσε  αναρμόδιο όργανο πχ επίδοση από ιδιώτη.

3)  Η παράβαση ουσιώδους τύπου της δικονομικής διαδικασίας . Πρόκειται για παραβάσεις  κυρίως περί πληρεξουσιότητας, συντάξεως εκθέσεως, παραβάσεις ουσιωδών στοιχείων του δικογράφου,  του Δικηγορικού Κώδικα για δικαιώματα παράστασης των δικηγόρων κτλ , παραβάσεις αρ. 129 και 149 για αποστολή διοικητικού φακέλου.

Β) Σχετική ακυρότητα.

Είναι η ακυρότητα η οποία δεν απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως αλλά κατόπιν αιτήσεως διαδίκου σε κάθε άλλη περίπτωση , πλην των ανωτέρω, παράβασης δικονομικής διάταξης και με την επίκληση από αυτόν  δυσεπανόρθωτης δικονομικής βλάβης, η οποία πρέπει να εξειδικεύεται και δεν μπορεί να αποκατασταθεί με άλλο τρόπο.

Η αίτηση του διαδίκου είναι απαράδεκτη εάν :

α) δεν υποβληθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση μετά την παράβαση

β) ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση προκάλεσε ή συνέβαλε στην παράβαση και

γ) ο διάδικος έχει παραιτηθεί ρητά ή σιωπηρά από την αίτηση μετά την παράβαση

πχ παράβαση διατάξεων για δικαίωμα ακροάσεως, περι κλητεύσεως, περι επιδόσεων χωρίς να αντιλέγει υπερ ου διάδικος

Η Παρέμβαση  

Είναι η διαδικαστική πράξη τρίτου προσώπου μη διαδίκου και μη εκπροσωπούμενου από αυτούς με την οποία εισέρχεται στη έννομη σχέση της δίκης ως συνεπίκουρος του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει ή ως διάδικος που αντιποιείται το αντικείμενο αυτής.

Τρόπος άσκησης : Με κατάθεση  στην Γραμματεία  του δικαστηρίου που εκκρεμεί το κυρίως ένδικο βοήθημα και επίδοση με επιμέλεια του αιτούντος προς όλους τους διαδίκους 6 τουλάχιστον πλήρεις μέρες πριν τη συζήτηση  (αρ. 19 § 1, αρ. 49 πδ και αρ. 114 § 2 ΚΔΔικ). Ως συζήτηση λογίζεται κάθε συζήτηση σε κάθε στάδιο της δίκης και εως την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Επιτρέπεται  συνεπώς η παρέμβαση και μετά την προδικαστική απόφαση και μετά την παραπομπή και μετά την επανασυζήτηση. Αντίθετα στο στάδιο της αναιρέσεως δεν επιτρέπεται παρέμβαση στο ΣτΕ λόγω της ρητής απαγόρευσης του α. 55. Ειδικές διατάξεις όμως νόμων μπορεί να προβλέπουν παρέμβαση και στο αναιρετικό στάδιο πχ επι διαφορών της Επιτροπής ανταγωνισμού μπορεί να ασκήσουν στην αναίρεση παρέμβαση οι καταγγέλουσες εταιρίες .

Η παράλειψη επίδοσης θεραπεύεται αν οι διάδικοι στους οποίους έπρεπε να γίνει η επίδοση παρίστανται και  δεν αντιλέξουν κατά την πρώτη συζήτηση (αρ. 114 § 2 εδ γ΄ και αρ. 21 § 6 πδ 18/89). Εάν οι διάδικοι παρίστανται με δήλωση ή είναι απόντες  η παράβαση επιδόσεως δεν θεραπεύεται. Σκόπιμο λοιπόν είναι να επιδίδει στον υπερού η πρόσθετη παρέμβαση γιατί, ναι μεν ο τελευταίος δεν πρόκειται να αντιλέξει σε αυτήν, αν όμως για οποιοδήποτε λόγο δεν παραστεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης η παρέμβαση θα απορριφθεί ως απόλυτα άκυρη. Σε κάθε περίπτωση εφόσον παρέστησαν δεν μπορούν να  αντιλέξουν το πρώτον  μετά την συζήτηση με το υπόμνημα γιατί σε αυτό σχολιάζονται μόνο όσα προτάθηκαν και εκτέθηκαν στο ακροατήριο.

