8. ΔΙΟΙΚ. ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ. ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ 8.5.2017

Uncategorized

BANNER1

ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ


ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ

Είναι το ένδικο μέσο με το οποίο τρίτος μη διάδικος, που κατά τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως δεν άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του κύρους της πράξης , διότι δεν είχε   λάβει νόμιμα γνώση της δίκης, προσβάλλει , μετά την έκδοση της , την οριστική ακυρωτική απόφαση με σκοπό την εξαφάνιση της με σκοπό να αναβιώσει η ακυρωτική δίκη και να συμμετάσχει  σε αυτήν ως παρεμβάς (αρθ. 51 πδ 18/89, 106 ΚΔΔ, 118-121 πδ 1225/81).Με την άσκηση της τριτανακοπής  οι διάδικοι επανέρχονται στην  αρχική δικονομική κατάσταση τους.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ

Έννομο συμφέρον:   Τριτανακοπή ασκεί μόνο ο πραγματικά τρίτος μη διάδικος που εάν γνώριζε τη δίκη θα ασκούσε παρέμβαση. Θα πρέπει όχι μόνο να μην συμμετείχε προσωπικά  στη δίκη, αλλά και να μην διατελεί με κάποιον από τους διαδίκους σε τέτοια νομική σχέση ώστε να θεωρηθεί ότι ο διάδικος αυτός εκπροσώπησε στη δίκη και το συμφέρον του τριτανακόπτοντος (ΣτΕ 856/2009,1129/08). Έτσι το έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντα συμπίπτει με το έννομο συμφέρον του παρεμβάντος. Συνεπώς θα πρέπει να υφίσταται καταρχήν κατά το χρόνο που θα μπορούσε ,εάν γνώριζε τη δίκη, ν’ ασκήσει την παρέμβαση , κατά την συζήτηση της αίτησης ακύρωσης, κατά τον χρόνο άσκησης της τριτανακοπής και κατά το χρόνο συζήτησης αυτής(ΣτΕ ολομ. 2173/2002, 2597/05). Θα πρέπει ο τριτανακόπτων να αποδείξει ότι υφίσταται βλάβη από την ακύρωση της διοικητικής πράξης και ότι έχει έννομο συμφέρον να αναβιώσει η ακυρωθείσα διοικητική πράξη (ΣτΕ Ολο. 2179/04). Η βέβαιη βλάβη θα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση (ΣτΕ 3100/97). Συνεπώς δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει τριτανακοπή ούτε από το άρθρο 576 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το 40 του πδ 18/89 ο ασκήσας την αίτηση ακύρωσης ή ο τρίτος που ωφελείται από την αποδοχή της  (ΣτΕ3037/01).

Στερείται όμως του δικαιώματος ν’ ασκήσει τριτανακοπή ο τρίτος στον οποίο είχε νομίμως κοινοποιηθεί με επιμέλεια του εισηγητή 20 πλήρεις ημέρες πριν την συζήτηση αντίγραφο της αίτησης ακύρωσης με σημείωση δικασίμου(51παρ.2). Στη δίκη ουσίας η κοινοποίηση πρέπει να γίνει κατά τους ορισμούς του άρθρου 114 παρ.1 ΚΔΔ. Α contrario  συνάγεται ότι οποιοσδήποτε άλλος τρόπος γνώσης της δίκης δεν στερεί το δικαίωμα τριτανακοπής. Εκ περισσού η παρ. 2 του αρθ. 51 αναφέρει ότι στερείται και όποιος ήδη άσκησε και απερρίφθη παρέμβαση, αφού αυτό είναι αυτονόητα πρόδηλο λόγω του δεδικασμένου.

          Προθεσμία: 60 ή 90 ημέρες ,εάν ο τριτανακόπτων διαμένει στην αλλοδαπή, που αρχίζουν από την επομένη της πλήρους γνώσεως της ακυρωτικής απόφασης ή της κοινοποιήσεως αυτής. Η δημοσίευση της απόφασης  καταρχήν δεν εκκινά την προθεσμία. Η προθεσμία αναστέλλεται κατά το διάστημα 1/7 έως 15/9 αλλά και για λόγους ανωτέρας βίας, ενώ δεν προβλέπεται δυνατότητα διακοπής της.

          ΟΡΙΣΤΙΚΗ –ΤΕΛΕΙΩΤΙΚΉ ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ :   Άρα ασκείται  κατά οριστικών αποφάσεων των πρωτοβάθμιων ακυρωτικών Δικαστηρίων ή των τμημάτων του ΣτΕ ακόμη και εάν κρίνουν ως εφετεία με τελειωτική τελεσίδικη απόφαση. Δεν υπόκεινται σε τριτανακοπή οι μη οριστικές αποφάσεις έστω και εάν περιέχουν και οριστικές κρίσεις περί του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως, αφού μόνο με την έκδοση της οριστικής απόφασης κρίνεται η τελική τύχη της αιτήσεως ακυρώσεως. Τώρα εάν ο παρεμβάς άσκησε παρέμβαση σε μεταγενέστερη συζήτηση από την έκδοση της εν μέρει οριστικής απόφασης, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή και κατά της οριστικής , αλλά μόνο για τα κεφάλαια εκείνα που ενσωμάτωσε την προγενέστερη μη οριστική απόφαση για την οποία δεν επιτρέπετο δικονομικά να ασκήσει τριτανακοπή τότε. Αντίθετα η τώρα τριτανακοπή του δεν επιτρέπεται να θίγει τα κεφάλαια της οριστικής απόφασης στα οποία ήδη ο τριτανακόπτων άσκησε  παρέμβαση (ΣτΕ Ολομ.3468/07 μειοψ.).

Τριτανακοπή χωρεί και κατά οριστικής ακυρωτικής απόφασης που εκδόθηκε  κατόπιν αποδοχής προηγούμενης τριτανακοπής άλλων ανακοπτόντων (ΣτΕ 2700/06).

Η τριτανακοπή είναι απαράδεκτη όταν στρέφεται κατά αποφάσεων αναιρετικών επί διαφορών ουσίας ή απορριπτικών της αιτήσεως ακυρώσεως. Δεν ασκείται όμως παραδεκτά τριτανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση ακυρώσεως  ως απαράδεκτή σε σχέση με έναν ομόδικο ενώ ασκείται παραδεκτά κατά της οριστικής απόφασης που δέχθηκε την αίτηση για τους υπόλοιπους ομοδίκους και ακύρωσε την διοικητική πράξη (ΣτΕ 856/09).

ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ-ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ : Εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί αιτήσεως ακυρώσεως, όμως το δικόγραφο δεν μπορεί να το υπογράψει ο τριτανακόπτων αλλά ενόψει της ρητής διάταξης του άρθρου 17 παρ.4 μόνο δικηγόρος. Η τριτανακοπή είναι αυτοτελές ένδικο μέσο και δεν σωρεύεται στο ίδιο δικόγραφο με την αίτηση ακυρώσεως (ΣτΕ 2251/72). Σε περίπτωση σώρευσης το Δικαστήριο  θεωρεί ότι παραδεκτώς ασκήθηκε το προτασσόμενο ένδικο μέσο (ΣτΕ 2251/72). Πάντως παραδεκτώς προσβάλλονται δυο συναφείς αποφάσεις με το αυτό δικόγραφο  τριτανακοπής (ΣτΕ 170/85).

Παρέμβαση υπέρ της τριτανακοπής είναι απαράδεκτη (ΣτΕ 1059/82) ενώ υπέρ της τριτανακοπτομένης απόφασης  δεν λογίζεται αφού ο παρεμβάς αιτών είναι διάδικος , τυχόν δε παρέμβασή  του θα αναγνωσθεί ως υπόμνημα (Στε167/82).

Προσθέτως πρέπει να καταβληθεί παράβολο σύμφωνα με το άρθρο 36. Η τριτανακοπή στρέφεται τόσον κατά της ακυρωτικής απόφασης όσο και κατά των διαδίκων οι οποίοι κλητεύονται με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου κατά την συζήτησή της και παρίστανται υποβάλλοντας σχετικά υπομνήματα. Εφόσον η τριτανακοπή  γίνει δεκτή το Δικαστήριο συζητά αμέσως την υπόθεση εκ νέου και ο  τριτανακόπτων καθίσταται διάδικος προσθέτως παρεμβάς υπέρ του κύρους της πράξης. Το δικαστήριο όμως  κρίνει την υπόθεση με βάση το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο της αρχικής εκδικάσεώς της. Αντίθετη εκδοχή θα ήγε στο άτοπο συμπέρασμα να τίθεται ο τριτανακόπτων σε διαφορετική μοίρα από τον νομίμως παρεμβάντα, ενώ η τριτανακοπή, που αποβλέπει στο ίδιο με την παρέμβαση αποτέλεσμα, δηλαδή την διατήρηση σε ισχύ της προσβαλλομένης πράξεως, σκοπεί ακριβώς να καλύψει την έλλειψη παροχής έννομης προστασίας σε πρόσωπο που ανυπαιτίως δεν μπόρεσε να παρέμβει στην δίκη (ΣτΕ 595/02).

Το περιεχόμενο της τριτανακοπής θα πρέπει να περιέχει :  α) Όλα τα στοιχεία που βάλλουν κατά της ακυρωτικής απόφασης. Δηλαδή πλήρη παράθεση   και απόδειξη του παραδεκτού της τριτανακοπής  ( ιδιότητα του τριτανακόπτοντως ως τρίτου, ότι δεν έλαβε νομότυπα γνώση της συζήτησης της αιτήσεως ακυρώσεως ώστε να ασκήσει παρέμβαση κλπ βλ. παραπάνω) ώστε να προκύπτει ότι η ακυρωτική απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί και β) Όλους τους ισχυρισμούς υπέρ του κύρους της ακυρωθείσης πράξης και κατά της αίτησης που κανονικά θα έπρεπε να προβάλλει με την παρέμβασή του.

Είναι απαράδεκτοι οι λόγοι της τριτανακοπής που δεν στρέφονται κατά σφαλμάτων της απόφασης αλλά κατά της νομιμότητας διοικητικών πράξεων(ΣτΕ 107/85). Ομοίως οι προβαλλόμενοι δια του υπομνήματος λόγοι είναι απαράδεκτοι.

Δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και δεν μπορεί να ασκηθεί αίτηση αναστολής του άρθρου 52 διότι αυτή προβλέπεται μόνο κατά διοικητικών πράξεων και όχι κατά δικαστικών αποφάσεων ( ΔΕφΑθ 27/07, 36/90).

Στη δίκη παρίστανται , ακόμη και χωρίς  δικόγραφο, οι αρχικοί διάδικοι.

Αρμόδιο είναι το τμήμα που  εξέδωσε την απόφαση Το Δικαστήριο εφαρμόζει το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της τριτανακοπτομένης απόφασης.

Η ΤΡΙΤΑΝΑΚΟΠΗ ΣΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ (118-121 πδ 1225/81).

Έννομο συμφέρον  έχει κάθε τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη και βλάπτεται από την οριστική απόφαση του τμήματος ή κινδυνεύει το έννομο συμφέρον του. Συνεπώς τριτανακοπή ασκεί όχι μόνο ο προσθέτως παρεμβάς αλλά και ομόδικος ο οποίος δεν έλαβε γνώση της δίκης.  Δεν χωρεί τριτανακοπή κατά αποφάσεων της Ολομέλειας επί αναιρέσεων. Εάν γίνει δεκτή τότε η απόφαση εξαφανίζεται μόνο σε σχέση με τον τριτανακόπτοντα ενώ παραμένει ισχυρά για τους υπόλοιπους διαδίκους (121). Εξαίρεση επι συνταξιοδοτικών διαφορών εάν την ασκεί συνδικαιούχος. Κατά τα λοιπά ανάλογη εφαρμογή έχουν οι διατάξεις περί εφέσεως.

                          

ΑΚΥΡΩΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ

Είναι το  συνταγματικά κατοχυρωμένο (αρθ.95παρ.3Σ) τακτικό ένδικο μέσο με το οποίο προσβάλλεται πρωτοβάθμια ακυρωτική οριστική απόφαση ενώπιον του ΣτΕ από τον ηττηθέντα διάδικο με σκοπό την εξαφάνιση της. Μετά την συνταγματική αναθεώρηση του 2001 επιτρέπεται καταρχήν στο νομοθέτη να ορίσει ως ανέκκλητες ελάσσονος σημασίας ακυρωτικές διαφορές (ΣτΕ πρακτ. ολομ.4/01).

Με το άρθρο 14 παρ.9 του Ν. 3659/08 προστέθηκε παρ.4 στο άρθρο 58 , ήτοι η έφεση υπέρ του νόμου που ασκείται και σε ανέκκλητες αποφάσεις. Η έφεση αυτή δεν αποτελεί γνήσιο ένδικο μέσο , αλλά ιδιόρρυθμη δικαστική προσφυγή για την άρση νομικών σφαλμάτων χάριν της ομοιόμορφης ερμηνείας των κανόνων δικαίου και δεν επάγεται έννομες συνέπειες για τους διαδίκους (ΣτΕ 1309/08). Ως εκ της φύσεως της δεν απαιτείται να γίνει κλήτευση των διαδίκων, μπορεί όμως όποιος διάδικος θέλει να παρασταθεί (ΣτΕ Ολομ. 3542/03).

          Έννομο συμφέρον :  Ο  διάδικος που ηττήθηκε στη πρωτόδικη δίκη . Επομένως και ο προσθέτως παρεμβάς εφόσον άσκησε την παρέμβαση  (ΣτΕ 1786/06). Ακόμη και ο νικητής εάν βλάπτεται από το αιτιολογικό της απόφασης (ΣτΕ 2892/08). Το έννομο συμφέρον πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως , ασκήσεως της εφέσεως και συζητήσεως αυτής (ΣτΕ 1186/86). Εάν ο διάδικος συμμορφώθηκε με την πρωτόδικη απόφαση δεν σημαίνει ότι και την αποδέχθηκε γιατί η έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα  (ΣτΕ 7/71). Συνεπώς η αποδοχή της απόφασης και η συνακόλουθη παραίτηση από αυτήν πρέπει να δηλώνεται ρητώς ή να συνάγεται αναμφίβολα.

 Εάν ως διάδικος στο πρωτοβάθμιο ακυρωτικό παραστάθηκε αναρμόδιος Υπουργός ή αναρμόδιο νπδδ, χωρίς ν’ αποβληθεί, νομιμοποιείται ν’ ασκήσει έφεση.Όμως στην έφεση αυτή το ΣτΕ αυτεπαγγέλτως και ασχέτως με τους προβαλλόμενους λόγους εξετάζει  ένα και μόνο ζήτημα : εάν ο καθ’ ύλη αρμόδιος υπουργός ή το νπδδ είχε κληθεί νομότυπα να λάβει μέρος στην πρωτοβάθμια ακυρωτική δίκη κατ΄άρθρα 21 και 28 πδ 18/89. Αν διαπιστωθεί ότι είχε κληθεί απορρίπτεται η έφεση , εάν όχι τότε γίνεται δεκτή και η υπόθεση αναπέμπεται ενώπιον του ΔΕΦ ώστε να κληθεί και παρασταθεί ο καθύλην αρμόδιος Υπουργός (ΣτΕ 238/08,634/07).

Ως γνωστό στην ακυρωτική δίκη διάδικος είναι ο αρμόδιος καθύλην υπουργός (αρθ.21παρ.2 πδ 18/89) και όχι το όργανο  του Υπουργείου που εξέδωσε την πράξη. Εάν λοιπόν παρασταθεί στην ακυρωτική δίκη το όργανο και όχι ο Υπουργός, τότε αυτό αποβάλλεται ως μη επέχον θέση διαδίκου (ΣτΕ 929/08), εκτός εάν άλλως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις . Έτσι κατά πράξεων κατεδάφισης αυθαιρέτων εντός δασικής έκτασης η εκπροσώπηση ανατίθεται από το άρθρο 114 του ν. 1892/90 στο ΓΓΠεριφέρειας και η σχετική πρωτόδικη ακυρωτική απόφαση επιδίδεται τόσο στον ΓΓΠ όσο και στον Υπουργό Οικονομικών . Συνεπώς το Δημόσιο νομίμως ασκεί έφεση εκπροσωπούμενο τόσο από το ΓΓΠ όσο και από τον Υπουργό Οικονομικών (ΣτΕ 2958/08, 971/07).