Αντίθετα η κατάθεση του δικόγράφου της παρέμβασης σε χρόνο μικρότερο των 6 ημερών από την συζήτηση δεν μπορεί να θεραπευθεί , διότι άγει σε απόλυτη ακυρότητα. Ο μόνος τρόπος είναι να ζητηθεί αναβολή από κάποιον από τους διαδίκους και να συζητηθεί η υπόθεση σε χρόνο που πλέον να έχει πληρώσει το διάστημα των έξη ημερών.

Δεύτερη κατάθεση δικογράφου παρέμβασης από τον ίδιο διάδικο υπερ του ίδιου διαδίκου λογίζεται ως υπόμνημα όπως και οι πρόσθετοι λόγοι από τον παρεμβαίνοντα.

Με την παρέμβαση δεν δημιουργείται σχέση ομοδικίας

Οι διατάξεις για την νομιμοποίηση, την ομοδικία, τη συνάφεια και το χωρισμό δικογράφου εφαρμόζονται αναλόγως και στην παρέμβαση

Μετά την άσκηση της παρέμβασης οι αποφάσεις, πράξεις και δικόγραφα που προβλέπεται ότι επιδίδονται στους διαδίκους επιδίδονται και στους παρεμβαίνοντες, αφού καθίστανται διάδικοι.

Εφόσον ασκήσουν παρέμβαση οι παρεμβάντες έχουν δικαίωμα γνώσεως εγγράφων (αρ. 30) και δικαίωμα να ζητήσουν αναβολή της συζήτησης (αρ. 129 § 2).

Όποιος έχει ασκήσει παρέμβαση και εν συνεχεία παραιτηθεί από το δικόγραφο (αρ. 30 § 5 πδ και αρ. 143 ΚΔΔικ) μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή (αρ. 51 πδ και αρ. 106 ΚΔΔικ) αν δεν του γίνει ανακοίνωση ή γνωστοποίηση της δίκης επι της αίτησης ακυρώσεως ή της προσφυγής με βάση το γράμμα του νόμου. Όμως το ΣτΕ την μία φορά που προέκυψε το ζήτημα έκρινε διαφορετικά με το επιχείρημα οτι υπήρχε γνώση του παρεμβαίνοντος για την δικάσιμο.

ΕΙΔΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΣ

Στις διαφορές ουσίας η παρέμβαση είναι  πρόσθετη υπέρ ή κατά ενός των διαδίκων. Αντίθετα στις ακυρωτικές είναι μόνο υπέρ του κύρους της πράξης με εξαίρεση: α) την παρέμβαση του αρμόδιος Υπουργός που εποπτεύει το νομικό πρόσωπο που γίνεται είτε υπέρ είτε κατά του και μάλιστα προφορικά (υπουργική παρέμβαση α.21§2 πδ 18/89), β) οι διάδικοι σε εκκρεμή δίκη στην πρότυπη δίκη , γ) στην δίκη του άρθρου μόνο του Ν. 2479/98 για την αντισυνταγματικότητα Νόμου.

Α. Κύρια Παρέμβαση μόνο στην αγωγή αρ. 112 § 1

Όταν τρίτος διεκδικεί ολικώς ή μερικώς το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ύστερα από άσκηση αγωγής. Ιδιότυπο ένδικο βοήθημα που διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της αρχικής . Πρόκειται για  νέο δικαίωμα που δημιουργεί νέα δικονομική σχέση.

Προϋποθέσεις του παραδεκτού

α) Έννομο συμφέρον : συγκεκριμένο, αυταπόδεικτο και συνήθως περιουσιακό (τουλάχιστον  εμμέσως)

β) Εκκρεμής δίκη . Η  εκκρεμοδικία αρχίζει με την κατάθεση της αγωγής και περατούται με την δημοσίευση οριστικής απόφασης ή την κατάργηση της δίκης

γ) Μόνο επί αγωγής  δεν έχει νόημα να αντιποιηθείς πχ το αίτημα ακύρωσης στην αίτηση ακυρώσεως, διότι θα καταστρατηγείτο η προθεσμία της αιτήσεως ακυρώσεως.

δ) Ο παρεμβάς είναι τρίτος δηλαδή δεν πρέπει να έχει καταστεί διάδικος (πχ όχι οι ομόδικοι και οι καθολικοί διάδοχοι, επιτρέπεται οι ειδικοί διάδοχοι).

Έννομες Συνέπειες της κύριας παρέμβασης ταυτίζονται με τις έννομες συνέπειες  της αγωγής

Δεδικασμένο : Ο κυρίως παρεμβάς δεσμεύεται από το δεδικασμένο που δημιουργείται από το τμήμα της απόφασης που αναφέρεται στην παρέμβασή του. Δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης για την αγωγή των αρχικών διαδίκων, με αποτέλεσμα να μπορεί να ασκήσει νέα αγωγή ακόμα και αν η παρέμβαση του απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και αν έγινε δεκτή η αγωγή του αρχικού ενάγοντος.

Β). Πρόσθετη Παρέμβαση αρ. 113

Ασκείται και επι της προσφυγής και επι της αγωγής. ¨Αρα μπορεί να ασκηθεί και  υπερ του προσφέυγοντός όσο και υπερ της διατηρήσεως της διοικητικής πράξεως. Αντίθετα στην ακυρωτική δίκη μόνο υπερ του Δημοσίου (α.49 πδ 18/89).

Ο προσθέτως παρεμβάς δεν καθίσταται διάδικος ούτε υποκείμενο της εννόμου σχέσεως της δίκης, αλλά απλώς υποκείμενο της διαδικασίας.

Κύριος διάδικος δεν μπορεί να ασκήσει επιπλέον πρόσθετη παρέμβαση

Είναι απλή και όχι αυτοτελής, δηλαδή τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας της απόφασης δεν τον καταλαμβάνουν παρά μόνο αν προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

Προυποθέσεις του παραδεκτού

α) Έννομο συμφέρον, ήτοι ο παρεμβάς πρέπει να οφειλείται ή βλάπτεται από την προσβαλλόμενη πράξη με  οποιασδήποτε μορφής βλάβη ή ωφέλεια δικαιώματος ή συμφερόντων.

β) Εκκρεμής δίκη

γ) Να εκκρεμεί προσφυγή η αγωγή.

δ) Ο παρεμβάς να είναι τρίτος μη διάδικος .

Δικαιώματα προσθέτως παρεμβαίνοντος αρ. 113 § 1 : Ο παρεμβάς μπορεί :

α) Να ασκήσει όλα τα ένδικα μέσα ακόμα και αν ο υπερ ου δεν το επιθυμεί

β) Να επιχειρήσει τις επιτρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις υπό τον όρο ότι δεν  αντιτίθενται στα συμφέρονται του υπερ ου η παρέμβαση (πχ δεν μπορεί να παραιτηθεί, να περιορίσει το αίτημα, νασυμβιβαστεί, να συμψηφίσει κτλ)

γ) Να προβάλλει ισχυρισμούς μόνο αν δεν αντιτίθενται στους ισχυρισμούς του υπερού.

ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ.

Κανόνας της ελεύθερης εφόσον δεν αντιλέγει ο καθού (αρ. 47 § 1 ΚΔΔ). Ανεξαρτητοποιείται η εγκυρότητα από τον χρόνο και τόπο ενέργειάς της.>Μπορεί να γίνει νόμιμα παντού , οποιαδήποτε ώρα.

Εξαίρεση με απόλυτη ακυρότητα : α) Σε χώρους λατρείας και  β) Σε αίθουσα δικαστηρίου όταν συνεδριάζει.

Σχετική ακυρότητα ο αν δεν συναινεί το πρόσωπο προς το οποίο έγινε , όταν η επίδοση γίνεται σε άλλο τόπο και χρόνο από αυτά που προβλέπονται στις ειδικές διατάξεις.