Οι Ανεξάρτητες Αρχές μετά το ν. 3051/02 (ισχύς 20-9-02) έχουν ικανότητα δικαστικής παράστασης, το δε ΣτΕ ως εφετείο ερευνά και αυτεπαγγέλτως εάν η ΑΔΑ κλητεύθηκε πρωτοδίκως, εάν όχι  εξαφανίζεται η απόφαση και αναπέμπεται η υπόθεση στο ΔΕΦ (ΣτΕ 819/08, 2236/07).

ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ :  Ένα (1) έτος από την επομένη δημοσίευσης της οριστικής  πρωτοβάθμιας ακυρωτικής απόφασης. Η προθεσμία αυτή δεν εξαρτάται από κάποια ενέργεια των διαδίκων και άρα δεν αναστέλλεται ούτε λόγω ανωτέρας βίας (ΣτΕ 369/10, 1811/08, 426/04 αντίθετη η 1801/92) ούτε λόγω δικαστικών διακοπών (ΣτΕολομ.1780/06) , ούτε είναι δεκτική παρεκτάσεως (ΣτΕ 417/05 μειοψ.). Με την ΣτΕ ΕΑ 276/07 κρίθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 58 παρ.3 δεν έρχεται σε αντίθεση με διάταξη του αρθ.94παρ.2 του ΚΔΔ και 518παρ.2 ΚΠολΔ διότι αυτές αφορούν δικαστικές αποφάσεις διαφορετικού χαρακτήρα.

Ή εξήντα (60) ημέρες από την επομένη επιδόσεως της αποφάσεως εφόσον η επίδοση έγινε εντός έτους από την δημοσίευση της απόφασης. Στις διαφορές του άρθρου 114 του ν.1892/90 η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση στον ΓΓΠ και όχι από την μεταγενέστερη στον Υπουργό Οικονομικών (ΣτΕ 971/07). Με την ΣτΕ Ολομ 3030/08 κρίθηκε ότι η πενθήμερη προθεσμία ασκήσεως της αίτησης ακυρώσεως που πρόβλεπετο στις διαφορές του άρθρου 114 του ν1890/92 είναι αντισυνταγματική και έτσι ισχύει η 60νθήμερη προθεσμία του αρθ.46 πδ 18/89.

ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΟΥ ΑΚΥΡΩΤΙΚΟΥ:

Καταρχήν θα πρέπει να επισημανθεί ότι το τεκμήριο  της γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας το έχει το ΣτΕ, συνεπώς απαιτείται ειδικός νόμος που να μεταβιβάζει συγκεκριμένες ακυρωτικές υποθέσεις στα λοιπά διοικητικά δικαστήρια.

Θα πρόκειται είτε για απόφαση του ΔΕΦ από τις ακυρωτικές διαφορές που του έχουν μεταβιβαστεί με βάση το άρθρ. 1 επ. του ν. 702/77 , είτε για απόφαση του Διοικ. Πρωτοδικείου από διαφορές σχετικά με τους αλλοδαπούς (εκτός από την μη αναγνώριση προσφυγικού ασύλου και την ιθαγένεια) , είτε τέλος για διαφορά του άρθρου 114 του ν. 1892/90 για την κατεδάφιση αυθαιρέτου κτίσματος εντός δασικής εκτάσεως που με το ν. 3659/08 έχει υπαχθεί πλέον στο ΔΕΦ. Οι οριστικές αυτές αποφάσεις εκδίδονται πάντα μετά από αίτηση ακυρώσεως κατά ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ενώ αντίθετα για Κανονιστικές πράξεις με ίδιο περιεχόμενο αρμόδιο είναι το ΣτΕ.

 Σε περίπτωση συνάφειας όπου προσβάλλεται αφενός πράξη αρμοδιότητας του ΔΕΦ και πράξη αρμοδιότητας του ΣτΕόπως π.χ επί αιτήσεως ακυρώσεως, στρεφόμενη κατά της πράξεως αναθεωρήσεως οικοδομικής αδείας υπάγεται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, και στρεφόμενη  κατά της συμπροσβαλλομένης ΚΥΑ, με την οποία εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την κατασκευή και λειτουργία του  κτιριακού συγκροτήματος Ελαιώνα (γήπεδο ΠΑΟ), εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα του ΣτΕ και άρα το ΣτΕ κρατεί και δικάζει την αίτηση ακυρώσεως και για τις δύο πράξεις (ΣτΕ ολομ. 3059/09 όπου μάλιστα αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ασκήσει αίτηση ακύρωσης για περιβαλλοντικά θέματα και οικολογική ένωση προσώπων).

Αντίθετα εάν οι πράξεις δεν είναι συναφείς τότε το ΣτΕ κρατεί για την ακυρωτική και διατάσσει τον χωρισμό για αυτή της αρμοδιότητας του ΔΕΦ παραπέμποντας σύμφωνα με το άρθρο 45παρ.6 του πδ 18/89 (ΣτΕ 51/2009). Πάντως το ΣτΕ δεν μπορεί να δικάσει ακυρωτική υπόθεση που υπάγεται ανέκκλητα σε πρωτοβάθμιο ακυρωτικό , διότι τότε θα υπερέβαινε την εξουσία του.

ΤΑ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 81Τα ένδικα μέσα

1. Ο αποκλεισμός  του ένδικου μέσου της έφεσης δεν δύναται να  θεωρηθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος , γιατί η διάταξη αυτή δεν αποκλείει τη θέσπιση από τον κοινό  νομοθέτη προϋποθέσεων και διατυπώσεων για τη διευκόλυνση της προόδου της δίκης (βλ. ΣτΕ 2941/1988, 3442/1978, 3095/1995 επταμ.) , ούτε στο άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 3622/1995 Ολομ.), ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης , διότι ούτε από τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας στις διοικητικές διαφορές (απόφαση Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου της 19-12-1997 BrualiaGomezdellaTorre). (ΣτΕ 2711/97 ΔιΔικ 12,827 – ΣτΕ 2614/93 Δ 25,622 – ΣτΕ 3442/78 ΝοΒ 27,624 –  ΣτΕ 1052/99 ΔιΔικ 13,27 – ΑΠ 27/02 Ολομ. ΕΔΚΑ ΜΕ’,217)

2. Από τις διατάξεις του ΚΔΔ θεσπίστηκε ως κανόνας για όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας η ύπαρξη δύο βαθμών δικαιοδοσίας και καταργήθηκε κάθε σχετική προγενέστερη διάταξη, γενική ή ειδική, εξαιρέσει των περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικά στην παρ. 2 του άρθρου 285 (ΣτΕ 3475/01, 2617/02 ΔΦΝ 57,573)

3. Ο νομοθετικός αποκλεισμός ή περιορισμός των ένδικων μέσων που έχουν ήδη ασκηθεί, σύμφωνα με το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο της άσκησής τους, παραβιάζει: α) το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που διασφαλίζει ως ατομικό δικαίωμα  την παροχή έννομης προστασίας, β) τα άρθρα 26 παρ. 1 και 3, 73, 87 παρ.1 του Συντάγματος για τη διάκριση των εξουσιών και γ) το αρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, το οποίο, σε περίπτωση εκκρεμούς ενώπιον ανώτερου δικαστηρίου ένδικου μέσου, προστατεύει το δικαίωμα πρόσβασης στο ανώτερο δικαστήριο και διεξαγωγής δίκαιης δίκης επί του ένδικου μέσου (ΑΠ 27/02 Ολομ. ΕΔΚΑ ΜΕ’,217)

4. Επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και «διήθηση» στο πεδίο των ένδικων μέσων (Δ. Ράικος ΔιΔικ 16, 1134)

5. Σε περίπτωση άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης που έχει εκδοθεί επί διαφοράς σχετικής με το κύρος των δημοτικών εκλογών, η πληρεξουσιότητα προς το δικηγόρο που υπογράφει το δικόγραφο παρέχεται σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 και 15 του Ν. 345/1976 και όχι με βάση το άρθρο 27 του ΠΔ 18/1989 (ΣτΕ 3062/03 ΔιΔικ 17,59)

6. Κατά γενική αρχή, η οποία συνάγεται και από το άρθρο 70 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 170/1973 (ήδη άρθρο 77 παρ. 5 του Π.Δ/τος 18/1989) και από το άρθρο 24 παρ. 1 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, στο οποίο περιλαμβάνεται ηδικαιοδοσία και η αρμοδιότητα του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου ασκούνται καθώς και το εμπρόθεσμο αυτών, κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξεως ή της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης δικαστικής αποφάσεως (ΣτΕ 654/1993, Ολομ.4113/19951108/2006 κ.ά.) (ΣτΕ 2948/08)

7.Το δικαστήριο στο οποίο παραπέμπεται μετά την αναίρεση η υπόθεση, οφείλει να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, μη δυνάμενο να αποφανθεί διαφορετικά για τα ζητήματα που έχουν κριθεί με την απόφαση αυτή. Την ίδια δε υποχρέωση υπέχει και το Συμβούλιο Επικρατείας όταν δικάζει αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης που εκδόθηκε από το δικαστήριο της παραπομπής. Εξάλλου, λόγω της σπουδαιότητας εμφανιζομένων ζητημάτων, προβλέπεται στο άρθρο 14 (παρ. 2 και 5) του πρ. διατάγματος 18/1989η δυνατότητα απ΄ ευθείας εισαγωγής ή παραπομπής υποθέσεων στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ή στην αυξημένη (επταμελή) σύνθεση του οικείου τμήματος. Και αν όμως ακόμη η Ολομέλεια ή το τμήμα με επταμελή σύνθεση αποφανθούν αντιθέτως προς όσα έκρινε προγενέστερη, σε άλλη υπόθεση, αναιρετική απόφαση του Τμήματος με συνήθη σύνθεση, το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η τελευταία αυτή υπόθεση καθώς και το Τμήμα που δικάζει αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης επί της παραπομπής δεν μπορούν, κατ΄ επίκληση της απόφασης της Ολομελείας ή του Τμήματος με επταμελή σύνθεση, να κρίνουν διαφορετικά για τα ζητήματα που έκρινε η αναιρετική απόφαση. Ότι αυτή είναι η έννοια των παρατεθεισών διατάξεων συνάγεται όχι μόνο από τη διατύπωση του άρθρου 57 παρ. 2 του πρ. διατάγματος 18/1989, κατά την οποία το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί «σε καμία περίπτωση» να αποστεί από την αναιρετική απόφαση, αλλά και από την ίδια τη φύση της αναιρετικής απόφασης, η οποία θα εστερείτο των βασικών χαρακτηριστικών της αν τα κριθέντα μπορούσαν και πάλι να αμφισβητηθούν και μάλιστα κατ΄ επίκληση μεταγενεστέρων νομολογιακών δεδομένων (ΣτΕ 173/19901459/19931552922/200611901641/2008 κ.ά.) (ΣτΕ 168/10)

Άρθρο 82Αρμοδιότητα εκδίκασης

Άρθρο 83 Προσβαλλόμενες αποφάσεις

1. Κατά γενική αρχή του δικονομικού δικαίου ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του παραδεκτού των ένδικων βοηθημάτων και μέσων εφαρμογή έχουν  οι διατάξεις που ίσχυαν , αντίστοιχα , κατά το χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη ή  συντελέστηκε η παράλειψη ή γεννήθηκε η αξίωση και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη ή κατά τον οποίο δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (Γ. Παπαγιαννόπουλος ΔιΔικ 13,656)

2. Κατά γενική αρχή το παραδεκτό των ένδικων μέσων κρίνεται κατά το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης (ΣτΕ 654/93 Ολομ. ΔιΔικ 6,78)

3. Η δυνατότητα προσβολής μιας διοικητικής πράξης με κάποιο ένδικο βοήθημα ρυθμίζεται από τα ισχύοντα κατά το χρόνο έκδοσής της (ΣτΕ 792/03 ΔιΔικ 16,1213)

4. Για την άσκηση έφεσης κατά απόφασης διοικητικού πρωτοδικείου που δημοσιεύτηκε πριν από τον ΚΔΔ έχει εφαρμογή ως προς το καταβλητέο παράβολο η διάταξη του άρθρου 63 του πδ 341/1978, έστω και αν το παράβολο αυτό καταβληθεί μετά την έναρξη ισχύος του ΚΔΔ (ΣτΕ 3388/05 ΔιΔικ 18,1194)

5. Οριστικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων είναι οι τελειωτικές, δηλαδή εκείνες με τις οποίες το Δικαστήριο αποφαίνεται τελικά για την όλη υπόθεση και απεκδύεται κάθε εξουσία γι’ αυτήν, όχι όμως και εκείνες οι οποίες είναι εν μέρει οριστικές και εν μέρει προδικαστικές. Μη οριστικές και συνεπώς προσβλητές με έφεση όχι αυτοτελώς αλλά μόνο μαζί με την τελικά εκδιδόμενη για την υπόθεση απόφαση είναι και οι αποφάσεις εκείνες με τις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκδικάζοντας προσφυγή η οποία στρέφεται κατά συναφών πράξεων αποφαίνεται μεν οριστικά ως προς μία εκ των προσβληθεισών πράξεων, διατάσσει δε κατά τα λοιπά με έκδοση προδικαστικής απόφασης τη συμπλήρωση των αποδείξεων (ΣτΕ 1060/05 ΔΕΕ 13,248)

Άρθρο 84Νομιμοποίηση διαδίκων

Άρθρο 85Επανάσκηση

Άρθρο 86Προθεσμίες

Η παρέκταση των προθεσμιών για την άσκηση ένδικων μέσων συντρέχει ανεξαρτήτως αν η επίδοση έγινε προς τον ίδιο τον διάδικο που διαμένει ή έχει την έδρα του στην αλλοδαπή ή προς τον αντίκλητό του στην Ελλάδα (ΣτΕ 2033/08 ΔΦΝ 63,278)

Άρθρο 87Δικόγραφα

1. Η σύμπραξη (στις φορολογικές διαφορές) του Επιθεωρητή πρέπει να είναι έγγραφη και να εκδηλώνεται είτε με την υπογραφή του δικογράφου της έφεσης είτε με ιδιαίτερη πράξη του αρμόδιου Επιθεωρητή, η οποία πρέπει να προσάγεται, επί ποινή απαραδέκτου, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέχρι την πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Για την έγκυρη εκδήλωση της σύμπραξης πρέπει να προκύπτει η ταυτότητα και η ιδιότητα του συμπράττοντος Επιθεωρητή (ΣτΕ 1126/94 ΔιΔικ 7,459)  ΟΧΙ

2. Η έφεση είναι απαράδεκτη αν η απαιτούμενη για την άσκησή της κοινή πράξη του Προϊσταμένου  της ΔΟΥ και του Επιθεωρητή δεν φέρει χρονολογία έκδοσης (ΣτΕ 1292/99 ΔιΔικ 12,573)  ΟΧΙ

Άρθρο 88Αναστολή εκτέλεσης

Η αναστολή εκτελέσεως διοικητικών αποφάσεων λόγω ασκήσεως ενδίκων μέσων (Ελ. Λεβαντής ΔΦΝ 57,1609)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

Ανακοπή ερημοδικίας

Άρθρο 89Δικαίωμα άσκησης

1. Το ένδικο μέσο της ανακοπής κατά πρωτόδικης απόφασης παρέχεται για τη θεραπεία πλημμελειών της συζήτησης της υπόθεσης και χωρεί μόνο για τους λόγους που ορίζονται στο νόμο. Η ανακοπή αυτή είναι αποκλειστική υπό την έννοια ότι οι σχετικοί λόγοι μόνο με αυτό το ένδικο μέσο, και όχι με έφεση, μπορούν να προβληθούν και μάλιστα μόνο ενώπιον του δικαστηρίου, στο οποίο εχώρησε η πλημμελής, λόγω μη παράστασης του ενδιαφερόμενου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΣτΕ 3547/98 ΔιΔικ 11,42)

2. Εάν κατά τη συζήτηση προσφυγής ή ένδικου μέσου εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου δικηγόρος ως πληρεξούσιος διαδίκου, ζητήσει και λάβει από το Δικαστήριο προθεσμία προς υποβολή πληρεξουσίου ή και λοιπών νομιμοποιητικών εγγράφων, χωρίς όμως να υποβάλει τελικά κάποιο απ’ αυτά, ο ανωτέρω διάδικος θεωρείται ως μη παραστάς (δικονομικά απών), καθόσον δεν μπόρεσε να ακουστεί για να υπερασπίσει τις απόψεις του και συνεπώς δικαιούται να ασκήσει ανακοπή, αν δεν κλητεύθηκε καθόλου ή αν δεν κλητεύθηκε νόμιμα (ΣτΕ 1201/93 ΕλΔ 35,768)