Χρόνος  επιδόσεως : μεταξύ 7μμ-7πμ. Δεν επιτρέπεται :

1. Κατά τη διάρκεια εκλογών

2. Κυριακές

3. Αργίες

Τόπος Επιδόσεως( αρ. 50§1ΚΔΔ) :

1. Η Κατοικία  του (αρ. 51 ΚΔΔικ σε περίπτωση απουσίας) ή

2. Ο Χώρος εργασίας του (αρ. 52 ΚΔΔικ για απουσία)

Επίσης :

1. Στο κατάστημα της αρχής που εξέδωσε την πράξη

2. Στο κατάστημα του δικαστηρίου που εκκρεμεί η υπόθεση

Πρόσωπα στα οποία γίνεται επίδοση:

I. Ιδιώτες

1. Στους ίδιους: στα φυσικά πρόσωπα η επίδοση γίνεται στο ίδιο το πρόσωπο (αν έχει την ικανότητα του παρίστασθαι) και στα νπ στο νόμιμο εκπρόσωπο ή σε αυτόν που αυτός όρισε το ν.π.ειδικώς) .

2. Στους νόμιμους αντιπροσώπους τους ή Στους εκπροσώπους

4. δικαστικούς πληρεξουσίους ή  Αντικλήτους

ΙΙ. Δημόσιο αρ. 49§1ΚΔΔικ.

1.Στον Υπουργό Οικονομικών ή το Ν.Σ.Κ για το Δημόσιο (εξαίρεση οι φορολογικές, σήματα και διαφορές εκτέλεσης κατά ΚΕΔΕ που γίνεται στο προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ)

2. Στα λοιπά ΝΠΔΔ στους νομίμους εκπροσώπους τους ή εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους ή στους δικαστικούς τους πληρεξουσίους. Χώρος : Στο κατάστημα που εδρεύουν μόνο κατά τις εργάσιμες μέρες 7πμ-7μμ (αρ. 49§4 ΚΔΔικ)

ΣΥΝΑΦΕΙΑ ΑΡ. 122§1 ΚΔΔ

Κοινό ένδικο βοήθημα από τον ίδιο διάδικο με το οποίο προσβάλλονται  περισσότερες διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις που είναι μεταξύ τους  συναφείς  παραλείψεις, εφόσον το δικαστήριο είναι αρμόδιο κατά τόπον ως προς όλες αρμόδιο.

Προυποθέσεις :

α) “Συναφείς” πράξεις, παραλείψεις και υλικές ενέργειες,

Συναφείς είναι οι πράξεις κατά το  αρ. 122§2 ΚΔΔ που έχουν :

Είτε την ίδια νομική και πραγματική βάση, είτε η νομιμότητα της μιας ασκεί επιρροή στην νομιμότητα της άλλης.

Ενώ επι υλικών ενεργειών η αγωγή πρέπει να αναφέρει κατά το άρθρο 123 ΚΔΔ ότι : α)  οι υλικές ενέργειες συνδέονται ουσιωδώς μεταξύ τους , είτε ότι οι αξιώσεις που απορρέουν να έχουν την ίδια νομική βάση. Ενώνονται δηλαδή περισσότερες αξιώσεις ενός προσώπου κατά άλλου για αποζημίωση οι οποίες απορρέουν από ουσιωδώς συνδεόμενες μεταξύ τους παράνομες υλικές ενέργειες.

β) Να ασκείται κοινό ένδικο βοήθημα (όχι για τα ένδικα μέσο!!)

γ) Από τον ίδιο διάδικο

δ) Το δικαστήριο να είναι κατά τόπον αρμόδιο ως προς όλες. Όχι καθ΄ύλην. Εάν μια αξίωση είναι αρμοδιότητας του Τριμελούς τότε για όλες αρμόδιο είναι το  Τριμελές Πρωτοδικείο.

Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της συνάφειας κρατείται η πρώτη πράξη  και όσες οι συναφείς με αυτήν και χωρίζονται οι υπόλοιπες μη συναφείς αυτεπάγγελτα για να εκδικαστούν σε άλλη δικάσιμο (αρ. 121§2 ΚΔΔ). Ο διάδικος μπορεί να ασκήσει εντός 30 ημερών από την στιγμή που θα του κοινοποιηθεί η απόφαση που χωρίζει νέο ένδικο βοήθημα κατά της χωρισθείσης πράξης καταβάλλοντας νέο παράβολο ή δικαστικό ένσημο επι αγωγής ( ΣτΕ διοικ. Ολομ.4/2004).