3. Ως πληρεξούσιος δικηγόρος που εμποδίστηκε από ανώτερη βία νοείται όχι οποιοσδήποτε εκ των υστέρων εμφανιζόμενος ως πληρεξούσιος αλλά εκείνος στον οποίο ο διάδικος είχε χορηγήσει τη σχετική πληρεξουσιότητα  πριν από τη δικάσιμο είτε εκείνος στον οποίο η ανάθεση εντολής εκπροσώπησης  του διαδίκου προκύπτει κατ’ αρχήν από τα οικεία δικόγραφα (ΣτΕ 4110/99 Ολομ. ΔΦΝ 54,1354)

4. Ως ανώτερη βία νοείται το  γεγονός που παρακωλύει την τήρηση της προθεσμίας εφόσον ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΣτΕ 2977/95 ΔιΔικ 9,330)

5. Ανώτερη βία που να εμποδίζει την εκ μέρους του προσφεύγοντος άσκηση της προσφυγής υπάρχει όταν αυτός διατελούσε καθ’ όλο τον κρίσιμο χρόνο συνεχώς και αδιαλείπτως σε κατάσταση απόλυτης αδυναμίας να επιμελείται τις υποθέσεις του ή πάντως να αναθέσει σε τρίτο πρόσωπο την επιμέλεια αυτή (ΣτΕ 1799/92)

6. Ανώτερη βία μπορεί να θεωρηθεί και η απρόβλεπτη και αιφνίδια ασθένεια του μόνου πληρεξούσιου δικηγόρου του προσφεύγοντος, όταν εξαιτίας της ο δικηγόρος δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει ο ίδιος για την εμπρόθεσμη κατάθεση ή να ειδοποιήσει εγκαίρως τον εντολέα του για να προβεί εκείνος στην ενέργεια αυτή, είτε ο ίδιος είτε με άλλο δικηγόρο (ΣτΕ 1159/92 Ολομ. Ελδ 37,744)

7. Κατά γενική αρχή του δικαίου, η λήξη της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας αναστέλλεται σε περίπτωση ανώτερης βίας, ένεκα της οποίας κατέστη αδύνατο στον ενδιαφερόμενο, τόσο να ενεργήσει ο ίδιος για την εμπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου, όσο και να ειδοποιήσει έγκαιρα τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ώστε να προβεί στην ενέργεια αυτή. Σε περίπτωση δε συνδρομής ανώτερης βίας, μέχρι του τέλους της σχετικής προθεσμίας, μετά τη λήξη της ανώτερης βίας, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να προβεί αμελλητί σε άσκηση του ένδικου μέσου (ΣτΕ 1334/00 – ΣτΕ 1366/89 ΔιΔικ 2,69=ΔΦΝ 44,1110 – ΣτΕ 638/94 ΕΔΚΑ ΛΣΤ’,665)

8. Η αποχή των δικηγόρων, νοούμενη ως ανωτέρα βία, δεν επιφέρει αναστολή της διαδρομής αλλά μόνο της λήξης της προθεσμίας (ΣτΕ 414/92 ΕλΔ 34,777)

9. Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη λόγων ανώτερης βίας (ΣτΕ 2363/83 ΔΦΝ 38,572)

10. Το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά τον ΚΔΔ (Ν 2717/1999) (Ι. Πανταζάτος ΕΔΚΑ ΜΔ΄,721)

11. Στο χώρο του δικονομικού δικαίου ως ανώτερη βία νοείται κάθε ανυπαίτια παρεμπόδιση του διαδίκου (Κ. Μπέης Δ 34,402)

12. Δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή έχει και ο διάδικος που παρέστη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο τελευταίος δε ζήτησε προθεσμία για να νομιμοποιηθεί, η προθεσμία όμως παρήλθε άπρακτη λόγω ανώτερης βίας που συνέτρεξε στο πρόσωπο είτε του διαδίκου είτε του δικηγόρου του, με συνέπεια να θεωρείται ο διάδικος ότι δεν έχει παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΣτΕ 2546/08 ΔιΔικ 21,607)

Άρθρο 90Προθεσμία

Άρθρο 91Απόφαση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

Έφεση

Άρθρο 92Προσβαλλόμενες αποφάσεις

1. Ο αποκλεισμός  του ένδικου μέσου της έφεσης δεν δύναται να  θεωρηθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 20 του Συντάγματος , γιατί η διάταξη αυτή δεν αποκλείει τη θέσπιση από τον κοινό  νομοθέτη προϋποθέσεων και διατυπώσεων για τη διευκόλυνση της προόδου της δίκης (βλ. ΣτΕ 2941/1988, 3442/1978, 3095/1995 επταμ.) , ούτε στο άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (πρβλ. ΣτΕ 3622/1995 Ολομ.),  ούτε στο άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης , διότι ούτε από τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται δεύτερος βαθμός δικαιοδοσίας στις διοικητικές διαφορές (απόφαση Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου της 19-12-1997 BrualiaGomezdellaTorre). (ΣτΕ 2711/97 ΔιΔικ 12,827 – ΣτΕ 2614/93 Δ 25,622 – ΣτΕ 3442/78 ΝοΒ 27,624 –  ΣτΕ 1052/99 ΔιΔικ 13,27 )

2. Περιορισμός αναδρομικά του εκκλητού δεν απαγορεύεται ούτε από το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος , από το οποίο δεν προκύπτει υποχρέωση για θέσπιση δύο βαθμών δικαιοδοσίας και ένδικων μέσων κατά όλων των αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, το ένδικο δε αυτό μέσο  μπορεί , κατ’ αρχήν να προβλέπεται ή όχι, να καταργείται ή να περιορίζεται από το νομοθέτη , ούτε από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, από το οποίο δεν εμποδίζεται ο νομοθέτης να εισάγει εξαιρέσεις , γενικές και απρόσωπες, από τις γενικές ρυθμίσεις που θεσπίζονται από αυτόν , βάσει αντικειμενικών κριτηρίων  δικαιολογούμενες από λόγους δημόσιου συμφέροντος ή από τις συντρέχουσες ως προς τις εξαιρέσεις αυτές ειδικές συνθήκες , ενώ η θέσπιση διατάξεων νόμου με αναδρομική ισχύ, μη απαγορευόμενη με γενική και ρητή διάταξη του Συντάγματος  παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις (άρθρα  7 παρ. 1 , 78 παρ. 2 κλπ) , πρέπει να θεωρηθεί κατ’ αρχήν επιτρεπόμενη, εφόσον η αναδρομικότητα δεν θίγει δικαιώματα προστατευόμενα από τις διατάξεις του Συντάγματος (ΣτΕ 1455/99 ΔιΔικ 13,346 – ΣτΕ 2429/96 ΔιΔικ 10,1435 – ΣτΕ 4134/00 Ολομ. ΔιΔικ 13,907 – ΣτΕ 3621/95 Ολομ. ΔιΔικ 7,854)

3.  Ως διαφορά που έχει αντικείμενο περιοδική παροχή νοείται αυτή που αναφέρεται στον προσδιορισμό τέτοιας παροχής, έστω κι αν αφορά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αν η διαφορά συνίσταται σε αναγνώριση ή καταψήφιση αποζημίωσης από παράνομη στέρηση, ολικώς ή μερικώς, περιοδικής παροχής, η άσκηση έφεσης επιτρέπεται μόνο εάν το ύψος της αποζημίωσης υπερβαίνει το ποσό των 200.000 δρχ, έστω  και αν η συγκεκριμένη αποζημίωση αντικρίζει παρανόμως μη καταβληθείσες περιοδικές παροχές για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (ΔΕΠ 155/01 ΔιΔικ 13,1229)

4. Από τις διατάξεις του ΚΔΔ θεσπίστηκε ως κανόνας για όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας η ύπαρξη δύο βαθμών δικαιοδοσίας και καταργήθηκε κάθε σχετική προγενέστερη διάταξη, γενική ή ειδική, εξαιρέσει των περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικά στην παρ. 2 του άρθρου 285 (ΣτΕ 3475/01, 2617/02 ΔΦΝ 57,573)

5. Αποφάσεις διοικητικών πρωτοδικείων που δημοσιεύονται μετά την ισχύ του ΚΔΔ και αφορούν διαφορές από την εφαρμογή του άρθρου 13 του Ν. 2523/1997 υπόκεινται σε έφεση χωρίς άλλωστε να τίθεται ζήτημα ανέκκλητου λόγω ποσού αφού οι σχετικές διαφορές δεν έχουν χρηματικό αντικείμενο (ΣτΕ 3457/01 ΝοΒ 51,778)

6. Ως περιοδική παροχή νοείται όχι μόνο η περίπτωση της διεκδίκησης περιοδικών παροχών με την άσκηση προσφυγής ουσίας κατά της πράξης απονομής ή άρνησης απονομής παροχής ή της σχετικής παράλειψης, αλλά και η περίπτωση άσκησης προσφυγής ουσίας κατά πράξης καταλογισμού ορισμένου χρηματικού ποσού για παρανόμως ληφθείσες περιοδικές παροχές (ΣτΕ 3836/04 ΕΔΚΑ ΜΗ’,199)

7. Είναι ανέκκλητες οι πρωτόδικες αποφάσεις και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες θα ήταν δικονομικά ανεκτή η αντικειμενική σώρευση ένδικων βοηθημάτων ή με ένα ένδικο βοήθημα προσβάλλονται περισσότερες συναφείς πράξεις ή παραλείψεις, οπότε και στις περιπτώσεις αυτές το αντικείμενο της διαφοράς κρίνεται χωριστά ως προς κάθε ένδικο βοήθημα, συναφή πράξη ή παράλειψη, ώστε η (επιτρεπόμενη) σώρευση ένδικων βοηθημάτων ή αμφισβήτηση συναφών πράξεων με ένα ένδικο βοήθημα να μην έχει επίπτωση από άποψη εκκλητού. Ο δικαιολογητικός αυτός λόγος για την εξαίρεση από τον κανόνα του εκκλητού των αποφάσεων δεν συντρέχει όμως όταν με μία πράξη επιβάλλονται περισσότερα πρόστιμα, οπότε για το εκκλητό λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό της καταλογιστικής πράξης, το οποίο αμφισβητείται (ΣτΕ 2067/06 ΔΕΕ 12,1331)

8. Από το συνδυασμό των διατάξεων του ΚΔΔ συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του εν λόγω Κώδικα καταργήθηκε, εφόσον, αφενός δεν επανελήφθη στη νέα διάταξη του άρθρου 92 του ΚΔΔ, αφετέρου δεν περιλαμβάνεται στις μνημονευόμενες στο άρθρο 285 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εξαιρέσεις, η ειδική ρύθμιση του άρθρου 165 παρ. 1 εδ. γ’ του ΚΦΔ, η οποία αναφερόταν στο εκκλητό σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης, οπότε ως «διαφορά» λογιζόταν το καταλογισθέν από τη διάδικη αρχή ποσό. Συνεπώς, η περίπτωση αυτή καλύπτεται, πλέον, από τη ρύθμιση του άρθρου 92 παρ. 2 του ΚΔΔ, σύμφωνα με την οποία, εάν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα ποσά αυτά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση και ανεξαρτήτως του αν τα αυτοτελή ποσά είχαν καταλογισθεί με μία διοικητική πράξη. Επομένως, στην περίπτωση επιβολής περισσότερων αυτοτελών προστίμων, λόγω παραβάσεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (περίπτωση για την οποία δεν προβλέπεται από το νόμο η υποβολή δήλωσης), το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα αντίστοιχα των εν λόγω προστίμων επιμέρους ποσά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ακόμη και στην περίπτωση, κατά την οποία αυτά είχαν καταλογισθεί με μία διοικητική πράξη, και όχι από το συνολικό ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση, ούτε από το συνολικό ποσό των επιβληθέντων με τη διοικητική πράξη προστίμων (ΣτΕ 1285/08 ΔΦΝ 63,367)

9. Το εκκλητό ή μη της πρωτόδικης απόφασης κρίνεται επί τη βάσει των διατάξεων οι οποίες ισχύουν κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αυτής (ΣτΕ 3147/04)

10.Η αποζημίωση δεν αποτελεί περιοδική παροχή έστω και αν η υποκείμενη αιτία της σχετικής αξίωσης συνιστά περιοδική παροχή. Το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό και επί ευθείας αγωγής, όταν η υποκείμενη αιτία της αξίωσης συνιστά περιοδική παροχή, όπως επί αγωγής για καταβολή αποδοχών, η υποχρέωση καταβολής των οποίων προκύπτει ευθέως από το νόμο (ΣτΕ 1703/09 ΘΠΔΔ 2,1137, 3412/08 ΔιΔικ 21,621, 2507/08 ΔιΔικ 21,603)

11. Η προβλεπόμενη εξαίρεση από τον κανόνα του απαραδέκτου λόγω ποσού όσον αφορά τις περιοδικές παροχές δεν εφαρμόζεται επί προσφυγής κατά πράξης εφάπαξ καταλογισμού ορισμένου χρηματικού ποσού για παρανόμως ληφθείσες συντάξεις (ΣτΕ 2547/08 ΔιΔικ 21,860)

12. Οριστικές αποφάσεις είναι οι τελειωτικές, δηλαδή εκείνες με τις οποίες το δικαστήριο αποφαίνεται τελικά για την όλη υπόθεση και απεκδύεται κάθε εξουσία γι’ αυτήν, όχι όμως και εκείνες οι οποίες είναι εν μέρει οριστικές και εν μέρει προδικαστικές. Μη οριστικές δε και, συνεπώς προσβλητές με έφεση όχι αυτοτελώς αλλά μόνον μαζί με την τελικά εκδιδόμενη για την υπόθεση απόφασης είναι και οι αποφάσεις εκείνες με τις οποίες το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκδικάζοντας προσφυγή η οποία στρέφεται κατά πράξεων συναφών αποφαίνεται μεν οριστικά ως προς μία από τις προσβληθείσες πράξεις, διατάσσει δε κατά τα λοιπά, με έκδοση προδικαστικής απόφασης, την συμπλήρωση των αποδείξεων (ΣτΕ 3138/89)

13. Σε περίπτωση άσκησης από περισσότερους με κοινό δικόγραφο προσφυγής κατά διοικητικών πράξεων, και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τηςομοδικίας, δημιουργούνται περισσότερες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, ήτοι τόσες όσες και οι προσφεύγοντες, η κρίση επί της μιας από τις οποίες δεν επηρεάζει την άλλη και, συνεπώς, εάν το διοικ. δικαστήριο απεφάνθη οριστικά για κάποια από αυτές, ήτοι εδέχθη ή απέρριψε την προσφυγή ως προς κάποιον από τους προσφεύγοντες, ως προς δε τις υπόλοιπες ανέβαλε την οριστική κρίση του επ’ αυτών, διατάζοντας τη συμπλήρωση των αποδείξεων, η εκδοθείσα απόφαση κατά τις οριστικές διατάξεις αυτής, με τις οποίες εδέχθη ή απέρριψε την προσφυγή ως προς μερικούς από τους προσφεύγοντες, υπόκειται σε έφεση, χωρίς να ισχύει στην περίπτωση αυτή του κανόνα, κατά τον οποίο, εάν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν χωρεί έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής, διότι ο κανόνας ούτος αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία η εν μέρει οριστική απόφαση εξεδόθη επί της ίδιας έννομης σχέσης δίκης (ΣτΕ 2910/84, 1592/10)