Αντικειμενική σώρευση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων αρ. 124§1 ΚΔΔικ

Περισσότερα ένδικα βοηθήματα ή μέσα μπορούν να σωρευθούν, κυρίως ή επικουρικώς, στο ίδιο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της συνάφειας του αρ.122 ΚΔΔικ, το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως.

Κάθε ένδικο βοήθημα διατηρεί την αυτοτέλειά του. Είναι σχνή στην πράξη η σώρευση προσφυγής και αγωγής, αγωγή εκ συμβάσεως και αγωγή 105

ΕισΝΑΚ.

Προϋποθέσεις σωρευτικά:

1. Δεν πρέπει οι αιτήσεις να έιναι αντιφατικές μεταξύ τους.

2. Η σύγχρονη συνεκδίκασή τους δεν πρέπει να επιφέρει σύγχυση

ΑΝΑΒΟΛΗ ΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΣ ΑΡ. 135 ΚΔΔ

I. Υποχρεωτική αρ. 135§2 ΚΔΔικ

1. Μη νόμιμη κλήτευση και μη παράσταση διαδίκου , εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

2. Μη νόμιμη κλήτευση και παράσταση διαδίκου  με αίτημα του διαδίκου.

II. Δυνητική αρ. 135§3 ΚΔΔικ

Με αίτηση διαδίκου μία φορά ανά βαθμό δικαιοδοσίας εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος

Στην νέα συζήτηση μετά την αναβολή κλητεύονται μόνο όσοι δεν παραστάθηκαν στη συνεδρίαση και ταυτόχρονα δεν είχαν κλητευθεί νόμιμα

ΤΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Δια του υπομνήματος αρ. 138 ΚΔΔικ δεν επιτρέπεται:

1. Προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών

2. Διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης

3. Αναζήτηση παρεπόμενων ή συμπληρωματικών παροχών

4. Μεταβολή ως προς το πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο βοήθημα ή μέσο

Η ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΤΟΥ  α. 63 ΚΔΔ

Έννοια : Είναι το ένδικο βοήθημα με το οποίο ζητείται η άσκηση ουσιαστικού ελέγχου μιας διοικητικής πράξεως από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και η ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης ατομικής διοικητής πράξης.

Έλεγχος νομιμότητας και κατ’ουσιαν ορθότητα της πράξεως

Δεν αναστέλλεται η εκτέλεση της πράξης αρ. 69 § 1 ΚΔΔικ

Ασκείται με κατάθεση δικογράφου στην Γραμματεία αρ. 126 και 128 ΚΔΔικ

63 §§ 1, 2

Πράξεις που υπόκεινται σε προσφυγή : Οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή παραλείψεις , από τις οποίες δημιουργούνται κατά νόμο διοικητικές διαφορές ουσίας.

Έννοια παράλειψης – Στοιχεία ( 63 § 2):

1.υποχρέωση κατά νόμο να ρυθμίσει έννομη σχέση

2.δέσμια αρμοδιότητα διοικητικής αρχής να προβεί σε οφειλόμενη ενέργεια

3.Με ατομική διοικητική πράξη δεν προσβάλλονται παραλείψεις έκδοσης κανονιστικής πράξηςή υλικής ενέργειας ή παροχής πληροφορίας ή έναρξης διαδικασίας

Διακρίσεις παράλειψης

1) Σιωπηρή παράλειψη υπάρχει

α) όταν εκ του νόμου τάσσεται προθεσμία για την αυτεπάγγελτη έκδοση δέσμιας πράξεως (σιωπηρή αυτεπάγγελτη παράλειψη)

β) όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προς έκδοση δέσμιας διοικητικής πράξης κατόπιν αιτήσεως του ιδιώτη (σιωπηρή άρνηση). Αν δεν ορίζεται προθεσμία προς έκδοση τότε ισχύει εκ του νόμου 3μηνη προθεσμία. Η προθεσμία αρχίζει από την αίτηση του ιδιώτη

2) Ρητή παράλειψη συντελείται με την έκδοση θετικής διοικητικής πράξεως από την οποία συνάγεται αμέσως ή εμμέσως η βούληση της διοικήσεως να μην προβεί στη ρύθμιση ορισμένης έννομης σχέσεως. Η ρητή παράλειψη μπορεί να είναι εκτελεστή (όταν αφορά την έκδοση συγκεκριμένης δέσμιας πράξεως) ή βεβαιωτική (όταν η ρύθμιση έχει ως αιτιολογία την ύπαρξη προηγούμενης ρητής ή σιωπηρής αρνητικής πράξεως). Στην δεύτερη περίπτωση δεν προσβάλλεται η ρητή παράλειψη με προσφυγή λόγω  του βεβαιωτικού της χαρακτήρα.

Λόγοι που θεμελιώνουν το αίτημα της προσφυγής αρ. 79 ΚΔΔ:

1) Αναρμοδιότητα

2) Παράβαση ουσιώδους τύπου διαδικασίας

3) Παράβαση διάταξης νόμου

4) Κατάχρηση εξουσίας

5) Εσφαλμένη ουσιαστική εκτίμηση περί της συνδρομής ή μη των πραγματικών περιστατικών

6) Κακή χρήση διακριτικής εξουσίας της διοικήσεως

Στοιχεία που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως (εξαίρεση από non ultra petita και reformatio in peius)

1) Πράξη που έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή χωρίς νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση

2) Πράξη πλημμελής κατά την νόμιμη βάση της (σοβαρό σφάλμα αιτιολογίας)

3) παράβαση δεδικασμένου

Θα πρέπει να προσεχθεί ότι τα τδδ υποχρεούνται να εκδώσου απόφαση που ακυρώνει και αναπέμπει στην Διοίκηση στις εξής περιπτώσεις :

1) Πράξη που έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από Συλλογικό Διοικητικό όργανο  χωρίς νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση.

2) Επί παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.

3) Όταν η διοίκηση δεν άσκησε την διακριτική της ευχέρεια.

4) Επι παραλείψεως οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.

5)  Επί πλημμελούς ή ελλιπούς αιτιολογίας.

Αγωγή αρ. 71 επ. ΚΔΔ

Εγείρεται μόνο όταν ζητάμε κατά του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου

Δικονομικό θεμέλιο/νόμιμη βάση η αστική ευθύνη του κράτους 105-106 ΕισΝΑΚ, αδικαιολόγητος πλουτισμός και σύμβαση, από ειδικές διατάξεις (ευθεία αγωγή).

Επι φορολογικών διαφορών είναι απαράδεκτη η αγωγή. Θα πρέπει να προσεχθεί ότι η ζημιογόνος πράξη θα πρέπει να γεννά ευθεία φορολογική αξίωση για καταβολή φόρου, τέλους , προστίμου. Αντίθετα είναι δυνατή η αγωγή επι ζημιών που δημιουργούνται από παράπλευρες ζημίες λόγω εκδόσεως μιας φορολογικής πράξεως πχ απόφαση περί σφραγίσεως του καταστήματος λόγω φορολογικών παραβάσεων. Εφόσον τελικά ακυρωθεί η πράξη που επέβαλλε πρόστιμο για φορολογικές παραβάσεις τότε είναι δυνατή η έγερση αγωγής για ζημίες από  το κλείσιμο της επιχείρησης λόγω της παράνομης σφράγισής.

Η αγωγή έχει καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό αίτημα (αναγνώριση παρελθούσης ή ενεστώσας αξίωσης). Στην διοικητική δικονομία δεν προβλέπεται διαπλαστική αγωγή , λόγω του διαπλαστικού αποτελέσματος της απόφασης που δέχεται την προσφυγή.

ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ :  εξαρτάται από το χρόνο παραγραφής της αξίωσης που συνήθως είναι πενταετής και άρχεται από το τέλος του έτους που κατέστη απαιτητή. Επί αγωγής αποδοχών υπαλλήλων του δημοσίου είναι διετής από τότε που κατέστη απαιτητή η αξίωση.

Παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου

1. Οποιαδήποτε απαίτηση παραγράφεται μετά από 5 έτη, εφόσον δεν υπάρχει βραχύτερος χρόνος παραγραφής, από το τέλος του έτους που κατέστη απαιτητή

2. Απαίτηση προς επιστροφή αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών μετά από 3 έτη.

3. Απολαβές, συντάξεις, αποδοχές ή αποζημιώσεις από παράνομες πράξεις ή αδικαιολόγητο πλουτισμού παραγράφεται μετά από μια 2ετία.

Στοιχεία πληρότητας του δικογράφου:

Αυστηρώς καθορισμένο αίτημα για χρηματικό ποσό (νούμερο). Απαράδεκτη η επέκταση του αιτήματος. Επιτρέπεται ο περιορισμός του με υπόμνημα ή προφορικά στο ακροατήριο.

Μπορεί όμως με καταβολή επιπλέον παραβόλου να μεταβάλει το αναγνωριστικό αίτημα σε καταψηφιστικό (αρ. 274§3 ΚΔΔικ).

Απαγόρευση μεταβολής ιστορικής βάσης της αγωγής, ακόμα και αν ο διάδικος συναινεί.

Γίνεται όμως να συμπληρωθεί, διευκρινιστεί ή διορθωθεί.

Επιτρέπεται η μεταβολή της νομικής βάσης λόγω της αρχής jura novit curia

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης αγωγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί για λόγους τυπικούς αρ. 76§2 ΚΔΔικ και όταν έχει γίνει παραίτηση από την προηγούμενη (αρ. 76§3). Η νέα αγωγή θα πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας 2 μηνών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης.

Παθητικώς νομιμοποιούμενος δεν είναι ο αρμόδιος Υπουργός αλλά το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ το όργανό του οποίου προκάλεσε την ζημία.

Ιστορική βάση αγωγής : ακριβής περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την επίδικη έννομη σχέση καθώς και όλων των στοιχείων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ , του εννόμου συμφέροντος κλπ.

Τρόπος άσκησης :Ασκείται δια απλής καταθέσεως στην Γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου . Θα πρέπει όμως να γίνει επίδοση της αγωγής για διακοπή της παραγραφής και για την έναρξη της τοκοφορίας.

Πλαγιαστική αγωγή αρ. 71§3 ΚΔΔικ

Από τους δανειστές, εφόσον οι δικαιούχοι δεν την ασκούν. Όχι για προσωποπαγείς αξιώσεις

Παρεμπίπτουσα αγωγή αρ. 77§1 ΚΔΔικ

Θα πρέπει να ασκηθεί μα κατάθεση και επίδοση 60 ημέρες  μέρες πριν την συζήτηση της υποθέσεως

Προϋποθέσεις:

1. Tαυτότητα διαδίκων

2. Υπαγωγή της διαφοράς στο δικαστήριο της κύριας δίκης.

Μπορούν να ζητηθούν:

1. Τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της δίκης (τόκους, καρπούς, τέλη χαρτοσήμου, δικαστικά έξοδα κτλ), Πρέπει να συναρτάται με το κύριο αντικείμενο της δίκης ως αναγκαίο έννομο αποτέλεσμα από το νόμο ή από τη σύμβαση ή

2. Συμπληρωματική της αρχικής παροχής

ΑΝΑΚΟΠΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡ. 217 ΕΠ ΚΔΔ

Ένδικο βοήθημα κατά πράξεων που ασκούνται στο πλαίσιο της διοικητικής εκτελέσεως, δηλαδή μετά την ταμειακή βεβαίωση.

Η διαφορά εκτελέσεως χαρακτηρίζεται ως δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα ανάλογα με τον χαρακτήρα της υποκείμενης σχέσης ουσιαστικού δικαίου ως δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου (θεωρία υποκείμενης αιτίας).

Ενδεικτική απαρίθμηση πράξεων εκτέλεσης που προσβάλλονται (αρ. 217 § 1 ΚΔΔικ) :

1. ταμειακή βεβαίωση

2. κατασχετήρια έκθεση

3. πρόγραμμα πλειστηριασμού

4. πίνακας κατάταξης