14.Η προβλεπόμενη εξαίρεση από τον κανόνα του απαραδέκτου λόγω ποσού όσον αφορά τις περιοδικές παροχές αποβλέπει στη διασφάλιση του δευτεροβάθμιου ελέγχου σε υποθέσεις περιοδικών παροχών κατά τις οποίες ναι μεν το αντικείμενο της διαφοράς κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης είναι κατώτερο του προβλεπόμενου ορίου, πλην όμως λόγω της φύσης των παροχών αυτών, που κατά το νόμο επαναλαμβάνονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και παράγονται με μόνη την πάροδο του χρόνου, επάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο συνέπειες ανώτερες του εν λόγω ορίου. Για την ταυτότητα δε του λόγου στην ως άνω εξαίρεση εμπίπτει και η περίπτωση στην οποία το αντικείμενο της διαφοράς αφορά επικουρική σύνταξη αναπηρίας για ορισμένο χρονικό διάστημα χορηγούμενη από το ΕΤΕΑΜ. Τούτο δε διότι σύμφωνα με το άρθρο 18 του Καν. Ασφ. του ΙΚΑ η συμπλήρωση ορισμένου χρόνου συνεχούς συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας παρέχει άνευ ετέρου στον ασφαλισμένο το δικαίωμα για την επ’ αόριστον χορήγηση της σχετικής παροχής (ΣτΕ 389/10 ΘΠΔΔ 3,553)

15. Ενόψει του σκοπού της διατάξεως αυτής- η οποία αποβλέπει στη διασφάλιση του δευτεροβάθμιου ελέγχου σε υποθέσεις περιοδικών παροχών, κατά τις οποίες το μεν αντικείμενο της διαφοράς κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης είναι κατώτερο του ανωτέρω ορίου, λόγω όμως της φύσης των παροχών αυτών, που κατά το νόμο επαναλαμβάνονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και παράγονται με μόνη την πάροδο του χρόνου, είναι δυνατό να επάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο συνέπειες ανώτερες του εν λόγω ορίου, οι οποίες δεν είναι εκ των προτέρων ορισμένες- η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, όταν ήδη κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης δεν υφίσταται το στοιχείο της περιοδικότητας, δηλαδή της προσδοκίας γένεσης νέας υποχρέωσης για παροχή με μόνη την πάροδο του χρόνου, το δε ποσό της διαφοράς είναι, ενόψει των συντρεχουσών συνθηκών, ορισμένο και είναι πλέον βέβαιο ότι δεν πρόκειται να αυξηθεί στο μέλλον. Τέτοια είναι η περίπτωση της διαφοράς που ανακύπτει από την αμφισβήτηση σχετικά με το χρόνο έναρξης καταβολής περιοδικής παροχής, δεδομένου ότι στη περίπτωση αυτή αντικείμενο της διαφοράς είναι το ποσό που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο αριθμό περιοδικών παροχών. Πρόκειται, δηλαδή, κατ’ ουσίαν, και ασχέτως της απώτερης προέλευσης της αξίωσης από περιοδική παροχή, για αμιγώς χρηματική διαφορά με αντικείμενο συγκεκριμένο ποσό, η αξίωση για την καταβολή του οποίου ανάγεται σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που ήδη παρήλθε, το δε ποσό της διαφοράς δεν έχει κανενός είδους περιοδικότητα, σύμφυτη με την έννοια της οποίας είναι η αξίωση για την επ’ αόριστον επανάληψη της παροχής. Επομένως, η διαφορά αυτή, με τα ως άνω χαρακτηριστικά, δεν εμπίπτει στην εν λόγω εξαιρετική, και άρα στενώς ερμηνευτέα, διάταξη (ΣτΕ 2558/2007, πρβλ. ΣτΕ Ολομ.4134/2000). Η ανωτέρω ερμηνεία ενισχύεται και εκ της προέλευσης της διάταξης αυτής από τη διάταξη των παρ. 6 και 10 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, με την οποία θεσπίστηκε για πρώτη φορά το σχετικό απαράδεκτο λόγω κατάργησης της δίκης, το οποίο αφορούσε αποκλειστικά τις αιτήσεις αναίρεσης του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, η θεσπισθείσα δε εξαίρεση των περιοδικών παροχών, προφανώς, σκοπούσε στην διασφάλιση του αναιρετικού ελέγχου χάριν του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου λόγω του περιοδικού- κατά την ανωτέρω έννοια- χαρακτήρα των παροχών αυτών. Τυχόν δε ισχυρισμοί, στην περίπτωση αυτή, ότι η κρινόμενη διαφορά έχει συγκεκριμένη επίπτωση σε άλλα ασφαλιστικά του δικαιώματα, μπορεί να προβάλλονται στο πλαίσιο της επιτρεπτής κατά το νόμο προβολής ισχυρισμών για την ύπαρξη ευρύτερων οικονομικών επιπτώσεων της διαφοράς. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, η έφεση ασκείται παραδεκτώς, χωρίς να τίθεται ζήτημα ποσού της διαφοράς, σε κάθε περίπτωση που η διαφορά αφορά περιοδικές παροχές, ανεξαρτήτως αν οι παροχές αυτές είναι ή δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστούν κατά χρόνο, ειδικότερα δε στην περίπτωση που η διαφορά αφορά το χρόνο έναρξης καταβολής της περιοδικής παροχής (βλ. ΣτΕ 3274-5/20021100/20033463/2003285/20061974/2006 επταμ., 1042/2008 επταμ.,2910/2008170/2009408/2009941/2009945/20091422/20091771/2009 κ.ά., πρβλ. ΣτΕ 53/2008 Ολομ., 3532/2009 κ.ά.). Τούτο διότι: α) Το σαφές γράμμα της διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, που προστέθηκε με το άρθρο 36 παρ. 3 του ν. 2721/1999, αναφέρεται γενικώς σε περιοδικές παροχές, χωρίς να επιχειρεί οποιαδήποτε διάκριση. Δεδομένου δε ότι η διάταξη αυτή θεσπίζει προϋπόθεση παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν είναι ακολουθητέα η συσταλτική, αντίθετη προς το γράμμα της διάταξης, ερμηνεία, με την οποία εισάγεται το ασαφές κριτήριο της προσδοκίας γένεσης νέας υποχρέωσης για παροχή με μόνη την πάροδο του χρόνου. β) Ούτε από το κείμενο του νόμου ούτε από τις σχετικές εισηγητικές εκθέσεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης σκοπούσε τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της διάταξης στις περιοδικές παροχές αορίστου χρόνου. Αντιθέτως, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), με την οποία αντικαταστάθηκε τελικώς η μνημονευθείσα παρ. 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, και σύμφωνα με την οποία δεν τίθεται θέμα ποσού διαφοράς, εφόσον αυτή αφορά, μεταξύ άλλων, τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της, προκύπτει ότι ο νομοθέτης εξαιρεί ρητά από το απαράδεκτο λόγω ποσού και διαφορές που αφορούν ασφαλιστικές παροχές με συγκεκριμένο χρηματικό αντικείμενο ανεξάρτητα από το ύψος τους. Εξάλλου, κατά την ίδια γνώμη, σε διαφορές όπως η επίδικη, η αφετηρία καταβολής της περιοδικής παροχής, εκτός από το ότι καθορίζει το χρονικό σημείο από το οποίο συγκεκριμένο πρόσωπο καθίσταται δικαιούχος της παροχής αυτής, με όλες τις έννομες συνέπειες που η μεταβολή αυτή συνεπάγεται (όπως, μπορεί να είναι, για παράδειγμα, το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς – πρβλ. ΣτΕ 3920/1998), είναι δυνατόν να επηρεάσει στο μέλλον και άλλες έννομες σχέσεις του ασφαλισμένου (όπως, για παράδειγμα, σε περίπτωση συνταξιοδότησης ασφαλισμένου από το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. λόγω γήρατος, ο χρόνος έναρξης καταβολής της κύριας σύνταξης αυτού επηρεάζει την αφετηρία καταβολής της επικουρικής σύνταξης από το Ε.Τ.Ε.Α.Μ. σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 997/1979 – Α΄ 287). Συνεπώς, ενόψει των προεκτεθέντων, σε διαφορές, όπως η επίδικη, όπου αμφισβητείται ο χρόνος έναρξης καταβολής της περιοδικής παροχής, το αντικείμενο της διαφοράς δεν εξαντλείται στην καταβολή ή στην αναζήτηση του χρηματικού ποσού των περιοδικών παροχών που αντιστοιχεί στη διαφορετική αφετηρία καταβολής αυτών (ΣτΕ 1913/10 Ολομ.)

Άρθρο 93Δικαίωμα άσκησης

1.  Έχει έννομο συμφέρον για να ασκήσει έφεση ο διάδικος της πρωτόδικης δίκης όχι μόνο στην περίπτωση που βλάπτεται από το διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, αλλά και όταν η απόφαση περιέχει κρίσεις οι οποίες, μετά την τελεσιδικία της, εξοπλίζονται με δύναμη δεδικασμένου βλαπτικού για τα έννομα συμφέροντά του (ΣτΕ 3460/94 ΔιΔικ 8,354)

2. Με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 25 του Ν. 2386/1996 στερήθηκε των δικονομικών της συνεπειών η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ΝΔ 4242/1962 (ΚΦΔ), η οποία διατήρησε μεν την ισχύ της μετά την εισαγωγή του ΚΔΔ αλλά ως διάταξη εσωτερικής τάξης μεταξύ των ΔΟΥ, στον Κώδικα δε αυτόν Διοικητικής Δικονομίας δεν περιλαμβάνεται ρύθμιση κατά την οποία, σε περίπτωση έφεσης του Δημοσίου στη φορολογική δίκη, να απαιτείται συγκατάθεση του οικείου Οικον. Επιθεωρητή, Άρα μετά την ισχύ του εν λόγω Κώδικα δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της έφεσης του Δημοσίου (ΣτΕ 1610/05 ΔΦΝ 60,1720=ΔιΔικ 19,832=ΔΕΕ 13,117 – ΣτΕ 3835/05 ΔιΔικ 19,838 – ΣτΕ 3836/05 ΕΔΔΔ 62,207)

3. Η έφεση είναι απαράδεκτη αν η απαιτούμενη για την άσκησή της κοινή πράξη του Προϊσταμένου  της ΔΟΥ και του Επιθεωρητή δεν φέρει χρονολογία έκδοσης (ΣτΕ 1292/99 ΔιΔικ 12,573) 

Άρθρο 94Προθεσμία

Η τριετής προθεσμία έφεσης που αρχίζει από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης δεν αναστέλλεται λόγω ανώτερης βίας (ΔΕΘεσσ 58/03 ΔιΔικ 16,1228, ΣτΕ 2588/05 ΔιΔικ 19,624)

Άρθρο 95Λόγοι

1. Δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος η απαίτηση του νομοθέτη να αναφέρονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι της έφεσης (ΕλΣ 284/94 Ολομ. ΕΔΚΑ ΛΖ’,485)

2. Για να θεωρηθεί ότι οι λόγοι έφεσης είναι σαφείς πρέπει να αποδίδεται με αυτούς , κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένη πλημμέλεια στις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, είναι δε κατά συνέπεια αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι λόγοι έφεσης με τους οποίους ο διάδικος προβάλλει ότι είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη ή μη νόμιμη η σχετική με ορισμένο ζήτημα κρίση του δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση (ΣτΕ 4097/00 ΔιΔικ 13,906 – ΣτΕ 226/01 ΔιΔικ 13,918)

3. Ειδικά προκειμένου περί έφεσης του Δημοσίου σε φορολογική δίκη η αοριστία του σχετικού δικογράφου δεν αίρεται με τη συμπληρωματική παραπομπή στηνέκθεση ελέγχου, διότι η επαναφορά των απόψεων του ελέγχου, οι οποίες όμως αποκρούστηκαν με τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης , δεν αποτελεί, κατ’ αρχήν, προβολή σαφούς και συγκεκριμένου παραπόνου κατά των αιτιολογιών αυτών (ΣτΕ 922/94 ΔιΔικ 7,326)

4. Το αίτημα για εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης για τον λόγο που επικαλείται ο εφεσίβλητος, προβάλλεται απαραδέκτως, διότι ο εφεσίβλητος μαχόμενος υπέρ του κύρους της απόφασης δεν νομιμοποιείται να επιδιώξει την εξαφάνισή της, παρά μόνο ασκώντας αυτοτελές δικαίωμα αντέφεσης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 100 του ΚΔΔ (ΣτΕ 3726/01 ΔιΔικ 15,1139)

5. Ως λόγος έφεσης νοείται το αποδιδόμενο στην εκκαλούμενη απόφαση σφάλμα, το διατυπούμενο από αυτόν παράπονο, η προσαπτόμενη στην εκκαλούμενη αιτίαση, μομφή ή πλημμέλεια (ΔΕΑ 1899/05 ΔιΔικ 19,356)

Άρθρο 96Μεταβολή του αντικειμένου – Νέοι ισχυρισμοί και αποδείξεις

1. Απαράδεκτη η προβολή  ισχυρισμών από τη Διοίκηση με την έφεση, εφόσον αυτοί δεν περιέχονταν στη σχετική έκθεση της Διοίκησης προς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΣτΕ 4182/99 ΔιΔικ 14,194)

2. Η επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται μόνο προς απόδειξη νέων πραγματικών ισχυρισμών, των οποίων η προβολή για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη ήθελε κριθεί από το δικαστήριο επαρκώς δικαιολογημένη, δεν επιτρέπεται δε επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη τέτοιων νέων αποδεικτικών μέσων προς απόδειξη ισχυρισμών προβληθέντων πρωτοδίκως (ΣτΕ 1298/99 ΔιΔικ 12,1108, ΣτΕ 1035/03 ΔΦΝ 58,1402, ΣτΕ 579/03 ΔΦΝ 59,144 = ΕλΔ 45,1233 = ΔιΔικ 17,318 = ΕΔΔΔ49,376, ΣτΕ 580/03 ΔιΔικ 16,1209, ΣτΕ 465/04 ΔιΔικ 17,905, ΣτΕ 36/07 ΔιΔικ 19,1417)

3. Παραπέμπεται σε μείζονα σύνθεση το θέμα αν επιτρέπεται η υποβολή οψιγενών αποδεικτικών στοιχείων προς απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως (ΣτΕ 1740/02 ΕΔΔΔ 47,368 με σχόλια Γ. Παπαγιαννόπουλου)

4. Υπό τον ΚΔΔ επιτρέπεται στο εφετείο η προσκόμιση νέων οψιγενών αποδείξεων για απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί παραδεκτώς, όχι μόνο κατ΄ έφεση αλλά και πρωτοδίκως (ΣτΕ 1740/02 ΔιΔικ 16,87)

5. Επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση νέων αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά είναι οψιγενή (ΣτΕ 578/03 ΝοΒ 52,521, ΣτΕ 580/03 ΔιΔικ 16,1209, ΣτΕ 2968/04 ΔΦΝ 59,969=ΔιΔικ 17,336, ΣτΕ 1876/06 ΝοΒ 54,1378=ΔΦΝ 61,951)

6. Οι ισχυρισμοί που σχετίζονται με το εμπρόθεσμο της προσφυγής μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου 96 ΚΔΔ, το οποίο δεν αφορά το ζήτημα αυτό (ΣτΕ 4310/05 ΔιΔικ 18,1208)

7. Η επίκληση και προσαγωγή στην κατ’ έφεση δίκη νέων αποδεικτικών μέσων επιτρέπεται και προς απόδειξη ή απόκρουση πραγματικών ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, εφόσον η μη επίκληση και προσαγωγή τους στην πρωτόδικη δίκη κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποχρώντως δικαιολογημένη (ΣτΕ Ολομ. 1848/08 ΕΔΚΑ ΜΙ’,720=ΝοΒ 56,1951=ΔΦΝ 63,173= ΘΠΔΔ 2,53=ΔιΔικ 20,1205 με σχόλια Γ. Παπαγιαννόπουλου, ΣτΕ Ολομ. 2468/08 Δ40,23 = ΝοΒ 56,2508 = ΕΔΔΔ 52,931=Αρμ 63,428=ΔιΔικ 21,464=ΔΕΕ 15,1289, ΣτΕ 73/07 ΔΕΕ 14,1310, ΣτΕ 3102/08 ΔιΔικ 21,863)

8. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 96 του ΚΔΔ, επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή το πρώτον κατ’ έφεση νέων αποδεικτικών μέσων, εφόσον αυτά είναι οψιγενή, ακόμη και όταν αυτά αφορούν σε απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως. Τα ανωτέρω δε στοιχεία είναι οψιγενή εφόσον έχουν συνταγεί σε ημερομηνία μεταγενέστερη της πρωτόδικης απόφασης, έστω και αν βεβαιώνουν τη συνδρομή γεγονότων που έλαβαν χώρα σε προγενέστερο χρόνο (ΣτΕ 36/07)

Άρθρο 97Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα

1.  Η νομική πλημμέλεια, που συνεπάγεται την ακύρωση ή μεταρρύθμιση της πράξης της φορολογικής αρχής αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει από την ίδια την πράξη ή την έκθεση ελέγχου , στην οποία στηρίζεται η πράξη αυτή. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ελέγχειαυτεπαγγέλτως τη νομική πλημμέλεια της πράξης της φορολογικής αρχής μόνο όταν το διοικητικό πρωτοδικείο παρέλειψε τον έλεγχο αυτό (ΣτΕ 2180/00 ΔιΔικ 12,1365)

2. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως τη νομική πλημμέλεια της πράξης της φορολογικής αρχής μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το διοικητικό πρωτοδικείο παρέλειψε τον έλεγχο αυτό. Στην αντίθετη περίπτωση , εάν δηλαδή το πρωτοδικείο εκπλήρωσε την υποχρέωση που απορρέει από  το άρθρο 75 του ΚΦΔ (ήδη άρθρο 79 ΚΔΔ) και διέλαβε στην απόφασή του ειδική κρίση, θετική ή αποθετική, ως προς το ζήτημα αν η πράξη έχει συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια , το δευτεροβάθμιο  δικαστήριο μόνον κατόπιν προβολής λόγου έφεσης κατά της σχετικής κρίσης της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να εξετάσει το ζήτημα αυτό (ΣτΕ 1389/94 Ολομ. ΔιΔικ 6,834 – ΣτΕ 2099/97 ΔιΔικ 11,877)

3. Στην κατ’ έφεση δίκη δεν λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης , έστω και αν αφορούν ζητήματα , τα οποία το δικαστήριο όφειλε να ερευνήσει αυτεπάγγελτα (ΣτΕ 3739/99 ΕΔΚΑ ΜΒ’,11)

4. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτο έλεγχο θέματος αναγόμενου στο παραδεκτό του δικογράφου της προσφυγής (εμπρόθεσμούπαρξη συνάφειαςύπαρξη ομοδικίας) χωρίς την προβολή σχετικού λόγου (ΣτΕ 5737/95 ΔιΔικ 10,50 – ΣτΕ 3702/98 ΔιΔικ 12,1086 – ΣτΕ 221/01 – ΣτΕ 980/00)

5. Η παραγραφή του άρθρου 18 παρ. 7 του Καταστατικού του ΤΑΠ-ΟΣΕ, που εξαιρείται από το ΝΔ 496/1974, είναι γνήσια παραγραφή και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΣτΕ 1001/98)  

6. Πέραν των πλημμελειών της πρωτόδικης απόφασης που μνημονεύονται στο άρθρο 97 παρ. 2 ΚΔΔ, οι οποίες εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει μόνο τα παράπονα που διατυπώθηκαν κατά της πρωτόδικης απόφασης με την έφεση και δεν μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης για την οποία δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης, έστω και αν η πλημμέλεια αυτή συνίσταται στο ότι έγινε δεκτή προσφυγή που ασκήθηκε απαραδέκτως (ΣτΕ 2474/05 ΔιΔικ 19,35, 1776/05 ΔιΔικ 19,142)

Άρθρο 98Απόφαση – Εφαρμοστέο δίκαιο – Μη χειροτέρευση θέσης εκκαλούντος

1. Και ο ΚΔΔ και ο ΚΦΔ προβλέπουν ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο την έφεση εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση και δικάζει το πρωτοδίκως ασκηθέν ένδικο βοήθημα και ότι, εκτός από την περίπτωση παραπομπής στο αρμόδιο δικαστήριο, όταν αυτό δεν υπάγεται στην περιφέρεια του δευτεροβάθμιου, το τελευταίο σε κάθε άλλη περίπτωση διακρατεί την υπόθεση και την εκδικάζει (ΣτΕ 3679/01 ΕΔΔΔ 47,638)

2. Εφόσον η προσβληθείσα με την προσφυγή πράξη δεν ήταν εκτελεστή, ορθώς απορρίφθηκε η προσφυγή του αναιρεσείοντος Ταμείου κατά της πράξης αυτής, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες σκέψεις της πρωτόδικης απόφασης και συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 4 του ΚΔΔ, πρέπει να απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος Ταμείου (ΣτΕ 3545/07)

3. Εφόσον η ασκηθείσα προσφυγή ήταν απαράδεκτη, διότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν ενομιμοποιείτο να ασκήσει προσφυγή κατά πράξης άλλης διοικητικής αρχής που είχε εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί αποκατάστασης γεωργών και κτηνοτρόφων (άρθρο 7 παρ. 1 περ. δ του ν. 702/1977), αφού η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 33 παρ. 4 του ν. 702/1977, ορθώς είχε απορριφθεί από το πρωτοδικείο, ανεξάρτητα από τις ειδικότερες σκέψεις της πρωτόδικης απόφασης και συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 4 του ΚΔΔ πρέπει να απορριφθεί η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου (ΣτΕ 2575/06).

Άρθρο 99Αναστολή εκτέλεσης

Η εκ μέρους του Δημοσίου άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά τελεσίδικης δικαστικής απόφασης καθώς και η προθεσμία για την άσκησή της αναστέλλουν μόνο την αναγκαστική εκτέλεση και όχι την επέλευση των υπόλοιπων έννομων συνεπειών της, όπως το δεδικασμένο (ΣτΕ 1998/05 ΔιΔικ 19,777)

Άρθρο 100Αντέφεση

1. Το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. 28 ν. 2386/1996 και της ερμηνείας του άρθρου 100 παρ. 2 ΚΔΔ (μη αυτοτελής αντέφεση) στη διοικητική δίκη (Π. Λαζαράτος Δ 34,1185)

2. Από το άρθρο 57 του π.δ. 18/1989 συνάγεται ότι, αν το Συμβούλιο της Επικρατείας δεχθεί την αίτηση αναίρεσης που έχει ασκηθεί ενώπιόν του, εξαφανίσει την προσβαλλόμενη με την αίτηση αυτή δικαστική απόφαση και παραπέμψει περαιτέρω την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, η υπόθεση, συνεπώς δε και οι διάδικοι, ανεξαρτήτως του ειδικότερου λόγου για τον οποίο αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, επανέρχονται στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από τη συζήτηση, η οποία κατέληξε στην έκδοση της απόφασης που αναιρέθηκε. Επομένως, οι διάδικοι μπορούν να προβούν ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής σε οποιαδήποτε διαδικαστική ενέργεια, έστω και αν αυτή είναι, κατά το νόμο, επιτρεπτή μόνο μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, διότι, ενόψει των ανωτέρω συνεπειών της αναίρεσης της δικαστικής απόφασης που προσβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής δεν είναι νέα, αλλά επέχει θέση πρώτης συζήτησης της υπόθεσης αυτής (ΣτΕ 1470/1990  Ολομ.). Συνεπώς, οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής μπορούν, τηρώντας τις δικονομικές προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 100 του ΚΔΔ, να ασκήσουν αντέφεση και να προβάλουν λόγους, μόνο όμως μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (ΣτΕ 2750/09 ΔιΔικ 22,265)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

Αίτηση αναθεώρησης

Άρθρο 101Προσβαλλόμενες αποφάσεις

Άρθρο 102Δικαίωμα άσκησης

Άρθρο 103Λόγοι

Εγκύκλιος, με την οποία ερμηνεύεται ο νόμος, της οποίας ο ενδιαφερόμενος αγνοούσε την ύπαρξη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κρίσιμο έγγραφο για την άσκηση αίτησης αναθεώρησης (ΣτΕ 3184/89 ΔιΔικ 2,572)

Άρθρο 104Προθεσμία

Άρθρο 105Απόφαση και ένδικα μέσα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

Τριτανακοπή

Άρθρο 106Δικαίωμα άσκησης

1. Ο τριτανακόπτων πρέπει να υφίσταται βλάβη, η οποία τελεί σε άμεση αιτιώδη νομική σχέση με την ανακοπτόμενη απόφαση και η επέλευση της βλάβης να είναι βεβαία αν δεν ανατραπεί η ακυρωτική απόφαση και όχι απλώς να ενδέχεται να επέλθει στο μέλλον από τις γενικότερες συνέπειες του ακυρωτικού αποτελέσματος της απόφασης (ΟλομΣτΕ 2179/04 ΕΔΚΑ ΜΣΤ’,684)

2. Τριτανακοπή κατά απόφασης που εκδίδεται κατά τη διαδικασία επίλυσης των εκλογικών διαφορών των ΟΤΑ, μπορούν να ασκήσουν οι τρίτοι, που εδικαιούντο κατά το άρθρο 255 ΚΔΔ να ασκήσουν παρέμβαση, δεν άσκησαν όμως το δικαίωμά τους αυτό, διότι δεν τους ανακοινώθηκε ότι εκκρεμεί δίκη. Εξάλλου, κατ’ άρθρο 253 παρ. 3 ΚΔΔ, η ανάρτηση του εκθέματος που αφορά την εκδίκαση ένστασης κατά του κύρους εκλογών συνιστά ανακοίνωση στους τρίτους που είχαν συμμετάσχει στην εκλογική διαδικασία ως υποψήφιοι και εδικαιούντο να παρέμβουν στη δίκη, η ανακοίνωση δε αυτή στερεί από τα εν λόγω πρόσωπα το δικαίωμα να ασκήσουν τριτανακοπή κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ένστασης. Η τελευταία όμως αυτή διάταξη δεν έχει εφαρμογή προκειμένου περί εκλογέων των οποίων αμφισβητείται η νομιμότητα εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους και συναφώς η νομιμότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος. Και τούτο, διότι αυτοί, σε αντίθεση με τους υποψήφιους στις εκλογές, δεν έχουν το εύλογο ενδιαφέρον να παρακολουθούν τα της άσκησης των ένδικων βοηθημάτων για την επίλυση των εκλογικών διαφορών και, επομένως, η ενημέρωσή τους για την άσκηση ένστασης με την οποία αμφισβητείται η νομιμότητα άσκησης του εκλογικού τους δικαιώματος δεν δύναται να θεωρείται ότι γίνεται με την ανάρτηση του εκθέματος της οικείας δίκης, στο οποίο μάλιστα δεν αναφέρονται τα ονόματά τους, αλλά, πλην των ονομάτων των ενισταμένων, αναφέρονται μόνο τα ανάματα των προσώπων που εμπλέκονται ως υποψήφιοι στην εκλογική διαδικασία. Κατά συνέπεια, προκειμένου περί των πιο πάνω εκλογέων, έχει εφαρμογή η γενική διάταξη του άρθρου 106 παρ. 2 ΚΔΔ καθώς και το άρθρο 114 παρ. 1 ΚΔΔ (ΣτΕ 3202/04 ΝοΒ 54,753)

Άρθρο 107Προθεσμία

Άρθρο 108Απόφαση

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

Αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας

Άρθρο 109 : Δικαίωμα άσκησης

1. Η τυπική διαδικασία της διόρθωσης της απόφασης αφορά τις περιπτώσεις των παραδρομών κατά τη σύνταξη του δημοσιευθέντος σχεδίου της απόφασης. Αντίθετα, δεν εφαρμόζεται η διαδικασία αυτή όταν οι παραδρομές παρεισέφρυσαν κατά την καθαρογραφή του πρωτοτύπου με εσφαλμένη αντιγραφή από το δημοσιευθέν σχέδιο της απόφασης (Κ. Μπέης Πολιτική Δικονομία 1974,1286) ,  οπότε το αντιγραφικό λάθος στο πρωτότυπο μπορεί να διορθωθεί με επισήμανσή του, στο περιθώριο του κειμένου, όπως γίνεται και για τη διόρθωση κάθε άλλου δημόσιου εγγράφου (Ν. Χατζητζανής Φορολογική Δικονομία 1984,431) 

2. Με τη διόρθωση και την ερμηνεία της απόφασης δεν επιτρέπεται να προστεθούν νέες διατάξεις στην απόφαση, να αλλοιωθεί η έννοιά  της ούτε να διευρυνθούν ή αναπτυχθούν οι σκέψεις του δικαστηρίου (ΣτΕ 1571/01 ΔιΔικ 13,1228)

3. Οι παραλείψεις των δικαστηρίων της ουσίας να αποφανθούν επί υποβληθέντων αιτημάτων των διαδίκων δεν μπορούν να συμπληρωθούν στα πλαίσια ερμηνείας ή διόρθωσης της απόφασης ούτε με άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την αίτηση ερμηνείας (ΣτΕ 31/03 ΔιΔικ 16,1182)

Άρθρο 110Διαδικασία

H ΑΝΑΙΡΕΣΗ  ΣΤΟ ΣτΕ

(αρθ.95παρ.1 Σ περ.β και 53 επ. πδ 18/89,81παρ.2 και 83παρ.2 ΚΔΔ).

Είναι το έκτακτο ένδικο μέσο με το οποίο ο ηττηθείς διάδικος προσβάλλει τελεσίδικη δικαστική απόφαση ουσίας του διοικητικού εφετείων  μετά την απόρριψη της έφεσης ή απόφαση ουσίας διοικητικού δικαστηρίου που είναι ανέκκλητη , για λόγους νομιμότητας και εφόσον καταρχήν το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αναγράφεται στην καταλογιστική πράξη, είναι πάνω από 40.000€  ή πάνω από 200.000€ στις διοικητικές συμβάσεις (Ν.3772/09), εκτός από περιοδικές παροχές ή συντάξεις ή εφάπαξ. Στις διαφορές από ασφαλιστικές εισφορές, φόρους , δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα , πρόστιμα  και λοιπές κυρώσεις , ποσό της διαφοράς είναι το ποσό που επιβάλλει και αναγράφει η καταλογιστική διοικητική πράξη χωρίς τις προσαυξήσεις.  ΣτΕ 1/2012, Β τμ., ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ- ΑΝΑΙΡΕΣΗ- Για τον προσδιορισμό του Τζίρου για την επιβολή ΦΠΑ γίνεται νέος έλεγχος και δεν αρκεί αυτός του εισοδήματος-Το παραδεκτό αναιρέσεως επί προσβολής συναφών πράξεων κρίνεται με βάση το ύψος της κάθε μίας (προ ν. 3900).

Ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να προβάλλεται με ειδικότητα στο εισαγωγικό δικόγραφο  και να αποδεικνύεται από τον αιτούντα (ΣτΕ 1165/09).  ΣτΕ 3323/11, Ολομ., Αναίρεση, με το ν. 3772/09 (10-7-09) εώς το ν.3900/10, εφόσον η διαφορά είναι κάτω απο 40.000€ πρέπει ο αναιρεσείων να εξηγεί με σαφήνεια ποιο είναι το σπουδαίο νομικό ζήτημα.

Με το νόμο 3900/2011 προσετέθη ένας ακόμη σημαντικός περιορισμός στην αναίρεση. Η νομολογία του ΣτΕ αποτελεί πλέον ειδική προϋπόθεση παραδεκτού της αναιρέσεως και της ακυρωτικής εφέσεως (Άρθρο 12 παρ.1 που αντικαθιστά παρ.3 αρθ.53 και 58 παρ1 του πδ 18/89
Με την νέα ρύθμιση για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως ή η ακυρωτική έφεση θα πρέπει ο διάδικος να επικαλείται , με τρόπο ειδικό και ορισμένο , στο δικόγραφο της αναιρέσεως ή της εφέσεως : α) είτε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντίθετη σε συγκεκριμένη νομολογία του ΣτΕ ή άλλου ανωτάτου Δικαστηρίου (Ελεγκτικού συνεδρίου, Αρείου Πάγου, Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου και θεωρώ και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ). ΣτΕ 2123/11, Γ΄τμ., Αναίρεση λόγω αντίθετης νομολογίας ,ποσοστώσεις φύλων.,  Στε 2961/2010, Αναίρεση , η αντίθετη νομολογία πρέπει να αναφέρεται στο ίδιο θέμα και όχι σε παρόμοιο. β) είτε ότι δεν υπάρχει ακόμη νομολογία γιατί η αναιρεσιβαλλομένη αντιμετώπισε καινοφανές θέμα που συνήθως θα προκύπτει από νεοθεσπισθέντες νόμους .  ΣτΕ 2242/11, Γ΄τμ., παραδεκτή αναίρεση λογω καινοφανιας, ο δημοτικος συμβουλος πρέπει να είναι κατοικος της περιφερειας,  ΣτΕ 2296/2011, Γ΄τμ., αρ.12 Ν.3900, Η αναίρεση πρέπει για να είναι παραδεκτή να αναφέρεται σε “παρθένο νομικό ζήτημα” ή η αναιρεσιβαλλομένη να έχει παραβιάσει νομολογία του ΣτΕ. Καθορισμός αριθμού δημ. συμβουλίων σε κάθε εκλογική περιφέρεια με Καλλικράτη.

Τον όρο «νομολογία» , εφόσον ο νομοθέτης τον θέτει χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση, θα πρέπει να τον νοήσουμε ευρύτατα, δηλαδή αρκεί και μια και μόνο απόφαση του ΣτΕ, που να ορίζει το αντίθετο με την προσβαλλόμενη για να καταστήσει παραδεκτή την αναίρεσή μας.
Εξ’ αντιδιαστολής συνάγεται ότι αποκλείεται και απορρίπτεται ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, όταν η προσβαλλομένη απόφαση έχει ακολουθήσει την νομολογία του ΣτΕ ή άλλου ανώτατου Δικαστηρίου. Αντίθετα, εάν υφίσταται αντιφατική νομολογία των τμημάτων του ΣτΕ ή αντίθεσή του ΣτΕ με την νομολογία άλλων ανωτάτων Δικαστηρίων ή του ΕΔΔΑ ή του ΔΕΕ, η δε προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου ακολούθησε μια από τις αντίθετες νομολογιακές απόψεις των ανωτάτων Δικαστηρίων , τότε είναι πρόδηλο ότι ο διάδικος παραδεκτά ασκεί την αναίρεση ή την ακυρωτική έφεση επικαλούμενος την αντίθετη νομολογία.
Ο διάδικος θα πρέπει , για να μην απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστη η αναίρεσή του ή η ακυρωτική έφεσή του, να επικαλείται στο ίδιο το δικόγραφο της αναιρέσεως ή της ακυρωτικής εφέσεως , ειδικά τις αποφάσεις προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση καθώς και το υπ’ αυτών κριθέν νομικό ζήτημα και παράλληλα να αναφέρει τι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που έρχεται σε αντίθεση με τις αποφάσεις αυτές. Οι μνημονευόμενες αποφάσεις θα πρέπει να ήταν επίσης ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων αχθεισών διαφορών . Κατά τα άλλα με την ύπαρξη της νομολογίας ως προϋπόθεση παραδεκτού της αναιρέσεως , αποδυναμώνεται ως λόγος ακυρώσεως η κατ΄ουσίαν εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (παράβαση νόμου) ως λόγου αναιρέσεως, διατηρεί όμως την παλαιά δυναμική του , όταν επικαλούμαστε για το παραδεκτό της αναιρέσεως, έλλειψη νομολογίας του ΣτΕ .
Όπως προκύπτει από το υπ΄αριθμ. 4/2010 πρακτικό της Ολομέλειας του ΣτΕ ο νομοθέτης υιοθέτησε αυτούσια την προτεινόμενη κατά πλειοψηφία ρύθμιση ως την καλύτερη από τις προτεινόμενες λύσεις φιλτραρίσματος των αναιρέσεων και ακυρωτικών εφέσεων, κυρίως λόγω του αντικειμενικού κριτηρίου που θέτει . Αιτία ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός των εκκρεμών αναιρέσεων ιδίως από πλευράς δημοσίου.
Η ρύθμιση κατακρίθηκε από την αντιπολίτευση κατά την ψήφιση του Νόμου ,από την μεγαλύτερη μερίδα του νομικού κόσμου αλλά και από την επιστημονική υπηρεσία της Βουλής κυρίως, διότι δήθεν αναγορεύει την νομολογία του ΣτΕ σε πηγή δικαίου εισάγοντας τον αγγλοσαξονικό θεσμό του «προηγούμενου» και κυριότερα την παγιώνει χωρίς δυνατότητα μεταβολής της παρά μόνο με πράξη νομοθετικού οργάνου .
Κατά την άποψη μου οι ανωτέρω επικριτικές θέσεις είναι υπερβολικές και αυτό διότι : α) ουδείς μπορεί να αγνοήσει ότι η νομολογία του ΣτΕ τυπικά μεν δεν αποτελεί πηγή δικαίου , ουσιαστικά όμως είναι αυτή που από το 1929 έως σήμερα έχει διαμορφώσει τις Γενικές Αρχές του διοικητικού δικαίου που αποτελούν πηγή του, β) η «αλλαγή» της νομολογίας όπως και των νόμων , όταν γίνεται σε σύντομο χρονικό διαστήματα, δεν θεωρείται υγιές νομικό φαινόμενο. Η νομολογία είναι από την φύση της φαινόμενο συντηρητικό , αλλάζει αργά , όταν έχουν ωριμάσει τα κοινωνικά δρώμενα και δεν τα προκαταλαμβάνει αλλά τα επιστεγάζει, γ) κυρίως όμως η νέα ρύθμιση του άρθρου 12 του ν.3900/10 δεν αποκλείει την μεταβολή της νομολογίας διότι :
1) Οποιοδήποτε διοικητικό Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει απόφαση αντίθετη προς την μέχρι τότε νομολογία και έτσι να δημιουργήσει τη «σπίθα» για την αλλαγή της νομολογίας με την άσκηση αναιρέσεως από τον ηττηθέντα διάδικο. Φαινόμενο που είναι σύνηθες στην Ελληνική δικαστηριακή πρακτική .
2) Όπως προεξέθεσα αναλύοντας το άρθρο 1 η μεταβολή της νομολογίας είναι θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος και μπορεί να επιτευχθεί και με την διαδικασία της «πιλοτικής» δίκης. Η θέση μου αυτή έχει ισχυρό ιστορικό ερμηνευτικό επιχείρημα .
3) Τέλος η νομολογία μπορεί να αλλάξει και με αναίρεση υπέρ του Νόμου κατά τελεσίδικης αποφάσεως που ακολουθεί την νομολογία με σκοπό την αλλαγή της (αρθ.53παρ.5 πδ 18/89 και αρθ.57 παρ.1 του ν.3900/10).
ΙΙ.Γ. Αυξάνεται το όριο ασκήσεως αναιρέσεως σε 40.000 € και άνω και για τις διοικητικές συμβάσεις σε 200.000 € και άνω (αρθ.12 παρ. 1 που τροποποιεί την παρ. 4 του αρθ. 53 ).
Η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και δεν ασκείται εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς που έκρινε το διοικητικό Δικαστήριο ουσίας είναι κάτω από 40.000 € και ειδικά στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις κάτω από 200.000 €.
Προκειμένου για διαφορές από ασφαλιστικές εισφο¬ρές, φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, ως ποσό της διαφοράς νοείται το ποσό εισφοράς, φόρου κ.λπ., χωρίς τις προσαυ¬ξήσεις και τους πρόσθετους φόρους .
Δεν ισχύει το ως άνω χρηματικό κατώφλι και άρα προσβάλλονται ανεξαρτήτως ποσού αποφάσεις : α) για περιοδικές παροχές (δηλ. αποδοχές, συντάξεις κλπ), β) για τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη και γ) για τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της.
Η νέα ρύθμιση δεν προβλέπει την δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως ανεξαρτήτως ποσού, όταν η επίλυση της διαφοράς έχει ευρύτερες οικονομικές συνέπειες για τον αναιρεσείοντα. Νομίζω ότι η παράλειψη αυτή δημιουργεί πρόβλημα συνταγματικότητας της διάταξης , ενόψει και της νομολογίας της Ολομέλειας και της έκτοτε πάγιας νομολογίας των τμημάτων, αφού περιορίζει δραστικά την προστασία του φορολογούμενου σε περιπτώσεις φορολογικών, ανέκκλητων προστίμων, τα οποία όμως αποτελούν αιτία για την εν συνεχεία αμφισβήτηση της ειλικρίνειας των βιβλίων και στοιχείων του από την φορολογική αρχή (ΣτΕ Ολομ.3937/00, ΣτΕ 189/10, 1549/10) .

 ΣτΕ 2586/11, Γ τμ. , Αναίρεση καταλαμβάνεται από τους περιορισμούς του αρ.12 του ν.3900/10 ΜΟΝΟ εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη εκδόθηκε μετά την 1-1-2011- ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ Ο  ΧΡΟΝΟΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ βάση του αρθ.77 παρ.5 του πδ 18/89- contra στη 2177/11- του Β’ τμήματος.

Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ.1β΄ και 4 ε, όπως ερμηνεύεται από το ΣτΕ, επιτρέπεται στο νομοθέτη να περιορίζει την άσκηση αναιρέσεως μόνο σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων βάζοντας χρηματικό κατώφλι (ΣτΕ 1006/08).

Έχει κριθεί ότι μπορεί ο απλός νομοθέτης να περιορίσει το έκτακτο ένδικο μέσο της αναιρέσεως σε υποθέσεις μικρής σημασίας (ΣτΕ 1479/97) καθώς και σε υποθέσεις  που η ασφάλεια δικαίου επιβάλλει αμετάκλητη επίλυση (πχ διαφορές από εκλογές ΝΠΔΔ ΣτΕ 1647/95).

 Η αναίρεση του Δημοσίου είναι απαράδεκτη χωρίς την θετική γνώμη του ΝΣΚ (άρθρο 3).
Με το άρθρο 3 επαναφέρεται ως προϋπόθεση παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκεί το δημόσιο καθώς και τα ν.π.δ.δ που δικαστικά εκπροσωπούνται από το Ν.Σ.Κ (Ι.Κ.Α, Ο.Γ.Α) ή η νομική τους υπηρεσία διεξάγεται από αυτό (πχ Γεωπονική Σχολή, Πολυτεχνείο, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, ΔΟΑΤΑΠ κ.α) η γνωμοδοτική παρέμβαση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους . Αρχικά παρόμοιος περιορισμός προβλεπόταν με το άρθρο 12 του ν. 2298/95 αλλά καταργήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν.3790/2009. Όμως αυτή η πρόσθετη προϋπόθεση παραδεκτού της αναιρέσεως, κατά ρητή νομοθετική εξαίρεση, δεν συντρέχει για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα λοιπά ν.π.δ.δ , τα οποία δεν εκπροσωπούνται δικαστικά από το ΝΣΚ ή δεν διεξάγεται η νομική τους υπηρεσία από αυτό.
Ειδικότερα το άρθρο 3 προβλέπει ότι μέσα σε τριάντα ημέρες από την άσκηση αίτησης αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, του οποίου η νομική υπηρεσία και η δικαστική εκπροσώ-πηση διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ή από μέλη του, το αναιρεσείον, με επιμέλεια του υπο¬γράφοντος το αναιρετήριο δικαστικού πληρεξουσίου, αποστέλλει στο Ν.Σ.Κ. αντίγραφο του αναιρετηρίου, των προσβαλλόμενων αποφάσεων, των εισαγωγικών εγγράφων της κύριας δίκης και των παρεμπιπτουσών δικών, καθώς και των υπομνημάτων των διαδίκων. Μέσα σε τρεις μήνες από την άσκηση της αίτησης, εκφράζει τη γνώμη του για το παραδεκτό και το βάσιμο τουλάχιστον ενός, από τους λόγους της, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη και τη νομολογία του οικείου δικαστηρίου. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή, το αναιρεσείον δεν καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο έχει κατατεθεί η αναίρεση, κυρωμένο αντίγραφο θετικής γνώμης, η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και δεν διαβιβάζεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση μόνον ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, και ως προς τους προσθέτους, για τους οποίους υπάρχει ήδη θετική γνώμη του Νομικού Συμ¬βουλίου του Κράτους.
Ήδη για την ενεργοποίηση της διάταξης έχει εκδοθεί η υπ΄αριθμ. 45/21-2-2011 (ΦΕΚ Β΄, φ.427 17-3-11) απόφαση του Προέδρου του ΝΣΚ με την οποία ορίζεται ως αρμόδιο όργανο γνωμοδότησης το κάθε φορά αρμόδιο τμήμα του ΝΣΚ (αρθ.5 παρ.1 και 3 του ν.3086/2002). Για υποθέσεις όμως ομοειδείς των οποίων τα κρίσιμα ζητήματα έχουν ήδη αντιμετωπισθεί από το αρμόδιο τμήμα , ορίζεται αρμόδια η Τριμελής Επιτροπή του αρθ.5 πα.ρ1 και 5 του ν.3086/02.
Κριτικά θεωρώ ότι η διάταξη , παρά τις αγαθές προθέσεις της, λίγα έχει να εισφέρει στην επιτάχυνση των δικών διότι : α) Το δημόσιο σε κάθε περίπτωση μπορεί εύκολα να παρακάμπτει το τυπικό αυτό εμπόδιο με θετική γνωμοδότηση. Μάλιστα θα είναι σκόπιμο να το κάνει , ιδίως σε μεγάλες υποθέσεις που ενδιαφέρουν το σύνολο του Ελληνικού λαού, ώστε να μην μπορεί κανείς καλοθελητής να ρίξει σκιά ή υπόνοια στην υπεράσπισή του. Συνεπώς θα δίνει την «καυτή πατάτα» στο ΣτΕ το οποίο, εάν υπάρχει αντίθετη νομολογία, θα κηρύσσει αυτό με απόφασή του απαράδεκτη την αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 12 του 3900/10, β) εξαιρούνται από αυτήν αδικαιολόγητα το σύνολο των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ των οποίων ομοίως η υπεράσπιση γίνεται πλέον κατά κανόνα από διορισμένους με πάγια αντιμισθία δικηγόρους και άρα κατά τεκμήριο εξειδικευμένους σε θέματα δημοσίου δικαίου.

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ

1. Έννομο συμφέρον :

Ο ηττηθείς διάδικος με βάση το διατακτικό της ανέκκλητης ή εφετειακής απόφασης. Με τον ν. 3659/08 καταργήθηκε η πρόσθετη  διαδικαστική προϋπόθεση  της θετικής γνώμης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους  για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκούσε το ηττηθέν δημόσιο (αρθ.12 παρ.2 ν.2298/95 και ΣτΕ Ολομ. 53/08). Ήδη με το αρθ.3 του ν.3900/10 τίθενται περιορισμοί στην άσκηση αναιρέσεως του δημοσίου.

Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται εναντίον όλων των αντιδίκων αναγκαίων ομοδίκων που υπήρξαν οι νικητές διάδικοι στην εφετειακή δίκη, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη καθ΄ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 558 ΚΠολΔ (ΣτΕ 611/07).

Δεν νομιμοποιείται ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας να ασκήσει αναίρεση όταν στο εφετείο παρεστάθη το Ελληνικό Δημόσιο με τον Υπουργό Οικονομικών και πρέπει να αποβληθεί (ΣτΕ 728/08).

Επί φορολογικών διαφορών την αναίρεση ασκεί είτε η φορολογική αρχή είτε ο Υπουργός Οικονομικών, υπό την έννοια ότι εφόσον ο ένας την ασκήσει αποκλείεται προδήλως ο άλλος (ΣτΕ 1804/04). Η προθεσμία και για τους δύο αρχίζει να τρέχει όμως από την πρώτη κοινοποίηση σε όποιον και να γίνει (ΣτΕ 1863/08, αντίθετη αλλά όχι κρατούσα η ΣτΕ επτ. 842/06 ).

Κατά το άρθρο 53 παρ.5 μπορεί ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των ΤΔΔ να ασκήσει αναίρεση υπέρ του νόμου , που είναι ιδιόρρυθμη δικαστική προσφυγή (ΣτΕ 3542/03). Με την υπ΄αριθμ. ΣτΕ ολομ. 2040/07 που ασκήθηκε μετά από αναίρεση υπέρ του Νόμου του ΓΕΤΔΔ κρίθηκε ότι εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 202 ΚΔΔ , που αποκλείει την αναστολή, δεν στοιχειοθετεί η ταμειακή βεβαίωση, διότι δεν συνιστά τελείωση της εκτελέσεως , αλλά αρχή αυτής , ήτοι νόμιμη προϋπόθεση για την περαιτέρω διαδικασίας εισπράξεως κατά ΚΕΔΕ, ενώ υπό την αντίθετη εκδοχή ο φορολογούμενος δεν θα μπορούσε να προστατευθεί με προσωρινή δικαστική προστασία στο στάδιο της  ανακοπής διότι ο νόμιμος τίτλος στις φορολογικές διαφορές προσβάλλεται με προσφυγή ουσίας και άρα δεν θα ελεγχόταν παρεμπιπτόντως.

                2. Προθεσμία :  Υπάρχουν δύο προθεσμίες  : α) εάν η απόφαση κοινοποιηθεί ή προ αυτής ο διάδικος λάβει πλήρη γνώση της η προθεσμία είναι 60 ημερών από την επομένη της γνώσης ή κοινοποίησης. Η εξηκονθήμερη προθεσμία της αιτήσεως αναιρέσεως παρεκτείνεται σε 90 εάν ο αναιρεσείων φυσικό πρόσωπο  διαμένει στο εξωτερικό ή το  νομικό πρόσωπο έχει την έδρα του στο εξωτερικό χωρίς να μας ενδιαφέρει ο τόπος διαμονής του νόμιμου εκπροσώπου του (ΣτΕ 3035/07). Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται  από 1/7 έως 15/9 αλλά και λόγω ανωτέρας βίας. Τέτοια είναι και η ασθένεια του Δικηγόρου εάν δεν ήταν σε θέση να ειδοποιήσει εγκαίρως τον εντολές του ή άλλο δικηγόρο (ΣτΕ 56/07).

Η επίδοση γίνεται κατ΄άρθρο 195ΚΔΔ με φροντίδα της γραμματείας (ΣτΕ 990/06).

Εάν ο νομιμοποιούμενος σε αναίρεση πεθάνει, τότε η προθεσμία της αναιρέσεως δεν αρχίζει πριν η τελεσίδικη απόφαση κοινοποιηθεί στους κληρονόμους  σύμφωνα με το αρθ. 86 παρ.3 του ΚΔΔ και ανάλογη εφαρμογή του αρθ.564 ΚΠολΔ (ΣτΕ 4416/87)

Β) Σε κάθε περίπτωση τρία (3) χρόνια από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης ,  για τις αναιρέσεις που ασκούνται μετά την 16-9-1999 , ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του Ν 2721/89 (ΣτΕ Ολομ. 1757/07).Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλεται ούτε παρεκτείνεται.

Οι προθεσμίες της αιτήσεως αναιρέσεως ρυθμίζονται αποκλειστικά από το άρθρο 53παρ.2 και 41 παρ.2 του πδ 18/89 ενόψει και του άρθρου 81παρ.2 του ΚΔΔ, σε αντίθεση με τις προθεσμίες των άλλων ενδίκων μέσων που ρυθμίζονται από το ΚΔΔ(ΣτΕ 3822/05).

Στις εκλογικές διαφορές των ΟΤΑ ελλείψη  ειδικής ρύθμισης του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν.3463/06) και  βάσει του άρθρου 266ΚΔΔ η προθεσμία είναι 10 ημερών από την παρέλευση της πενθήμερης προθεσμίας αναρτήσεως της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο  το άρθρου 260 του ΚΔΔ (ΣτΕ 1535/07).

               

3. Φύση των προσβαλλόμενων αποφάσεων :

Α) Τελεσίδικη απόφαση. ΠΡΟΣΟΧΗ θα πρέπει να ασκήθηκε η έφεση και να απορρίφθηκε. ΣτΕ 80/2012, Β τμ., ΑΝΑΙΡΕΣΗ, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη κατ΄έφεση υπο την έννοια οτι ασκήθηκε η εφέση και όχι λόγω παρέλευσης της προθεσμίας ασκήσεως της- το άρθρο 34 του ν.1968/91 δεν εφαρμόζεται σε διαφορετικό μέσο

Αντίθετα αποφάσεις που κατέστησαν τελεσίδικες λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας της εφέσεως ή λόγω παραιτήσεως από την έφεση , ενόψει της ρητής διατύπωσης του άρθρου 53 δεν προσβάλλονται με αναίρεση (ΣτΕ 7μ. 718/06,1913/05). Είναι απαράδεκτη η αναίρεση που στρέφεται κατά αποφάσεως υποκείμενης σε έφεση και το δικόγραφο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έφεση (ΣτΕ ολομ. 3215/03). Ο διαδικαστικός αυτός περιορισμός δεν προσκρούει στην αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου 95, αφού αποτελεί απλό διαδικαστικό περιορισμό δυνάμει του οποίου η διαφορά πρέπει υποχρεωτικώς να περάσει από δυο ουσιαστικά στάδια κρίσεως πριν κριθεί αναιρετικά, διασφαλίζοντας εντονότερα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (ΣτΕ 2639/07).

Εξαίρεση από τα παραπάνω αποτελεί η «κατά παρέκκλιση αναίρεση» του αρθ.2 του Ν.3900/10, η οποία όμως είναι απρόθεσμη και μπορεί να ασκηθεί χωρίς την τήρηση της σειράς ασκήσεως των ενδίκων μέσων. Καταλαμβάνει  τις αποφάσεις των Διοικητικών Δικαστηρίων , οριστικές ή τελεσίδικες, που έκριναν διάταξη νόμου ως αντίθετη στο Σύνταγμα  ή σε άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη χωρίς αυτό να έχει κριθεί από τη νομολογία του ΣτΕ .

Οι παραπεμπτικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται με έφεση άρα ούτε με αναίρεση (ΣτΕ 3108/06).

Οι ερήμην εφετειακές αποφάσεις προσβάλλονται με αναίρεση , αλλά δεν επιτρέπεται να αναφέρεται ως αναιρετικός λόγος θέμα ερημοδικίας (ΣτΕ 1346/08,ολομ.361/92 με μειοψ.).

Με την ΣτΕ 1805/09 διευκρινίστηκε ότι οι αποφάσεις του ΔΕΦ που κρίνουν υπαλληλικές προσφυγές ανέκκλητα   δεν προσβάλλονται με αναίρεση , ήτοι οι αποφάσεις των εφόσον είναι οριστικές είναι και αμετάκλητες.

Β) Ανέκκλητη απόφαση λόγω ποσού (έως 5000 € ) ή περιεχομένου πχ διοικητικές συμβάσεις, εκλογικές ΟΤΑ κλπ.

ΠΡΟΣΟΧΗ : ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΝΩΤΕΡΩ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΦΟΡΟΥΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 40.000€ Ή 200.000€ ΕΠΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ.

Εάν δεν μπορεί να προσδιοριστεί το αντικείμενο της χρηματικής διαφοράς πχ διότι η διαφορά αφορά καταβολή ποσού αλλοδαπού νομίσματος είτε σε συνάλλαγμα είτε σε ημεδαπό σε μελλοντικό χρόνο πληρωμής που η ισοτιμία δεν μπορεί σήμερα να προβλεφθεί (ΣτΕ 995/08, 1157/06).

Στις φορολογικές διαφορές υπολογίζεται μόνο το ποσό του φόρου και όχι του προστίμου, ομοίως και στις διαφορές με το ΙΚΑ μόνο η ΠΕΕ όχι η ΠΕΠΕΕ, εκτός εάν προσβάλλονται αυτοτελώς (ΣτΕ Ολομ. 2525/03, 1873/08,2001/08).

Επί ομοδικίας  λαμβάνεται υπόψη το χρηματικό ύψος της διαφοράς για καθένα από τους ομοδίκους (ΣτΕ ολομ. 4134/00). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου το αυτό ισχύει και στην αντικειμενική σώρευση, ήτοι λαμβάνεται υπόψη το ύψος του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί σε καθένα ένδικο βοήθημα (ΣτΕ 3016/06) ή σε κάθε πράξη (ΣτΕ ολομ. 1462/05).

Το απαράδεκτο λόγω ποσού  δεν ισχύει όταν πρόκειται για περιοδικές παροχές ή θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της (53παρ.4) εφόσον όμως ο σχετικός λόγος εμπίπτει στην παρ.3 .

Εφόσον  συντρέχει μια από τις ανωτέρω τρείς περιπτώσεις θα πρέπει ο αιτών να την περιγράφει και αναλύει με λεπτομέρεια στο δικόγραφό του και όχι στο υπόμνημα οπότε υπάρχει απαράδεκτο (ΣτΕ1693/07).

ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ (ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ)ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ

1. Δεν υπάρχει ανασταλτικό αποτέλεσμα (54). Εκτός εάν υπάρχει ειδική περί του αντιθέτου ρύθμιση, τέτοια όμως δεν είναι των άρθρων 206-209 ΚΔΔ η οποία αφορά τα ΤΔΔ και όχι το ΣτΕ (ΣτΕ ΕΑ 810/07,750/06). Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 20παρ.1 του Σ. , διότι το Σ. δεν εξασφαλίζει την άσκηση των ενδίκων μέσων, ενώ ουδέποτε προβλεπόταν ανασταλτικό αποτέλεσμα επί αιτήσεως αναιρέσεως, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης «δικονομικού κεκτημένου» (ΕΑ 941/06).

Με το αρθ.19 του Ν 1715/1951 η προθεσμία αναιρέσεως και η άσκηση της από το Δημόσιο, το Ταμείο Εθνικού Στόλου και το Ταμείο Εθνικής Αμύνης και το παλαιό εκκλησιαστικό Ταμείο, αναστέλλουν την εκτέλεση, αλλά όχι και την επέλευση των άλλων δικονομικών συνεπειών της τελεσίδικης απόφασης , όπως του δεδικασμένου (ΣτΕ 1142/06).Ειδικά επί εργολαβικών διαφορών η τελεσίδικη απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή , αλλά το Δημόσιο μπορεί να ζητήσει αναστολή εκτελέσεως στο ΣτΕ μετά από την άσκηση αναιρέσεως (αρθ.3και 9 ν.2490/01).

2. Δεν επιτρέπεται παρέμβαση (55).   Υπάρχουν όμως τρείς (3) εξαιρέσεις :

 1)  αρθ. 12 παρ.1 ν.2239/94 επί διαφορών Σημάτων μπορεί να παρέμβει κάθε τρίτος (πρόσθετα ή κύρια) και κάθε επιμελητήριο αλλά αυτό μόνο για τους λόγους του αρθ.3 (ΣτΕ 3885/05) 

2) αρ.1 ν.2479/97 επί ζητήματος αντισυνταγματικότητας διάταξης Νόμου  και ο παρεμβάς είναι διάδικος σε άλλη δίκη σχετιζόμενη με το θέμα αυτό (ΣτΕ 3670/06) και

 3) αρθ.126 ΑΝ 2039/39 που θεωρείται ειδικότερη του αρθ.55 και δυνάμει της οποίας ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να παρεμβαίνει σε οποιαδήποτε δίκη αφορά την διεκδίκηση περιουσίας υπέρ κοινωφελούς σκοπού (ΣτΕ 77/03 με μειοψ.).

3. Εφόσον γίνει δεκτή η αναίρεση , εξαφανίζεται η απόφαση και αναβιώνει η εκκρεμοδικία (57). Το ΣτΕ παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο Δικαστήριο εκτός εάν η υπόθεση δεν χρήζει διευκρινήσεως ως προς το πραγματικό της μέρος , οπότε την κρατεί και την δικάζει. Οι διάδικοι επανέρχονται στις προ της αναιρέσεως θέσεις των και η συζήτηση επέχει θέση πρώτης συζήτησης (ΣτΕ 2750/07).Το δικαστήριο της παραπομπής δεν μπορεί να αποστεί σε καμιά περίπτωση από τα κριθέντα από το ΣτΕ. Δηλαδή δεν μπορεί να αποστεί από την παραπεμπτική απόφαση ακόμη και εάν στο μεταξύ η Ολομέλεια του ΣτΕ ή Τμήμα του με αυξημένη σύνθεση έκριναν αντίθετα σε παρόμοια υπόθεση( ΣτΕ 3224/05).

ΤΡΟΠΟΣ ΑΣΚΗΣΗΣ(ΑΡΘ.17,19)

Α) Υπογράφεται υποχρεωτικά από Δικηγόρο ακόμη και παρά πρωτοδίκαις, διορισμένο σε οποιοδήποτε Δικηγορικός Σύλλογο της Χώρας (ΣτΕ 2230/08). Ο  αιτών που επικαλείται πενία μπορεί καθ΄ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 196παρ.1 ,197παρ.1 και 200παρ.1 ΚΠολΔ να υποβάλλει ατελώς αίτησης περί διορισμού  Δικηγόρου (ΣτΕ 7μ. 303/04). Το απαράδεκτο δεν αίρεται με την προσυπογραφή Δικηγόρου μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως. Για το Δημόσιο  πρέπει να υπογράφεται από Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο ή Δικαστικό Αντιπρόσωπο.

Β) Κατατίθεται σύμφωνα με την παρ.6 του  αρθ.19 στη Γραμματεία του Διοικητικού Δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Η γραμματεία υποχρεούται εντός 10 ημερών να διαβιβάσει το φάκελο στο ΣτΕ.Η έλλειψη υπογραφής του δικηγόρου στη πράξη καταθέσεως αναπληρώνεται από την υπογραφή στην αίτηση (ΣτΕ Ολομ.602/02,446/06).

Πρέπει να κατατεθεί παράβολο σύμφωνα με το άρθρο 34 και 36 εφόσον ο αιτών είναι ιδιώτης ή νπδδ, όχι όμως για ΟΤΑ και Δημόσιο.

ΣτΕ 2375/2009,., αναίρεση και παράβολο αρθ.36 πδ 18/89, αντισυνταγματικότητα, δεν πρέπει να απορρίπτεται η αναίρεση. Αναίρεση και παράβολο. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 36 του π.δ. 18/1989, καθ` ο μέρος συνδέουν το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ με την καταβολή παραβόλου μικρού ύψους, (29 ευρώ), αντιβαίνουν προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, καθώς και προς την αρχή της αναλογικότητας που πηγάζει και, κατά το μέρος τους αυτό, είναι ανίσχυρες. Το Δικαστήριο δεν απορρίπτει την ασκηθείσα ενώπιόν του αίτηση αναιρέσεως λόγω μη καταβολής του παραβόλου αυτού αλλά προχωρεί στην εκδίκασή της κατά τα λοιπά και, αν συντρέχει περίπτωση, καταλογίζει το ελλείπον παράβολο με την οριστική του απόφαση. Για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως καταβλήθηκε παράβολο ποσού 15 ευρώ, ενώ έπρεπε να καταβληθεί παράβολο ποσού 29 ευρώ και συνεπώς, το καταβληθέν παράβολο υπολείπεται του απαιτουμένου κατά το νόμο. Επειδή το Τμήμα άγεται σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων, το ζήτημα αυτό πρέπει να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου.

Ήδη εξεδόθη η 3088/2011 της ολομέλειας που επικυρώνει την παραπεμπτική.

Γ) Πρέπει να λάβουν χώρα οι κοινοποιήσεις του άρθρου 21 παρ.4.

ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ (56).

Πρόκειται  για έλεγχο νομιμότητας της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης. Δηλαδή εάν τήρησε τις δικονομικές διατάξεις του ΚΔΔ (περ.α-ε) ή εάν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (περ.δ΄). Αντίθετα ο ακυρωτικός έλεγχος είναι έλεγχος νομιμότητας της διοικητικής πράξης και όχι δικαστικής απόφασης.

Οι λόγοι αναιρέσεως μετά το νόμο 3900/10 πρέπει να αφορούν : 1) είτε θέμα καινοφανές για το οποίο δεν υπάρχει νομολογία του ΣτΕ , 2) είτε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση να προσκρούει σε αντίθετη νομολογία του ΣτΕ , είτε 3) να προσβάλλει το δεδικασμένο, άλλως είναι απαράδεκτος όχι ο λόγος αλλά συνολικά η αναίρεση. Δηλαδή με το νέο νόμο το παραδεκτό του λόγου ταυτίζεται με το παραδεκτό της αναιρέσεως.

 Αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενοι είναι οι λόγοι δημοσίας τάξεως, ήτοι λόγοι παραδεκτού  δικογράφου, λόγοι αφορώντες την δικαιοδοσία του δικαστηρίου, τη συγκρότηση, την σύνθεση του, την ισχύ της εφαρμοζόμενης διάταξης, οι λόγοι που προκύπτουν από τα διαδικαστικά έγγραφα (ΣτΕ 1748/07).

Παραδεκτός  είναι ο λόγος αναιρέσεως:

α) όταν  αναφέρεται σε μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 12 του Ν. 3900/10 και είναι ορισμένος,

β) όταν εντάσσεται σε μια από τις κατηγορίες των λόγων του άρθρου 56 πχ η παραμόρφωση εγγράφου δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως (ΣτΕ 3083/07) και

γ) εάν προβάλλεται με έννομο συμφέρον και λυσιτελώς πχ εάν η αιτιολογία τις απόφασης έχει και επικουρική βάση ο λόγος της πλημμελούς αιτιολογίας θα πρέπει να πλήττει και την επικουρική βάση (ΣτΕ 99/04).

ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ

Υπάρχει όταν το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση σε υπόθεση ετεροδικίας που δεν μπορεί να δικαστεί δηλαδή από εθνικό δικαστή αλλά από αλλοδαπό ή όταν άσκησε νομοθετική εξουσία. Ουσιαστικά η απόφαση αυτή είναι ανυπόστατη (313ΚπολΔ). Όχι όμως όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως την συνταγματικότητα νόμων ή έννοιες του ιδιωτικού δικαίου στα πλαίσια του άρθρου 5 του ΚΔΔ, όχι όμως και έννοιες του ποινικού δικαίου. Εάν το Δικαστήριο απορρίψει το ένδικο βοήθημα για έλλειψη δικαιοδοσίας ενώ στην πραγματικότητα είχε δικαιοδοσία, τότε η απόφαση του πάσχει από εσφαλμένη ερμηνεία νόμου .Ο λόγος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

ΚΑΘΥΛΗΝ ΑΝΑΡΜΟΔΙΟΤΗΣ

Αντίθετα η κατά τόπον αναρμοδιότης δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως (ΣτΕ 2129/07). Με βάση το άρθρο 12 του ΚΔΔ δεν υπάρχει πλημμέλεια εάν η απόφαση εξεδικάσθη από ανώτερο Δικαστήριο.

ΜΗ ΝΟΜΙΜΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ Ή ΚΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Όταν συμμετείχε δικαστής που είχε λόγο εξαιρέσεως πχ διότι είχε συμπράξει την έκδοση της απόφασης εκτός εάν πρόκειται για ανακοπή ερημοδικίας ή τριτανακοπή ή αναθεώρηση (14ΚΔΔ). Εάν ο Δικαστής συμμετείχε στη σύνθεση του πρωτοβάθμιου και μετέχει και στη σύνθεση του εφετείου τότε κατά μία άποψη η εξαίρεση του πρέπει να προταθεί από τους διαδίκους.

Όταν συμμετείχε δικαστής ισόβαθμου δικαστηρίου άλλης περιφέρειας λόγω κωλύματος δικαστή χωρίς πράξη του Γενικού Επιτρόπου  και χωρίς αναφορά του κωλύματος (αρθ.8 Σ και 6παρ.3 ν.1756/88) (ΣτΕ 1016/99). Ή όταν προήδρευσε δικαστής χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ότι  απουσίαζε ή είχε κώλυμα ο πρόεδρος (ΣτΕ 179/96). Δεν αποτελεί κακή συγκρότηση η στελέχωση του  Διοικητικού Πρωτοδικείου Δικαστηρίου από δόκιμο Δικαστή. Πάντως στο ΣτΕ και το ΕΣ δεν τίθεται θέμα διότι οι δόκιμοι Εισηγητές δεν μπορούν να μετέχουν σε κανένα σχηματισμό βάσει των Οργανισμών των Δικαστηρίων αυτών.

ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΥΣΙΩΔΟΥΣ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ του ΚΔΔ.

Δεν αποτελεί όμως τέτοιο λόγο η μη νόμιμη κλήτευση στο εφετείο, διότι μόνο με ανακοπή ερημοδικίας πρέπει να προβληθεί (ΣτΕ Ολομ. 2112/04 μειοψ.).

Μη λήψη ουσιώδους ισχυρισμού. Δηλαδή ισχυρισμού που αναφέρεται σε νομικό και όχι πραγματικό ζήτημα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έτσι κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η αφαίρεση των βιβλίων και στοιχείων από την επαγγελματική έδρα του προμηθευτή του έγινε χωρίς να συνταχθεί έκθεση κατασχέσεως και επίδοση στον αναιρεσείοντα είναι ουσιώδης (ΣτΕ 889/07).

Παράβαση των αποδεικτικών κανόνων αποτελεί η περίπτωση όπου παραβιάζεται το βάρος απόδειξης. Έτσι η φορολογική αρχή πρέπει να αποδείξει την εικονικότητα, εκτός εάν η συναλλαγή έγινε με πρόσωπο που δεν είχε θεωρήσει στοιχεία από την αρμόδια φορολογική αρχή , οπότε το βάρος το έχει ο φορολογούμενος, εκτός εάν αποδείξει ότι τελούσε σε καλή πίστη κατά το χρόνο της συναλλαγής (ΣτΕ 1644/07).

Πλημμελής αιτιολογία της απόφασης (56παρ.2).  Έτσι επί λαθρεμπορίας πρέπει να αιτιολογείται ο δόλος ειδικά ή να προκύπτει από τα λοιπά στοιχεία κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Είναι αναιρετέα η απόφαση που συμπέρανε το δόλο λαθρεμπορίας από την ιδιότητα του προσφεύγοντος ως πλοιάρχου (ΣτΕ 331/06).

ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ Ή ΠΛΗΜΜΕΛΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Α) ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ : πχ ΣτΕολομ. 647/04 το αναλογικό παράβολο του άρθρου 171 του ΚΦΔ είναι αντίθετο στο 20 παρ.1 του Σ.. Με την ΣτΕ 2761/07 κρίθηκε ότι το ΙΚΑ όταν ασκεί προσφυγή κατά της ΤΔΕ (ενδοστρεφής δίκη) έχει προθεσμία 90 ημερών από την έκδοση ή δημοσίευση της πράξης της ΤΔΕ. Με την ΣτΕ 264/08 κρίθηκε ότι η προθεσμία της προσφυγής αρχίζει από την πλήρη γνώση της διοικητικής πράξης , η οποία υπάρχει όταν είναι γνωστή η αιτιολογία της πράξης. Με την ΣτΕ ολομ. 248/08 κρίθηκε ότι καλώς σωρεύεται στην προσφυγή αίτημα επιστροφής φόρων και επιδίκασης τόκων, αφού στις φορολογικές διαφορές δεν ασκείται αγωγή ώστε να γίνει σκέψη ότι τέτοιο αίτημα θα έπρεπε να ασκηθεί μόνο με καταψηφιστική αγωγή.

Β. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ :    1. Ο.Κ.Α :  α) Οι ασφαλιστικές εισφορές δεν αποτελούν φόρο ή άλλο οικονομικό βάρος και άρα μπορούν να επιβληθούν αναδρομικά (ΣτΕ Ολομ.832/85). Κρίθηκε όμως ότι το άρθρο 23 του ν.2434/96 με το οποίο ο εργοδότης μόνο σε εξαιρετικές  περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις μπορεί να ανταποδείξει  τα κατά τεκμήριο υπολογιζόμενα οικοδομικά ένσημα είναι αντισυνταγματικό (ΣτΕ ολομ. 1545/08).

Β) Η αρχή της ισότητας μεταξύ ασφαλισμένων διαφόρων ΟΚΑ ελέγχεται καθόσον αφορά στη εξασφάλιση ενός ελάχιστου καθεστώτος ασφαλιστικής προστασίας (ΣτΕ 3470/06).

Γ) Η σύνταξη που δίδεται από το Ταμείο Νομικών σε ασφαλισμένη με 25 έτη ασφάλισης πρέπει για λόγου ισότητας φύλων  να δοθεί και στον ασφαλισμένο (ΣτΕ ολομ. 3088/07 μειοψ.).

Η κατά παρέκκλιση αναίρεση ή έφεση (άρθρο 2).
Η διάταξη είναι τέκνο αφενός της υπερβολικής αύξησης εκείνων των διοικητικών διαφορών που σύμφωνα με τον οικείο νόμο κρίνονται ανέκκλητα από τα Διοικητικά Δικαστήρια και αφετέρου του συστήματος του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των τυπικών νόμων, που επιτρέπει την κήρυξη της αντισυνταγματικότητας νόμου από κάθε Ελληνικό Δικαστήριο επ΄ευκαιρία της διαφοράς που εκδικάζει (αρθ.93παρ.4 Σ). Ήδη είχαν αρχίσει να δημιουργούνται σοβαρά νομικά ζητήματα, αφού υπήρχαν αποφάσεις Διοικητικών Δικαστηρίων που έκριναν διάφορους νόμους ως αντισυνταγματικούς χωρίς να υπάρχει κρίση περί αυτών από το ΣτΕ και μάλιστα από την Ολομέλεια του, όπως επιτάσσει η παρ.5 του άρθρου 100 του Συντάγματος . Η νέα αυτή διάταξη εκτιμώ ότι θα λειτουργήσει θετικά και ήταν αναγκαία ενόψει της τάσης διεύρυνσης του ανέκκλητου .Υπάρχει όμως ορατός κίνδυνος, ιδίως κατά την έναρξη λειτουργίας της διάταξης, να κατακλυστεί το ΣτΕ από«κατά παρέκκλιση»αναιρέσεις για ελάσσονος σημασίας μικροδιαφορές, φορολογικού ή τελωνειακού κυρίως χαρακτήρα και για το λόγο αυτό θα πρέπει οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης να ερμηνευθούν στενά από την νομολογία του Δικαστηρίου .
Από την αδιάστικτη διατύπωση του άρθρου (γίνεται χρήση του όρου «..κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη…»), είναι σαφές ότι εισάγεται με το άρθρο 2 του ν. 3900/10 εξαίρεση από το άρθρο 56 του πδ 18/89 που ορίζει ότι με αναίρεση προσβάλλονται οι τελεσίδικες κατ΄ έφεση αποφάσεις.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης είναι : 1) να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου είτε ουσίας, είτε ακυρωτικού σχηματισμού που να έχει κρίνει διάταξη τυπικού νόμου ως αντίθετη προς το Σύνταγμα ή προς άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, όπως επί παραδείγματι οι διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί με νόμο ή οι γενικώς παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου (αρθ.28παρ.1 Σ και 36Σ) ή οι πρωτογενείς ή δευτερογενείς κανόνες της Ευρωπαϊκής ένωσης (Συνθήκες , Κανονισμοί, οδηγίες κ.λπ). Αντίθετα σαφώς συνάγεται ότι η διάταξη δεν μπορεί να εφαρμοστεί, όταν το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε διάταξη κανονιστικού διατάγματος ή πράξης (ουσιαστικού νόμου) ως αντίθετη στο Σύνταγμα . Η οριστική αυτή απόφαση μπορεί να είναι και εκκλητή. Δεν απαιτείται δηλαδή η απόφαση να ορίζεται ως ανέκκλητη από το νόμο ή να έχει καταστεί ανέκκλητη, διότι παραδείγματος χάριν χάθηκε η προθεσμία της εφέσεως ή η έφεση ασκήθηκε και απορρίφθηκε. Λογικά εφόσον ο διάδικος προτιμήσει ν’ ασκήσει κατά «παρέκκλιση» αναίρεση, αν και η οριστική απόφαση προσβαλλόταν με έφεση, θα πρέπει να προσέξει να μην χάσει έτσι την προθεσμία της εφέσεως. Συνεπώς φρονώ ότι θα πρέπει να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση της οποίας όμως η εκκρεμοδικία δεν κωλύει την εν συνεχεία άσκηση της απρόθεσμης κατά παρέκκλιση αναίρεσης για το συνταγματικό ζήτημα. Εν συνεχεία , αφού επιλυθεί το συνταγματικό ζήτημα , το ΣτΕ θα παραπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο εφετείο προς περαιτέρω εκδίκαση (βλ. αρθ.2 infine).
ΠΡΟΣΟΧΗ : Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εν όψει και του σκοπού της θέσπισής της, αίτηση αναίρεσης κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, χωρεί ΜΟΝΟ σε περίπτωση κατά την οποία η απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου διαλαμβάνει ρητή και απερίφραστη σκέψη σχετικά με αντίθεση διάταξης τυπικού νόμου προς το Σύνταγμα ή άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και δεν αρκεί η απλή αναφορά στη μείζονα σκέψη της κάποιων σχετικών συνταγματικών άρθρων.
2) Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας να τίθεται για πρώτη φορά ,υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει ήδη για το θέμα αυτό οριστική απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ , αφού μετά την αναθεώρηση του 2001 το Σύνταγμα επιβάλλει την επίλυση των θεμάτων της αντισυνταγματικότητας από την Ολομέλεια του ΣτΕ ακόμη και εάν το ίδιο θέμα είχε κριθεί προ του 2001 από τμήμα του ΣτΕ .
Εάν η οριστική απόφαση που έκρινε νόμο ως αντισυνταγματικό είναι πρωτοβάθμιου ακυρωτικού δικαστηρίου, τότε ασκείται κατ΄ αυτής έφεση ακόμη και εάν εκ του νόμου πρόκειται για ανέκκλητη απόφαση (αρθ.5Α του ν.702/77). Προβληματισμός μπορεί να υπάρξει για τις οριστικές αποφάσεις των διοικητικών εφετείων επί υπαλληλικής προσφυγής. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ασκείται κατά παρέκκλιση αναίρεση και όχι έφεση, αφού πρόκειται για διαφορά ουσίας.
Έννομο συμφέρον – Ενεργητική νομιμοποίηση : Την κατά παρέκκλιση αναίρεση ή ακυρωτική έφεση επιτρέπεται να ασκήσουν μόνο οι διάδικοι της αρχικής δίκης όπου κρίθηκε το θέμα της αντισυνταγματικότητας και όχι τρίτα πρόσωπα. Ο νεοπαγής δηλαδή θεσμός δεν πρέπει να συγχέεται με την αναίρεση ή την έφεση υπέρ του νόμου (αρθ.57παρ.1 ν. 3900/11 και 53 παρ.5 και 58 παρ.4 του πδ 18/89).
Η απόφαση του ΣτΕ για το θέμα της αντισυνταγματικότητας σαφώς είναι απόλυτα δεσμευτική για το αρμόδιο Δικαστήριο και τους διαδίκους. Εφόσον το ΣτΕ επιλύσει το θέμα της αντισυνταγματικότητας και εξαφανίσει την αρχική απόφαση του διοικητικού Δικαστηρίου, στη συνέχεια μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση από το αρμόδιο Δικαστήριο, αλλά μπορεί επίσης, αναλόγως με την περίπτωση να την κρατήσει και να τη δικάσει εν συνόλω, αφού με το αναθεωρημένο το 2001 άρθρο 94 του Συντάγματος δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του συστήματος διάκρισης των διοικητικών διαφορών σε ακυρωτικές και ουσίας.
Προθεσμία : Με επιχείρημα από την γραμματολογική διατύπωση της διάταξης που αναγράφει «….κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη…» , η κατά παρέκκλιση αναίρεση ή έφεση ασκείται απρόθεσμα, δηλαδή κατά παρέκκλιση και από τις διατάξεις περί προθεσμιών.
Ι.Γ. Η βελτίωση του θεσμού της πρότυπης δίκης (άρθρο 57 παρ.2).
Ως γνωστό με το άρθρο 39 του ν.3659/08 εισήχθη για πρώτη φορά στη χώρα μας ο Γερμανικός προέλευσης θεσμός της πρότυπης δίκης (Musterprozess) .
Με το άρθρο 57 παρ.2 του νέου νόμου ενισχύεται ο θεσμός αφού : α) δίδεται η δυνατότητα εκτός της αυτεπάγγελτης εκκίνησης της πρότυπης δίκης από τον Επίτροπο και σε τρίτα πρόσωπα , ήτοι οι διευθύνοντες τα διοικητικά Δικαστήρια, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και ο Πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους , να υποβάλλουν αίτημα για έναρξη της, και β) εφόσον ο Επίτροπος κρίνει ότι η επίλυση της διαφοράς σχετίζεται με σημαντικό νομικό ζήτημα και ζητά την κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης ,αναστέλλεται η εκδίκαση όλων των σχετιζομένων δικών έως την δημοσίευση οριστικής απόφασης από το ΣτΕ. Η αναστολή δεν εμποδίζει την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας.